← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 5069/13, 22/2/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 5069/13, 22/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5069/13 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 22.02.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Α. Χ. Κυπρίζογλου (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα (Κεφ.154) μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία) και πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Κεφ.154 καθώς και των άρθρων 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (Ν.86/72)μετά των συναφών τροποποιήσεων (δεύτερη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 03.05.12 στη λεωφόρο Χρυσορογιατίσσης στην κοινότητα Αμαργέτη της επαρχίας Πάφου παράνομα επιτέθηκε εναντίον του Φειδία Κανάρη και ακολούθως προέβηκε σε αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια όταν οδηγώντας το όχημα του με αριθμούς εγγραφής AAF459 χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο του πιο πάνω προσώπου. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε έξι μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου αναφορικά με αμφότερες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής χωρίς να καλέσει μάρτυρες υπεράσπισης. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν 26 τεκμήρια. Η λήψη, μεταφορά και διακίνηση όλων των τεκμηρίων που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση δεν αποτελεί επίδικο θέμα επειδή αμφότερες πλευρές έχουν δηλώσει από κοινού ότι έχουν γίνει ορθά και νομότυπα. Επιπλέον τα μέρη κατάθεσαν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα: 1) Πιστοποιητικό θανάτου που εκδόθηκε από την ιατροδικαστή Δρ. Ελένη Αντωνίου σύμφωνα με το οποίο βεβαιώνεται ο θάνατος του Φειδία Κανάρη μετά που τον εξέτασε στις 03.05.12 και ώρα 23:50 στην κοινότητα Αμαργέτη της επαρχίας Πάφου, έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. 2) Το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων του αστυφύλακα 779 Α. Ιωάννου, λοχία 1289 Π. Αναστάση, υπαστυνόμου Ζ. Ψαθίτη, αστυφύλακα 3773 Ν. Αραούζου, αστυφύλακα 2697 Νεόφυτου Ανδρέου, αρχιαστυφύλακα 2641 Χριστάκη Ανδρέου, αστυφύλακα 2926 Κ. Κλεοβούλου, αστυφύλακα 1169 Α. Αριστοδήμου, αστυφύλακα 3275 Γ. Κωμοδρόμου, ειδικού αστυφύλακα 5606 Μ. Καραολή, αστυφύλακα 4283 Χρύσναθου Κυριάκου, αστυφύλακα 2970 Ματθαίος Ματθαίου και αστυφύλακα 1987 Π. Παναγιώτου, οι οποίες σαν δέσμη εγγράφων κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  2. 3) Το περιεχόμενο έκθεσης του λοχία 2748 Ν. Νεοφύτου ημερομηνίας 28.08.12 από το εργαστήριο διερεύνησης σκηνής εγκλήματος και εμφάνισης αποτυπωμάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας, έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. 4) Το περιεχόμενο έκθεσης του Δρ Μάριου Καριόλου ημερομηνίας 28.05.12 από το Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας, έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. 5) Το περιεχόμενο της μεταθανάτιας ιατροδικαστικής έκθεσης της Δρ. Ελένης Αντωνίου, έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. 6) Το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης ημερομηνίας 04.05.12 της Δρ. Ελένης Αντωνίου, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  6. 7) Το περιεχόμενο της έκθεσης ημερομηνίας 03.08.12 του αστυφύλακα 2558 Π. Πέτρου, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. 8) Το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης ημερομηνίας 09.05.12 του αστυφύλακα 1142 Κ. Κωνσταντίνου, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Περαιτέρω τα μέρη από κοινού παρουσίασαν τέσσερα βιβλιάρια έγχρωμων φωτογραφιών που λήφθηκαν από τον αστυφύλακα 2558 Π. Πέτρου, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 23Α-23Δ. Το Τεκμήριο 23Α περιλαμβάνει 6 έγχρωμες φωτογραφίες από το όχημα με αριθμούς εγγραφής KKP
  9. Το Τεκμήριο 23Β περιλαμβάνει 90 έγχρωμες φωτογραφίες από τον κύριο δρόμο Αμαργέτης-Πενταλιάς καθ' υπόδειξη του λοχία 2748 Ν. Νεοφύτου και αστυφύλακα 1142 Κ. Κωνσταντίνου. Το Τεκμήριο 23Γ περιλαμβάνει 20 έγχρωμες φωτογραφίες από το όχημα με αριθμούς εγγραφής KKP820 στο μηχανουργείο της ΑΔΕ Πάφου. Το Τεκμήριο 23Δ περιλαμβάνει 45 έγχρωμες φωτογραφίες από τον κύριο δρόμο Αμαργέτης-Πενταλιάς κατόπιν υποδείξεων του κατηγορουμένου. Μέσα από την κοινή κατάθεση τους, αμφότερα μέρη δήλωσαν πως αποδέχονται το περιεχόμενο που απεικονίζεται σ' αυτές ως ορθό και αληθές. Επίσης τα μέρη από κοινού παρουσίασαν σχέδιο σκηνής του επιδίκου περιστατικού επί κλίμακας 1:250, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Μέσα από την κοινή κατάθεση τους, αμφότερα μέρη αποδέχονται ως ορθή και αληθή την αποτύπωση των στοιχείων και δεδομένων που καταγράφονται στο εν λόγω έγγραφο. Τα παραδεχτά γεγονότα που προκύπτουν τόσο από το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων όσο και από τις πιο προαναφερόμενες κοινά παραδεκτές δηλώσεις των μερών, εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του. ΜΚ1 ήταν ο υπαστυνόμος Κόκος Κλεάνθους, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής της ομάδας αστυνομικών που ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε η γραπτή κατάθεση του που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
  11. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, μετά από πληροφορία που διαβίβασε στην αστυνομία ο κατηγορούμενος, ο εν λόγω μάρτυρας μετέβηκε στις 03.05.12 στην κοινότητα Αμαργέτης όπου έξω από πετρόκτιστη οικία στην αριστερή πλευρά του δρόμου με κατεύθυνση την κοινότητα Παναγιάς εντόπισε να κείτεται στο έδαφος το Φειδία Κανάρη (στο εξής ο 'αποβιώσαντας'), ο οποίος έφερε πολλαπλά τραύματα που ήταν εμφανή σε διάφορα σημεία του σώματος του, όπως στο πρόσωπο, στο σώμα και στα πόδια του. Σε απόσταση περίπου 70 μέτρων από το σημείο που εντοπίστηκε ο αποβιώσαντας και με κατεύθυνση την Πάφο πάνω σε σπιτάκι κατασκευασμένο από μπετόν εντός του οποίου φυλάγονται σκουπίδια, ο εν λόγω μάρτυρας βρήκε ένα πορτοφόλι και ένα καπελάκι. Σε απόσταση 30 μέτρων πιο κάτω ο μάρτυρας εντόπισε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KSS856 να βρίσκεται παραπλεύρως της οικίας κάποιου Ανδρέα Νεοκλέους με κατεύθυνση την έξοδο του στον κύριο δρόμο Αμαργέτης-Παναγιάς. Επίσης σημειώνεται ότι στις 04.05.12 ο εν λόγω μάρτυρας παρέλαβε από τον κατηγορούμενο μία κόλλα Α4 στην οποίαν αναγραφόταν με πέννα ο αριθμός εγγραφής KPP
  12. Ακολούθως της ίδιας ημέρας και ώρα 02:35 ο ΜΚ1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος. Στ πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής, ο ΜΚ1 έλαβε δύο ανακριτικές καταθέσεις από τον κατηγορούμενο (04.05.12 και 08.05.12), μέσα από τις οποίες έδωσε τη δική του εκδοχή. Οι ανακριτικές αυτές καταθέσεις παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 4 και
