← Κύπρος

Δημοκρατία ν. IBRAHIM SAID ABDEL QADER ALLALA, Αρ. Υπόθεσης: 3983/17, 16/2/2018

Δημοκρατία ν. IBRAHIM SAID ABDEL QADER ALLALA, Αρ. Υπόθεσης: 3983/17, 16/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2018:2 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Π.Ε.Δ. Μ. Δρουσιώτης, Α.Ε.Δ. Π. Μιχαηλίδης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3983/17 Δημοκρατία v. IBRAHIM SAID ABDEL QADER ALLALA Κατηγορουμένου ----------------- Ημερομηνία: 16/2/2018 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ξ. Ξενοφώντος-Καραμανή Για τον κατηγορούμενο: κα Ε. Ταλιώτου Κατηγορούμενος παρών Χρέη διερμηνέα από τα Ελληνικά στα Αραβικά και αντίστροφα έδωσε διαβεβαίωση για να εκτελέσει ο κ. Najdat Katie ΠΟΙΝΗ O κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία στην κατηγορία της απόπειρας φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και στην κατηγορία του τραυματισμού κατά παράβαση του άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αδικήματα έχουν εκτεθεί στην απόφαση μας που δόθηκε στις 9/2/2018 και δε θα τα επαναλάβουμε. Το πρώτο αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι από τα σοβαρότερα στον Ποινικό Κώδικα και αυτό φαίνεται από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή που είναι η διά βίου φυλάκιση. Το αδίκημα του άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα προνοεί φυλάκιση τριών χρόνων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας

(1992)2 Α.Α.Δ. 248 η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και τούτο είναι στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη τόσο στην επιμέτρηση όσο και στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί. Στην υπόθεση Ονησίλου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ 556, στη σελίδα 584 αναφέρθηκαν τα εξής: "Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεση της μέγιστο έγκλημα. Η δέσμευση στην προστασία της ανθρώπινης ζωής επιβάλλει ανάλογα καθήκον για την περιφρούρηση της, γεγονός που αντανακλά στην τιμωρία που επιβάλλεται για εγκληματικές πράξεις που επιφέρουν την απώλεια ανθρώπινης ζωής. Γι' αυτό το λόγο προσδίδεται αποτρεπτικός χαρακτήρας στην τιμωρία κάθε φονικής πράξης". Η ιερότητα της ζωής και η προστασία της αποτελούν την πρώτη σε ιεράρχηση μέριμνα της κάθε πολιτισμένης κοινωνίας. Η αφαίρεση της με εγκληματική πρόθεση αποτελεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες σοβαρό έγκλημα. Στον καθορισμό της εγκληματικότητας του δράστη λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ο σχεδιασμός και ο βαθμός αδιαφορίας για την ανθρώπινη ύπαρξη (βλ. Σάββα v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 231, στις σελίδες 239-240). Όχι μόνο τα αδικήματα που επιφέρουν το θάνατο τιμωρούνται με αυστηρότητα αλλά και εκείνα που η διάπραξη τους θέτει ή μπορεί να θέσει τις προϋποθέσεις αφαίρεσης ζωής ή πρόκλησης σωματικής βλάβης. Η αφαίρεση μίας ζωής ή η απόπειρα αφαίρεσης της, όπως στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεν είναι μόνο εκδήλωση αντικοινωνικής συμπεριφοράς αλλά μια πράξη καταστροφική για το κοινωνικό σύνολο και γι' αυτό το λόγο τα δικαστήρια επιβάλλουν κατά κανόνα αυστηρές ποινές. Σκοπός είναι η διασφάλιση της αποτροπής διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων αλλά και η τιμωρία του δράστη. Στην υπόθεση Α. Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 560, το Εφετείο επικύρωσε ποινή 18 χρόνων σε κατηγορία απόπειρας φόνου με τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού κάτω από το αυτοκίνητο μέλους της Δικαστικής Υπηρεσίας με αποτέλεσμα να τραυματιστούν σοβαρά ο Δικαστής και η ανήλικη κόρη του. Η υπόθεση Ονουφρίου (ανωτέρω) είναι βέβαια ιδιάζουσα και θα πρέπει να διαχωριστεί από την παρούσα γιατί όπως τονίστηκε εκεί η σοβαρότητα του εγκλήματος επεκτείνεται σε υπονόμευση του βάθρου της πολιτείας και οι ενέργειες του κατηγορούμενου δυναμίτισαν το θεμέλιο της δικαιοσύνης. Φυλάκιση 13 χρόνων επικυρώθηκε και με την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεωργίου Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 492 όπου ο κατηγορούμενος πυροβόλησε με κυνηγετικό όπλο, εξ επαφής το σύζυγο της ερωμένης του. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου και πατέρας δύο παιδιών. Γενικά, για αδικήματα απρόκλητης βίας όπως αυτά του κατηγορούμενου, τα Δικαστήρια επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές ακόμη και σε άτομα λευκού ποινικού μητρώου για να δοθεί έμφαση στο στοιχείο της αποτρεπτικότητας όπως έγινε στην υπόθεση Θεοκλείτου v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ 164, όπου επεβλήθη ποινή φυλάκισης σε 18χρονους με λευκό ποινικό μητρώο για αδίκημα κάτω από το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα. Τονίστηκε από το Εφετείο ότι η βία δεν μπορεί να υποκαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεωργίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 464). Στην υπόθεση Ανδρέας Δημητρίου Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342) λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Τα αποτελέσματα της βίας και της εγκληματικής δράσης, γενικά σχετίζονται άμεσα με τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου εγκλήματος. Οι συνέπειες εγκλήματος βίας στο θύμα άπτονται άμεσα αυτού τούτου του εγκλήματος και συνιστούν μια από τις παραμέτρους, που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του. Μόνο όπου οι συνέπειες, που επιφέρει το έγκλημα στον παραπονούμενο, δεν είναι προβλεπτές, μειώνεται η σημασία τους στον προσδιορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος, οι συνέπειες της βίας ήταν και προβλεπτές και το άμεσο αποτέλεσμα της βίας που ασκήθηκε". Στην προκειμένη περίπτωση οι συνέπειες της βίας που ασκήθηκε ήταν προβλεπτές και ήταν κατ' ευχή που δεν ολοκληρώθηκε το αδίκημα της απόπειρας αφού όπως είναι εύρημά μας ο θάνατος στον παραπονούμενο θα μπορούσε να επέλθει εντός δευτερολέπτων. Στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου η κυρία Ταλιώτου αναγνώρισε την σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και αναφέρθηκε στις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 40 ετών, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Παλαιστίνη και φοίτησε σε σχολείο στην Παλαιστίνη μέχρι τα 13 του χρόνια. Από το 2003 βρίσκεται στην Κύπρο όπου και μέχρι την σύλληψή του εργαζόταν ως μηχανικός αυτοκινήτων. Το 2004 παντρεύτηκε την Salwa Ahmet με την οποία απέκτησε δύο ανήλικα κορίτσια. Η σύζυγός του είχε άλλα πέντε παιδιά από προηγούμενό της γάμο. Ο κατηγορούμενος ουδέποτε είχε άριστες σχέσεις με τα παιδιά της συζύγου του, ούτε, όμως, και η ίδια βοηθούσε στο να υπάρχει μια καλή σχέση. Το 2013 ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του ήρθαν σε διάσταση και το 2014 εκδόθηκε διαζύγιο. Από την ημέρα που εκδόθηκε το διαζύγιο υπήρχαν τρομερά προβλήματα όσον αφορά την επικοινωνία του κατηγορούμενου με τα παιδιά του. Λίγους μήνες πριν την διάπραξη των αδικημάτων ο κατηγορούμενος συνδέθηκε ξανά με την σύζυγό του σε μια προσπάθεια για τα παιδιά τους, κάτι το οποίο όμως δεν μπορούσε να αποδώσει καθότι βρίσκονταν σε συνεχείς εντάσεις. Όπως περαιτέρω ανέφερε η κυρία Ταλιώτου κατά τον χρόνο που τελέστηκαν τα αδικήματα ο κατηγορούμενος βρισκόταν κάτω από έντονη συναισθηματική φόρτιση και ψυχολογική πίεση γιατί λίγες ώρες προηγουμένως ο παραπονούμενος εξύβρισε τον κατηγορούμενο όπως και η πρώην σύζυγός του και ήταν η εισήγηση της κυρίας Ταλιώτου ότι ο κατηγορούμενος είχε προκληθεί από τον παραπονούμενο, εισήγηση την οποία στην συνέχεια απέσυρε. Διαφαίνεται όπως ανέφερε επίσης η κυρία Ταλιώτου μέσα από την μαρτυρία ότι η πράξη του κατηγορούμενου ήταν στιγμιαία και αντέδρασε έτσι καθαρά από φόβο για την προστασία των παιδιών του αφού γνώριζε ότι ο ανήλικος παραπονούμενος είχε κάποια παραβατική συμπεριφορά. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν θα πρέπει να διαφύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οποιοδήποτε τραύμα προκλήθηκε στον παραπονούμενο ήταν επιπόλαιο και σίγουρα ήταν αποτέλεσμα ότι ο κατηγορούμενος είχε χάσει την ψυχραιμία του και τον αυτοέλεγχό του. Ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό, μια πράξη στιγμιαίας απερισκεψίας και αυθόρμητη και πάντα υπό την έννοια ότι προσπαθούσε να προστατεύσει τα ανήλικα τέκνα του. Στις υποθέσεις όπου το στοιχείο της αποτροπής, έστω της γενικής, προβάλει ως επιτακτική ανάγκη οι προσωπικές περιστάσεις του κάθε κατηγορουμένου έχουν περιθωριακή μόνο σημασία. Το καθήκον όμως του Δικαστηρίου δεν ατονεί έστω και στην περίπτωση που η ποινή πρέπει να είναι αποτρεπτική και οφείλει να λάβει υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και να εξατομικεύσει την ποινή (βλ. Χρυσοστόμου «Κανάρη» v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 18 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 583). Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, όχι όμως την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη (βλ. Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R 194). Στην υπόθεση Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ 132 λέχθηκε πως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής. Τα εγκλήματα βίας βρίσκονται δυστυχώς σε μεγάλη έξαρση. Ανάμεσα τους και αδικήματα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, διαπίστωση που προκύπτει και νομολογικά, αλλά και από τις ενώπιον μας υποθέσεις που εκδικάστηκαν τα τελευταία χρόνια (βλ. Α. Γρηγορίου κ.α. v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 688). Η διαπίστωση της πραγματικής όντως και ανησυχητικής κατάστασης που επικρατεί σήμερα είναι ισχυρός λόγος για να δράσουν τα Δικαστήρια προς την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Τα αποτελέσματα στην υγεία ή άνεση του θύματος είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, μέσα όμως στα πλαίσια του κυρίαρχου στοιχείου του εγκλήματος που είναι στην προκειμένη περίπτωση η διαμόρφωση πρόθεσης θανάτωσης του άλλου και η διενέργεια πράξεων προς το σκοπό αυτό. Δεν είναι άγνωστη η περίπτωση όπου το θύμα απόπειρας φόνου ουδεμία σωματική βλάβη έχει υποστεί γιατί για παράδειγμα ο δράστης έχει πυροβολήσει και αστοχήσει. Στα πιο πάνω πλαίσια λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός πως οι σωματικές βλάβες του παραπονούμενου δεν έχουν αφήσει σ' αυτόν οποιαδήποτε κατάλοιπα. Όμως δεν μπορούμε να αγνοήσομε ότι στον ουσιαστικό χρόνο ο παραπονούμενος βρέθηκε λίγα δευτερόλεπτα πριν τον θάνατο και δεν μπορούμε να δεχθούμε την θέση ότι το τραύμα ήταν επιπόλαιο περιορίζοντας το ουσιαστικά στα εξωτερικά τραύματα στον λαιμό. Αναφορικά με τις συνθήκες των αδικημάτων, αυτές προκύπτουν και φαίνονται στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου. Δεν έχουμε προβεί σε θετικό εύρημα προσχεδιασμού, εξ' ου και θα επιμετρήσουμε την ποινή στη βάση που εισηγείται η συνήγορος του κατηγορουμένου, ότι δηλαδή επρόκειτο για ένα περιστατικό που εξελίχθηκε χωρίς να είχε προσχεδιαστεί από τον κατηγορούμενο. Δεν μπορεί, όμως, να γίνει δεκτή ως μετριαστικός παράγοντας η θέση της κυρίας Ταλιώτου ότι τα τραύματα στον παραπονούμενο ήταν το αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος είχε χάσει την ψυχραιμία του και τον αυτοέλεγχό του. Όπως αναφέρουμε στην απόφασή μας απορρίπτοντας την θέση της Υπεράσπισης για πρόκληση από μέρους του παραπονούμενου δεν μπορεί ένας ενήλικος άνθρωπος ηλικίας 40 ετών, πατέρας 2 ανήλικων κοριτσιών και προστάτης μιας οικογένειας να χάνει την ψυχραιμία και τον αυτοέλεγχό του σε τέτοιο βαθμό όπως τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης επειδή ο ανήλικος παραπονούμενος τον εξύβρισε. Δεν μπορούμε, επίσης, να δεχθούμε ότι ο κατηγορούμενος αντέδρασε με τον τρόπο αυτό, όπως είναι η εισήγηση της κυρίας Ταλιώτου, καθαρά από φόβο για την προστασία των παιδιών του. Η παραβατική συμπεριφορά του παραπονούμενου όπως έχει τεθεί ενώπιόν μας μέσα από την μαρτυρία δεν καταδεικνύει κίνδυνο για οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του κατηγορούμενου, αλλά αντίθετα είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η συμπεριφορά του παραπονούμενου προς τον κατηγορούμενο ήταν αποτέλεσμα της έγνοιας του παραπονούμενου να προστατεύσει την μητέρα και τις αδελφές του από τον κατηγορούμενο. Στα πιο πάνω πλαίσια λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, τα όσα η συνήγορος του ανέφερε για μετριασμό της ποινής, όπως και το λευκό του ποινικό μητρώο, στο μέτρο που αυτά μπορούν να ληφθούν υπόψη στις περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων (βλ. Σολωμού v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 324). Έχουμε εξετάσει με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή όλα τα στοιχεία που έχουμε ενώπιον μας και αφού προσδώσαμε στο καθένα τη σημασία που του αρμόζει, με βάση τις αρχές που ισχύουν για την επιμέτρηση της ποινής, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων, αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 ετών. Στην τρίτη κατηγορία δεν επιβάλλουμε καμία ποινή αφού αυτή απορρέει από τα γεγονότα της πρώτης κατηγορίας. Να ληφθεί υπόψη ο χρόνος κράτησης του κατηγορούμενου από 14.7.17. Το ποσό των Ευρώ 210,00 έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ)............. Ρ. Λιμνατίτου, Π.Ε.Δ. (Υπ)............. Μ. Δρουσιώτης, Α.Ε.Δ. (Υπ)............. Π. Μιχαηλίδης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Assize Court/final Αναφορά: Ποινή - Απόπειρα φόνου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.