← Κύπρος

Αστυνομίας ν. Ιωάννη Σπύρου, Αρ. Υπόθεσης: 247/14, 7/2/2018

Αστυνομίας ν. Ιωάννη Σπύρου, Αρ. Υπόθεσης: 247/14, 7/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B18 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 247/14 Μεταξύ: Αστυνομίας εναντίον Ιωάννη Σπύρου Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 7 Φεβρουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Μανώλης Κατηγορούμενος - παρών ------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα αδικήματα της παροχής υπηρεσιών στοιχήματος χωρίς άδεια κατά παράβαση των άρθρων 2 και 74 του περί Στοιχημάτων Νόμου, Ν.106(Ι)/2012(1η κατηγορία) και της παροχής υπηρεσιών στοιχήματος χωρίς άδεια υποστατικού ή για παράνομο στοίχημα κατά παράβαση των άρθρων 2 και 77 του προαναφερόμενου νόμου (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο Κατηγορούμενος την 21.08.12 στο υποστατικό με την ονομασία "SPORTS BETTING SHOP" παρείχε υπηρεσίες στοιχήματος χωρίς να κατέχει άδεια αποδέκτη κλάσης Α ή Β ή άδεια εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου και χωρίς να είναι κάτοχος άδειας υποστατικού. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης κάλεσε τρείς μάρτυρες και συγκεκριμένα τον Αστ.2244 Δ. Καρακώστα (Μ.Κ.1), τον Ε/Αστ.7053 Ν. Μωυσή (Μ.Κ.2) και τη Μ. Καραντώνη (Μ.Κ.3). Περαιτέρω, κατατέθηκαν 13 Τεκμήρια, ενώ οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τα πιο κάτω αναφερόμενα, τα οποία και εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο: «Από το επίδικο υποστατικό παραλήφθηκε ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής χωρίς μάρκα σε Serial Number PC09092035 και ένας θερμικός εκτυπωτής μάρκας TSP100 με Serial Number 230080501919P ως ανέφερε στην κατάθεση του ο Αστ. 2244» Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Αναφορά στο περιεχόμενο της μαρτυρίας θα γίνει μόνο εκεί και όπου κριθεί σκόπιμο. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, o ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Ο κ. Μανώλη εστίασε την αγόρευση του σε δύο ζητήματα. Πρώτον ότι ενώ ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αδικήματα δυνάμει του Ν.106(Ι)/2012, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 11.07.12, εντούτοις σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 η αρμόδια αρχή γνωστοποίησε ότι θα δέχεται αιτήσεις για έκδοση αδειών σύμφωνα με τον προαναφερόμενο νόμο από τις 23.11.
  1. Επομένως, διερωτάται ο κ. Μανώλη, πώς μπορεί να κληθεί σε απολογία ο Κατηγορούμενος εφόσον κατά τον χρόνο διάπραξης των ισχυριζόμενων αδικημάτων στις 21.08.12 δεν υπήρχε δυνατότητα έκδοσης άδειας δυνάμει του Ν.106(Ι)/
  2. Στα πλαίσια του ίδιου συλλογισμού ο κ. Μανώλη υπέβαλε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι στο επίδικο υποστατικό διεξάγονταν στοιχήματα πριν τεθεί σε ισχύ ο Ν.106(Ι)/2012, έτσι ώστε να επιβαλλόταν να υπάρχει σε ισχύ άδεια με βάση το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς. Το δεύτερο ζήτημα που εγείρεται από τον ευπαίδευτο συνήγορο είναι ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι κατά τον επίδικο χρόνο διεξάγονταν στο υπό αναφορά υποστατικό στοιχήματα τα οποία διοργανώθηκαν από πρόσωπο που καθόρισε το κέρδος των παικτών που συμμετείχαν σε αυτά. Αντίθετη υπήρξε η άποψη του ευπαίδευτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής. Ο κ. Συμεού υπέδειξε ότι κατά τον χρόνο διάπραξης των επίδικων αδικημάτων ο Ν.106(Ι)/2012βρισκόταν σε ισχύ. Επομένως η παροχή υπηρεσιών στοιχήματος χωρίς την κατοχή σχετικής άδειας ήταν παράνομη. Το γεγονός ότι η αρμόδια αρχή γνωστοποίησε ότι θα αποδεχόταν την υποβολή αιτήσεων για την έκδοση των σχετικών αδειών στις 23.11.12 δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο νόμος δεν εφαρμοζόταν μέχρι την εν λόγω ημερομηνία. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υπογράμμισε ότι κάτι τέτοιο θα καταστρατηγούσε τον σκοπό του νομοθέτη, αφού θα επέτρεπε την παροχή υπηρεσιών στοιχήματος κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. Τόνισε ο κ. Συμεού ότι εφόσον κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων δεν ήταν δυνατή η έκδοση των σχετικών αδειών, ο Κατηγορούμενος όφειλε να αναμένει μέχρις ότου καταστεί δυνατή η έκδοση τους και όχι να λειτουργεί το πρακτορείο του κατά παράβαση της νομοθεσίας. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της επιχειρηματολογίας του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου, ο κ. Συμεού ανέφερε ότι υπάρχει ικανή μαρτυρία η οποία δικαιολογεί την κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία. Στην υπόθεση Azinas and Another v. The Republic
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, [1962] 1 All E.R. 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of The Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England Issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police (ανωτέρω) και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police (πιο πάνω). Το πρώτο ζήτημα που ήγειρε ο κ. Μανώλη προς υποστήριξη της εισήγησης του ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση μπορεί να χαρακτηριστεί ως νομικό. Αυτό διότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο Ν.106(Ι)/2012τέθηκε σε ισχύ στις 11.07.12, τα ισχυριζόμενα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 21.08.12 και η αρμόδια αρχή ξεκίνησε να δέχεται αιτήσεις για την έκδοση αδειών δυνάμει της προαναφερόμενης νομοθεσίας στις 23.11.12. Το δεύτερο ζήτημα αφορά την πληρότητα της μαρτυρίας, αφού ο κ. Μανώλη εισηγήθηκε ότι δεν προσκομίσθηκε μαρτυρία σε σχέση με συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Ξεκινώντας από το πρώτο επιχείρημα που προέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αποτελεί κοινό έδαφος, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, ότι κατά τον χρόνο που φέρεται ότι διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα δεν γίνονταν δεκτές αιτήσεις για έκδοση αδειών δυνάμει των προνοιών του Ν.106(Ι)/2012 από την Εθνική Αρχή Στοιχημάτων. Το εν λόγω γεγονός ωστόσο δεν αναιρεί, κατά την άποψη μου, την ποινική ευθύνη που μπορεί να φέρει ο Κατηγορούμενος. Από τη στιγμή που ο Ν.106(Ι)/2012τέθηκε σε ισχύ στις 11.07.12, οι πολίτες και εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος όφειλαν και οφείλουν να συμμορφώνονται με τις πρόνοιες του καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος του. Το ότι κατά τον ισχυριζόμενο χρόνο διάπραξης των αδικημάτων στις 21.08.12 δεν υπήρχε η δυνατότητα υποβολής αιτήσεων για έκδοση αδειών και συνεπώς δεν μπορούσαν να εκδοθούν άδειες δυνάμει του Ν. 106
(1)/2012, δεν σημαίνει ότι ο Κατηγορούμενος και οποιοσδήποτε πολίτης μπορούσε να παρέχει υπηρεσίες που ρυθμίζονται από τον εν λόγω νόμο κατά παράβαση του και χωρίς την εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών. Μια τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση θα οδηγούσε στη «νομιμοποίηση» της παρανομίας, πράγμα ανεπίτρεπτο. Από την άλλη, η αναφορά του ευπαίδευτου συνηγόρου στην απουσία μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι στο επίδικο υποστατικό διεξάγονταν στοιχήματα πριν τεθεί σε ισχύ ο Ν.106(Ι)/2012είναι μεν ορθή, πλήν όμως δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Και τούτο διότι ο επίδικος χρόνος εντοπίζεται μετά την έναρξη ισχύος του Ν.106(Ι)/2012. Η εν λόγω επισήμανση του κ. Μανώλη θα είχε σημασία εάν προβαλλόταν η θέση ότι ο Κατηγορούμενος διέθετε άδεια με βάση τον καταργηθέντα περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμιση και Φόρος) Νόμο Ν. 75(Ι)/1997, οπότε και θα προέκυπτε ζήτημα εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 91
(2)του Ν. 106(Ι)/2012 σύμφωνα με την οποία άδειες που εκδόθηκαν με βάση τον καταργηθέντα νόμο εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι να καταργηθούν ή αντικατασταθούν. Τέτοια θέση όμως δεν έχει προβληθεί. Ερχόμενος τώρα στο δεύτερο επιχείρημα του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου, εξετάζοντας αντικειμενικά το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή θεωρώ ότι έχει προσκομιστεί μαρτυρία σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Το κατά πόσο τώρα αυτή η μαρτυρία είναι ικανή για τη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων δεν μπορεί να κριθεί σε αυτό το στάδιο, αφού απαιτείται αξιολόγηση της και εις βάθος θεώρηση της υπόθεσης. Σε αυτό το στάδιο όμως το Δικαστήριο περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας και δεν προχωρεί στην αξιολόγηση της. Περαιτέρω, σημειώνω ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντινομική ή ως εμπεριέχουσα θεμελιακή αντίφαση, ούτε άλλωστε έγινε τέτοια εισήγηση από τον κ. Μανώλη. Στην υπόθεση Παναγιώτου v. Αστυνομίας κ.α
(2000)2 Α.Α.Δ 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί.» Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και ως εκ τούτου ο τελευταίος καλείται σε απολογία. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.