← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. SAFWAT BASHIR BEZMAWI, Αρ. Υπόθεσης: 12/14, 29/3/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. SAFWAT BASHIR BEZMAWI, Αρ. Υπόθεσης: 12/14, 29/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. SAFWAT BASHIR BEZMAWI Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 29.03.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα (η κα Χρ. Ανδρέου για ν' ακούσει την ποινή) Κατηγορούμενος: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως Παρών ο μεταφραστής κος Γ. Λεϊλλής ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, παράνομης παραμονής στην Κύπρο και απαγορευμένου μετανάστη κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Κεφ.105 (κατηγορίες 5, 6 και 7). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος, ενώ είναι αλλοδαπός από τη Συρία και αφού στις 21.05.10 είχε απελαθεί στη χώρα του και στις 17.06.10 τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στον κατάλογο των προσώπων όπου απαγορευόταν η είσοδος τους στην Κύπρο ως απαγορευμένος μετανάστης, σε μεταγενέστερη ημερομηνία του έτους 2010 εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από μη εγκεκριμένο λιμένα μέσω των κατεχομένων όπου και παρέμεινε στο νησί χωρίς άδεια από το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης μέχρι που εντοπίστηκε στις 03.01.

  1. Αναφορικά με τις κατηγορίες 1-4 του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτές. Τα γεγονότα της υπόθεσης δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο και όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής είναι τα ακόλουθα: Στα πλαίσια διερεύνησης καταγγελίας διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατάγεται από τη Συρία και η αίτηση που είχε υποβάλει για εξασφάλιση πολιτικού ασύλου είχε απορριφθεί. Ως αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης, στις 21.05.10 ο κατηγορούμενος απελάθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία, πλην όμως σε μεταγενέστερη ημερομηνία του έτους 2010 ο κατηγορούμενος εισήλθε παράνομα στο έδαφος της Κύπρου από μη εγκεκριμένο λιμένα και συγκεκριμένα μέσω των κατεχομένων περιοχών όπου και παρέμεινε στο νησί χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Σε κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ο κατηγορούμενος αποκάλυψε ότι ένα μήνα μετά που απελάθηκε εισήλθε ξανά στην Κύπρο στην περιοχή Παραλιμνίου από μη εγκεκριμένο λιμένα και ειδικότερα από τα κατεχόμενα μέσω Τουρκίας. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και ότι στο στάδιο αυτό βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο υπό το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 30 ετών και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών, εκ των οποίων το ένα ηλικίας 4 μηνών από τη νυν συμβία του και το άλλο ηλικίας 8 ετών από προηγούμενη σχέση του. Ο κατηγορούμενος διαμένει μαζί με τη συμβία του και το μικρότερο από τα δύο ανήλικα παιδιά του σε τουρκοκυπριακή κατοικία στον Μούταλλο της επαρχίας Πάφου. Ο κατηγορούμενος κατάγεται από τη Συρία και προέρχεται από πολύτεκνη φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας του και ένα από τα αδέλφια του σκοτώθηκαν στον πόλεμο ενώ η υπόλοιπη πατρική του οικογένεια διαμένει στη Συρία. Είναι απόφοιτος δημοτικού. Στην Κύπρο λάμβανε ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα ύψους €480 μηνιαίως μέχρι τον Φεβρουάριο 2018 που διακόπηκε λόγω εργοδότησης. Επ' αυτού εργάστηκε ως επιπλοποιός για ένα μήνα. Το έτος 2015 ο κατηγορούμενος συνήψε σχέση με κύπρια και έκτοτε διαμένουν μαζί. Από τη σχέση τους απέκτησαν ένα παιδί ηλικίας 4 μηνών. Η συμβία του εργάστηκε ως