← Κύπρος

Αστυνομίας ν. Χρίστος Αγγελή Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9257/14, 20/2/2018

Αστυνομίας ν. Χρίστος Αγγελή Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9257/14, 20/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B28 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9257/14 Μεταξύ: Αστυνομίας εναντίον

  1. Χρίστος Αγγελή Λτδ
  2. Χρίστος Αγγελή
  3. Mohammad Alcheikh Yousef Κατηγορουμένων ------------- Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Ν. Μάντης Κατηγορούμενος 2 - παρών ------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ.105, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο Κατηγορούμενος 2 στις 02.10.14 στο Ά Δημόσιο Νηπιαγωγείο Γεροσκήπου της Επαρχίας Πάφου (στο εξής η «οικοδομή») εργοδοτούσε παράνομα τον πρώην Κατηγορούμενο 3 χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης κάλεσε τρεις μάρτυρες, ήτοι τον πρώην Κατηγορούμενο 3 (Μ.Κ.1), τον Αστ.3491 Χ. Χρυσοστόμου (Μ.Κ.2) και τον Α/Αστ.1634 Λ. Λάμπρου (Μ.Κ.3). Στο στάδιο της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης η πρώην Κατηγορούμενη 1 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από την κατηγορία που αντιμετώπιζε (1η κατηγορία), ενώ ο Κατηγορούμενος 2 κλήθηκε σε απολογία. Μετά την κλήση του σε απολογία ο τελευταίος κατέθεσε ενόρκως και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Περαιτέρω, σημειώνω ότι κατατέθηκαν έξι Τεκμήρια. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Ο πρώην Κατηγορούμενος 3 κατέθεσε ως Μ.Κ.
  1. Υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση του (Τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στο Τεκμήριο 1 (πιστή μετάφραση του οποίου στα Ελληνικά αποτελεί το Τεκμήριο 1(Α)) αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι την 01.10.14 μετέβηκε στην οικοδομή και ζήτησε εργασία από κάποιον Κύπριο, το όνομα του οποίου δεν το γνωρίζει. Το εν λόγω πρόσωπο του ζήτησε να τον βοηθήσει στο κατέβασμα ξύλων με το οποίο ασχολούνταν μαζί με ένα άλλο πρόσωπο τη δεδομένη χρονική στιγμή. Όταν τελείωσε η πιο πάνω εργασία, το προαναφερόμενο πρόσωπο του ζήτησε να προσέλθει την επόμενη μέρα το πρωί στην οικοδομή για να εργαστεί. Όντως στις 02.10.14 μετέβηκε στην οικοδομή περί ώρα 07:30, συνάντησε το εν λόγω πρόσωπο και του είπε να ξεκινήσει να εργάζεται. Στη συνέχεια ήλθε η αστυνομία και τον συνέλαβε. Σε σχέση με την εργασία δεν έκανε οποιαδήποτε συμφωνία αναφορικά με την αμοιβή του, υπολόγιζε ωστόσο ότι θα πληρωνόταν γύρω στα €40,
  2. Στη δια ζώσης μαρτυρία του αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 2 ως τον Κύπριο που συνάντησε στην οικοδομή την 01.10.14 και την 02.10.14 και του είπε να εργαστεί. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2 ότι δεν ήταν σε θέση να θυμάται τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στις 02.10.14, καθώς και ότι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τον Κατηγορούμενο
  3. Ο μάρτυρας είπε ότι θυμάται πολύ καλά το πρόσωπο του Κατηγορούμενου 2, λέγοντας μάλιστα ότι εκτός από τον επίδικο χρόνο είδε ξανά τον Κατηγορούμενο ακόμα 2 - 3 φορές στο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Ο Μ.Κ.1 συμφώνησε ότι δεν υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία εργοδότησης, ούτε και συμφώνησε αμοιβή, θεωρούσε όμως ότι θα πληρωνόταν περί τα €40,00 - €50,
  4. Στην υποβληθείσα θέση ότι ήταν χαριστικά που εργάστηκε, απάντησε ότι χαριστικά εργάστηκε μόνο την 01.10.14 με την προοπτική ότι την επόμενη μέρα θα εργαζόταν κανονικά. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή του κ. Μάντη ότι μόνος του ξεκίνησε να εργάζεται στις 02.10.14 χωρίς να του δοθεί τέτοια εντολή. O M.K.1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Απάντησε τις ερωτήσεις που του τέθηκαν χωρίς υπεκφυγές, με ειλικρίνεια και αμεσότητα, ενώ κατά την αντεξέταση του δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση, ούτε και προκλήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία του. Παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι εργοδοτήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 στις 02.10.14 και δεν δίστασε ευθύς εξαρχής να αποκαλύψει ότι και την προηγούμενη μέρα, ήτοι την 01.10.14, είχε μεταβεί στην οικοδομή και εθελοντικά κατά την εν λόγω ημέρα βοήθησε τον Κατηγορούμενο 2 στο κατέβασμα ξύλων από αυτοκίνητο. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να σημειώσω ότι το γεγονός ότι την 01.10.14 ο Κατηγορούμενος 2 ασχολούνταν με την πιο πάνω αναφερόμενη εργασία στην οικοδομή επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου
  5. Επίσης σημειώνω ότι ο Μ.Κ.1 με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν συμφώνησαν συγκεκριμένο ποσό ως αμοιβή με τον Κατηγορούμενο
  6. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 επιχείρησε να κλονίσει τη θέση του Μ.Κ.1 ότι το πρόσωπο που τον εργοδότησε ήταν ο Κατηγορούμενος 2 στη βάση ότι θα ήταν αδύνατο να τον θυμόταν μετά από 3 ½ έτη. Ο Μ.Κ.1 ήταν πειστικός στη θέση του ότι θυμόταν το πρόσωπο του Κατηγορούμενου 2, τον οποίο, όπως ανέφερε, στα 3 ½ αυτά χρόνια τον είδε και άλλες φορές στο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του Μ.Κ.1 επί του ουσιώδους αυτού σημείου επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, ο οποίος επίσης αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 2 ως το πρόσωπο που του υπέδειξε στις 02.10.14 ο Μ.Κ.1 αναφέροντας του ότι ήταν το πρόσωπο που τον εργοδότησε. Από την άλλη, κενή περιεχόμενου παρέμεινε η θέση που προώθησε ο κ. Μάντης ότι ο Μ.Κ.1 εργάστηκε από μόνος του και χαριστικά. Υπογραμμίζω ότι ο Κατηγορούμενος 2 στη μαρτυρία του δεν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό. Δεν παραβλέπω ότι μεταξύ της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 και του Μ.Κ.2 εντοπίζεται διάσταση επί ορισμένων ζητημάτων. Συγκεκριμένα ο Μ.Κ.2 στην κατάθεση του (Τεκμήριο 2) αναφέρει ότι ο Μ.Κ.1 του είπε ότι ήταν η τρίτη μέρα που εργαζόταν στην οικοδομή, ότι ο εργοδότης του ήταν κάποιος Χρίστος και ότι η αμοιβή του θα ήταν €45,00 ημερησίως. Από την άλλη ο Μ.Κ.1 είπε ότι η 02.10.14 ήταν η πρώτη μέρα που εργαζόταν στην οικοδομή (υπενθυμίζω ότι την 01.10.14 ήταν χαριστικά που προσέφερε την εργασία του), ότι δεν θυμόταν το όνομα του προσώπου που τον εργοδότησε, καθώς και ότι δεν συμφώνησαν συγκεκριμένη αμοιβή. Θεωρώ ότι τα πιο πάνω σημεία δεν συνιστούν ουσιώδεις αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του Μ.Κ.
  7. Το αν ήταν η πρώτη ή η τρίτη ημέρα που εργαζόταν στην οικοδομή, το αν συμφωνήθηκε αμοιβή €45,00 ή αν ο ίδιος ήταν που υπολόγιζε ότι θα λάμβανε ως αμοιβή περί τα €40,00, καθώς και το όνομα του εργοδότη του αφορούν λεπτομέρειες οι οποίες δεν μπορούν να επηρεάσουν την ποιότητα της μαρτυρίας του. Στην υπόθεση Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 143 ειπώθηκε ότι αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μία μαρτυρία. Πιο συγκεκριμένα το όλο ζήτημα τέθηκε ως εξής: «Η κατάληξη ήταν πως όλες οι αντιφάσεις αφορούσαν λεπτομέρειες και όχι ουσιώδη γεγονότα. Ενδεικτικά είναι τα παραδείγματα που παρατίθενται στην απόφαση, προκειμένου να καταδειχθεί ότι οι αντιφάσεις ήταν πραγματικά τόσο επουσιώδεις ώστε άφηναν αλώβητη την πειστικότητα του μάρτυρα. Οι αντιφάσεις για να οδηγούν σε απόρριψη της μαρτυρίας πρέπει να είναι ουσιώδεις δηλαδή, να είναι «τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το δικαστήριο». Βλ. Χρίστος Σ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390. Η νομολογία δέχεται πως οι αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική· αντίθετα, τέτοιες αντιφάσεις καταδείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τί θα κατέθεταν. Βλ. Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, Πέτρου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 76 και Ιερόθεος Χριστοδούλου, άλλως ΡΟΠΑΣ ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 628.» Επίσης στην υπόθεση Λ.Κ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547 τονίστηκε ότι είναι αντιφάσεις επί ουσιαστικών θεμάτων που τείνουν να καταδείξουν αναλήθεια και όχι αντιφάσεις επί επουσιωδών λεπτομερειών. Στην προκείμενη περίπτωση η ουσία συνίσταται στο ότι ο Μ.Κ.1 εργαζόταν στην οικοδομή και ότι το πρόσωπο που υπέδειξε ως τον εργοδότη του ήταν ο Κατηγορούμενος
  1. Σε αυτά τα ουσιώδη σημεία η μαρτυρία του παρέμεινε ακλόνητη και συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  2. Επιπρόσθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 εισηγήθηκε ότι δεν θα πρέπει να δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 διότι είναι μαρτυρία συγκατηγορουμένου για την οποία δεν εξασφαλίστηκε άδεια του Δικαστηρίου, ούτε και έγινε δήλωση ότι θα χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας κατηγορίας. Οι προαναφερόμενες θέσεις του κ. Μάντη δεν βρίσκουν έρεισμα είτε στη νομοθεσία, είτε στη νομολογία. Καταρχάς ο Μ.Κ.1 κατά τον χρόνο που προσέφερε μαρτυρία δεν ήταν συγκατηγορούμενος του Κατηγορούμενου 2, αφού σε σχέση με αυτόν η υπόθεση ολοκληρώθηκε με την παραδοχή του και την επιβολή ποινής στα αδικήματα που αντιμετώπιζε στις 29.01.
  3. Στη βάση αυτού του δεδομένου δεν υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο για την Κατηγορούσα Αρχή να κλητεύσει ως μάρτυρα κατηγορίας τον πρώην Κατηγορούμενο
  4. Στο σύγγραμμα «Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη στις σελ. 645 - 646 γίνεται αναφορά στις περιπτώσεις που η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να χρησιμοποιήσει ως μάρτυρα κατηγορίας συγκατηγορούμενο: «Συνάγεται λοιπόν, ότι αν η Κατηγορούσα Αρχή επιθυμεί να καλέσει συγκατηγορούμενο του κατηγορούμενου ως μάρτυρα κατηγορίας, ο συγκατηγορούμενος πρέπει να παύσει από του να είναι συγκατηγορούμενος για να δυνηθεί να καταστεί εξαναγκάσιμος μάρτυρας εναντίον κατηγορούμενου (βλέπε επίσης R v. Pittarides (1929‑1933) 14 CLR 1) και να μπορέσει να αντεξεταστεί προκειμένου να καταδειχθεί η έκταση της ενοχής και ανάμιξης του στο επίδικο έγκλημα. ( Βλέπε R v. Rowland
(1910)1 KB 458). Τούτο μπορεί να γίνει:
(1)Με την παραδοχή του συγκατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (R v. Finch
(2007)1 Cr App R 439, Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 141, R v. Mount
(1934)24 Cr App R 135) και την επιβολή ποινής σε αυτόν αμέσως εκεί που θα κληθεί ακολούθως ως μάρτυς κατηγορίας (Στυλιανίδης v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 158/11, ημερομηνία 9.9.13), σύμφωνα με τη δήλωση της Κατηγορούσας Αρχής (Χρυσάνθου v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ 221), δίχως όμως η αναφορά στα γεγονότα από την Κατηγορούσα Αρχή (ή την Υπεράσπιση κατά την αγόρευση για μετριασμό), στο στάδιο επιβολής της ποινής του κατηγορούμενου, να παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας του άλλου συγκατηγορούμενου που δεν έχει παραδεχθεί. (Χρίστου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 57/10, ημ.16.5.12).
(2)Με την καταχώρηση αναστολής ποινικής δίωξης (nolle prosequi) σε σχέση με τον μελλοντικό μάρτυρα (Τουμάζου v Κυπριακής Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 63 και
(3)Με το διαχωρισμό του κατηγορητηρίου και την ξεχωριστή εκδίκαση της υπόθεσης (Ιωάννου και Άλλου v Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ 195, R v Richardson
(1967)51 Cr App R 381).» Η αναφορά του κ. Μάντη ότι η Κατηγορούσα Αρχή για να μπορέσει να παρουσιάσει τον πρώην Κατηγορούμενο 3 ως μάρτυρα κατηγορίας όφειλε να το δηλώσει προηγουμένως δεν βρίσκει, ως ήδη αναφέρθηκε, έρεισμα ούτε στη νομοθεσία, ούτε στη νομολογία. Αυτό το οποίο υποδεικνύεται από τη νομολογία ως ζήτημα ορθής πρακτικής είναι ότι στις περιπτώσεις συγκατηγορουμένων επιβάλλεται αμέσως ποινή σε κατηγορούμενο που παραδέχεται ενοχή όταν δηλώνεται από την Κατηγορούσα Αρχή ότι θα κληθεί ως μάρτυρας (Στυλιανίδης ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 581). Επομένως, η δήλωση σχετίζεται με τον χρόνο επιβολής της ποινής και δεν συνιστά προϋπόθεση για την κλήση πρώην συγκατηγορούμενου ως μάρτυρα κατηγορίας. Μάλιστα στη Στυλιανίδης ν. Αστυνομίας ανωτέρω, η οποία αφορούσε το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος στηριζόμενο, μεταξύ άλλων, και στη μαρτυρία του πρώην συγκατηγορούμενου του, ο οποίος ήταν ο αλλοδαπός που εργοδοτήθηκε παράνομα, σε σχέση με τον οποίο η Κατηγορούσα Αρχή δεν δήλωσε ότι θα τον καλούσε ως μάρτυρα κατηγορίας. Εν πάση περιπτώσει στην προκείμενη περίπτωση η Κατηγορούσα αρχή με σχετική δήλωση του εκπροσώπου της στις 17.11.15, ημερομηνία κατά την οποία ο πρώην Κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε τις εις βάρος του κατηγορίες, ανέφερε ότι θα χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας κατηγορίας. Επίσης, σημειώνω ότι ο πρώην Κατηγορούμενος 3 δεν ήταν συνεργός του Κατηγορούμενου 2 έτσι ώστε, ως ζήτημα και πάλι ορθής πρακτικής, να επιβάλλεται αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Τέλος, επισημαίνω ότι δεν έχω εντοπίσει στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 οτιδήποτε το οποίο να καταδεικνύει ότι η μαρτυρία του υπαγορεύθηκε από αλλότρια κίνητρα. Τέτοια θέση άλλωστε δεν προβλήθηκε ούτε από την υπεράσπιση. Συνακόλουθα η μαρτυρία του Μ.Κ.1 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.2 κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Υ.Α.Μ Πάφου. Υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του - Τεκμήριο
  1. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 02.10.14 μετέβηκε μαζί με άλλους συναδέλφους του στην οικοδομή κατόπιν πληροφορίας ότι εργοδοτούνται παράνομα για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών αλλοδαποί. Στην οικοδομή κατέφθασαν περί ώρα 08:50 και τέθηκε υπό παρακολούθηση για πέντε περίπου λεπτά οπότε και διαπιστώθηκε ότι στην οροφή της οικοδομής βρισκόταν ένας αλλοδαπός και ασχολείτο με την τοποθέτηση καλουπιών. Πλησίασε τον αλλοδαπό και αφού του ζήτησε και έλεγξε τα στοιχεία του διαπίστωσε ότι πρόκειται για τον πρώην Κατηγορούμενο
  2. Την ίδια μέρα και ώρα 09:05 συνέλαβε τον πρώην Κατηγορούμενο 3, ο οποίος ανακρινόμενος προφορικά ανέφερε ότι ήταν η τρίτη μέρα που εργαζόταν στην οικοδομή και ότι θα πληρωνόταν με €45,00 τη μέρα. Ως εργοδότη του κατονόμασε κάποιον Χρίστο ο οποίος όμως δεν ήταν παρών στην οικοδομή. Στην οικοδομή εργάζονταν ακόμα δύο πρόσωπα τα οποία δήλωσαν ότι εργοδότης τόσο των ιδίων όσο και του πρώην Κατηγορούμενου 3 ήταν ο Κατηγορούμενος
  3. Επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Κατηγορούμενο 2, οποίος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κανένα αλλοδαπό. Ακολούθως, μαζί με ακόμα ένα συνάδελφο του μετέβηκε στην οικοδομή, όπου ο πρώην Κατηγορούμενος 3 του υπέδειξε τον Κατηγορούμενο 2 ως τον εργοδότη του. Όταν υπέδειξε στον Κατηγορούμενο 2 την αστυνομική του ταυτότητα και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και αφού τον πληροφόρησε για το αδίκημα που εξέταζε, ο τελευταίος απάντησε: «είπαν μου οι άλλοι που δουλεύκουν κοντά μου ότι ήρτε κάποιος σήμερα στην οικοδομή τζιαι ήθελε δουλειά. Εν δουλεύκει δαμέ. Εξηγηθείτε με τους άλλους». Από περαιτέρω εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι ο κύριος εργολάβος της οικοδομής ήταν η εταιρεία ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ΛΤΔ. Στην προφορική του μαρτυρία ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 2 ως το πρόσωπο που βρισκόταν στην οικοδομή και υποδείχθηκε ως ο εργοδότης του πρώην Κατηγορούμενου 3 και των άλλων δύο προσώπων που εντοπίστηκαν στην οικοδομή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν έλαβε την κατάθεση του πρώην Κατηγορούμενου 3, ούτε και γνωρίζει το περιεχόμενο της. Αρνήθηκε τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2 ότι οι εργαζόμενοι που εντοπίστηκαν στην οικοδομή δεν κατονόμασαν ως εργοδότη τους τον Κατηγορούμενο 2, λέγοντας ότι κατέγραψε στην κατάθεση του - Τεκμήριο 2 ό,τι του είπαν τα εν λόγω πρόσωπα και ο Κατηγορούμενος
  4. Τέλος, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο υπεργολάβος στην οικοδομή, ούτε και διερεύνησε το εν λόγω ζήτημα. Ο Μ.Κ.2 θεωρώ ότι υπήρξε αμερόληπτος και αντικειμενικός μάρτυρας και δεν έχω οποιοδήποτε ενδοιασμό στο να αποδεχθώ τη μαρτυρία του. Η δήλωση του ότι εντόπισε τον πρώην Κατηγορούμενο 3 να εργάζεται στην οροφή της οικοδομής παρέμεινε ακλόνητη. Τονίζω ότι στην αντεξέταση δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι εντόπισε τον πρώην Κατηγορούμενο 3 να εργάζεται στην οικοδομή. Επίσης ακλόνητη παρέμεινε και η θέση του ότι το πρόσωπο που του υπέδειξε ο πρώην Κατηγορούμενος 3 ως εργοδότη του ήταν ο Κατηγορούμενος 2, τον οποίο αναγνώρισε και ο Μ.Κ.2 ως το πρόσωπο που πληροφόρησε για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά την επίδικη ημέρα στην οικοδομή. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 δεν μπορώ να αποδεχθώ τη δήλωση που περιλαμβάνεται στην κατάθεση του (Τεκμήριο 2) ότι οι Ηρόδοτος Αργυρόπουλος και Σάββας Ναζλίδης ανέφεραν ότι εργοδότης τόσο των ιδίων, όσο και του πρώην Κατηγορούμενου 3 ήταν ο Κατηγορούμενος
  5. Πρόκειται σαφώς για εξ ακοής μαρτυρία η βαρύτητα της οποίας πρέπει να αποτιμηθεί μέσα στα πλαίσια που καθορίζονται από το άρθρο 27 του Κεφ.
  6. Στο άρθρο 27
(2)(α) του Κεφ.9 αναφέρεται ως ένας από τους παράγοντες που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την αξιολόγηση της εξ ακοής μαρτυρίας το κατά πόσο ήταν εύλογο ή εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση, ενώ στο άρθρο 27
(3)τονίζεται ότι θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Στην προκείμενη περίπτωση η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσέφερε οποιαδήποτε εξήγηση ως προς τη μη κλήση ως μαρτύρων των προσώπων που προέβηκαν στην αρχική δήλωση. Ούτε και αναφέρθηκε κατά πόσο λήφθηκαν ή όχι καταθέσεις από τα προαναφερόμενα πρόσωπα. Σημειώνω επίσης ότι οι συγκεκριμένες δηλώσεις, έστω και κατά γενικό τρόπο, έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Συνεπώς ενόψει του ότι δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες τα πρόσωπα που έκαναν την αρχική δήλωση και δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για το εν λόγω γεγονός, θεωρώ ότι στο συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα. Με εξαίρεση επομένως τα προαναφερόμενα σημεία τα οποία δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, η υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Κ.2 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Ο Μ.Κ.3 επίσης υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το περιεχόμενο της κατάθεσης του - Τεκμήριο 3, στην οποία αναφέρει ότι με τη βοήθεια διερμηνέα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώην Κατηγορούμενο 3, καθώς και ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο
  1. Στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι είναι ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης και κατέθεσε ως Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 και τη γραπτή κατηγορία που διατύπωσε εναντίον του. Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε κατά πόσο διερεύνησε τον ισχυρισμό που προέβαλε ο Κατηγορούμενος 2 στο Τεκμήριο 4 ότι δηλαδή τις εργασίες στην οικοδομή τις ανέλαβε η πρώην Κατηγορούμενη
  2. Ο Μ.Κ.3 απάντησε ότι την εν λόγω πληροφορία την έδωσε ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος του είπε ότι εδώ και ένα περίπου μήνα η εταιρεία του ανέλαβε τα καλούπια στην οικοδομή. Ο Μ.Κ.3 υπήρξε τυπικός μάρτυρας, αφού η όλη εμπλοκή του στην υπόθεση περιορίστηκε ουσιαστικά στη λήψη των ανακριτικών καταθέσεων του Κατηγορούμενου 2 και του πρώην Κατηγορούμενου 3, ζητήματα για τα οποία δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση από την Υπεράσπιση. Συνεπώς η μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. O Κατηγορούμενος 2 κατά την κυρίως εξέταση του είπε ότι τις εργασίες στην οικοδομή τις ανέλαβε η εταιρεία του, πρώην Κατηγορούμενη 1, η οποία είναι αυτή που διαθέτει τις απαραίτητες άδειες και συγκεκριμένα άδεια οικοδομικών και τεχνικών έργων. Την προσφορά για την ανάληψη των εργασιών κατασκευής των καλουπιών την ετοίμασε η πρώην Κατηγορούμενη 1 (Τεκμήριο 6) και οι συμφωνίες υπογράφηκαν μεταξύ αυτής και της εταιρείας ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ΛΤΔ. Κατά την επίδικη ημερομηνία επισκέφθηκε την οικοδομή περί ώρα 07:
  3. Τα μόνα πρόσωπα που εργοδοτούνταν για τις εργασίες στην οικοδομή ήταν ο Ηρόδοτος Αργυρόπουλος και ο Σάββας Ναζλίδης. Ουδέποτε εργοδότησε οποιονδήποτε Σύριο, ούτε και είδε τον πρώην Κατηγορούμενο 3 στην οικοδομή. Τέλος, δήλωσε ότι δεν εξουσιοδότησε τους προαναφερόμενους υπαλλήλους να εργοδοτήσουν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Αντεξεταζόμενος είπε ότι οι υπάλληλοι δεν ασχολούνταν με την τοποθέτηση των καλουπιών, διότι η συγκεκριμένη εργασία ήταν αποκλειστική δική του ευθύνη. Οι υπάλληλοι ασχολούνταν κατά την επίδικη ημερομηνία μόνο με τη μεταφορά των υλικών και το καθάρισμα τους. Προετοίμαζαν, όπως εξήγησε, τη δουλειά που θα γινόταν την επόμενη μέρα. Σε σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής επέμεινε ότι οι υπάλληλοι που βρίσκονταν στην οικοδομή προσλήφθηκαν από την πρώην Κατηγορούμενη 1 και ήταν δικοί της υπάλληλοι. Όταν του υποδείχθηκε ότι στην ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 4) δήλωσε ότι οι Ηρόδοτος Αργυρόπουλος και Σάββας Ναζλίδης, ήταν δικοί του υπάλληλοι απάντησε ότι για τη συγκεκριμένη μέρα είναι αλήθεια ότι εργάζονταν για τον ίδιο. Συμφώνησε με την κα. Μανώλη ότι την 01.10.14 ασχολούνταν με το ξεφόρτωμα ξύλων από κάποιο αυτοκίνητο, για να αναφέρει ωστόσο στη συνέχεια ότι το ξεφόρτωμα γινόταν με μηχανικά μέσα και δεν χρειάζονταν εργατικά χέρια. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι ο πρώην Κατηγορούμενος 3 εμφανίσθηκε στην οικοδομή κατά την εκτέλεση της πιο πάνω εργασίας, λέγοντας ότι δεν υπήρχε πρόσβαση στην οικοδομή. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι επειδή οι εργασίες γίνονταν σε σχολείο που λειτουργούσε υπήρχε κάγκελο το οποίο ήταν κλειστό με κλειδωνιά και υπήρχε υπεύθυνη δασκάλα η οποία άνοιγε και έκλεινε το κάγκελο. Τέλος, ο Κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε την υποβολή ότι στις 02.10.14 εργοδότησε παράνομα τον πρώην Κατηγορούμενο
  4. Ο Κατηγορούμενος 2 θεωρώ ότι δεν μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα και επομένως δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του. Καταρχάς ο ισχυρισμός του ότι δεν προσέλαβε τον πρώην Κατηγορούμενο 3, καθώς και ότι ο τελευταίος δεν εργαζόταν στην οικοδομή βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με την μαρτυρία του πρώην Κατηγορούμενου 3 η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη. Επίσης, ο ισχυρισμός του ότι ο πρώην Κατηγορούμενος 3 δεν εργαζόταν στην οικοδομή αντικρούεται και από τη μαρτυρία του Μ.Κ. 2, ο οποίος ήταν το πρόσωπο που κατέλαβε επ' αυτοφώρω τον πρώην Κατηγορούμενο 3 να εργάζεται στην οικοδομή. Σημειώνω ότι δεν προβλήθηκε κατά τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι ο Μ.Κ.2 είχε οποιοδήποτε λόγο ή κίνητρο για να τον βλάψει, αλλά ούτε και στον Μ.Κ.2 τέθηκε τέτοιος ισχυρισμός κατά τη μαρτυρία του. Περαιτέρω, επαναλαμβάνω ότι η θέση του Μ.Κ.2 ότι εντόπισε τον πρώην Κατηγορούμενο 3 να εργάζεται στην οικοδομή δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Από την άλλη, καθ' όλη τη διάρκεια της προφορικής μαρτυρίας του και ιδιαιτέρως κατά την αντεξέταση του ήταν εμφανής η προσπάθεια του να αποδώσει στην πρώην Κατηγορούμενη 1 όλα όσα σχετίζονταν με την οικοδομή και αυτό σε αντίθεση με την ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 4). Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 4 αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Η εταιρία μου ανάλαβε εδώ και ένα μήνα την κατασκευή των καλουπιών της προέκτασης του νηπιαγωγείου στο Α' Δημόσιο Νηπιαγωγείο Γεροσκήπου που βρίσκεται στην οδό Ρηγαίνης στην Πάφο. ........... Έχω πολλούς υπαλλήλους όμως για την ποιο πάνω δουλειά εργάζομαι μόνο εγώ μαζί με τους δύο υπαλλήλους μου ονόματι Ηρόδοτος Αργυρόπουλος, Τηλ. 99632248 και ο Έλληνας υπήκοος Σάββας Ναζλίδης. Στην πιο πάνω δουλειά εργάζονται μόνο τα άτομα που σου ανέφερα και ουδέποτε εργοδότησα οποιοδήποτε Σύριο.» Στη δια ζώσης μαρτυρία του επιχείρησε να παρουσιάσει μία εικόνα εντελώς διαφορετική αποστασιοποιούμενος από οποιεσδήποτε ενέργειες της πρώην Κατηγορούμενης
  5. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν υιοθέτησε, ούτε όμως και αρνήθηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, στο οποίο δηλώνει, ανάμεσα σε άλλα, ότι είναι ιδιοκτήτης και διευθυντής της πρώην Κατηγορούμενης
  6. Υπογραμμίζω επίσης ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν υποστήριξε ότι υπήρχε και άλλος διευθυντής της πρώην Κατηγορούμενης 1, ούτε και ισχυρίστηκε ότι πέραν του ιδίου μπορούσε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, είτε αξιωματούχος της πρώην Κατηγορούμενης 1, είτε όχι, να προσλαμβάνει υπαλλήλους. Στην προσπάθεια του δε να αποστασιοποιηθεί από την πρώην Κατηγορούμενη 1 και τους υπαλλήλους Ηρόδοτο Αργυρόπουλο και Σάββα Ναζλίδη παρέμεινε εκτεθειμένος όταν, για να δικαιολογήσει την αναφορά του στο Τεκμήριο 4 ότι είναι δικοί του υπάλληλοι, δήλωσε ότι την επίδικη ημέρα εργάζονταν για λογαριασμό του. Η συγκεκριμένη αναφορά του είναι προφανές ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει τη θέση του ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την πρώην Κατηγορούμενη
  7. Περαιτέρω, η αναφορά του ότι δεν υπήρχε πρόσβαση στην οικοδομή και ότι επομένως ήταν αδύνατο ο πρώην Κατηγορούμενος 3 να εργαζόταν σε αυτή, συνιστά όψιμη αιτιολογία. Αυτό διότι στο Τεκμήριο 4 δεν γίνεται η παραμικρή μνεία στον εν λόγω ισχυρισμό. Επιπρόσθετα, δεν μπορεί να δοθεί η παραμικρή βαρύτητα σε αυτόν, καθώς πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έπρεπε να τεθεί κατά την αντεξέταση του πρώην Κατηγορούμενου 3 και του Μ.Κ.2 για να τους δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθούν απ' αυτού (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 551). Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 στερείται πειστικότητας. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο πρώην Κατηγορούμενος 3, Συριακής καταγωγής, στις 02.10.14 και περί ώρα 08:50 εντοπίστηκε από τον Αστ.3491 Χ. Χρυσοστόμου της Υ.Α.Μ Πάφου να εργάζεται στο Ά Δημόσιο Νηπιαγωγείο Γεροσκήπου. Συγκεκριμένα ο προαναφερόμενος αστυφύλακας εντόπισε τον πρώην Κατηγορούμενο 3 στην οροφή της προαναφερόμενης οικοδομής ασχολούμενο με την τοποθέτηση καλουπιών. Ο Κατηγορούμενος 2 προσέλαβε τον πρώην Κατηγορούμενο 3 για την πιο πάνω αναφερόμενη εργασία στην οικοδομή και η συγκεκριμένη ημερομηνία (02.10.14) ήταν η πρώτη μέρα που εργάστηκε στην οικοδομή. Ο Κατηγορούμενος 2 και ο πρώην Κατηγορούμενος 3 δεν υπέγραψαν οποιαδήποτε συμφωνία εργοδότησης, ούτε και καθόρισαν το ύψος της αμοιβής του τελευταίου. Νομική Πτυχή Το άρθρο 14Β
(1)του Κεφ. 105, έχει ως ακολούθως: «Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές». Στοιχειοθέτηση του αδικήματος σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο προϋποθέτει την απόδειξη των πιο κάτω στοιχείων: · την εργοδότηση προσώπου από τον Κατηγορούμενο με την έννοια που προσδίδει στον όρο «εργοδότηση» το Κεφ. 105 και η νομολογία. · το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ 279 αναφέρθηκε ότι το αδίκημα της εργοδότησης αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability) και επομένως δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος. Σε τέτοιας φύσης υποθέσεις δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου με την αυστηρή έννοια που δίδει στον όρο το αστικό δίκαιο. Η εργοδότηση με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες που δεν απαιτούν συμφωνία εργοδότησης, στενό έλεγχο από τον εργοδότη ή την καταβολή μισθού. Με τη σχετική διάταξη του Νόμου επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις, οι οποίες αποτελούν εργασία. Σχετικά είναι όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφέσεις 49 - 51/13 ημερομηνίας 26.11.14: «Τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ΄έφεση το κατ΄ουσίαν επίδικο θέμα ήταν η έννοια της εργοδότησης και, αντιστοίχως, της ανάληψης εργασίας στα πλαίσια του εν λόγω Νόμου. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Seraphim v. The Police
(1981)2 CLR 227, όπου εξετάστηκε η έννοια της πρόσληψης αλλοδαπού στα πλαίσια του Κανονισμού 38 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 (Κ.Δ.Π. 242/1972), δεν απαιτείται συμφωνία εργοδότησης επ΄ αμοιβή, αλλά το δικαστήριο έχει ευχέρεια, με βάση τα σχετικά κάθε φορά γεγονότα, να προβεί σε διαπιστώσεις σε ένα ευρύτερο πλαίσιο από την έννοια του όρου στο αστικό δίκαιο, νοουμένου βεβαίως ότι η τυχόν κατάληξή του περί ενοχής, πρέπει να είναι πέραν λογικής αμφιβολίας. Σημειώνεται περαιτέρω ότι στην υπόθεση Karaoglanian v. Police
(1984)2 CLR 161 αποφασίστηκε ότι το αδίκημα πρόσληψης αλλοδαπού, χωρίς την απαιτούμενη ειδοποίηση, κατά παράβαση του Κανονισμού 38, κρίθηκε ότι αποτελεί αδίκημα αυστηρής ευθύνης που στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου. Στην ίδια αυτή υπόθεση υποδείχθηκε η ανάγκη για στενή ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας, χάριν της ευόδωσης των σκοπών του Νόμου. Οι ίδιες αρχές θεωρούμε ότι ισχύουν και εν προκειμένω.» Αναφορικά με την έννοια «αλλοδαπός», σύμφωνα με το Κεφ. 105 είναι οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος (Jones v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 355). Όσον αφορά τώρα την ύπαρξη της απαιτούμενης από τον Νόμο ή Κανονισμούς άδειας, θεωρώ ότι το βάρος της απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της υπεράσπισης. Στην υπόθεση R v. Hunt
(1987)1 All. E.R. 1, η οποία υιοθέτησε την R v. Edwards
(1975)QB 27, CA, αποφασίστηκε ότι μία νομοθετική διάταξη μπορεί να εναποθέτει το βάρος απόδειξης ορισμένων γεγονότων στην υπεράσπιση είτε δια ρητής διατύπωσης είτε σιωπηρά ή εξυπακουόμενα. Το ζήτημα αυτό τίθεται κυρίως σε περιπτώσεις όπου στον ορισμό του αδικήματος περιλαμβάνεται κάποια εξαίρεση ή προϋπόθεση (proviso). Όταν από τη λεκτική διατύπωση ορισμένης νομοθετικής διάταξης δεν προκύπτει ρητά ότι το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους της υπεράσπισης, τότε το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία της μπορεί να προστρέξει, μεταξύ άλλων, και σε πρακτικής φύσεως κριτήρια όπως για παράδειγμα την ευκολία ή δυσκολία με την οποία μπορεί ο κατήγορος ή η υπεράσπιση να αποδείξουν το εν λόγω γεγονός. Επομένως, όταν για παράδειγμα η απόδειξη ενός ορισμένου γεγονότος θα ήταν πρακτικά ιδιαίτερα δύσκολη για τον κατήγορο, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει για την υπεράσπιση, τότε εξυπακούεται ότι το βάρος απόδειξης του εν λόγω γεγονότος το φέρει η υπεράσπιση. Η αρχή που καθιέρωσε η Hunt πιο πάνω, υιοθετήθηκε και από τη δική μας νομολογία. Ενδεικτικά αναφέρομαι στην υπόθεση Σιδηρόπουλος v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 15, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά: «Όταν μια νομοθετική διάταξη προβλέπει ρητά ότι εναπόκειται στην Υπεράσπιση να αποδείξει ορισμένα γεγονότα τότε, αναμφίβολα, το βάρος της απόδειξης των γεγονότων αυτών βρίσκεται στους ώμους της. Όταν, όμως, η νομοθετική διάταξη δεν περιέχει τέτοια πρόβλεψη, τότε το κατά πόσο οι πρόνοιες της δημιουργούν σιωπηρά (impliedly) τέτοια υποχρέωση στην Υπεράσπιση εξαρτάται από την ερμηνεία που θα τους δοθεί. Όταν το λεκτικό της διάταξης δεν επιδέχεται σαφή ερμηνεία, το Δικαστήριο, στην προσπάθεια του να εξακριβώσει την πραγματική πρόθεση του νομοθέτη, μπορεί να προστρέξει και σε εξωγενή κριτήρια όπως, λόγου χάριν, στην αιτιολογία της διάταξης, στους σκοπούς που επιδιώκει, στη φύση της βλάβης που στοχεύει να αποτρέψει, αλλά και σε άλλα, καθαρά πρακτικής φύσεως κριτήρια, που αφορούν το βάρος της απόδειξης και, ειδικότερα, στην ευκολία ή τη δυσκολία της κάθε πλευράς να αποσείσει το βάρος της απόδειξης. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Griffiths στην υπόθεση Hunt (πιο πάνω) στη σελίδα 11:- "... However, their Lordships were in agreement that if the linguistic construction of the statute did not clearly indicate on whom the burden should lie the court should look to other considerations to determine the intention of Parliament, such as the mischief at which the Act was aimed and practical considerations affecting the burden of proof and, in particular, the ease or difficulty that the respective parties would encounter in discharging the burden. I regard this last consideration as one of great importance, for surely Parliament can never lightly be taken to have intended to impose an onerous duty on a defendant to prove his innocence in a criminal case, and α court should be very slow to draw any such inference from the language of a statute. When all the cases are analysed, those in which the courts have held that the burden lies on the defendant are cases in which the burden can be easily discharged." Στην προκείμενη περίπτωση η νομοθετική διάταξη δεν μεταφέρει με ρητό τρόπο το βάρος απόδειξης της ύπαρξης σχετικής άδειας στους ώμους της υπεράσπισης. Είναι ωστόσο ξεκάθαρο ότι ο σκοπός του νομοθέτη με το άρθρο 14(Β)
(1)του Κεφ. 105 είναι να καταστήσει παράνομη την εργοδότηση αλλοδαπού, εκτός αν υπάρχει σε ισχύ η απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια. Θεωρώ ότι θα ήταν άδικο και επαχθές για την Κατηγορούσα Αρχή αν αυτή είχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι ο αλλοδαπός δεν είχε άδεια εργοδότησης. Ως εκ των ανωτέρω η απόδειξη εν ισχύ άδειας εργοδότησης αλλοδαπού συνιστά υπεράσπιση. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, (Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε ανωτέρω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Toumba v. The Republic
(1984)2 C.L.R 110 και Charalambous a.a. v. The Republic
(1985)2 C.L.R 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Kατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Στις περιπτώσεις τώρα που το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Κατηγορούμενου αποτελεί σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την κατηγορία. (A - G v. Makri
(1984)2 C.L.R. 332). Συμπεράσματα Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία που κρίθηκε ως αποδεκτή και αξιόπιστη σε συνάρτηση με τη νομική πτυχή του επίδικου αδικήματος, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου
  1. Συγκεκριμένα ο πρώην Κατηγορούμενος 3 είναι αλλοδαπός Συριακής καταγωγής. Το εν λόγω γεγονός άλλωστε δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώην Κατηγορούμενος 3 εργαζόταν κατά την επίδικη ημέρα στο Ά Δημόσιο Νηπιαγωγείο Γεροσκήπου. Αυτό το παραδέχθηκε τόσο ο ίδιος ο πρώην Κατηγορούμενος 3, αλλά αναφέρεται και στη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ο οποίος εντόπισε τον πρώην Κατηγορούμενο 3 να εργάζεται στην οροφή της οικοδομής εκτελώντας εργασίες τοποθέτησης καλουπιών. Τέλος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του πρώην Κατηγορούμενου 3 το πρόσωπο που τον εργοδότησε ήταν ο Κατηγορούμενος
  2. Το ότι δεν υπογράφηκε συμφωνία εργοδότησης και δεν συμφωνήθηκε εκ των προτέρων το ύψος της αμοιβής για την εργασία που θα εκτελούσε ο πρώην Κατηγορούμενος 3, δεν αναιρεί την ποινική ευθύνη του Κατηγορούμενου 2 (Θεοχάρους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 ανέφερε ότι ο πελάτης του θα πρέπει να αθωωθεί, καθώς οι εργασίες στην οικοδομή ανατέθηκαν στην πρώην Κατηγορούμενη 1 και όχι στον Κατηγορούμενο
  3. Επομένως, εισηγείται ο κ. Μάντης, αν εργοδότησε κάποιος τον πρώην Κατηγορούμενο 3 αυτός ήταν η πρώην Κατηγορούμενη
  4. Όπως ήδη αναφέρθηκε η μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο καταδεικνύει ότι το πρόσωπο που προσέλαβε τον πρώην Κατηγορούμενο 3 ήταν ο Κατηγορούμενος
  5. Το ουσιώδες για τη διάπραξη του αδικήματος είναι αυτό το στοιχείο και όχι σε ποιο πρόσωπο ανατέθηκαν οι εργασίες στο Ά Δημόσιο Νηπιαγωγείο Γεροσκήπου. Εν πάση περιπτώσει ακόμα και από τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 προκύπτει ότι η πρώην Κατηγορούμενη 1 ήταν δικών του συμφερόντων, αφού ο ίδιος ανέφερε είναι ιδιοκτήτης και διευθυντής της (Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυρικίου
(2006)2 Α.Α.Δ 494). Τέλος, σημειώνεται ότι η κατοχή άδειας εργοδότησης του αλλοδαπού δεν προβλήθηκε ως υπεράσπιση από την πλευρά του Κατηγορούμενου 2. Ό,τι προβλήθηκε ως υπεράσπιση ήταν ότι δεν υπήρχε το συστατικό στοιχείο της εργοδότησης, θέση που δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο για τους λόγους που πιο πάνω εξηγήθηκαν. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στη 2η κατηγορία. (Υπ.) ............ Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.