  13. Ακόμη στις 04.05.12 ο κατηγορούμενος προέβηκε στην παρουσία του εν λόγω μάρτυρα σε υποδείξεις σκηνών του όλου συμβάντος με τις απαντήσεις του να καταγράφονται σε σχετικό έντυπο. Το έντυπο με τις καταγεγραμμένες απαντήσεις του κατηγορουμένου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  14. Σε υποδείξεις σκηνών του όλου συμβάντος στην παρουσία του ΜΚ1 προέβηκε και η οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KKP820, Μαρία Γεωργίου, με τις απαντήσεις της να καταγράφονται σε σχετικό έντυπο. Περαιτέρω στις 10.05.12 ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο ότι παράνομα επιτέθηκε στον αποβιώσαντα και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε 'Δεν παραδέχομαι.' Το έντυπο γραπτής κατηγορίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  15. Επίσης στα πλαίσια της δια ζώσης μαρτυρίας της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε τα πιο κάτω τεκμήρια: Τεκμήριο 7 - 28 έγχρωμες φωτογραφίες της σκηνής του περιστατικού Τεκμήριο 8 - 5 έγχρωμες φωτογραφίες του κατηγορουμένου Τεκμήριο 9 - 53 έγχρωμες φωτογραφίες της σορού του αποβιώσαντα από το νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου Με αναφορά σε φωτογραφίες από τα πιο πάνω τεκμήρια και επικαλούμενος της διερεύνηση της υπόθεσης, ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε τη δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα που θεωρεί ότι συνέβησαν. Στην αντεξέταση του ο ΜΚ1 παρουσίασε έκθεση του, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  16. Μέσα από το περιεχόμενο της, ο ΜΚ1 αναφέρει ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής KSS856 ιδιοκτησίας του αποβιώσαντα εντοπίστηκε έξω από την οικία υπ' αριθμό 35 που βρίσκεται στον κύριο δρόμο Αμαργέτης-Παναγιάς. Το όχημα αυτό ήταν σταθμευμένο παραπλεύρως με κατεύθυνση την έξοδο στο δρόμο με σβηστή μηχανή και με αναμμένα τα φώτα ενώ τα κλειδιά δεν ήταν στη θέση του. Με αναφορά στο μαρτυρικό υλικό που συγκεντρώθηκε, ο ΜΚ1 καταλήγει σε συμπεράσματα και προβαίνει σε συγκεκριμένες εισηγήσεις. Βασικό συμπέρασμα του ΜΚ1 είναι ότι ενώ ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με ταχύτητα και ο αποβιώσαντας κρατούσε το τιμόνι προσπαθώντας να εμποδίσει την κίνηση του οχήματος, σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος έσπρωξε με δύναμη τον αποβιώσαντα, ο οποίος πετάχτηκε και έπεσε στη μέση του δρόμου όπου εκείνη τη στιγμή στο σημείο εκείνο κινείτο το όχημα με αριθμούς εγγραφής KKP820 που οδηγείτο από τη Μαρία Γεωργίου με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει. Όπως λέχθηκε, από την Γεωργίου λήφθηκαν δύο γραπτές ανακριτικές καταθέσεις ημερομηνίας 04.05.12 και 06.05.12 αντίστοιχα, οι οποίες προσκομίστηκαν ως Τεκμήρια 12 και
  17. Παράλληλα ο ΜΚ1 επισήμανε ότι μέσα από τη μαρτυρία που η αστυνομία συγκέντρωσε δεν μπορεί να διαπιστωθεί μετά από πόση ώρα που ο αποβιώσαντας έπαυσε να έχει φυσική επαφή με το όχημα αυτός έπεσε στο έδαφος και μετά από πόση ώρα στη συνέχεια το όχημα της Γεωργίου πέρασε πάνω από το σώμα του αποβιώσαντα. ΜΚ2 ήταν ο Δημήτρης Ζήνωνος, αδελφότεκνος του κατηγορουμένου και ταυτόχρονα ανιψιός του αποβιώσαντα. Η γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 06.05.12, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 14, αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στις 03.05.12 ο εν λόγω μάρτυρας συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο σε καφενείο όπου εκεί ο τελευταίος του αποκάλυψε ότι ο αποβιώσαντας του χρωστούσε ποσό €200 μετά που του επιδιόρθωσε το όχημα του. Είχε προηγηθεί τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του κατηγορουμένου και του αποβιώσαντα στην παρουσία του μάρτυρα όπου ο εν λόγω μάρτυρας είχε παρατηρήσει ότι ο κατηγορούμενος ήταν νευριασμένος από την εξέλιξη της συζήτησης. Αργότερα της ίδιας ημέρα όταν ο μάρτυρας αυτός συναντήθηκε εκ νέου με τον κατηγορούμενο σε χωράφι του πρώτου στο χωριό Ελεδιού, ο τελευταίος του είπε πως είχε μάθει ότι το όχημα του αποβιώσαντα βρισκόταν στο συνεργείο ελαστικών κάποιου Άντρου στην Αμαργέτη και ότι θα πήγαινε εκεί. Μεταξύ των ωρών 19:30-20:00 ενώ ο ΜΚ2 βρισκόταν στην οικία του για το δείπνο, ένας συγχωριανός του τον ενημέρωσε τηλεφωνικά ότι ο Κανάρης εντοπίστηκε νεκρός πλησίον του συνεργείου ελαστικών του Άντρου στην Αμαργέτη. Ακολούθησε συνάντηση του ΜΚ2 με τον κατηγορούμενο, ο οποίος του ανάφερε ότι είχε μεταβεί στην τοποθεσία του πιο πάνω συνεργείου ελαστικών και όταν είδε τον αποβιώσαντα να εξέρχεται από το συνεργείο του έφραξε την πορεία με το όχημα του. Ο κατηγορούμενος εξήλθε του οχήματος και αφού πρώτα συζήτησε με τον αποβιώσαντα του άρπαξε τα κλειδιά του οχήματος του. Ο κατηγορούμενος τότε εισήλθε στο όχημα του λέγοντας του 'Άτε ρε Φειδία πήγαινε στο καλό και αύριο που θα μου φέρεις τα λεφτά θα σου δώσω τα κλειδιά' και αναχώρησε με το όχημα του. Μετά που διάνυσε κάποια απόσταση ο κατηγορούμενος μετάνιωσε και επέστρεψε στη σκηνή για να δώσει τα κλειδιά στον αποβιώσαντα. Την ώρα που το όχημα του ήταν έτοιμο να ακινητοποιηθεί άκουσε ένα θόρυβο και ένα όχημα στάθμευσε δίπλα του. Τότε εξήλθε του οχήματος μία κοπέλα που τον ρώτησε 'Τι έγινε ετσίλλησα κανένα;' Αυτός κατέγραψε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος της επειδή δεν είχε εντοπίσει οτιδήποτε. Αμφότεροι αναχώρησαν από το χώρο με πρώτη την κοπέλα με κατεύθυνση την κοινότητα Πενταλιάς. Ωστόσο κοντά στο γήπεδο της Αμαργέτης αποφάσισε να επιστρέψει επειδή δεν του είχε αρέσει που η κοπέλα του είχε πει ότι άκουσε ένα θόρυβο. Επιστρέφοντας πρόσεξε ένα όχημα να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση χωρίς να μπορέσει να συγκρατήσει τα χαρακτηριστικά του. Όταν έφθασε πίσω στο χώρο εντόπισε τον αποβιώσαντα να βρίσκεται τραυματισμένος στη μέση του δρόμου. Πανικοβλημένος ο κατηγορούμενος άρπαξε τον αποβιώσαντα και τον μετέφερε στην άκρη του πεζοδρομίου. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος επικοινώνησε σχετικά την αστυνομία για τον εντοπισμό του αποβιώσαντα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 διευκρίνισε πως δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επιδίκου περιστατικού αλλά μετέφερνε αυτά που ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει. ΜΚ3 ήταν ο Ανδρέας Νεοκλέους, ιδιοκτήτης συνεργείου επιδιόρθωσης οχημάτων και τοποθέτησης ελαστικών στην Αμαργέτη. Έδωσε τρεις καταθέσεις στην αστυνομία ημερομηνίας 03.05.12 και 04.05.12 (δύο), οι οποίες προσκομίστηκαν ως Τεκμήρια 15, 16 και 17 και αποτέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης του. Όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 15, στις 03.05.12 ο εν λόγω μάρτυρας μετέφερε για επιδιόρθωση το όχημα με αριθμούς εγγραφής KSS856 που ανήκε στον αποβιώσαντα. Αργότερα της ίδιας ημέρας τον επισκέφθηκε ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν πολύ θυμωμένος με τον αποβιώσαντα επειδή ο τελευταίος του χρωστούσε χρήματα, ζητώντας του τα κλειδιά του οχήματος του αποβιώσαντα. Ο εν λόγω μάρτυρας αρνήθηκε να του δώσει τα κλειδιά αλλά του είπε ότι θα τον ειδοποιούσε όταν θα ερχόταν ο αποβιώσαντας να παραλάβει το όχημα του για να ερχόταν και να εξηγηθεί μαζί του, πράγμα που ο ΜΚ3 έπραξε λίγο μετά τις 19:
  18. Περίπου η ώρα 20:00 της ίδιας ημέρας ο αποβιώσαντας παρέλαβε το όχημα του από τον ΜΚ
  19. Μετά πάροδο 10 λεπτών περίπου ο ΜΚ3 πρόσεξε ότι το όχημα του αποβιώσαντα ήταν ακινητοποιημένο στην έξοδο της αυλής της οικίας του με το μπροστινό του μέρος προς το δρόμο. Προσεγγίζοντας το εν λόγω όχημα ο ΜΚ3 παρατήρησε ότι τα φώτα του ήταν αναμμένα αλλά η μηχανή ήταν σβηστή ενώ τα κλειδιά απουσίαζαν από τη θέση τους. Ο ΜΚ3 ειδοποίησε την αστυνομία μέλη της οποίας μετέβηκαν στο χώρο. Στο χώρο ήλθε και ασθενοφόρο με τα φώτα του οποίου ο ΜΚ3 πρόσεξε ότι ο αποβιώσαντας βρισκόταν πεσμένος στο πεζοδρόμιο. Μέσα από το Τεκμήριο 16 διευκρινίζεται ότι το όχημα του αποβιώσαντα ήταν μάρκας Suzuki χρώματος μπλε. Επίσης διευκρινίζεται ο κατηγορούμενος τον επισκέφθηκε η ώρα 15:30 της 03.05.
  20. Επιπλέον ο ΜΚ3 διευκρίνισε ότι πλησίασε το όχημα του αποβιώσαντα όταν είδε τα φώτα του να κτυπούν στον τοίχο της περίφραξης της οικίας του. Όταν πλησίασε το όχημα του αποβιώσαντα ο ΜΚ3 πρόσεξε ότι οι πόρτες ήταν κλειστές, το παράθυρο του οδηγού ήταν ανοιχτό και τα κλειδιά δεν ήταν στη θέση τους. Ο ΜΚ3 αντιλήφθηκε ότι τα κλειδιά δεν ήταν στη θέση τους όταν είχε σβήσει τα φώτα του εν λόγω οχήματος. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ3 ανάφερε ότι τη στιγμή που ο αποβιώσαντας αποχωρούσε από το συνεργείο του ήταν σούρουπο και κάποιος μπορούσε να βλέπει χωρίς φως. Βλέποντας της φωτογραφίας αρ.8 του Τεκμηρίου 7, ο εν λόγω μάρτυρας υπέδειξε την οικία του σε χώρο πίσω από το όχημα που απεικονίζεται. Αναγνωρίζοντας ότι η φωτογραφία αρ.9 του Τεκμηρίου 7 απεικονίζει την πίσω όψη της οικίας του, ο ΜΚ3 είπε ότι στο πεζοδρόμιο εκεί βρισκόταν σταθμευμένο το όχημα του αποβιώσαντα, ο οποίος το οδήγησε ερχόμενος μέσα από το συνεργείο και καταλήγοντας στην άλλη πλευρά που απεικονίζεται στη φωτογραφία αρ.8 του Τεκμηρίου
  21. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 διευκρίνισε πως ούτε είδε αλλά ούτε και άκουσε οτιδήποτε σχετικά με το επίδικο περιστατικό που διαδραματίστηκε στο δρόμο που βρίσκεται η οικία του. ΜΚ4 ήταν η Μαρία Γεωργίου, η ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KKP
  22. Η εν λόγω μάρτυρας έδωσε δύο γραπτές ανακριτικές καταθέσεις στην αστυνομία ημερομηνίας 04.05.12 και 06.05.12 αντίστοιχα (Τεκμήρια 12 και 13), οι οποίες ουσιαστικά αποτέλεσαν την κυρίως εξέταση της. Μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 σημειώνεται ότι στις 03.05.12 και η ώρα 19:31 η εν λόγω μάρτυρας αφού κτύπησε την κάρτα απασχόλησης της σχόλασε από την εργασία της οδηγώντας το όχημα της μάρκας Daihatsu Terrio χρώματος ασημί με αριθμούς εγγραφής KKP
  23. Μεταξύ των ωρών 20:15-20:20 η μάρτυρας βρισκόταν στην Αμαργέτη με κατεύθυνση την Παναγιά και ενώ περνούσε από την οικία του ΜΚ3 σε απόσταση περίπου 10-15 μέτρα μετά από αυτήν, πρόσεξε ένα μαύρο 'πράγμα', όπως χαρακτηριστικά είπε, να πετάγεται ξαφνικά μπροστά από το όχημα της και ταυτόχρονα να ακούει ένα μεγάλο θόρυβο. Η μάρτυρας δεν αντιλήφθηκε τι ήταν αυτό που ξαφνικά είχε πεταχτεί μπροστά από το όχημα της. Υπέθεσε ότι πιθανό το όχημα της να είχε κτυπήσει κάποιο ζώο ή αντικείμενο. Ακινητοποίησε το όχημα της στην άκρη του δρόμου διατηρώντας τη μηχανή σε λειτουργία και εξήλθε από αυτό χωρίς να προσέξει να υπήρχε πίσω από το όχημα οτιδήποτε στο δρόμο. Μπροστά από το όχημα της σε απόσταση 4-5 μέτρα με κατεύθυνση το χωριό Παναγιά υπήρχε ένα όχημα σταθμευμένο στη μέση του δρόμου με τα φώτα σβηστά. Ήταν όχημα μάρκας Mitsubishi, του οποίου τα φανάρια ήταν σπασμένα και οι εσωτερικές λάμπες του φαίνονταν με γυμνό μάτι. Στα αριστερά του οχήματος εκείνου υπήρχε μία πετρόχτιστη οικία. Πλησιάζοντας το όχημα εκείνο, η ΜΚ4 πρόσεξε ένα άτομο να βρίσκεται εκτός του οχήματος αλλά το σώμα του να είναι στραμμένο μέσα στο αυτοκίνητο. Η ΜΚ4 τον ρώτησε τι μπορούσε να συνέβαινε αλλά αυτός χωρίς να της απαντήσει προχώρησε προς το όχημα της. Αυτή τον ακολούθησε. Καθ' οδόν ο άνδρας αυτός την ρώτησε επί λέξει 'ετσίλλισες το;' αλλά αυτή απάντησε αρνητικά. Κατά τη διαδρομή η ΜΚ4 πέρασε πεζή από το όχημα της με κατεύθυνση την οικία του ΜΚ3 και πριν από το σπίτι αυτό πρόσεξε κάτω στην άσφαλτο του δρόμου ένα διπλωμένο καπελάκι χρώματος μπλε σκούρου. Την ίδια στιγμή το άλλο άτομο έτριβε το δεξί του πόδι στην άσφαλτο. Της είπε να αποχωρήσει επειδή δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε. Επίσης κατά της διάρκεια της πεζοπορίας, η ΜΚ4 παρατήρησε ένα άλλο όχημα χρώματος έντονο μπλε να είναι σταθμευμένο στα αριστερά του σκαλοπατιού της οικίας του ΜΚ3 σε ράμπα με τα φώτα αναμμένα και με το μπροστινό του μέρος να βλέπει το δρόμο, με τον οποίον σχεδόν να εφάπτεται. Στη συνέχεια επειδή η εν λόγω μάρτυρας δεν είδε οποιοδήποτε αντικείμενο ή άνθρωπο που ενδεχομένως το όχημα της να είχε κτυπήσει ή να είναι τραυματισμένος, αποχώρησε από το μέρος. Πρώτα όμως είχε αναχωρήσει το άλλο άτομο, το οποίο έστριψε από την πετρόχτιστη οικία. Στην οικία της η ΜΚ4 έφθασε περί ώρα 20:40 και όταν στάθμευσε το όχημα της διαπίστωσε ότι η μπροστινή πινακίδα αριθμών εγγραφής ήταν στραβή και ο μπροστινός προφυλακτήρας παρουσίαζε κτύπημα. Στο Τεκμήριο 13 που είναι συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση η εν λόγω μάρτυρας διευκρινίζει ότι ενώ βρισκόταν έξω από την οικία του ΜΚ3 αισθάνθηκε ένα κτύπημα χαμηλά στην μπροστινή πλευρά του οχήματος της. Η ίδια είχε δει κάτι μαύρο να πετάγεται σε ευθεία μπροστά από το όχημα της χωρίς να είναι σε θέση να αντιληφθεί αν αυτό ήλθε από τα δεξιά ή από τα αριστερά του οχήματος. Ούτε είναι σε θέση να πει σε πόση απόσταση το είδε. Όταν κατέβηκε να ελέγξει τότε είδε το άλλο όχημα που ήταν ακινητοποιημένο στο κέντρο της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Παναγιά. Η πόρτα οδηγού του ήταν ανοιχτή. Τα φώτα του ήταν σβησμένα ενώ τα πισινά φανάρια του ήταν σπασμένα και φαίνονταν γυμνές οι λάμπες τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερή πλευρά. Εκ των υστέρων αντιλήφθηκε ότι ο οδηγός εκείνου του οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος. Η εν λόγω μάρτυρας έλεγξε μπροστά και πίσω στην πλευρά του οδηγού του οχήματος χωρίς να εντοπίσει την αιτία του κτυπήματος. Όταν αναχώρησε από το μέρος δεν άκουσε οποιοδήποτε θόρυβο από το όχημα της. Σε ότι αφορά την κατάσταση του οχήματος της, η εν λόγω μάρτυρας διαπίστωσε ότι οι γωνιές της μπροστινής πινακίδας αριθμών εγγραφής ήταν γυρισμένες προς τα μέσα καθώς επίσης υπήρχε σπάσιμο στην αριστερή πλευρά του μπροστινού προφυλακτήρα. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ4 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως την νύχτα του επιδίκου περιστατικού δεν υπήρχε φως αλλά πυκνή ομίχλη και χαμηλή ορατότητα. Επίσης επέμεινε ότι εκείνη τη νύχτα πρόσεξε κάτι μαύρο να είχε πεταχτεί μπροστά από το όχημα της και άκουσε θόρυβο χωρίς όμως να δει από που το πράγμα εκείνο είχε πεταχτεί. Περαιτέρω επιβεβαίωσε ότι το άτομο που είχε δει εκείνη τη νύχτα στο χώρο του επιδίκου περιστατικού ήταν ο κατηγορούμενος. ΜΚ5 ήταν ο αστυφύλακας 1142 Κ. Κωνσταντίνου, του οποίου το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 24) είναι παραδεκτό από τα μέρη. Όπως ανάφερε στην κυρίως εξέτασης του, οι αριθμοί του ευρετηρίου στο σχεδιάγραμμα της σκηνής του περιστατικού (Τεκμήριο 25) αποτυπώνονται με αντίστοιχους αριθμούς με κίτρινο χρώμα στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 23Β. ΜΚ6 ήταν ο αστυφύλακας 2350 Μάριος Ιεροκηπιώτης, του οποίου η γραπτή κατάθεση, η οποία προσκομίστηκε ως Τεκμήριο 26, αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Με βάση το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, ο ΜΚ6 έλαβε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο που του είπε ότι ο αποβιώσαντας ήταν θανάσιμα τραυματισμένος και βρισκόταν ξαπλωμένος εντός του δρόμου στην Αμαργέτη. Επίσης του είπε ότι είχε μετακινήσει τον αποβιώσαντα στην άκρη του δρόμου έτσι ώστε να μην κτυπηθεί από άλλο διερχόμενο όχημα. Αμέσως ο ΜΚ6 μετέβηκε στο μέρος αφού πρώτα ενημέρωσε τον αξιωματικό υπηρεσίας και ειδοποίησε ασθενοφόρο. Εκεί ο ΜΚ3 του υπέδειξε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KSS856 που ανήκε στον αποβιώσαντα, βρισκόταν στην έξοδο του συνεργείου και σχεδόν εφαπτόταν με τον κύριο δρόμο. Ο ΜΚ6 διαπίστωσε ότι τα κλειδιά του εν λόγω οχήματος απουσίαζαν από τη θέση τους. Στα πλαίσια εξέτασης της περιοχής ο ΜΚ6 περπάτησε απόσταση 150 μέτρων. Σε κάποιο σημείο κατά τη βάδιση, ο ΜΚ6 πρόσεξε ένα άτομο να βρίσκεται ξαπλωμένο ανάσκελα στην αριστερή πλευρά του δρόμου και πάνω στο ασφάλτινο παγκέττο. Το σώμα του ατόμου έφερε εξωτερικές κακώσεις σε όλη του την έκταση καθώς και ένα βαθύ τραύμα στο κεφάλι. Το παντελόνι του ήταν σκισμένο ενώ στο αριστερό του πόδι υπήρχε γδάρσιμο και αφαιρέθηκε το δέρμα. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής από το όχημα του αποβιώσαντα μέχρι το σημείο που βρέθηκε νεκρός εντοπίστηκαν κηλίδες αίματος στην άκρη του δρόμου ενώ πάνω στο χώρο του καλάθου των σκυβάλων που είναι περίκτιστος και βρίσκεται εξωτερικά της οικίας του ΜΚ3 εντοπίστηκε ένα πορτοφόλι και ένα καπελάκι. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ6 ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος αφίχθηκε στο μέρος μετά που εντοπίστηκε η σορός του αποβιώσαντα και φαινόταν να είναι συγχυσμένος και σοκαρισμένος. Ο επίμαχος δρόμος ήταν ελάχιστα φωτιζόμενος. Ο εν λόγω μάρτυρας είπε ακόμη ότι παρατήρησε ότι τα φώτα του οχήματος του αποβιώσαντα ήταν αναμμένα, η μηχανή ήταν εκτός λειτουργίας ενώ τα κλειδιά απουσίαζαν από τη θέση τους. Το παράθυρο του οδηγού ήταν ανοικτό. Το δε όχημα απείχε σχεδόν ένα μέτρο από τον κύριο δρόμο, δηλαδή σε ελάχιστη απόσταση θα έβγαινε στον κύριο δρόμο, θέση την οποίαν υπέδειξε στη φωτογραφία αρ.4 του Τεκμηρίου 23Β ως αυτή που είχε το μπλε όχημα που απεικονίζεται εκεί. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ6 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως εντόπισε τον αποβιώσαντα με τη βοήθεια των φώτων του ασθενοφόρου που έφθασε στη σκηνή του περιστατικού επειδή η ορατότητα ήταν ελάχιστη. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι η μαρτυρία που η πλευρά της προσκόμισε είναι τέτοιας δυναμικής που στη βάση αυτής αποδεικνύονται στον απαιτούμενο βαθμό αμφότερες οι κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως εισηγήθηκε την καταδίκη του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί δεν είναι ικανή να οδηγήσει σε συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία γεγονότων απουσιάζει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πράξεων και παραλείψεων του κατηγορουμένου με τα αποδιδόμενα σ' αυτόν ποινικά αδικήματα. Επιπλέον ο κύριος Κυπρίζογλου ισχυρίστηκε ότι η υπάρχουσα επιστημονική μαρτυρία είναι τέτοια που δεν συνδέει το κατηγορούμενο με την πρόκληση θανάτου του αποβιώσαντα και κατ' επέκταση το περιεχόμενο της δεν δημιουργεί ασφαλές συμπέρασμα ενοχής. Με βάση αυτό το σκεπτικό και με παραπομπή σε νομολογία ο συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση και απαλλαγή του πελάτη του από αμφότερες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. ΜΚ1 ήταν ο υπεύθυνος της ανακριτικής ομάδας που ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του διαχωρίζεται σε δύο μέρη. Μία πτυχή της μαρτυρίας του ασχολείται με συμπεράσματα στα οποία προσωπικά καταλήγει στην βάση δικής του εκδοχής που παραθέτει. Παρόλο ότι είναι σεβαστά εντούτοις δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη επειδή το Δικαστήριο είναι αυτό που αφού πρώτα αξιολογήσει το μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιον του θα καταλήξει σε ευρήματα και ακολούθως σε συμπεράσματα σχετικά με τη σύνδεση που αποδίδεται στον κατηγορούμενο με τη διάπραξη των αδικημάτων. Με αυτό το σκεπτικό ουδεμία βαρύτητα αποδίδω στο κομμάτι αυτό της μαρτυρίας του, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 11 που αποτελεί έκθεση προσωπικών του συμπερασμάτων και εισηγήσεων που υποβάλλει. Σε καμία όμως περίπτωση αυτό πλήττει το επίπεδο αξιοπιστίας του μάρτυρα επειδή το υπόλοιπο κομμάτι της μαρτυρίας του που είναι εντελώς ανεξάρτητο επικεντρώνεται σε ενέργειες που πραγματοποίησε στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του ως επικεφαλής της ομάδας που ανέλαβε την εξέταση της, οι οποίες ενέργειες του δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τον κατηγορούμενο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στο βαθμό και την έκταση που περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έλαβε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 3 που αποτελεί μέρος αυτής. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ1 αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Στις 03.05.12 ο ΜΚ1 μετέβηκε στην κοινότητα Αμαργέτης όπου έξω από πετρόκτιστη οικία στην αριστερή πλευρά του δρόμου με κατεύθυνση την κοινότητα Παναγιάς εντόπισε να κείτεται στο έδαφος τον αποβιώσαντα, ο οποίος έφερε πολλαπλά τραύματα που ήταν εμφανή σε διάφορα σημεία του σώματος του, όπως στο πρόσωπο, στο σώμα και στα πόδια του. (β) Σε απόσταση περίπου 70 μέτρων από το σημείο που εντοπίστηκε ο αποβιώσαντας και με κατεύθυνση την Πάφο πάνω σε σπιτάκι κατασκευασμένο από μπετόν εντός του οποίου φυλάγονται σκουπίδια, ο ΜΚ1 εντόπισε ένα πορτοφόλι και ένα καπελάκι, τα οποία και παρέλαβε ως τεκμήρια. (γ) Σε απόσταση 30 μέτρων πιο κάτω ο ΜΚ1 εντόπισε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KSS856 να βρίσκεται παραπλεύρως της οικίας του ΜΚ3 με κατεύθυνση την έξοδο του στον κύριο δρόμο Αμαργέτης-Παναγιάς, το οποίο επίσης παρέλαβε ως τεκμήριο. (δ) Στις 04.05.12 ο ΜΚ1 παρέλαβε από τον κατηγορούμενο μία κόλλα Α4 στην οποίαν αναγραφόταν με πέννα οι αριθμοί εγγραφής KPP820 που ανήκουν στο όχημα της ΜΚ
  1. (ε) Στις 04.05.12 και ώρα 02:35 ο ΜΚ1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος. (στ) Στις 04.05.12 και 08.05.12 αντίστοιχα ο ΜΚ1 έλαβε δύο γραπτές ανακριτικές καταθέσεις από τον κατηγορούμενο (Τεκμήρια 4 και 5). (ζ) Ο ΜΚ1 ήταν παρών όταν στις 04.05.12 ο κατηγορούμενος προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών και οι απαντήσεις του καταγράφηκαν σε σχετικό έντυπο (Τεκμήριο 10). (η) Ο ΜΚ1 ήταν επίσης παρών όταν στις 04.05.12 η ΜΚ4 προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών και οι απαντήσεις της καταγράφηκαν σε σχετικό έντυπο. (θ) Στις 10.05.12 ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο ότι παράνομα επιτέθηκε στον αποβιώσαντα και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε 'Δεν παραδέχομαι' (Τεκμήριο 6). ΜΚ5 ήταν ένας άλλος αστυνομικός που συμμετείχε στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Ως μέλος της ομάδας που ανέλαβε την εξέταση της υπόθεσης προέβηκε σε διάφορες ενέργειες και καταγραφή παρατηρήσεων που υποστηρίζονται από παραδεκτά γεγονότα. Η μαρτυρία του η οποία επικεντρώνεται σ' αυτές τις ενέργειες και παρατηρήσεις παρέμεινε αναντίλεκτη και ως εκ τούτου την αποδέχομαι στην ολότητα της. Το δε περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του ημερομηνίας 09.05.12 είναι παραδεκτό από αμφότερα μέρη και υπενθυμίζεται ότι παρουσιάστηκε από κοινού στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  2. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία του ΜΚ5 δέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Στις 04.05.12 ο ΜΚ5 μετέβηκε στη σκηνή μαζί με συναδέλφους του όπου και προέβηκε σε διάφορες επιτόπιες εξετάσεις. Μέσα από έλεγχο της σκηνής, ο εν λόγω μάρτυρας αποτύπωσε το σημείο της πρώτης επαφής του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KKP820 με τον αποβιώσαντα ως το σημείο 4 στις έγχρωμες φωτογραφίες του Τεκμηρίου 23Β. Το σημείο αυτό βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα του δρόμου και εκεί εντοπίστηκε τρίψιμο στην άσφαλτο μήκους 1,90 μέτρων. Ακολούθως αποτύπωσε το σημείο στο οποίο εντοπίστηκαν ίχνη από τρίχες μήκους 30 εκατοστών ως το σημείο 5 στις έγχρωμες φωτογραφίες του Τεκμηρίου 23Β. Ακόμη στη σκηνή βρέθηκαν ίχνη από κηλίδες που ομοίαζαν με αίμα. Με βάση στοιχεία που προέκυψαν μέσα από εξετάσεις και μετρήσεις στη σκηνή, ο ΜΚ5 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του επιδίκου περιστατικού και έπειτα εκπόνησε σχέδιο επί κλίμακας 1:250, το περιεχόμενο του οποίου επίσης είναι παραδεκτό από αμφότερα μέρη και υπενθυμίζεται ότι παρουσιάστηκε από κοινού στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  3. Ο εν λόγω μάρτυρας ακόμη ήταν παρών στις υποδείξεις σκηνών από την ΜΚ
  4. Μέσα από τις υποδείξεις σκηνών η ΜΚ4 υπέδειξε το σημείο στο οποίο, όπως είπε, αισθάνθηκε χτύπημα στο όχημα της καθώς και το σημείο στο οποίο, όπως πάλι είπε, στάθμευσε το όχημα της μετά το χτύπημα, τα οποία ο ΜΚ5 κατέγραψε ως σημεία Α1 και Α2 αντίστοιχα και απεικονίζονται στο Τεκμήριο
  5. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ακόμη παρών που ο Λοχίας 1289 Πάμπος Αναστάση επιθεώρησε τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής AAF459 και KKP820, τα οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο στη σκηνή χρησιμοποιούσαν ο κατηγορούμενος και η ΜΚ4 αντίστοιχα. Κατά την εξέταση του διαπιστώθηκε ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής KKP820 έφερε ελαφριά ζημιά στην μπροστινή πινακίδα που βρισκόταν στο κέντρο του οχήματος σε ύψος 33-44 εκατοστά. Η ζημιά που έφερε ήταν ότι είχε στραβώσει προς τα μέσα. Επίσης ο μπροστινός προφυλακτήρας που είχε ύψος από το έδαφος 28 εκατοστά, έφερε κόψιμο στο αριστερό κάτω μέρος σε απόσταση 50 εκατοστών από την μπροστινή αριστερή γωνία (γραπτή κατάθεση Λοχία 1289 Π. Αναστάση που αποτελεί μέρος της δέσμης εγγράφων που συνθέτουν το Τεκμήριο 2, ολόκληρο το περιεχόμενο του οποίου είναι παραδεκτό γεγονός). Περαιτέρω στις 08.05.12, ανάβοντας τα ψηλά φώτα του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KKP820 στη χαμηλή στάση χωρίς τους προβολείς και τοποθετώντας μπροστά από το εν λόγω όχημα μετρική κορδέλα διαπίστωσε ότι η οδηγός είχε ορατότητα 16 μέτρων ενώ έβλεπε σκιά μέχρι 30 μέτρα. Με τους προβολείς σε λειτουργία διαπιστώθηκε ότι το πεδίο ορατότητας αυξανόταν σε 22 μέτρα ενώ το πεδίο ανοίγματος ήταν 5 μέτρα και η σκιά πάλι στα 30 μέτρα. Ο δρόμος της σκηνής βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή όπου το όριο ταχύτητας είναι 50 χλμ. Στο επίμαχο σημείο που υπήρξε κτύπημα στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KKP820 ο δρόμος είναι ευθύς και ανηφορικός. Ο οδικός φωτισμός δεν είναι επαρκής αφού υπήρχαν μόνο 3 πάσσαλοι με λαμπτήρες χαμηλής τάσης στη δεξιά πλευρά εκτός δρόμου, οι οποίοι άναβαν η ώρα 19:58 ενώ η δύση του ηλίου τη χρονική στιγμή ήταν η ώρα 19:
  6. Ο ΜΚ6 ήταν ακόμη ένας αστυνομικός που εμπλάκηκε στη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Η μαρτυρία του περιστρέφεται γύρω από συγκεκριμένες ενέργειες που πραγματοποίησε και παρατηρήσεις που έκανε, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Η αναντίλεκτη μορφή της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 26 που αποτελεί μέρος αυτής. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ6 αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Στις 03.05.12 ο ΜΚ6 έλαβε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο που του είπε ότι ο αποβιώσαντας ήταν θανάσιμα τραυματισμένος και βρισκόταν ξαπλωμένος εντός του δρόμου στην Αμαργέτη και ότι είχε μετακινήσει τον αποβιώσαντα στην άκρη του δρόμου έτσι ώστε να μην κτυπηθεί από άλλο διερχόμενο όχημα. Μετά που ενημέρωσε τον αξιωματικό υπηρεσίας για το τηλεφώνημα του κατηγορουμένου και αφού ειδοποίησε ασθενοφόρο, ο ΜΚ6 μετέβηκε στο μέρος. Εκεί ο ΜΚ3 του υπέδειξε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KSS856 που ανήκε στον αποβιώσαντα, το οποίο βρισκόταν στην έξοδο του συνεργείου και σχεδόν εφαπτόταν με τον κύριο δρόμο αφού απείχε από αυτόν σχεδόν ένα μέτρο. Ο ΜΚ6 πρόσεξε ότι η μηχανή του εν λόγω οχήματος ήταν εκτός λειτουργίας, τα φώτα ήταν αναμμένα αλλά τα κλειδιά απουσίαζαν από τη θέση τους ενώ το παράθυρο του οδηγού ήταν ανοικτό. Ακολούθως ο ΜΚ6 εξέτασε την περιοχή διανύοντας απόσταση 150 μέτρων. Σε κάποιο σημείο με τη βοήθεια των φώτων του ασθενοφόρου που είχε στο μεταξύ φθάσει στη σκηνή του περιστατικού, ο εν λόγω μάρτυρας πρόσεξε ένα άτομο να βρίσκεται ξαπλωμένο ανάσκελα στην αριστερή πλευρά του δρόμου και πάνω στο ασφάλτινο παγκέττο. Το σώμα του ατόμου έφερε εξωτερικές κακώσεις σε όλη του την έκταση καθώς και ένα βαθύ τραύμα στο κεφάλι. Το παντελόνι του ήταν σκισμένο ενώ στο αριστερό του πόδι υπήρχε γδάρσιμο και αφαιρέθηκε το δέρμα. Επρόκειτο για τον αποβιώσαντα που του είχε αναφέρει προηγουμένως ο κατηγορούμενος όταν του τηλεφώνησε. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής από το όχημα του αποβιώσαντα μέχρι το σημείο που βρέθηκε νεκρός εντοπίστηκαν κηλίδες αίματος στην άκρη του δρόμου ενώ πάνω στο χώρο του καλάθου των σκυβάλων που είναι περίκτιστος και βρίσκεται εξωτερικά της οικίας του ΜΚ3 εντοπίστηκε ένα πορτοφόλι και ένα καπελάκι. Μετά τον εντοπισμό του αποβιώσαντα αφίχθηκε στο μέρος ο κατηγορούμενος, ο οποίος φαινόταν να είναι συγχυσμένος και σοκαρισμένος. Η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν είναι διαφωτιστική ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε ο θάνατος του αποβιώσαντα. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν είδε, δεν άκουσε αλλά ούτε γνωρίζει οτιδήποτε που σχετίζεται με τα γεγονότα που οδήγησαν στο θάνατο του αποβιώσαντα. Η μαρτυρία του ΜΚ3 περιορίζεται σε αναφορές προγενέστερες και μεταγενέστερες του θανάτου του αποβιώσαντα. Σε ότι αφορά τη μαρτυρία του ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο υπεράσπισης και ως εκ τούτου θεωρείται ότι γίνεται αποδεκτή από τον κατηγορούμενο (Πιριλλίδη v. Δήμου Λεμεσού Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015 ημερ. 11.12.17). Εφόσον η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν συγκρούεται με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ή με παραδεκτά γεγονότα και με γνώμονα ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν έτυχε αντεξέτασης, δεν έχω κανένα λόγο να μην την αποδεχτώ. Ως εκ τούτου αποδέχομαι το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΚ3 ως αληθές και αξιόπιστο, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 15, 16 και 17 που αποτελούν μέρος αυτής. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ3 αντλούνται τα εξής ευρήματα: Στις 03.05.12 ο ΜΚ3 μετέφερε για επιδιόρθωση το όχημα με αριθμούς εγγραφής KSS856 που ανήκε στον αποβιώσαντα. Αργότερα της ίδιας ημέρας και περί ώρα 15:30 τον επισκέφθηκε ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν πολύ θυμωμένος με τον αποβιώσαντα επειδή ο τελευταίος του χρωστούσε χρήματα, ζητώντας του τα κλειδιά του οχήματος του αποβιώσαντα. Ο εν λόγω μάρτυρας αρνήθηκε να του δώσει τα κλειδιά αλλά του είπε ότι θα τον ειδοποιούσε όταν θα ερχόταν ο αποβιώσαντας να παραλάβει το όχημα του προκειμένου να εξηγηθεί μαζί του, πράγμα που ο ΜΚ3 έπραξε λίγο μετά τις 19:
  7. Περίπου η ώρα 20:00 της ίδιας ημέρας ο αποβιώσαντας παρέλαβε το όχημα του από τον ΜΚ
  8. Μετά πάροδο 10 λεπτών περίπου ο ΜΚ3 πρόσεξε ότι το όχημα του αποβιώσαντα ήταν ακινητοποιημένο στην έξοδο της αυλής της οικίας του με το μπροστινό του μέρος προς το δρόμο. Προσεγγίζοντας το εν λόγω όχημα ο ΜΚ3 παρατήρησε ότι τα φώτα του ήταν αναμμένα αλλά η μηχανή ήταν σβηστή ενώ τα κλειδιά απουσίαζαν από τη θέση τους. Ο ΜΚ3 ειδοποίησε την αστυνομία, μέλη της οποίας μετέβηκαν στο χώρο. Στο χώρο ήλθε και ασθενοφόρο με τα φώτα του οποίου ο ΜΚ3 πρόσεξε ότι ο αποβιώσαντας βρισκόταν πεσμένος στο πεζοδρόμιο. Η μαρτυρία του ΜΚ2 είναι εξ' ακοής. Τόσο στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 14) όσο και στη δια ζώσης μαρτυρία του μεταφέρει δηλώσεις στις οποίες προέβηκε ο κατηγορούμενος κατόπιν μεταξύ τους συνάντηση στις 03.05.12, δηλαδή την ημέρα του επιδίκου περιστατικού. Με γνώμονα ότι ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής μέσα από τη διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αξιολογήσει τις θέσεις του κατηγορουμένου όπως αυτές εκτίθενται μέσα από το περιεχόμενο των γραπτών ανακριτικών του καταθέσεων (Τεκμήρια 4 και 5). Συνεπώς αποδίδω μηδενική βαρύτητα στη μαρτυρία του ΜΚ2 περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 14 που αποτελεί μέρος της. Η μαρτυρία της ΜΚ4 δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Το περιεχόμενο της όχι μόνο δεν συγκρούεται με τα παραδεκτά γεγονότα αλλά επιβεβαιώνεται από μέρος αυτών καθώς και από πραγματική μαρτυρία. Ειδικότερα σημειώνεται ότι η αναφορά της εν λόγω μάρτυρα ότι το όχημα της συγκρούστηκε με κάτι προκαλώντας δυνατό θόρυβο επαληθεύεται από το γεγονός ότι η μπροστινή πινακίδα είχε στραβώσει προς τα μέσα καθώς επίσης ο μπροστινός προφυλακτήρας έφερε κόψιμο στο αριστερό κάτω μέρος του. Επιπλέον επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι κομμάτι σάρκας εντοπίστηκε στο πλαίσιο του οχήματος της ΜΚ4 αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό (Τεκμήριο 18). Έχοντας υπόψη αυτά αλλά και το ότι η μαρτυρία της ΜΚ4 δεν έρχεται σε αντίθεση με άλλη μαρτυρία και το ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επί της ουσίας της μαρτυρίας της (Πιριλλίδη πιο πάνω), αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αληθή και αξιόπιστη περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 12 και 13 που αποτελούν μέρος της. Συγκεκριμένα από τη μαρτυρία της ΜΚ4 αποδέχομαι τα εξής, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Στις 03.05.12 και μεταξύ των ωρών 20:15-20:20 η ΜΚ4 βρισκόταν στην Αμαργέτη με κατεύθυνση την Παναγιά οδηγώντας το όχημα με αριθμούς εγγραφής KKP820 κάτω από συνθήκες πυκνής ομίχλης, χαμηλής ορατότητας και έλλειψης επαρκούς φωτισμού. Ενώ η ΜΚ4 περνούσε με το όχημα της από την οικία του ΜΚ3 σε απόσταση περίπου 10-15 μέτρα μετά από αυτήν, πρόσεξε ένα μαύρο 'πράγμα' να πετάγεται ξαφνικά μπροστά από το όχημα της και ταυτόχρονα να ακούει ένα μεγάλο θόρυβο. Η μάρτυρας δεν αντιλήφθηκε τι ήταν αυτό που ξαφνικά είχε πεταχτεί μπροστά από το όχημα της και ούτε ήταν σε θέση να αντιληφθεί αν αυτό ήλθε από τα δεξιά ή από τα αριστερά του οχήματος. Υπέθεσε ότι πιθανό να ήταν κάποιο ζώο ή αντικείμενο. Ακινητοποίησε το όχημα της στην άκρη του δρόμου διατηρώντας τη μηχανή σε λειτουργία και εξήλθε από αυτό χωρίς να προσέξει να υπήρχε πίσω από το όχημα οτιδήποτε στο δρόμο. Μπροστά από το όχημα της σε απόσταση 4-5 μέτρα με κατεύθυνση το χωριό Παναγιά υπήρχε ένα όχημα σταθμευμένο στη μέση του δρόμου με τα φώτα σβηστά. Ήταν όχημα μάρκας Mitsubishi, του οποίου τα φανάρια ήταν σπασμένα και οι εσωτερικές λάμπες του φαίνονταν με γυμνό μάτι. Επρόκειτο για το όχημα του κατηγορουμένου. Το όχημα αυτό ήταν ακινητοποιημένο στο κέντρο της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Παναγιά. Η πόρτα του οδηγού του ήταν ανοιχτή. Τα φώτα του ήταν σβησμένα ενώ τα πισινά φανάρια του ήταν σπασμένα και φαίνονταν με γυμνό μάτι οι λάμπες τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερή πλευρά. Στα αριστερά του οχήματος υπήρχε μία πετρόχτιστη οικία. Πλησιάζοντας το όχημα εκείνο, η ΜΚ4 πρόσεξε ένα άτομο να βρίσκεται εκτός του οχήματος αλλά το σώμα του να είναι στραμμένο μέσα στο αυτοκίνητο. Ήταν ο κατηγορούμενος. Η ΜΚ4 τον ρώτησε τι μπορούσε να συνέβαινε αλλά αυτός χωρίς να της απαντήσει προχώρησε προς το όχημα της. Αυτή τον ακολούθησε. Καθ' οδό ο κατηγορούμενος την ρώτησε επί λέξει 'ετσίλλισες το;' αλλά αυτή απάντησε αρνητικά. Κατά τη διαδρομή η ΜΚ4 πέρασε πεζή από το όχημα της με κατεύθυνση την οικία του ΜΚ3 και πριν από το σπίτι αυτό πρόσεξε κάτω στην άσφαλτο του δρόμου ένα διπλωμένο καπελάκι χρώματος μπλε σκούρου. Ο κατηγορούμενος της είπε να αποχωρήσει επειδή δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε. Επίσης κατά της διάρκεια της πεζοπορίας, η ΜΚ4 παρατήρησε ένα άλλο όχημα χρώματος έντονο μπλε να είναι σταθμευμένο στα αριστερά του σκαλοπατιού της οικίας του ΜΚ3 σε ράμπα με τα φώτα αναμμένα και με το μπροστινό του μέρος να βλέπει το δρόμο, με τον οποίον σχεδόν να εφάπτεται. Επρόκειτο για το όχημα του αποβιώσαντα. Στη συνέχεια επειδή η εν λόγω μάρτυρας δεν είδε οποιοδήποτε αντικείμενο ή άνθρωπο που ενδεχομένως το όχημα της να είχε κτυπήσει ή να είναι τραυματισμένος, αποχώρησε από το μέρος. Πρώτα όμως είχε αναχωρήσει ο κατηγορούμενος, ο οποίος έστριψε από την πετρόχτιστη οικία. Ο κατηγορούμενος, όπως ήδη λέχθηκε, επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Συνεπώς οι αναφορές του περιορίζονται σ' αυτές που καταγράφονται στις ανακριτικές του καταθέσεις (Τεκμήρια 4 και 5). Μέρος των αναφορών του κατηγορουμένου στα Τεκμήρια 4 και 5 δεν σχετίζονται με τον ουσιώδη χρόνο της συνάντησης του κατηγορουμένου με τον αποβιώσαντα και μετέπειτα. Ως εκ τούτου δεν λαμβάνονται υπόψη. Περαιτέρω μέρος των αναφορών του κατηγορουμένου στα Τεκμήρια 4 και 5 δεν δικαιολογούνται από υφιστάμενα στοιχεία και δεδομένα με αποτέλεσμα να μην μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος στα Τεκμήρια 4 και 5 αρνείται ότι πήρε τα κλειδιά του οχήματος του αποβιώσαντα για να το ακινητοποιήσει και έτσι να τον υποχρεώσει να του πληρώσει το υπόλοιπο κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό. Ωστόσο από την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΚ3 σύμφωνα με την οποίαν ο κατηγορούμενος όταν τον επισκέφθηκε του ζήτησε επίμονα τα κλειδιά του οχήματος του αποβιώσαντα καθώς επίσης από τις αδιαμφισβήτητες μαρτυρίες των ΜΚ3 και ΜΚ6 ότι μετά που εντοπίστηκε νεκρός ο αποβιώσαντας το όχημα του βρέθηκε ακινητοποιημένο με τα φώτα αναμμένα αλλά τα κλειδιά να απουσιάζουν από τη θέση τους χωρίς να υπάρχει μαρτυρία ότι έπεσαν στο έδαφος ή αν τελικά εντοπίστηκαν, διαπιστώνεται ότι κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η απόρριψη της εν λόγω αναφοράς του κατηγορουμένου συμπαρασύρει σε απόρριψη και των άλλων συναφών επί του θέματος αυτού τοποθετήσεων του. Σε ότι αφορά το ζήτημα αν αυτός ήταν που έφυγε πρώτος ή η ΜΚ4, ο κατηγορούμενος δεν ήταν σαφής. Ενώ στο Τεκμήριο 4 αναφέρει ότι ήταν αυτός στο Τεκμήριο 5 διαφοροποιείται λέγοντας πως δεν θυμόταν. Κατά συνέπεια οι τοποθετήσεις του κατηγορουμένου στο εν λόγω θέμα δεν λαμβάνονται υπόψη. Επιπλέον κατόπιν μελέτης των Τεκμηρίων 4 και 5 παρατηρώ ότι περιέχονται δηλώσεις του κατηγορουμένου που είναι ενάντια στα συμφέροντα του. Καταγεγραμμένες σε γραπτή κατάθεση δηλώσεις ενός κατηγορουμένου που είναι εις βάρος των συμφερόντων του δύναται να αξιολογηθούν. Το γεγονός ότι τέτοιες δηλώσεις αποτελούν μέρος γραπτής κατάθεσης δεν εμποδίζουν την αποδοχή του μέρους αυτού του εγγράφου στο οποίο περιέχονται ανεξάρτητα αν το υπόλοιπο κομμάτι του εγγράφου αυτού στο οποίο περιέχονται διαφορετικές αναφορές που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές επειδή δεν δικαιολογείται. Συνεπώς η δυνατότητα αποδοχής τέτοιων δηλώσεων δεν προϋποθέτει την αποδοχή του εγγράφου στο οποίο αυτές εντάσσονται επί του συνόλου του περιεχομένου. Τα πιο πάνω υποστηρίζονται από νομολογία. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι είναι νομικά επιτρεπτό η αποδοχή μέρους γραπτής κατάθεσης κατηγορουμένου, στο κομμάτι της οποίας περιλαμβάνονται δηλώσεις που είναι ενάντια στα συμφέροντα του και παράλληλα η απόρριψη άλλων ισχυρισμών που περιέχονται στο ίδιο έγγραφο, για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία. Επίσης στην αγγλική υπόθεση Duncan 73 Cr. App. Rep. 359 αποφασίστηκε ότι το βάρος που θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Μνημόνευση των προαναφερόμενων υποθέσεων με ανασκόπηση των νομικών αρχών που αναλύονται σ' αυτές εκτίθενται στην υπόθεση Γαβριήλ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 693, στην οποίαν και παραπέμπω. Βασική προϋπόθεση για την αποδοχή δήλωσης κατηγορουμένου εναντίον συμφέροντος του, ως έχει σημειωθεί στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation
(2011)1 Α.Α.Δ. 2330, είναι τέτοια αναφορά να καθορίζεται μέσα στο έγγραφο που παρουσιάζεται ως μαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος μέσα από τα Τεκμήρια 4 και 5 τοποθετεί τον εαυτό του στο χώρο όπου διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό. Ο ίδιος παρουσιάζει τον εαυτό του να είχε συνάντηση με τον αποβιώσαντα την επίδικη ημερομηνία. Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι είχε έντονη λογομαχία με τον αποβιώσαντα. Επίσης αναφέρει ότι σε κάποια στιγμή που πήγε να εκκινήσει το όχημα του με αριθμούς εγγραφής AAF459 ο αποβιώσαντας τοποθέτησε το ένα του χέρι στο τιμόνι και με το άλλο κρατούσε το καθρεφτάκι του οδηγού. Τότε είπε ότι έθεσε σε κυκλοφορία το όχημα του διανύοντας απόσταση 3-4 μέτρα αλλά διαπίστωσε ότι ο αποβιώσαντας κρατούσε ακόμη το καθρεφτάκι του οδηγού. Ακόμη ο κατηγορούμενος είπε ότι έπιασε το χέρι του αποβιώσαντα που ήταν πάνω στο τιμόνι, τον οποίον και έσπρωξε για να μπορέσει να οδηγήσει και να φύγει. Παράλληλα, όπως δήλωσε, ανέπτυξε ταχύτητα και τότε τα χέρια του αποβιώσαντα έφυγαν από το τιμόνι και το καθρεφτάκι διανύοντας απόσταση περίπου 20 μέτρων οπότε σταμάτησε, χωρίς όμως ο κατηγορούμενος να προσέξει αν ο αποβιώσαντας στεκόταν ή είχε πέσει και δίχως να έχει ακούσει οτιδήποτε. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι το μέρος των Τεκμηρίων 4 και 5 που περιέχει τις δηλώσεις του κατηγορουμένου ενάντια των συμφερόντων του, οι οποίες αφού έχουν εντοπιστεί και υποδειχτεί πιο πάνω ακολούθως έχουν σχολιαστεί ως προς του λόγους που οι εν λόγω αναφορές γίνονται δεκτές. Με το ίδιο σκεπτικό και κατ' ανάλογο τρόπο αποδέχομαι το Τεκμήριο 10 που είναι οι αναφορές του κατηγορουμένου στις υποδείξεις σκηνών που προέβηκε στο βαθμό και την έκταση που περιέχουν δηλώσεις του ενάντια στα συμφέροντα του, ίδιες όπως και με τα Τεκμήρια 4 και 5. Σε ότι αφορά τις έγχρωμες φωτογραφίες των Τεκμηρίων 7, 8 και 9 (28 έγχρωμες φωτογραφίες για το Τεκμήριο 7, 5 έγχρωμες φωτογραφίες για το Τεκμήριο 8 και 53 έγχρωμες φωτογραφίες για το Τεκμήριο 9) που λήφθηκαν από τη σκηνή του επιδίκου περιστατικού, από την εξέταση του κατηγορουμένου από την ιατροδικαστή Δρ. Ελένη Αντωνίου και από το νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, η γνησιότητα των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιοδήποτε μέρος, αποδέχομαι το περιεχόμενο που απεικονίζεται σ' αυτές. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη διάπραξη του αδικήματος της κοινής επίθεσης εναντίον του αποβιώσαντα. Το άρθρο 242 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων πραγματεύεται το αδίκημα της κοινής επίθεσης και προνοεί επί λέξη τα εξής: "Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε." Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 λέχθηκε ότι για το αδίκημα της κοινής επίθεσης δεν χρειάζεται πρόθεση χρήσης βίας. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε στην εν λόγω υπόθεση, το άρθρο 242 του Κεφ.154 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος αλλά απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έπιασε το χέρι του αποβιώσαντα που ήταν πάνω στο τιμόνι, τον οποίον και έσπρωξε. Ωστόσο η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου δεν κρίνεται επιθετική. Ο κατηγορούμενος δεν προέβηκε σε τέτοια ενέργεια με σκοπό να ασκήσει άμεση και παράνομη βία εναντίον του αποβιώσαντα ή να του δημιουργήσει την εντύπωση ότι θα του ασκήσει τέτοιας μορφής βία. Ο κατηγορούμενος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο όχημα του και ήλθε σε φυσική επαφή με τον αποβιώσαντα προσπαθώντας να τον απομακρύνει από το όχημα του. Όπως προκύπτει από το αποδεκτό μαρτυρικό υλικό, ο κατηγορούμενος άρπαξε το χέρι του αποβιώσαντα και τον έσπρωξε αναπτύσσοντας παράλληλα ταχύτητα στην προσπάθεια του να τον απωθήσει και καταφέρει να εγκαταλείψει το χώρο. Κατά συνέπεια στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία που έγινε αποδεκτή δεν έχει στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κοινής επίθεσης. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης. Το αδίκημα αυτό διέπεται από το άρθρο 210 του Κεφ.154, του οποίου οι διατάξεις αυτούσια προνοούν τα εξής: "Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος ..." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος χωρίς πρόθεση, (β) επιφέρει το θάνατο στο θύμα, (γ) λόγω αλόγιστης ή (δ) απερίσκεπτης ή (ε) επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, (στ) η οποία πράξη ή συμπεριφορά δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια. Ο ορισμός της πρόκλησης θανάτου παρέχεται στο άρθρο 211 του Κεφ.154, το οποίο κατά λέξει προνοεί τα εξής: "Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι επέφερε θάνατο άλλου, άν και η πράξη του δεν είναι η άμεση ή η μόνη αιτία από την οποία προήλθε ο θάνατος σε οποιοδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: ....... (ε) αν η τέτοια πράξη ή παράλειψη δεν θα επέφερε το θάνατο, εκτός αν συνακολουθείτο από πράξη ή παράλειψη αυτού που φονεύτηκε ή άλλων προσώπων." Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι δεν χρειάζεται η πράξη του κατηγορουμένου να αποτελεί τον άμεσο ή το μόνο λόγο, ως αποτέλεσμα του οποίου να προήλθε ο θάνατος στο θύμα. Είναι αρκετό να ακολουθεί πράξη ή παράλειψη από άλλο άτομο ή από το ίδιο το θύμα. Σύμφωνα με τη νομολογία, η οποία ερμήνευσε τις πιο πάνω απαιτούμενες συμπεριφορές, η στοιχειοθέτηση μιας επικίνδυνης πράξης εξυπακούει τουλάχιστον την απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Το στοιχείο αυτό είναι το ελάσσον που πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η παράλειψη ή το λάθος του οδηγού τη συγκεκριμένη στιγμή δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η επικίνδυνη οδήγηση. Πρέπει να συνδεθεί με τις σχετικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η λέξη 'επικίνδυνος' στη συνήθη γραμματική της ερμηνεία, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (Επίτομο Νέο Λεξικό Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιουνή) (Μιχαλάκης Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Επίσης, στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: "fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving..Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case." Σε ότι δε αφορά την ερμηνεία του όρου ¨απερίσκεπτη¨ το κριτήριο δεν είναι μόνο αντικειμενικό αλλά και υποκειμενικό και θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την οδήγηση του κατηγορουμένου. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με τέτοιο τρόπο που εγκυμονούσε εμφανή ή σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο τυχόν θα χρησιμοποιούσε το οδικό δίκτυο ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημίας σε περιουσία. Επιπλέον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε με αυτό τον τρόπο χωρίς να σκεφτεί την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή ότι ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη του, εντούτοις ενέργησε με τον τρόπο που ενέργησε διακινδυνεύοντας (R v Lawrence [1981] 1 ALL E. R. 974, R v Reid [1992] 3 ALL E. R. 673, R v. Caldwell
(1981)1 ALL ER 961 και Γεν. Εισαγγελέας ν Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ σελ.473). Σε σχέση με την ερμηνεία του όρου 'αλόγιστη', είναι η πράξη ή συμπεριφορά η οποία εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια προσώπων, τον οποίο ο κατηγορούμενος αψηφά. Είναι η μη λελογισμένη ενέργεια δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις (Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, 223). Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι όροι «αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά» υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Τέλος, με βάση το λεκτικό του εν λόγω άρθρου οι πιο πάνω αναφερόμενες συμπεριφορές, πρέπει να συνδέονται με το αποτέλεσμα. Δηλαδή, θα πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο άλλου προσώπου. Περαιτέρω, θα πρέπει να λεχθεί ότι θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Στην προκειμένη περίπτωση το ότι επήλθε θάνατος στο θύμα δεν αμφισβητείται (Τεκμήριο 1). Αυτό που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο η ενέργεια του κατηγορουμένου να πιάσει το χέρι του αποβιώσαντα που ήταν πάνω στο τιμόνι του οχήματος του και να τον σπρώξει και παράλληλα να αναπτύξει ταχύτητα με το όχημα του προκάλεσε την πτώση του αποβιώσαντα στο δρόμο, μαζί με το κτύπημα που ακολούθησε από το όχημα της ΜΚ4 που εκείνη τη στιγμή χρησιμοποιούσε το δρόμο, ήταν αυτά που οδήγησαν στο να επέλθει ο θάνατος του αποβιώσαντα. Αυτή είναι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι σε κάποια στιγμή που η ΜΚ4 οδηγούσε το όχημα της στην Αμαργέτη σε απόσταση περίπου 10-15 μέτρα μετά από την οικία του ΜΚ3, πρόσεξε ένα μαύρο 'πράγμα' να πετάγεται ξαφνικά μπροστά από το όχημα της και ταυτόχρονα να ακούει ένα μεγάλο θόρυβο. Αν θεωρηθεί ότι το μαύρο 'πράγμα' που επικαλείται η ΜΚ4 να είχε πεταχτεί σε ευθεία μπροστά από το όχημα της και το κτυπά να είναι ο αποβιώσαντας, τότε για να συνδέεται ο κατηγορούμενος πρέπει το πέταγμα να προήλθε εκείνη τη στιγμή από την προαναφερόμενη συμπεριφορά του. Η αναφορά περί πετάγματος στο όχημα της ΜΚ4 προϋποθέτει τυχόν τέτοια συμπεριφορά από μέρους του κατηγορουμένου να είχε γίνει αμέσως προηγουμένως. Για να ευσταθεί μία τέτοια εκδοχή σημαίνει ότι το χρονικό διάστημα που χωρίζει τις δύο πράξεις δεν μπορεί παρά να είναι πολύ μικρό και ειδικότερα ζήτημα δευτερολέπτων. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι ακριβώς λίγο πριν το πέταγμα, το όχημα του κατηγορουμένου πρέπει να προπορευόταν σε πολύ μικρή απόσταση από το όχημα της ΜΚ4 με τα δύο οχήματα να βρίσκονται σε κίνηση. Ωστόσο δεν υπάρχει καμία τέτοια μαρτυρία. Αντίθετα η ΜΚ4 αναφέρει ότι κανένα όχημα δεν προπορευόταν του δικού της τη στιγμή εκείνη (Τεκμήριο 13), γεγονός που αφήνει εκτεθειμένη την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Πέραν όμως του πιο πάνω, ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ως προς τα χρονικά δεδομένα που ο αποβιώσαντας έπαυσε να έχει φυσική επαφή με το όχημα του κατηγορουμένου, εάν ή όταν ο αποβιώσαντας έπεσε στο έδαφος καθώς και η σύγκρουση του με το όχημα της ΜΚ.4. Περαιτέρω αν όντως ο αποβιώσαντας ήταν αυτός που πετάχτηκε μπροστά από το όχημα της ΜΚ4 συνεπεία της προαναφερόμενης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, τότε αναμένεται ότι η τελική θέση του οχήματος της ΜΚ4 να είναι πιο μπροστά από την τελική θέση του οχήματος του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα του σχεδιαγράμματος της σκηνής του επιδίκου περιστατικού επί κλίμακα που αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 25), από τη στιγμή που η ΜΚ4 αντιλήφθηκε τη σύγκρουση στο όχημα της διάνυσε απόσταση μεγαλύτερη των 12 μέτρων μέχρι να ακινητοποιήσει το όχημα της στην άκρη του δρόμου. Το δε όχημα του κατηγορουμένου βρισκόταν να προπορεύεται σε απόσταση 4-5 μέτρα από την τελική θέση του οχήματος της ΜΚ4, να είναι ήδη σταθμευμένο, η μηχανή να είναι ήδη σβηστή, η πόρτα του οδηγού να είναι ήδη ανοιχτή και ο κατηγορούμενος να βρίσκεται ήδη εκτός του οχήματος του. Πρόκειται για ένα σενάριο εκτός λογικής πραγματικότητας. Η αποδεκτή μαρτυρία και τα υφιστάμενα δεδομένα αφήνουν εκτεθειμένη την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Συμπληρωματικά των πιο πάνω μπορεί να λεχθεί ότι δεν υπάρχει επιστημονική μαρτυρία που να προκρίνει με ασφάλεια την εκδοχή που προβάλλει η κατηγορούσα αρχή ως προς την εμπλοκή που του αποδίδει ότι έχει στο επίδικο περιστατικό. Από τα πιο πάνω δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια ότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά του κατηγορουμένου επέφερε το θάνατο του αποβιώσαντα. Ο συνδετικός κρίκος της αλυσίδας των γεγονότων που θα δικαιολογούσαν την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής παρουσιάζει ρήγμα ανεπανόρθωτης μορφής. Συνεπώς προκύπτει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά τα απαιτούμενα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας. Έχοντας υπόψη το αποδεκτό μαρτυρικό υλικό καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε ο θάνατος του αποβιώσαντα δεν είναι σαφείς και διευκρινισμένες. Παρόλο ότι δεν αμφισβητείται η αιτία θανάτου, η οποία με βάση τη μεταθανάτια ιατροδικαστική έκθεση της Δρ. Ελένης Αντωνίου είναι ο πολυτραυματισμός από μηχανοκίνητο όχημα (Τεκμήριο 20), εντούτοις οι συνθήκες που επήλθε ο θάνατος είναι ασαφείς και αδιευκρίνιστες. Ενδεχομένως φως στις ασαφείς και αδιευκρίνιστες συνθήκες θανάτου του αποβιώσαντα να μπορούσε να ρίξει το πρόσωπο που μέσα από το Τεκμήριο 12 η ΜΚ4 επικαλείται ότι ήταν παρών στην επίμαχη σκηνή τη δεδομένη χρονική στιγμή της σύγκρουσης του οχήματος της την ημέρα του επιδίκου περιστατικού αν αναζητείτο από την αστυνομία. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καταλήγω ότι αυτή απέτυχε να το πράξει. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής παρουσιάζει ουσιώδη κενά και αδυναμίες καθιστώντας την ανεπαρκή σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να τεκμηριώσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σύνδεση του κατηγορουμένου με την αξιόποινη συμπεριφορά που τους αποδίδεται. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος απαλλάσσεται και αθωώνεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment (Αναφορά: Ποινικό/ Κοινή επίθεση-Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης/Άρθρα 242 και 211 Κεφ.154/Άρθρα 19 και 20Α του Ν.86/72)/Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.