Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Βασίλειου Ντοβλιατίδη, Αρ. Υπόθεσης: 210/14, 12/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B21 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 210/14 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Βασίλειου Ντοβλιατίδη Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 12 Φεβρουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος - παρών ------------- ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από παραδοχή κρίθηκε ένοχος σε 12 κατηγορίες κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.
- Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκε στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά της υπόθεσης. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου συμφώνησε με τα γεγονότα, ως αυτά εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Συνοψίζοντας τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου, σημειώνω ότι ο Κατηγορούμενος σε άγνωστο χρόνο έκλεψε από σταθμευμένο όχημα ένα πορτοφόλι το οποίο περιείχε μία ταυτότητα και μία πιστωτική κάρτα του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου περιουσία του Χαράλαμπου Όθωνος. Ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε την εν λόγω πιστωτική κάρτα σε διάφορες περιπτώσεις μεταξύ των ημερομηνιών 02.06.13 - 18.06.13 σε χρηματοδέκτη πρατηρίου βενζίνης εξασφαλίζοντας βενζίνη και κλέβοντας με αυτόν τον τρόπο το συνολικό ποσό των €475,
- Ο κ. Συμεού ανέφερε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος συνεργάστηκε με την αστυνομία και αποζημίωσε τον Παραπονούμενο Χαράλαμπο Όθωνος. Τέλος, ανέφερε ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου μετέφερε την απολογία του πελάτη της και τη μεταμέλεια του, η οποία, ως ανέφερε, είναι έμπρακτή καθώς συνεργάστηκε άμεσα με την αστυνομία και αποζημίωσε τον Παραπονούμενο. Η κα. Σαββίδου αναφέρθηκε στο νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου κατά τον χρόνο διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων, λέγοντας ότι οι συνθήκες διάπραξης του καταδεικνύουν ότι δεν βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου ένας καθ' έξιν εγκληματίας, αλλά ένα πρόσωπο που διέπραξε μία μεμονωμένη παραβατική συμπεριφορά. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι κατάγεται από τη Γεωργία και διαμένει στην Κύπρο από την ηλικία των 3 ετών. Φοίτησε μέχρι τη Β' τάξη της Τεχνικής Σχολής και υπηρέτησε για 9 μήνες τη στρατιωτική του θητεία στην Εθνική Φρουρά. Από σχέση που διατηρούσε μέχρι τον Απρίλιο του 2015 απέκτησε ένα παιδί ηλικίας 3 ετών. Διατηρεί συχνή επικοινωνία και επαφή με το ανήλικο παιδί του και καταβάλλει σταθερά τη μηνιαία διατροφή. Το τελευταίο χρονικό διάστημα εργάζεται ως διανομέας σε αλυσίδα εστιατορίων. Περαιτέρω, η κα. Σαββίδου αναφέρθηκε στο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή τονίζοντας ότι στο μεσοδιάστημα υπήρξε μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορούμενου, καθώς ο τελευταίος είναι πλέον πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 3 ετών. Τέλος, η ευπαίδευτη συνήγορος εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση επιβολής ποινή φυλάκισης δικαιολογείται η έκδοση διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της. Τα υπό τιμωρία αδικήματα είναι ιδιαιτέρως σοβαρά πράγμα το οποίο διαφαίνεται από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Το αδίκημα της κλοπής χαρακτηρίζεται ως κακούργημα και τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης 3 ετών. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1991)2 Α.Α.Δ 264). Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων διαφαίνεται και μέσα από τη νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 565, όπου το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινόμενου. Περαιτέρω, στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 587 λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Οι προαναφερόμενες επισημάνσεις επαναδιατυπώθηκαν και στις πιο πρόσφατες αποφάσεις Βέλιου ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 76 και ΠΑΛΛΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 109/16 ημερ. 20.09.16. Στην τελευταία υπόθεση αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έχει καθοδηγηθεί από τη νομολογία ως προς τη σοβαρότητα αδικημάτων που αφορούν διαρρήξεις και κλοπές. Όπως είχαμε την ευκαιρία πρόσφατα στην υπόθεση Bandits v. Αστυνομίας, ποιν. ECLI:CY:AD:2015:B696, υποθ. 94/15 ημερ. 21.10.2015 να επαναλάβουμε: «Οι κλοπές, διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης», οπότε η ποινή πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Παρά το ότι οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη δέον να λαμβάνονται υπόψη, αυτό δεν πρέπει να γίνεται στο βαθμό και κατά την έκταση που να εξουδετερώνει το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής.» Η σοβαρότητα επομένως των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι δεδομένη, όπως και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Το γεγονός αυτό ωστόσο δεν εξουδετερώνει το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224). Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 248). Εν προκειμένω προς μετριασμό της ποινής λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: · Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου. Την παραδοχή του. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ 28). Τη συνεργασία του με την αστυνομία. Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές καταγράφονται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη μου ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας τριών ετών, γεγονός το οποίο συνεπάγεται αλλαγή των προσωπικών του συνθηκών. Την έμπρακτή μεταμέλεια του, όπως αυτή εκδηλώθηκε μέσω της αποζημίωσης του Παραπονούμενου. Στην Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 252 το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνωρίζοντας ότι η αποκατάσταση της ζημιάς αποτελεί μετριαστικό παράγοντα ανέφερε τα ακόλουθα: «Η επανόρθωση της ζημιάς είναι πάντοτε ελαφρυντικός παράγοντας, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, παρόλο ότι η επανόρθωση αυτή δεν μειώνει τη βαρύτητα του αδικήματος. Η μεταμέλεια είναι στοιχείο μείωσης της ποινής. Η επανόρθωση περιέχει το στοιχείο της μετάνοιας, της συντριβής και επενεργεί προς όφελος της πολιτείας και των θυμάτων του αδικήματος. Ο δράστης δεικνύει, έτσι, έμπρακτα και όχι απλά τη μεταμέλειά του. Τα Δικαστήρια με την επιβολή των ποινών ενθαρρύνουν τους αδικοπραγούντες να επανορθώσουν τη ζημιά των παραπονουμένων - (βλ. Ieronymides, (ανωτέρω)).» Το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα. Συγκεκριμένα έχουν παρέλθει πέραν των 4 ½ ετών. Δεν παραβλέπω ασφαλώς ότι ο Κατηγορούμενος φέρει σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την προκληθείσα καθυστέρηση, αφού μόλις στις 23.11.17 παραδέχθηκε την τέλεση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Παρά ταύτα το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 365). Περαιτέρω, σημειώνω ότι στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Οι μετριαστικοί παράγοντες που εκτέθηκαν πιο πάνω δεν μπορούν να υπερκεράσουν τη σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων και την ανάγκη η ποινή να προσλάβει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Η συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος ήταν απαράδεκτη. Επιβαρυντικό υπό τις περιστάσεις παράγοντα συνιστά και το γεγονός της κατ' επανάληψη, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, χρήσης της κλαπείσας πιστωτικής κάρτας. Συγκεκριμένα μέσα σε διάστημα 16 ημερών ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε 11 φορές την πιστωτική κάρτα κλέβοντας το συνολικό ποσό των €475,49. Συμπεριφορές αυτού του είδους πλήττουν το αίσθημα ασφάλειας που ο κάθε πολίτης αναμένει να απολαμβάνει σε σχέση με την περιουσία του σε μία ευνομούμενη πολιτεία. Τα Δικαστήρια στα πλαίσια του ρόλου που έχουν να διαδραματίσουν στη διασφάλιση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών και της έννομης τάξης ευρύτερα, οφείλουν να στείλουν το μήνυμα ότι πράξεις, όπως οι υπό τιμωρία, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά. Συνεκτιμώντας επομένως όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και τούτο έχοντας κατά νου ότι η φυλάκιση επιβάλλεται μόνον εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια στον Κατηγορούμενο επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης: · Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών. · Στις κατηγορίες 2 - 12 ποινή φυλάκισης 1 μήνα σε κάθε κατηγορία. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου για αναστολή εκτέλεσης των εν λόγω ποινών. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της ( Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ 373) Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Είναι φανερό από το λεκτικό του άρθρου 3
(2)ότι ο νομοθέτης διεύρυνε τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ 161). Στην υπόθεση Τζιαουχάρη (πιο πάνω) επαναλήφθηκε εκ νέου η αρχή ότι ένας Κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Στην Αργυρίδης κ.α ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 449, αλλά και στην πιο πρόσφατη Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφ. Αρ.27/16 ημερ. 19.07.16 τονίστηκε ότι η σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος και η αποτρεπτικότητα της ποινής αφορούν στο είδος και το ύψος της ποινής που επιβάλλει το Δικαστήριο. Τα όρια όμως της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής, δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Το Δικαστήριο έχει απεριόριστη διακριτική ευχέρεια να εξετάσει αν η αναστολή δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε Κατηγορούμενου. Τα περιστατικά της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου έχουν ήδη εκτεθεί και δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Στα πλαίσια ωστόσο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης λαμβάνω υπόψη μου ότι το συνολικό ποσό που κλάπηκε δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, καθώς και ότι έχει αποκατασταθεί η ζημιά που υπέστη ο Παραπονούμενος. Όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου ότι μετά τη διάπραξη των αδικημάτων απέκτησε παιδί, ηλικίας σήμερα 3 ετών, σε σχέση με το οποίο καταβάλλει μηνιαία διατροφή. Επιπρόσθετα λαμβάνω υπόψη μου ότι στα 4 ½ έτη που μεσολάβησαν από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα, ο Κατηγορούμενος δεν διέπραξε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό αφενός με την εκδήλωση έμπρακτης μεταμέλειας εκ μέρους του Κατηγορούμενου και αφετέρου με το λευκό ποινικό μητρώο του δίδουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκλάβει την επίδικη παραβατική συμπεριφορά του ως ένα μεμονωμένο περιστατικό που ανήκει στο παρελθόν. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι δικαιολογείται η παραχώρηση μίας δεύτερης ευκαιρίας στον Κατηγορούμενο, με την προσδοκία ότι θα φανεί έμπρακτα αντάξιος της ευκαιρίας που του δίδει σήμερα το Δικαστήριο τηρώντας τους Νόμους και αποδεικνύοντάς ότι όντως έχει επέλθει αλλαγή στάσης ζωής. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Επεξηγείται στον Κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο