← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χρήστος Δαμιανού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13061/16, 16/2/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χρήστος Δαμιανού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13061/16, 16/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13061/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.

  1. Χρήστος Δαμιανού
  2. Γεώργιος Λοίζου ------------------------------------------------ Ημερομηνία: 16.02.
  3. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π.Αβρααμίδης Για τον Κατηγορούμενο: κα. Ε.Αντωνιάδου Κατηγορούμενος: παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος, με δική του παραδοχή, σε 5 κατηγορίες. Πιο συγκεκριμένα σε κατηγορία συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 4

(1)και 51, ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του Περί Πυροβόλων και μη πυροβόλων όπλων Νόμου 113
(1)/04 (κατηγορία 1), σε κατηγορία μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α που απαγορεύεται, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51, ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του Περί Πυροβόλων και μη πυροβόλων όπλων Νόμου 113
(1)/04 όπως τροποποιήθηκε (κατηγορία 2), σε κατηγορία για υποχρέωση ασφαλούς φύλαξης πυροβόλου όπλου, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 36
(1)
(2)του ίδιου Νόμου 113
(1)/04 (κατηγορία 3), σε κατηγορία για παροχή συνδρομής στην διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παρά παράβαση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1), ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του ίδιου Νόμου 113
(1)/04 (κατηγορία 4) και τέλος, σε κατηγορία για παροχή συνδρομής στην διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1), ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του ίδιου Νόμου 113
(1)/04 (κατηγορία 5). Παρεμβάλλω εδώ ότι οι κατηγορίες 6 και 7 στο κατηγορητήριο αφορούν τον 2ο κατηγορούμενο, δια τον οποίο η υπόθεση ακολουθεί διαφορετική πορεία ένεκα της δηλωθείσας εκ μέρους του μη παραδοχής εις αυτές. Μετά από συμφωνία της συνηγόρου του κατηγορούμενου και της κατηγορούσας αρχής, για σκοπούς επιβολής ποινής στην παρούσα, λαμβάνονται υπόψη οι υποθέσεις 13506/16, 20050/16, 9737/16, 20361/16, 977/17, 24367/16 και 18804/16, όλες του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Συγκεκριμένα στις εν λόγω υποθέσεις ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα ακόλουθα αδικήματα: Στην 13506/16: Κατοχή διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός, κατά παράβαση των άρθρων 296(γ) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία). Στην 20050/16: Παράνομη κατοχή περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία). Στην 9737/16: Παράνομη κατοχή περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία), Μεταφορά επιθετικού όπλου, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)
(2)του Περί Επιθετικών Όπλων Νόμου Κεφ.159 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/87 (2η κατηγορία), Μεταφορά μάχαιρας απολήγουσα σε αιχμηρό άκρο εκτός της οικίας ή του περιβόλου της, κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 144
(1)/02 (3η κατηγορία) και Μεταφορά αμφίστομου μάχαιρας εκτός της οικίας αυτού ή του περιβόλου της, κατά παράβαση των άρθρων 81
(1), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 144
(1)/02 (4η κατηγορία). Στην 20361/16: Κλεπταποδοχή, κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία). Στην 977/17: Κατοχή διαρρηκτικού οργάνου κατά την διάρκεια της ημέρας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 296(δ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία), Μεταφορά μάχαιρας απολήγουσα σε αιχμηρό άκρο εκτός της οικίας ή του περιβόλου της, κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 144
(1)/02 (2η κατηγορία) και Αλήτες και περιπλανώμενοι, κατά παράβαση του άρθρου 189(ε) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (3η κατηγορία). Στην 24367/16: Κλεπταποδοχή, κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (3η κατηγορία). Στην 18804/16: Διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 292(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (2η κατηγορία), Διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 292(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (4η κατηγορία), Κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 85
(1)/02 και 166/87 όπως τροποποιήθηκε (5η κατηγορία). Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, πέραν των όσων αναφέρονται στο κατηγορητήριο, φαίνονται στο έγγραφο γεγονότων που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν συντομία έχουν ως εξής: Στις 31/05/16 επιστολή από το ΓΕΕΦ στο ΤΑΕ Λεμεσού ανέφερε ότι ο 1ος κατηγορούμενος από τον Μάιο του 2014 δεν παρουσιάστηκε στη μονάδα που υπηρετεί ως έφεδρος με αποτέλεσμα να αγνοείται η κατάσταση του χρεωμένου εξοπλισμού και πυρομαχικών του. Επίσης ότι παρά τις συνεχείς κλήσεις προς τον κατηγορούμενο για να παρουσιαστεί για έλεγχο της κατάστασης του οπλισμού που είναι χρεωμένος και παρά το ότι έγιναν διάφορες προσπάθειες εντοπισμού του δεν έγινε κατορθωτό. Ως εκ τούτου ζητήθηκε η συνδρομή της αστυνομίας για εντοπισμό του και για παραλαβή του οπλισμού και των πυρομαχικών του. Στις 16.6.16 ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε και συνελήφθη. Στις 17.6.16 διεξήχθηκε έρευνα στην οικία του κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης και στην παρουσία του χωρίς όμως να εντοπιστεί το στρατιωτικό τυφέκιο και οι σφαίρες που φαίνεται να είναι χρεωμένος από την εθνική φρουρά. Κατά την έρευνα να σημειωθεί εντοπίστηκαν κάποια άλλα στρατιωτικά υλικά. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο απάντησε «μόνο τούτα έχω, το όπλο με μια γεμιστήρα όφκερη, έδωκα το στο Γ.Λ. από τις Αγγλισίδες. Οι σφαίρες ήταν δαμέ και δεν ξέρω τι έγιναν». Στη συνέχεια οδηγήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ και του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι πριν 4 με 5 μήνες περίπου τον επισκέφθηκε στην οικία του στη Λεμεσό άλλο πρόσωπο το οποίο κατονόμασε, όπου εκεί του παρέδωσε το στρατιωτικό του τυφέκιο και μια άδεια γεμιστήρα για να το θέσει υπό τη φύλαξη του. Όσον αφορά τις σφαίρες που χρεώθηκε από τη μονάδα του δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τι απέγιναν. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης λήφθηκε κατάθεση από τον διοικητή του 256 Τάγματος Πεζικού, ο οποίος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος από τις 3.10.2009 είναι χρεωμένος από την πιο πάνω στρατιωτική μονάδα με στρατιωτικό εξοπλισμό. Μεταξύ άλλων είναι χρεωμένος με στρατιωτικό τυφέκιο τύπου G3A3 με αριθμό εγγραφής 7063044 και 210 πλήρη φυσίγγια διαμετρήματος 7,62 χιλ. Επίσης ανέφερε ότι τελευταία φορά που ο κατηγορούμενος παρουσίασε για έλεγχο τον οπλισμό του στην μονάδα του ήταν κατά τον Μάρτιο του 2011 και έκτοτε δεν ξαναπαρουσιάστηκε στη μονάδα του και ούτε ξαναελέγχθηκε ο οπλισμός του παρά τις προσπάθειες που έγιναν προς εντοπισμό του. Έρευνα στην οικία του προσώπου που κατονόμασε ο κατηγορούμενος δεν έφερε οποιοδήποτε αποτέλεσμα ως προς τον εντοπισμό του όπλου και των φυσιγγίων ενώ το πρόσωπο αυτό ανέφερε ότι δεν έχει ιδέα. Η συνήγορος του κατηγορούμενου ετοίμασε και παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση για μετριασμό της ποινής. Να σημειωθεί δε ότι η αγόρευση αυτή αναφέρεται και σ' ένα άλλο σετ υποθέσεων, τις οποίες επίσης παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος και στις οποίες θα του επιβληθούν ποινές σήμερα και οι οποίες αφορούν άλλης φύσης αδικήματα. Επιπλέον σημειώνεται ότι πρόσθεσε κάποια πράγματα και προφορικά. Η συνήγορος δε μέσω αυτής ζητά από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τα εξής: - Ο κατηγορούμενος στα πλαίσια θεληματικής του κατάθεσης στις ανακριτικές αρχές έχει παραδεχθεί άμεσα την διάπραξη των αδικημάτων αυτής της υπόθεσης, αναφέροντας με πάσα ειλικρίνεια και με επίγνωση των συνεπειών των πράξεων του, που αυτό δείχνει και την έμπρακτη μεταμέλεια του αλλά και το γεγονός ότι ήθελε να βοηθήσει την αστυνομία στην άμεση εξιχνίαση της υπόθεσης, ότι το επίδικο όπλο το παρέδωσε πριν τέσσερις με πέντε μήνες περίπου σε τρίτο πρόσωπο, το οποίον και κατονόμασε, μαζί με μια γεμιστήρα άδεια, ώστε ο τελευταίος να του τα φύλαττε, θεωρώντας λανθασμένα φυσικά, ότι στην κατοικία του 3ου αυτού προσώπου, αυτό θα ήταν ασφαλισμένο. Εδώ ακριβώς έγκειται και το αξιόποινο της πράξης του κατηγορούμενου. Δηλαδή ενώ εγνώριζε ότι η ενέργεια του αυτή ήτο παράνομη υπό τις περιστάσεις, αντί να παραδώσει το όπλο στην μονάδα του, παρέδωσε αυτό σε τρίτο πρόσωπο. Η πράξη αυτή του κατηγορούμενου ήταν το λιγότερο ανώριμη και επιπόλαια. - Παρά το γεγονός ότι δια μέσω όλων των υπό αναφορά υποθέσεων παρατηρείται μια συνεχής και παρατεταμένη έκνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά τα έτη 2012, 2013 και 2015, με αποκορύφωμα την τέλεση των αδικημάτων της υπόθεσης αρ. 13061/16 το έτος 2016, εντούτοις αυτές οι συμπεριφορές και αδικοπραξίες του κατηγορούμενου αποδίδονται τόσο στα ψυχικά προβλήματα που ο ίδιος αντιμετώπιζε κατά τους επίδικους χρόνους, όσο και στην συναισθηματική φόρτιση η οποία τον διέβαλλε κατά την διάπραξη των σοβαρότερων αδικημάτων που αυτός αντιμετωπίζει. - Ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν όντως σε πολύ άσχημη ψυχική και ψυχολογική κατάσταση, ευάλωτος και απελπισμένος, φοβούμενος τον ίδιο του τον εαυτό ότι θα διέπραττε μεγάλο κακό εάν άφηνε στην κατοχή του το επίδικο όπλο, γεγονός το οποίον απέδωσε στην συνεχή και επαναλαμβανόμενη σεξουαλική παρενόχληση αλλά και στην απόπειρα βιασμού κατά το έτος 2016 του ανήλικου υιού του από τον α'γάμο του, Σάββα Δαμιανού, ηλικίας τότε μόλις 11 ετών, από τον πρώην γαμπρό του κατηγορούμενου. Τα εν λόγω γεγονότα εκμυστηρεύτηκε ο ανήλικος στον κατηγορούμενο περί το έτος 2016. Ο γαμπρός δε, έχει καταδικαστεί μόλις πρόσφατα από το Μόνιμο Κακουργοδικείο Λεμεσού σε ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αρ.20065/16. Όντας υπό την πιο πάνω περιγραφόμενη ψυχολογική κατάσταση αλλά και συναισθηματική φόρτιση των σοβαρότατων γεγονότων και των όσων βίωνε ο υιός του, θεώρησε εντελώς ανώριμα και λανθασμένα ότι η ενέργεια της απομάκρυνσης του επίδικου όπλου από την κατοχή του ήταν η ορθότερη υπό τις περιστάσεις. Τα πιο πάνω γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα κατά τον επίδικο χρόνο, είχαν θολώσει το ήρεμο και διαυγές της σκέψης του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα να προβεί στην διάπραξη των αδικημάτων της υπόθεσης αρ.13061/16, γεγονότα που φοβήθηκε να αναφέρει στην κατάθεση του άμεσα, καθότι τότε δεν ήταν ακόμα βέβαιο εάν αυτά που του ομολόγησε το παιδί του ήταν αληθινά πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, πλην όμως είχαν θέσει τον κατηγορούμενο σε τέτοια συναισθηματική φόρτιση, ώστε να δρα και να πράττει ανώριμα και απερίσκεπτα υπό το κράτος συναισθηματικής φόρτισης λόγω του εξαιρετικά σοβαρού των γεγονότων. - Το όπλο κατηγορίας «Α» για το οποίον κατηγορείται ότι παρείχε συνδρομή στην μεταφορά του από τρίτο πρόσωπο δεν χρησιμοποιήθηκε καθ'οιονδήποτε τρόπο ώστε να προκληθεί οιονδήποτε αδίκημα σοβαρότερης φύσης από αυτό που αντιμετωπίζει σήμερα ο κατηγορούμενος. - Οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορούμενου δεν παραπέμπουν σε επικίνδυνο ή σκληρό εγκληματία ή πρόσωπο το οποίον αποτελεί κίνδυνο για την κοινωνία. Σχετική είναι η υπόθεση Μαυραντωνίου vs Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ σελ.333 όπου αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων ότι οι ευρύτερες παραμέτροι της μεταφοράς πυροβόλου όπλου λαμβάνονται υπόψη και η κατοχή τους χωρίς ιδιαίτερο κίνητρο για εγκληματική ενέργεια αποτελεί στοιχείο μετριαστικό της παράνομης πράξης. Εδώ φυσικά διαφοροποιείται υπό το πρίσμα του ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε και παρείχε συνδρομή στην μεταφορά του όπλου G3 από 3° πρόσωπο. Ακριβώς υπό τις πιο πάνω περιστάσεις προέβηκε στην διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, προφυλάσσοντας ως η σκέψη του κατηγορούμενου, τόσο τον εαυτό του όσο και την οικογένεια του, από την πιθανή διάπραξη σοβαρότερου υπό αυτόν αδικήματος. Οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ιδιαίτερα σοβαρές, ενόψει ακριβώς και του τρόπου που το επίδικο όπλο μεταφέρθηκε στην κατοχή του 3ου προσώπου, αλλά και του γεγονότος της μη χρησιμοποίησης αυτού περαιτέρω για οποιανδήποτε άλλη εγκληματική ενέργεια. - Ο κατηγορούμενος υπήρξε για μεγάλο χρονικό διάστημα χρήστης απαγορευμένων ουσιών, ήτοι από το 2012 μέχρι και το έτος 2017, η χρήση των οποίων επηρέαζε κατά τους επίδικους χρόνους των κατηγοριών των ελεύθερη βούληση και αντικειμενική θεώρηση και αντίληψη των πράξεων του. Ο κατηγορούμενος με βάση ιατρικό σημείωμα του Δρ. Β.ΧΒασίλη ημερομηνίας 26/10/2017 είναι άτομο καταθληπτικό και χρήστης ναρκωτικών ουσιών από τις οποίες το τελευταίο διάστημα προσπαθεί να απεξαρτητοποιηθεί. Μάλιστα πριν την σύλληψη του είχε διευθετήσει την ένταξη του για σκοπούς απεξάρτησης στο Κέντρο Αγίας Σκέπης στον Μαχαιρά, γεγονός για το οποίον το Δικαστήριο ενημερώθηκε τόσον από την πρώην συνήγορο του κατηγορουμένου όσο και από την Αστυνομία, πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν πρόλαβε να ενταχθεί ένεκα της συλλήψεως του, αλλά σχετική προσπάθεια καταβάλλει μόνος του σήμερα στις Κεντρικές Φυλακές και από της συλλήψεως του μέχρι και σήμερα έχει αποστασιοποιηθεί πλήρως από την χρήση ναρκωτικών ουσιών. Ο κατηγορούμενος υπέπεσε λανθασμένα στην χρήση απαγορευμένων ουσιών μετά από τον σοβαρό τραυματισμό του στο δεξί του πόδι συνεπεία σοβαρού τροχαίου ατυχήματος το οποίον υπέστη περί το 2012, αποτέλεσμα του οποίου ήταν να αποκοπεί το γόνατο του μέχρι την φτέρνα του, υποβαλλόμενος σε χειρουργική επέμβαση με την τοποθέτηση μοσχεύματος. Δηλαδή από το σημείο του γονάτου μέχρι την φτέρνα ο κατηγορούμενος έχει σήμερα ξένο σώμα. Όλα τα πιο πάνω κλόνισαν την ψυχολογία του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα να υποπέσει στην χρήση ναρκωτικών ουσιών και κατ'επέκταση στην διάπραξη των αδικημάτων των υπό αναφορά υποθέσεων. Ο κατηγορούμενος δε είναι άτομο που παλαιότερα παρασυρόταν εύκολα, αλλά με την πάροδο του χρόνου και ιδιαίτερα μετά το συμβάν για το οποίον κατηγορείται, είναι πιο προσεχτικός με τις συναναστροφές και τις συνεργασίες του. - Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και η μετέπειτα συμπεριφορά του καταδεικνύουν ότι η αξιόποινη πράξη του αποτελεί παρελθόν για τον ίδιο, ο οποίος φαίνεται ότι παραδειγματίστηκε από της διαταγής όπως παραμείνει υποκράτηση μέχρι τη δίκη του. Από τη διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας δεν έχει υποπέσει σε άλλο αδίκημα. - Σημαντικός στην προκειμένη περίπτωση είναι ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων. Παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση των υποθέσεων. Αρχικά ο κατηγορούμενος δήλωνε μη παραδοχή, ενώ σε κατοπινό στάδιο άλλαξε απάντηση, πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, και το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα απέβη πολύ θετικό για τον κατηγορούμενο. Ο χρόνος ο οποίος έχει παρέλθει από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο είναι ουσιαστικός. Αυτό, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται ότι μεγάλο μέρος ευθύνης υπέχει ο ίδιος ο κατηγορούμενος ο οποίος δεν εμφανιζόταν ενώπιον του Δικαστηρίου, αποδίδοντας την ενέργεια του αυτή σε ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ως η βεβαίωση του Δρ. Χ'Βασίλη που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την πρώην συνήγορο του κατηγορούμενου. Είναι όμως άξιον λόγου το γεγονός ότι ενώ πρόκειται για αδικήματα των ετών 2012-2013 και 2015, τα κατηγορητήρια εναντίον του κατηγορούμενου καταχωρήθηκαν το έτος 2016, δηλαδή σχεδόν 4 χρόνια μετά των διάπραξη των αδικημάτων χωρίς καμιά δικαιολογία από την κατηγορούσα αρχή, ενώ πρόκειται για Κύπριο πολίτη με την μόνιμη και συνήθη διαμονή του σι Λεμεσό. Από της διάπραξης των αδικημάτων της υπόθεσης αρ. 13061/16 δεν έχει υποπέσει σε οποιονδήποτε άλλο ποινικό αδίκημα και έχει σταθεί στο πλευρό της οικογένειας του και δίπλα στα τέσσερα παιδιά του . - Την έκθεση του γραφείου ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο και συναφώς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Ως διαφαίνεται ο κατηγορούμενος είναι προστάτης της οικογένειας του και ενδεχόμενη ποινή στερητική της ελευθερίας του, θα έχει σοβαρές τόσον οικονομικές όσο και ψυχικές επιπτώσεις σε όλα τα μέλη της οικογένειας του, όχι μόνο στα παιδιά τους τα οποία μεγαλώνουν μαζί με την Δήμητρα όσο και στην ίδια την Δήμητρα, η οποία από την νόσο την οποία πάσχει, υπάρχουν περιπτώσεις που είναι αδύναμη να περιποιηθεί την οικογένεια τους και τα παιδιά της, ρόλο που αναλάμβανε μέχρι τώρα ο κατηγορούμενος. Εάν δηλαδή η αιμοσφαιρίνη της Δήμητρας υποπέσει στο 6 με 8, αυτή αδυνατεί να φροντίσει τα παιδιά τους, ώστε ο κατηγορούμενος να επιφορτίζεται με την υποχρέωση αυτή. Ο κατηγορούμενος είναι πολύ καλού χαρακτήρα και γενικά φιλήσυχο άτομο. Είναι έντιμος, ηθικός και χαίρει της εκτίμησης του γενικότερου οικογενειακού και φιλικού του περιβάλλοντος και βοηθά πολύ τους συνανθρώπους του. - Ο ανήλικος γιός του κατηγορούμενου Σάββας έχει πέσει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης το 2016 από τον γαμπρό του κατηγορούμενου, ο οποίος καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο σε ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών. Ένεκα τούτου ο ανήλικος αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα και παρακολουθείται από ψυχίατρο, ενώ ζητά συνέχεια τον πατέρα του. - Εφόσον δε το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε ποινή στερητική της ελευθερίας, τότε με βάση όσα αναφέρθηκαν είναι εισήγηση της συνηγόρου όπως αυτή ανασταλεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής. Συγκεκριμένα για την 1η κατηγορία προβλέπεται ποινή φυλάκισης 7 χρόνων, για τις κατηγορίες 2, 4 και 5 προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις 42.715.- ευρώ ή και οι δύο αυτές ποινές και για την 3η κατηγορία προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1708.- ή και οι δύο αυτές ποινές. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Θ' αναφερθώ σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 217). Στην Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 AAΔ 100, το Εφετείο στη σελ. 109 επανέλαβε ότι: «.. δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν». Στην πρόσφατη απόφαση Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 212/13, απόφαση ημερ. 5.2.15, τονίστηκε ότι η προηγηθείσα νομολογιακή προσέγγιση είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων, αλλά και καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Παραπομπή σε δικαστικό προηγούμενο, ιδίως στις περιπτώσεις όπου επιβάλλεται ποινή φυλάκισης, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιανδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντα. Στην Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 166 ο κατηγορούμενος είχε κριθεί ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορίες για κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου G3, για τις οποίες του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών στην κάθε μία. Στην κατηγορία για κατοχή εκρηκτικών υλών, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών. Είχε δύο προηγούμενες καταδίκες που αφορούσαν σε διαρρήξεις, κλοπές, πλαστογραφίες κλπ, και έπασχε από μεσογειακή αναιμία. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις ως άνω ποινές τονίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων και ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί κάθε φορά που παρανομεί να προβάλλει τα θέματα της υγείας του. Στη Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 279, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και σε κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή πιστολιού και κατοχή εκρηκτικών υλών, δηλαδή 7 φυσιγγίων με τα οποία το πιστόλι ήταν οπλισμένο. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 και 3 ετών αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος προσέβαλε τις επιβληθείσες ποινές ως καταφανώς υπερβολικές. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα ο εφεσείων μετέφερε το πιστόλι σε νυχτερινό κέντρο όπου υπηρετούσε ως φρουρός. Αποκάλυψε στους αστυνομικούς την κατοχή του πιστολιού όταν τον πληροφόρησαν ότι θα τον υπέβαλλαν σε σωματική έρευνα, που αναπόδραστα θα αποκάλυπτε την κατοχή του. Το Εφετείο, επικυρώνοντας τις επιβληθείσες ποινές, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 283: «Η ποινή υποστηρίζεται από τη Δημοκρατία ως ορθή και απόλυτα δικαιολογημένη από τα γεγονότα που συνθέτουν τα αδικήματα και περιβάλλουν τη διάπραξη τους. Όντως η μεταφορά ένσφαιρου όπλου ως εφοδίου για την εκτέλεση της εργασίας προσώπου και δη σε νυχτερινό κέντρο, συνιστά σοβαρό έγκλημα. Αναφορά έγινε και από το δικηγόρο της Δημοκρατίας σε σειρά αποφάσεων αποκαλυπτικών των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμούνται. Η μεταφορά όπλου είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες σοβαρό έγκλημα, καθίσταται δε σοβαρότερο όταν συνοδεύεται με την κατοχή πυρομαχικών που καθιστούν δυνατή τη χρήση του. Ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις προσλαμβάνουν τα αδικήματα που διέπραξε ο εφεσείων, όταν αναλογισθούμε ότι μετέφερε το όπλο ως εφόδιο της εργασίας του σε νυχτερινό κέντρο, συμπεριφορά που εγκυμονεί ιδιαίτερα σοβαρούς κινδύνους για τρίτα πρόσωπα.» Στην Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 171 ο εφεσείων στην Έφεση 7043 παραδέχθηκε κατηγορίες που αφορούσαν στα αδικήματα της παράνομης μεταφοράς όπλου και εκρηκτικών υλών. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών για την παράνομη μεταφορά όπλου. Σε έφεση που καταχώρισε κατά της εν λόγω ποινής το Εφετείο στη σελίδα 189 στης απόφασης ανέφερε τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων παραπονείται ότι η ποινή των τριών χρόνων φυλάκισης για τη μεταφορά όπλου είναι υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Το παράπονο δεν ευσταθεί. Η σοβαρότητα του αδικήματος της παράνομης μεταφοράς όπλου συνεκτιμήθηκε με τους άλλους σχετικούς παράγοντες. Το Κακουργιοδικείο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής έλαβε υπόψη την παραδοχή του εφεσείοντα, το λευκό ποινικό μητρώο του (τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν προτού καταδικαστεί για τα αδικήματα που είχαν σχέση με τα ναρκωτικά), τις προσωπικές του περιστάσεις με έμφαση στο γεγονός ότι είναι πατέρας ανήλικου παιδιού, τον περιορισμένο ρόλο που διαδραμάτισε στην κατοχή/μεταφορά των όπλων και πυρομαχικών, ότι ενήργησε κάτω από την πίεση άλλων και ότι ο ίδιος επέστρεψε £7.000, μέρος του προϊόντος της ληστείας. Ούτε εδώ υπάρχουν περιθώρια παρέμβασης για μείωση της ποινής και συνεπώς η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.» Στην Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 424, επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης που αφορούσαν σε κατηγορίες κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, κατοχής πυροβόλου μη προβλεπόμενου τύπου, κατοχής περιστρόφου άνευ ειδικής άδειας του Υπουργικού Συμβουλίου και κλοπής. Στον εφεσείοντα είχαν επιβληθεί οι ακόλουθες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης: «Σε τρεις κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή εκρηκτικών υλών, ποινή φυλάκισης 8 χρόνων σε κάθε μία, σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν επίσης κατοχή εκρηκτικών υλών, ποινές φυλάκισης 2 χρόνων και ενός χρόνου αντίστοιχα, σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή πυροβόλου όπλου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 χρόνων και στην κατηγορία 59, που αφορούσε το ίδιο αδίκημα, ποινή φυλάκισης 2 χρόνων για κατοχή πυροβόλου όπλου μη προβλεπόμενου τύπου, στην κατηγορία 41 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 χρόνων, ενώ για την κατοχή περιστρόφου σε σχέση με τις κατηγορίες 56 και 57 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 χρόνων σε κάθε μία και για το αδίκημα κλοπής, στην κατηγορία 55 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 χρόνων.» Ο κατηγορούμενος ήταν στρατιωτικός και έφερε τον βαθμό αντισυνταγματάρχη. Το Κακουργιοδικείο αναγνώρισε την προσφορά του κατηγορούμενου στο κράτος αλλά επεσήμανε πως ανέτρεψε τα πάντα με το να συλλέγει οπλισμό και να τον παραδίδει σε χέρια τρίτων εκτός των αρμόδιων υπηρεσιών του κράτους από όπου δεν μπορούσε να ελέγξει την χρήση του, παρόλο που ο ίδιος δεν είχε πρόθεση να τον χρησιμοποιήσει. Το Εφετείο επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές παρόλο που ανέφερε πώς ίσως αυτές να είναι κάπως αυστηρές όχι όμως εκτός των επιτρεπτών ορίων. Στην Παπαγεωργίου (Γιάγκος) ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 646 ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία κατοχής πυροβόλου όπλου, δηλαδή ενός πιστολιού τύπου «Tapiq» του οποίου η κατοχή απαγορεύεται, στην μεταφορά του ίδιου όπλου και για κατοχή εκρηκτικών υλών, δηλαδή 52 πλήρη φυσίγγια χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ετών στις κατηγορίες που αφορούν το όπλο και 6 μηνών στην κατηγορία που αφορά τα φυσίγγια. Το Εφετείο με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 651: «Εξετάσαμε τα γεγονότα της υπόθεσης με όλα τα ελαφρυντικά που είχε δεχθεί το δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένης και της πιθανότητας το συγκεκριμένο βράδυ να πήγαινε ο εφεσείων να παραδώσει το όπλο στο φίλο του αστυνομικό. Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν είναι καθοριστικές αλλά ενδεικτικές της ποινής, αφού κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Είναι γεγονός ότι υπάρχουν υποθέσεις που η ποινή για κατοχή πιστολιού ήταν λιγότερη και το Εφετείο, σε παράπονο του εφεσείοντα ότι ήταν υπερβολική απέρριψε την έφεση χωρίς να αυξήσει την ποινή. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να είναι και πιο αυστηρή η ποινή. Για παράδειγμα στην υπόθεση Hage Mussa Hassan Khodr v. The Republic
(1988)2 CLR 185 για κατοχή πιστολιού, σιγαστήρα και 13 σφαιρών επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών για το πιστόλι και 2 ετών για τα υπόλοιπα. Στην υπόθεση Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 1 για κατοχή πιστολιού και σφαιρών επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές 4 και 3 ετών αντίστοιχα. Στην Titos v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 409, η φυλάκιση ήταν 4 έτη για κατοχή πιστολιού όπως ήταν και στην Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 279.» Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Chronyy
(2006)2 ΑΑΔ 117, ο κατηγορούμενος, νεαρός Ουκρανός, κατείχε παράνομα τυφέκιο και δυο σφαίρες του διαμετρήματος του τυφεκίου. Πρωτόδικα του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 μηνών μετά από ακροαματική διαδικασία. Το Εφετείο θεώρησε ότι η ποινή των 10 μηνών απέληγε να ήταν «όχι μόνο ούτε απομακρυσμένα άκρως επιεικής αλλά βοερά ανεπαρκής ως εντελώς έξω από τα ορθά πλαίσια, όσο πλατειά και αν προσπαθήσει κάποιος να τα δει». Τελικά αντικατέστησε την ποινή των 10 μηνών με ποινή φυλάκισης 4 ετών, με το σκεπτικό ότι «Η κατοχή πυροβόλου όπλου, και μάλιστα και πυρομαχικών, συνιστά εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής». Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολόπουλου-Βασιλείου κ.α.
(2007)2 ΑΑΔ 84, οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή σε κατηγορίες που αφορούσαν σε κατοχή πυροβόλου όπλου, κατοχή φυσιγγιοθήκης, κατοχή σιγαστήρα όπλου και κατοχή 17 φυσιγγίων πυροβόλου όπλου. Πρωτόδικα τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 3,5 χρόνων, ενός χρόνου, 6 μηνών και 2 χρόνων αντίστοιχα. Ο Γενικός Εισαγγελέας εφεσίβαλε την απόφαση, θεωρώντας ότι οι επιβληθείσες ποινές ήταν έκδηλα ανεπαρκείς. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 89: «Έχουμε μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις. Διαπιστώσαμε ότι το Κακουργιοδικείο έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως και στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της έξαρσης που παρατηρείται σε αδικήματα κατοχής οπλισμού. Τόνισε, παράλληλα, ότι, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, οι προσωπικές συνθήκες δεν εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της επιβλητέας ποινής. Δεν παραγνώρισε, όμως, ταυτόχρονα, και τους σοβαρούς μετριαστικούς παράγοντες που συνέτρεχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήτοι την άμεση παραδοχή των εφεσιβλήτων στην Αστυνομία, την ευθύς εξ αρχής συνεργασία τους, χωρίς την οποία ενδεχομένως να μην εντοπιζόταν η τσάντα με τον οπλισμό και τα πυρομαχικά, το γεγονός ότι κατονόμασαν αμέσως το τρίτο πρόσωπο που τους προμήθευσε εδώ τα όπλα και τα πυρομαχικά, την παραδοχή τους στο Δικαστήριο, το λευκό ποινικό τους μητρώο και, τέλος, σε μικρό οπωσδήποτε βαθμό, αλλά όχι καθόλου, τις προσωπικές τους συνθήκες σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που θα υφίσταντο οι ίδιοι και οι οικογένειες τους από τη φυλάκιση τους στην Κύπρο.» Στην Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 AAΔ 333, ο κατηγορούμενος λευκού ποινικού μητρώου παραδέχθηκε τις κατηγορίες κατοχής δύο πυροβόλων όπλων κατηγορίας Β, ήτοι δύο πιστολιών, το ένα έμφορτο με ένα πλήρες φυσίγγιο, και της κατοχής εκρηκτικών υλών, 5 φυσίγγια, όπως και κάποιες άλλες που σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες ενώ σε κάποιες άλλες που αφορούσαν άλλα αδικήματα δεν παραδέχθηκε. Τελικά επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 ½ ετών για τα αδικήματα της κατοχής πιστολιών και 6 μηνών για την κατοχή ναρκωτικών, οι οποίες διατάχθηκαν να είναι διαδοχικές. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού τόνισε την σοβαρότητα των αδικημάτων της κατοχής πιστολιού και εκρηκτικών υλών έκρινε ότι το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, οι λόγοι που τον ώθησαν να εφοδιαστεί με τα πιστόλια και τα πυρομαχικά, το γεγονός της διαταραγμένης ψυχικής υγείας του, η γενικότερη πιστοποιημένη καλή προσωπικότητα και ήθος του, η μεταγενέστερη της φυλάκισης του τέλεση γάμου, δικαιολογούσαν την επίδειξη επιείκειας έτσι ώστε η ποινή να ταιριάζει στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δράστη και μείωσε την ποινή από 2 ½ σε 1 ½ χρόνο για την κατοχή πυροβόλου όπλου έτσι ώστε η συνολική ποινή να μειωθεί στα 2 χρόνια. Φαίνεται πως εδώ διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα. Συγκεκριμένα, κατά τον κρίσιμο χρόνο διάπραξης τους έπασχε από παραληρητικές ιδέες διωκτικού και παρανοϊκού περιεχομένου και ιδέες αυτοαναφοράς και συσχετίσεως. Στα πλαίσια των πιο πάνω ιδεών ο κατηγορούμενος προμηθεύτηκε τα πιστόλια θεωρώντας, εσφαλμένα, ότι κάποιοι συζητούσαν για την επιχείρηση περιπτέρου που διατηρούσε πιστεύοντας πως τρίτα πρόσωπα τον παρακολουθούσαν. Διέπραξε τα αδικήματα στα πλαίσια ψυχωτικού επεισοδίου ώστε να πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ψυχικά ασθενές άτομο που χρήζει παρακολούθησης και θεραπείας. Στην Προκοπίου - Κίτας ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 433, η αστυνομία μετά από πληροφορία εντόπισε τον κατηγορούμενο ο οποίος θεάθηκε να έχει στην κατοχή του δύο τσάντες. Στη συνέχεια την μια την τοποθέτησε στη θέση του συνοδηγού και την άλλη στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε άλλο άτομο. Προσεγγίζοντας το αυτοκίνητο η αστυνομία αντιλήφθηκε ότι σ' αυτό βρισκόταν ένα πιστόλι που ήταν καλυμμένο με ύφασμα. Ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να το παραδώσει και τον πληροφόρησε ότι βρισκόταν υπό σύλληψη. Αντ' αυτού τράπηκε σε φυγή κρατώντας το πιστόλι. Αφού καταδιώχθηκε και συνελήφθηκε εντοπίστηκε και το πιστόλι στο σημείο που θεάθηκε προηγουμένως να το πετά. Παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αφορούσαν στην κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, ήτοι ένα πιστόλι, καθώς και άλλες που σχετίζονται με τα διαδραματισθέντα γεγονότα μέχρι την σύλληψη του και τον τραυματισμό αστυνομικού. Επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 3 ½ χρονών για την κατοχή και μεταφορά του πιστολιού και άλλες μικρότερες ποινές φυλάκισης σε άλλες κατηγορίες. Είχε μία προηγούμενη καταδίκη και η συνήγορος του έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι το πιστόλι δεν ήταν έμφορτο, δεν κατείχετο για να προβεί σε εγκληματική πράξη και ότι το κατείχε για να βοηθήσει τον αδελφό του που ήταν κατάδικος στις κεντρικές φυλακές. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 438, 439: «Το πιο κάτω σκεπτικό που προβάλλεται στην πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με αδικήματα κατοχής και μεταφορά πυροβόλου όπλου, είναι κατά την άποψη μας, ορθό και το παραθέτουμε αυτούσιο. "H διάπραξη των αδικημάτων που σχετίζονται με την κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων είναι από τα πιο σοβαρά της ποινικής μας νομοθεσίας και αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό τόσο από τις προβλεπόμενες ποινές όσο και από τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται. Πρόκειται για αδικήματα τα οποίας ως εκ της φύσης τους εμπεριέχουν τον κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιτότητας συνανθρώπων μας, της ζωής τους ή εκφοβισμού τους και ως εκ τούτου οι ποινές οι οποίες θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να εμπεριέχουν τον αποτρεπτικό τους χαρακτήρα ενόψει των κινδύνων που ενέχει η παράνομη κατοχή και μεταφορά τους αλλά τις δοκιμασίες στις οποίες έχει εκτεθεί η κυπριακή κοινωνία από την παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Θεοδούλου ν. Δημοκρατίας,
(1992)2 ΑΑΔ σελ. 206: «Η παράνομη κατοχή όπλων υπονομεύει την έννομη τάξη, οδηγεί στην αναρχία και δημιουργεί αίσθημα ανασφάλειας στου νομιμόφρονες πολίτες, στοιχείο που δεν έχει θέση σε μια Δημοκρατική κοινωνία»". Πιο κάτω ανέφερε τα ακόλουθα: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία έχει παραδεχθεί ο εφεσείων και ιδιαιτέρως τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου, Κατηγορίας Β, καταφαίνεται και από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή (άρθρο 51 του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 2004 (Ν.113(Ι)/2004). Ήτοι, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις €42.715,04 ή σε αμφότερες τις ποινές, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας δήμευσης ή καταστροφής του όπλου. Η κατοχή πιστολιού, έστω και για το λόγο που ανέφερε η συνήγορος του εφεσείοντα ενώπιον μας, σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα ήταν για καλό σκοπό. Σε μια χώρα όπως η Κύπρος, η οποία, από την ανεξέλεγκτη κατοχή όπλων έχει υποστεί ανεπανόρθωτη καταστροφή, δεν μπορούν παρά τα δικαστήρια να αντικρίζουν αδικήματα αυτής της μορφής με τη δέουσα σοβαρότητα. Εκ προοιμίου η παράνομη κατοχή όπλου υπονομεύει την έννομη τάξη, δημιουργεί ανασφάλεια και τείνει να οδηγήσει άτομα σε εκδήλωση εγκληματικής δραστηριότητας που στοχεύει στην επιβολή του νόμου του ισχυρού, κάτι το οποίο δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να γίνει αποδεκτό σε βάρος των φιλήσυχων και νομιμοφρόνων πολιτών αυτού του κράτους. Η επιβληθείσα ποινή με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι υπερβολική, και η έφεση δεν μπορεί να έχει επιτυχία». Στην Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 169 τονίστηκε ότι «Το είδος του πυροβόλου έχει σημασία. Και αυτό χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σοβαρότητα της παράνομης χρήσης, ακόμα και κυνηγετικού.» Στην εν λόγω υπόθεση αφού λήφθηκαν υπόψη διάφοροι μετριαστικοί παράγοντες, ποινή φυλάκισης 2,5 ετών που επιβλήθηκε για τη χρήση κυνηγετικού όπλου, κρίθηκε υπερβολική και μειώθηκε σε 18 μήνες. Ο κατηγορούμενος ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια αδικήματα που αφορούν σε παράνομη κατοχή, μεταφορά και χρήση πυροβόλων όπλων, παρουσιάζουν έξαρση και σε τέτοια περίπτωση το στοιχείο της αποτροπής υπερτερεί έντονα. Στην υπόθεση Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών. Όπως αναφέρθηκε και στην Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551, εκεί που παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών προς αποτροπή. Ως έχει δε λεχθεί στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598, όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αδικήματα άλλων υποθέσεων μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194). Όσον αφορά τις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη στην παρούσα να σημειωθεί εδώ ότι με βάση αυτές προκύπτει η επαναλαμβανόμενη για μεγάλη περίοδο ήτοι από τον Αύγουστο του 2012 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2016 διάπραξη σοβαρής μορφής αδικημάτων από τον κατηγορούμενο. Πάρα τα πιο πάνω είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής όμως δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Προς όφελος του κατηγορούμενου 1 λαμβάνω λοιπόν υπόψη τα εξής: · Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου. · Την παραδοχή του άμεσα και τη συνεργασία του με την Αστυνομία, χωρίς να διαφεύγει ότι δυστυχώς με βάση αυτήν δεν υπήρξε θετικό αποτέλεσμα ως προς τις έρευνες για εντοπισμό κυρίως του πυροβόλου όπλου. · Την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία δεν ήταν μεν άμεση πλην όμως έγινε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και δείχνει την μεταμέλεια του και την αναγνώριση του λάθους του. Βεβαίως δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και τις παραδοχές που έκανε στην Αστυνομία προφανώς η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν «μονόδρομος». Άρα και η αξία που θα δοθεί στην παραδοχή αυτή είναι ανάλογη. · Τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ξεκίνησε να κάνει χρήση ναρκωτικών, το γεγονός ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών από το 2012 και όλη την περίοδο που αφορούν τα αδικήματα και τις προσπάθειες που καταβάλλει το τελευταίο διάστημα για απεξάρτηση του από τα ναρκωτικά (σήμερα μέσα από τις Κεντρικές Φυλακές) αλλά και τα προβλήματα ψυχικής υγείας ή και κατάθλιψης που αντιμετωπίζει. · Επίσης τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ανήλικος γιός του κατηγορούμενου Σάββας, ο οποίος έχει πέσει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης το 2016 από τον γαμπρό του κατηγορούμενου. · Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς και όσα ανέφερε σχετικά η συνήγορος αυτού και ιδιαίτερα ότι: Ο κατηγορούμενος ηλικίας 37 ετών κατάγεται από τη Λεμεσό. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικό- οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του ηλικίας 58 ετών σήμερα διατηρούσε εργοληπτική εταιρία την οποία το 2012 περίπου, λόγω οικονομικών δυσκολιών που παρουσιάστηκαν, διέκοψε τη λειτουργιά της. Σήμερα είναι άνεργος και στηρίζεται οικονομικά με κρατικό επίδομα. Ο πατέρας του σήμερα παρουσιάζει καρδιολογικά προβλήματα. Η μητέρα του ηλικίας 54 ετών σήμερα τα τελευταία 8 χρόνια περίπου λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει (σπονδυλοπάθεια) δεν είναι σε θέση να εργαστεί και οικονομικά στηρίζεται με μηνιαίο κρατικό επίδομα. Οι γονείς του διαμένουν στην επαρχία Λεμεσού. Ο κατηγορούμενος είναι ο δεύτερος σε σειρά από τα τρία παιδιά της οικογένειας του. Η μεγαλύτερη αδελφή του ηλικίας 38 ετών σήμερα είναι διαζευγμένη και διαμένει με τους γονείς της στη Λεμεσό. Η μικρότερη αδελφή του ηλικίας 30 ετών σήμερα είναι έγγαμη και διαμένει με την οικογένεια της στην περιοχή Καλαβασό. Οι σχέσεις του με όλα τα μέλη της οικογένειας του είναι ικανοποιητικές. Φοίτησε μέχρι την Β' τάξη του Γυμνασίου και έπειτα διέκοψε για να εργαστεί και να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια του. Από νεαρή ηλικία ανέλαβε εργασία στις οικοδομές, μαζί με τον πατέρα του. Υπηρέτησε κανονικά την στρατιωτική του θητεία στην Εθνική Φρουρά. Μέχρι το 2012 λειτουργούσε μαζί με τον πατέρα του εργοληπτική εταιρεία της οποίας διέκοψαν τη λειτουργιά λόγω οικονομικών δυσκολιών που παρουσιάστηκαν. Για περίοδο 2 χρόνων εργαζόταν με ευκαιριακή απασχόληση στις οικοδομές ενώ τα τελευταία χρονιά δηλώνει άνεργος. Τo 2001 τέλεσε γάμο με την κα Αναστασία ηλικίας 37 ετών σήμερα. Από το γάμο του απέκτησε ένα παιδί ηλικίας 13 ετών σήμερα. Η οικογένεια φιλοξενείτο στην πατρική οικία της συζύγου στη Λεμεσό. Ο ίδιος εργαζόταν στις οικοδομές και η σύζυγος του εργαζόταν ως υπάλληλος σε ταξιδιωτικό γραφείο για κάλυψη των αναγκών της οικογένειας τους. Με την πάροδο 1½ χρόνου λόγω προβλημάτων που παρουσιάστηκαν στις σχέσεις τους το ζεύγος οδηγήθηκε στο διαζύγιο. Τη φύλαξη και φροντίδα του παιδιού ανέλαβε η μητέρα του ενώ ο ίδιος μέχρι σήμερα διατηρεί καθημερινή επικοινωνία μαζί του και το στηρίζει οικονομικά στο μετρό των δυνατοτήτων του. Τα τελευταία χρόνια διατηρεί δεσμό και συμβιώνει με την κα Δήμητρα ηλικίας 27 ετών σήμερα. Το ζεύγος από τη σχέση του αυτή απέκτησε μια κόρη ηλικίας 3 ετών σήμερα. Η κα Δήμητρα από προηγούμενο γάμο και από προηγούμενη σχέση απέκτησε ακόμη δυο παιδιά ηλικίας 9 και 6 ετών των οποίων ανέλαβε η ίδια τη φύλαξη και φροντίδα. Η οικογένεια αρχικά διέμενε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Λεμεσό. Τα τελευταία τρία χρόνια λόγω ανεργίας του κατηγορούμενου και σοβαρών οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζουν φιλοξενούνται στην ιδιόκτητη οικία της γιαγιάς της κας Δήμητρας στη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος στο παρόν στάδιο είναι άνεργος ενώ η κα Δήμητρα εργάζεται σε φαστφουντάδικο για κάλυψη των αναγκών της οικογένειας τους. Οι σημερινές σχέσεις του με την συμβία του είναι ικανοποιητικές. Η συμβία του αντιμετωπίζει εκ γενετής προβλήματα υγείας ήτοι μεσογειακή αναιμία και για τούτο υποβάλλεται σε μεταγγίσεις αίματος αλλά και σε υποδόριες ενέσεις για αφαίρεση του πλεονάζοντος σιδήρου. Ο κατηγορούμενος πριν από 4 χρόνια αντιμετώπισε προβλήματα στο γόνατο μετά από τραυματισμό του για τα οποία υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση τοποθέτησης μοσχεύματος. Όμως αναφορικά με τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι σωστό να λεχθεί ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις λαμβάνονται μεν υπόψη, δεν εξουδετερώνουν όμως τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της επιβλητέας ποινής. Ερχόμενος τώρα σε κάποιες άλλες αναφορές της Υπεράσπισης σημειώνονται τα εξής : (α) Έγινε αναφορά στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και τη μετέπειτα συμπεριφορά του που καταδεικνύουν ότι η αξιόποινη πράξη του αποτελεί παρελθόν για τον ίδιο, ο οποίος φαίνεται ότι παραδειγματίστηκε από της διαταγής όπως παραμείνει υποκράτηση μέχρι τη δίκη του. Από τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας ελέχθη δεν έχει υποπέσει σε άλλο αδίκημα. Αυτό δεν είναι αποδεκτό έχοντας υπόψη ότι ο κατηγορούμενος συνέχισε μέχρι και το τέλος του 2016 και συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο την εγκληματική του συμπεριφορά όπως προκύπτει από την υπόθεση 24367/16. (β) Σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων στις οποίες έκανε αναφορά η κα Αντωνιάδου και τις οποίες λαμβάνω υπόψη, θα πρέπει να παρατηρήσω και τα ακόλουθα. To oυσιώδες εδώ είναι ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε παράνομα το επίδικο πυροβόλο όπλο κατηγορίας Α και συνέδραμε περαιτέρω στην κατοχή και μεταφορά του από άλλο πρόσωπο. Η αναφερόμενη δε άσχημη ψυχολογική του κατάσταση και όσα αναφέρθηκαν δεν δικαιολογούσαν βέβαια σε καμία περίπτωση την παράδοση του όπλου σε κάποιον τρίτον αντί στην μονάδα του που ανήκε το όπλο. Ο κατηγορούμενος με την παράδοση στο τρίτο πρόσωπο του όπλου, το οποίο τρίτο πρόσωπο σημειώνεται αρνείται κάτι τέτοιο, δεν μπορούσε να γνωρίζει αν το πρόσωπο αυτό θα φύλαγε πράγματι το όπλο ή εν πάση περιπτώσει που θα κατέληγε τελικά αυτό στη συνέχεια. Και βεβαίως αποτέλεσμα της ενέργειας του κατηγορούμενου είναι το όπλο να μην μπορεί να εντοπιστεί και κατ' επέκταση ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθεί από τρίτα πρόσωπα για παράνομο σκοπό να είναι υπαρκτός. (γ) Ως προς τον παράγοντα χρόνος, αυτό που μπορώ να λάβω υπόψη μου σαν ένα δεδομένο είναι μόνον τον χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή. Με βάση όσα αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής η παρούσα, η 24367/16 και η 13506/16 αφορούν πρώτη καταχώρηση ενώ οι λοιπές υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη καταχωρήθηκαν κατ' επανάληψη πλην στην πορεία διακόπτονταν λόγω μη επίδοσης τους στον κατηγορούμενο ή λόγω μη εκτέλεσης των ενταλμάτων σύλληψης που εκδίδονταν εναντίον του όταν δεν παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο και αυτά λόγω της συνεχούς αλλαγής διευθύνσεων από μέρους του κατηγορούμενου. Παρεμβάλλω πως όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής δεν αμφισβητήθηκαν από την συνήγορο της υπεράσπισης η οποία δήλωσε πως δεν διαφωνεί. Ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει ιδίαν γνώση μέσω όλων των υποθέσεων του κατηγορούμενου για τη σχετική συμπεριφορά του αλλά και της απουσίας του για μεγάλο χρονικό διάστημα, κάτι που οδήγησε σε απόφαση του Δικαστηρίου τελικά να τον θέσει υπό κράτηση για όλες τις υποθέσεις προκειμένου να εξασφαλιστεί η παρουσία του. (δ) Όσον αφορά τις αναφερόμενες συνέπειες στην οικογένεια του κατηγορούμενου από τυχόν φυλάκιση του, το Δικαστήριο σημειώνει πως δεν μπορεί να προσδώσει στον παράγοντα αυτό την εξαιρετικά μεγάλη βαρύτητα που φαίνεται να αποδίδει σε αυτόν η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου. Αφενός γιατί με βάση τη Νομολογία, οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου συγκαταλέγονται μεν μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων αλλά δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (Domotov κ.α. -v- Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.328). Αφετέρου γιατί ο κατηγορούμενος διέπραξε πολύ σοβαρά αδικήματα που έχουν σχέση με τον Νόμο για τα πυροβόλα και μη όπλα και η Νομολογία ως αναφέρθηκε θέλει την αντιμετώπιση τους με αποτρεπτικές ποινές. Λέγοντας αυτά σημειώνω εν κατακλείδι ότι το Δικαστήριο θα δώσει στον παράγοντα αυτό την ανάλογη υπό τις περιστάσεις βαρύτητα. Έτσι και στην παρούσα υπόθεση τα πιο πάνω ελαφρυντικά που εντοπίζονται λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση ως έχουν λεπτομερώς αναφερθεί ανωτέρω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή εν σχέση με τις κατηγορίες 2, 4 και 5 είναι η ποινή φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε κατά την κρίση μου τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Όσον αφορά τις κατηγορίες 1 και 5 δεν επιβάλλεται καμία ποινή. Αφενός στην 1η λόγω της νομολογίας που υπαγορεύει ότι όσον αφορά τις κατηγορίες της συνομωσίας, όπου κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι σε τέτοιες κατηγορίες και στις αντίστοιχες κατηγορίες ότι διέπραξαν τα αδικήματα για τα οποία συνωμότησαν, δεν ενδείκνυται η επιβολή ποινής και στις κατηγορίες της συνωμοσίας αφού τα γεγονότα που τις τεκμηριώνουν απορροφούνται (περιλαμβάνονται) στα γεγονότα που τεκμηριώνουν τα διαπραχθέντα στη συνέχεια αδικήματα (βλ. Χασσάν κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεσεις 196/2013 και 197/2013, ημερ. 10.10.14). Και στην 3η κατηγορία επειδή κρίνω ότι τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν περιλαμβάνονται ουσιαστικά στα γεγονότα των κατηγοριών 2, 4 και 5. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 χρόνων και σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 4 και 5 ποινή φυλάκισης 2,5 χρόνων. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Όσον αφορά τα τεκμήρια εκδίδεται διαταγή ως εξής : (α) Τα τεκμήρια που αφορούν την παρούσα υπόθεση 13061/16 και την 13506/16 να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας. (β) Τα τεκμήρια της υπόθεσης 20050/16 ήτοι οι πινακίδες εγγραφής οχήματος να επιστραφούν στο νόμιμο δικαιούχο τους. (γ) Όλα τα τεκμήρια της υπόθεσης 9737/16 να κατασχεθούν και να καταστραφούν, πλην των χρυσαφικών τα οποία να δημοπρατηθούν. (δ) Το τεκμήριο της υπόθεσης 20361/16 να επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο του. (ε) Όλα τα τεκμήρια της υπόθεσης 977/17 να κατασχεθούν και να καταστραφούν, πλην των 2 ρολογιών τα οποία να δημοπρατηθούν. (στ) Τα τεκμήρια της υπόθεσης 24367/16 να επιστραφούν στο νόμιμο δικαιούχο τους. (ζ) Τα τεκμήρια της υπόθεσης 18804/16 να κατασχεθούν και να καταστραφούν πλην του κινητού τηλεφώνου μάρκας ΝΟΚΙΑ, το οποίο να δημοπρατηθεί. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου έρχομαι να εξετάσω κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, και έχοντας υπόψη βέβαια το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο, με τον οποίο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Στην παρούσα υπόθεση αναφέρεται ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένα και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει παρόμοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει, ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Επίσης επαναλαμβάνω άλλη μια φορά ότι το πυροβόλο όπλο δεν έχει ανευρεθεί και βεβαίως τους κινδύνους που ελλοχεύουν ως ανέφερα σε άλλο σημείο πιο πάνω. Έχοντας μελετήσει δε πολύ προσεκτικά τόσο τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης. Οι ποινές φυλάκισης συνεπώς θα είναι άμεσες. Ο χρόνος κράτησης δε με βάση τις ποινές που επιβλήθηκαν, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. €80.- έξοδα για την παρούσα υπόθεση 13061/16, €20.- έξοδα για την υπόθεση 20050/16, €60 έξοδα για την υπόθεση 13506/16, €60 για την υπόθεση 20361/16, €100.- έξοδα για την υπόθεση 24367/16 και €80 έξοδα για την υπόθεση 18804/16 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ...................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινή / Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος / Μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α που απαγορεύεται / Υποχρέωση ασφαλούς φύλαξης πυροβόλου όπλου / Παροχή συνδρομής στην διάπραξη ποινικού αδικήματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.