πωλήτρια και ως υπάλληλος σε ξενοδοχείο αλλά τώρα δε εργάζεται επειδή έχει αναλάβει τη φύλαξη και τη φροντίδα του ανήλικου παιδιού τους. Στο στάδιο αυτό ο κατηγορούμενος δέχεται στήριξη και οικονομική βοήθεια από την πατρική οικογένεια της συμβίας του. Όπως ακόμη σημειώνεται στην έκθεση, ο κατηγορούμενος δεν έχει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη εις το όνομα του, ούτε αποταμιεύσεις αλλά ούτε και χρέη. Σχετικά με κινητή περιουσία σημειώνεται ότι ένα όχημα μάρκας Honda αξίας €1.000 ανήκει στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε με το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και αφού απολογήθηκε για την αξιόποινη συμπεριφορά του υποσχέθηκε ότι δεν θα διαπράξει παρόμοιας φύσεως αδικήματα στο μέλλον. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι η αίτηση που υπέβαλε για παραμονή στην Κύπρο υπό το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας εγκρίθηκε περί τις αρχές του έτους
  2. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της παράνομης εισόδου τιμωρείται, σύμφωνα με τα εδάφια
(1)και
(5)του άρθρου 12 του Κεφ.105, με ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1.708,60 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Η δε διάπραξη του αδικήματος της παράνομης παραμονής στην Κύπρο, δυνάμει του άρθρου 19
(1)του Κεφ.105, υπόκειται επίσης σε ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1.708,60 ή και στις δύο αυτές ποινές. Σοβαρότερο όμως θεωρείται το αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη όπου σύμφωνα με το άρθρο 19
(2)του Κεφ.105 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή με χρηματική ποινή μέχρι €8.543,00 ή και στις δύο αυτές ποινές. Από τον καθορισμό του ύψους των πιο πάνω ποινών μέσω της θέσπισης της προαναφερόμενης νομοθεσίας καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Τα προαναφερόμενα αδικήματα θεωρούνται σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι στρέφονται ευθέως κατά του κράτους και της έννομης τάξης, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύουν τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών για άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στην επικράτεια της, προκειμένου να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή ποιος εισέρχεται, ποιος παραμένει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και για ποιο λόγο. Είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αλυσιδωτές επιπτώσεις στην κυπριακή οικονομία και στην κοινωνία γενικότερα. Η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα και συνάμα συντεταγμένο κράτος το οποίο διέπεται από νόμους, οι οποίοι ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων τόσο των πολιτών της όσο και αυτών άλλων κρατών. Σε ότι αφορά τους τελευταίους, η είσοδος στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επιτρέπεται, όχι όμως ανεξέλεγκτα, αλλά σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζει ο Νόμος και οι σχετικοί Κανονισμοί. Παρόλο ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν παρά να εκφράζουν τη συμπάθεια τους σε πρόσωπα που εγκαταλείπουν τις χώρες καταγωγής τους αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στη χώρα μας, εντούτοις την ίδια στιγμή αναμένουν να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι τα άτομα αυτά οφείλουν να σέβονται τους νόμους του κράτους στο οποίο επιζητούν φιλοξενία. Σε άτομο δε που φέρει την ταυτότητα του απαγορευμένου μετανάστη δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι επιστρέφει κατά τρόπο παράνομο σε τόπο από τον οποίον εκδιώχθηκε στο παρελθόν υπό τη μορφή απέλασης επιδεικνύοντας έτσι ασέβεια και περιφρόνηση στους νόμους του κράτους προς το οποίο καταφεύγει εκ νέου. Η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων που συνεχίζει να παρουσιάζει αυξητική τάση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που επιφέρουν στο νησί, είναι παράγοντες που ενισχύουν το στοιχείο της σοβαρότητας τους. Στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 λέχθηκαν τα εξής: "Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στη σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμη ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορούμενου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα." Επίσης στην υπόθεση Mohamed El Feky κ.ά. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166, τονίστηκαν τα εξής: «Δυστυχώς το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσείοντες διαπράττεται τελευταία με εντεινόμενη συχνότητα.... Οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες ήδη εκδηλώθηκαν και επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Η Κύπρος είναι χώρα φιλόξενη και ανεκτική. Ιστορικά υπήρξε και εξακολουθεί να είναι κόμβος συγκοινωνιακός, οικονομικός και πολιτιστικός. Όμως κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα μη αποδοχής αλλοδαπών, το οποίο παραβιάζεται με διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων.» Περαιτέρω στην υπόθεση Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231 τονίστηκε ότι η παράνομη παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο συνιστά δεσπόζον (prevalent) αδίκημα, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Tutunciyan v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 524 λέχθηκε ότι η χρήση των λιμανιών στα κατεχόμενα αποτελεί σοβαρό αδίκημα αφού πλήττει το κύρος της δημοκρατίας και ενισχύει την κατοχή. Στην υπόθεση αυτή τονίστηκε πως η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν είναι ως θέμα αρχής εσφαλμένη. Στην υπόθεση Khlef κ.ά. v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 203 επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 2 και 4 μηνών για τις κατηγορίες της παράνομης εισόδου και του απαγορευμένου μετανάστη αντίστοιχα. Οι εφεσείοντες μάλιστα παρουσιάστηκαν αυτόβουλα την επομένη της άφιξης τους σε αστυνομικό σταθμό. Το Εφετείο τόνισε ότι «το προεξάρχον καθοδηγητικό στοιχείο στις περιπτώσεις αυτές είναι η αποτροπή, που δικαιολογεί την επιβολή αυστηρών ποινών. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Η Κύπρος κατακλύζεται κυριολεκτικά από αλλοδαπούς που διεισδύουν με τον ίδιο τρόπο για να πετύχουν παραμονή και εξασφάλιση εργασίας. Παρόλη τη συμπάθεια που μπορεί να τρέφει κανείς για τα ελατήρια που ωθούν τους ανθρώπους αυτούς προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής εντούτοις το φαινόμενο, που δεν υποχωρεί, έχει δημιουργήσει ουσιαστικά προβλήματα. Μιλήσαμε γι' αυτά και στην απόφαση μας Mohamed El Feky κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166. Υιοθετούμε τα σχετικά σχόλια. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (άρθρ. 32) έχει προβλέψει ότι μπορεί να ρυθμισθεί με νόμο "οιονδήποτε θέμα σχετικόν προς τους αλλοδαπούς κατά τρόπον συνάδοντα προς το διεθνές δίκαιον. Πέρα από αυτό η Κύπρος είναι πατροπαράδοτα φιλόξενη χώρα. Η φιλοξενία της, ως συλλογική αρετή, εκτείνεται και σε όσους ξένους μας επισκέπτονται ή εργάζονται εδώ. Στην προκειμένη όμως περίπτωση υπήρξε πλήρης περιφρόνηση των νόμων της Δημοκρατίας που απαγορεύουν είσοδο στη χώρα εκτός μέσω των αναγνωρισμένων λιμανιών της. Είναι το καθεστώς κάθε πολιτισμένης και ευνομούμενης χώρας». Η σοβαρότητα που χαρακτηρίζει τα αδικήματα του κατηγορητηρίου και η ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών με αποτρεπτικό χαρακτήρα καθιστούν την ποινή της στερητικής της ελευθερίας του παραβάτη ως το μόνο ενδεδειγμένο είδος ποινής. Θεώρηση της νομολογίας, ενδεικτική τάση της οποίας αποτελούν οι προαναφερόμενες υποθέσεις, επισημαίνει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα, όπως στην παρούσα υπόθεση, η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα. Χωρίς ίχνος ευαισθησίας στο πρόβλημα της κατοχής που υπάρχει στο νησί και εκμεταλλευόμενος το πρόβλημα ελέγχου εισόδου στο νησί σε όλη την επικράτεια της Κύπρου ένεκα της τουρκικής εισβολής, ο κατηγορούμενος εισήλθε στις ελεύθερες περιοχές από τα κατεχόμενα εδάφη επιλέγοντας την παράνομη οδό αντίς να προτιμήσει χρήση νομίμων περιοχών που ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία. Εν γνώση του ότι είχε απελαθεί από την Κύπρο και η εκ νέου είσοδος του στο νησί απαγορευόταν, ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην Κύπρο ένα μήνα αργότερα δια της παράνομης διαδρομής περιφρονώντας πλήρως την απόφαση των αρμοδίων αρχών. Ο κατηγορούμενος μέσα από τη στάση και συμπεριφορά του επέδειξε θράσος και έκδηλα υποτίμησε τους νόμους, κανονισμούς και θεσμούς ενός δημοκρατικού κράτους όπως είναι η Κύπρος. Όλα τα πιο πάνω επιβαρύνουν τη θέση του κατηγορουμένου. Ένα άλλο δεδομένο που προσμετρά εις βάρος του κατηγορουμένου είναι το μεγάλο χρονικό διάστημα που διήρκεσε η συνεχιζόμενη παράνομη συμπεριφορά του στην Κυπριακή Δημοκρατία. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος, ως απαγορευμένος μετανάστης, εισήλθε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας το έτος 2010 και παρέμεινε παράνομα μέχρι τις 03.01.14 όπου και εντοπίστηκε. Συνεπώς η αξιόποινη συμπεριφορά του διήρκεσε χρονικό διάστημα 3,5 χρόνια. Σαφώς η αξιόποινη συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος επέδειξε είναι παράνομη και καταδικαστέα, ανεξάρτητα αν εκ των υστέρων του επιτράπηκε να διαμένει στην Κυπριακή Δημοκρατία υπό το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Το ότι η αίτηση για διαμονή στην Κύπρο υπό το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας εγκρίθηκε δεν διαγράφει το στοιχείο της σοβαρότητας των αδικημάτων που διέπραξε, ιδιαίτερα όταν σ' αυτά επιβάλλεται ποινή αποτρεπτικής φύσεως. Προς όφελος των κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο έστω και αν αυτή έγινε σε καθυστερημένο στάδιο. (γ) Την απολογία του στο Δικαστήριο. (δ) Την ομολογία της αξιόποινης συμπεριφοράς του στις ανακριτικές αρχές με τις οποίες συνεργάστηκε για τη διερεύνηση και εξιχνίαση της υπόθεσης, αν και αυτά τα δεδομένα δεν έχουν μεγάλη βαρύτητα ενόψει του ότι η αποκάλυψη και η συνεργασία επήλθαν μετά τον εντοπισμό του από την αστυνομία και κατόπιν μεγάλου χρονικού διαστήματος συνεχιζόμενης αξιόποινης συμπεριφοράς που διέρρευσε. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 30 ετών και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών, εκ των οποίων το ένα ηλικίας 4 μηνών από τη νυν συμβία του με την οποίαν συνήψε σχέσεις το έτος 2015 και το άλλο ηλικίας 8 ετών από προηγούμενη σχέση του. · Κατάγεται από τη Συρία και προέρχεται από πολύτεκνη φτωχή οικογένεια. · Ο πατέρας του και ένα από τα αδέλφια του σκοτώθηκαν στον πόλεμο της Συρίας. · Είναι απόφοιτος δημοτικού. · Είναι άνεργος ενώ δεν δουλεύει ούτε η συμβία του. · Ο ίδιος και η οικογένεια του στηρίζεται οικονομικά από την πατρική οικογένεια της συμβίας του. · Δεν υπάρχουν αποταμιεύσεις και ούτε οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη εις το όνομα του. · Η μόνη κινητή περιουσία που ο κατηγορούμενος έχει είναι ένα όχημα μάρκας Honda αξίας €1.000. Θα πρέπει να λεχθεί ότι είναι εις γνώση του Δικαστηρίου πως στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται από τη μία οι επιβαρυντικές παράμετροι και από την άλλη οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 6η κατηγορία - καμία ποινή επειδή τα γεγονότα αυτής είναι στενά συνυφασμένα με αυτά της 5ης κατηγορίας στην οποία επιβλήθηκε ποινή 7η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα περίπτωση δεν παραγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα, για τα οποία επιβάλλονται ποινές αποτρεπτικής φύσεως. Ωστόσο την ίδια στιγμή δεν αγνοώ ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου και άτομο που από της διάπραξης των αδικημάτων και μετέπειτα δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη. Είναι άτομο που αφού συνεργάστηκε με την αστυνομία έστω όταν εντοπίστηκε τελικά δήλωσε παραδοχή στο Δικαστήριο με την οποίαν εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Ο ίδιος μετά τη διάπραξη των αδικημάτων αποτάθηκε στις αρμόδιες αρχές ακολουθώντας την προβλεπόμενη από τη σχετική νομοθεσία διαδικασία που αφορά τη δική του περίπτωση. Η έγκριση της αίτησης που υπέβαλε τον καθιστά πλέον νόμιμο στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος διαμένει πλέον νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Αυτό που αβίαστα προκύπτει είναι ότι η ίδια η πολιτεία έχει εντάξει τον κατηγορούμενο στην κυπριακή κοινωνία καθιστώντας τον αναπόσπαστο κομμάτι αυτής. Ένας άλλος παράγοντας που το Δικαστήριο καλείται να λάβει υπόψη του είναι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει ότι τα αδικήματα του κατηγορητηρίου διαπράχτηκαν τον έτος 2010, πλην όμως αποκαλύφθηκαν στις 03.01.14 που ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε. Αυθημερόν υπήρξε προσαγωγή του κατηγορουμένου ενώπιον της δικαιοσύνης. Ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή ανέρχεται στα 4 χρόνια και σχεδόν 3 μήνες. Για την απόρροια αυτού του χρόνου δεν υπάρχουν στοιχεία που να οδηγούν στη διαπίστωση ότι ο κατηγορούμενος ευθύνεται καθ' οιονδήποτε τρόπο. Η εν λόγω περίοδος που παρήλθε είναι κάτι που πρέπει να συνυπολογιστεί, ιδιαίτερα όταν διαπιστώνω ότι υπήρξε μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84, στις οποίες και παραπέμπω. Στο χρόνο που μεσολάβησε ο κατηγορούμενος συνήψε νέα σχέση μέσα από την οποίαν υπήρξε προσθήκη νέου μέλους της οικογένειας. Επίσης η οικονομική του κατάσταση έχει χειροτερέψει αφού πλέον ο ίδιος και η οικογένεια του εξαρτώνται πλήρως οικονομικά από την πατρική οικογένεια της συμβίας του. Επιπροσθέτως, όπως ήδη έχει λεχθεί, το καθεστώς παραμονής του έχει διαφοροποιηθεί ριζικά αφού πλέον διαμένει νόμιμα στην Κύπρο. Τα πιο πάνω επιτρέπουν στο Δικαστήριο να δώσει μία δεύτερη ευκαιρία στον κατηγορούμενο ώστε αυτός να μπορέσει να δημιουργήσει μια ομαλή οικογενειακή ζωή με την προοπτική ενός καλύτερου και συνάμα ασφαλέστερου μέλλοντος για τον ίδιο και την οικογένεια του, με γνώμονα το πράσινο φως που η πολιτεία έχει ήδη ανάψει και τον ενέταξε στην κυπριακή κοινωνία. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής των ποινών φυλάκισης). Έξοδα €60 να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο, τα οποία να αποκοπούν υπό τη μορφή συμψηφισμού από το χρηματικό ποσό των €300 που αυτός κατέθεσε σε μετρητά ως μέρος των όρων εγγύησης. Το υπόλοιπο ποσό των €240 να επιστραφεί στον κατηγορούμενο. Τα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορουμένου να καταστραφούν, η δε κοντομάνικη φανέλα να επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο της. Έξοδα μεταφραστή €35,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence (Αναφορά: Ποινικό/Απαγορευμένος Μετανάστης-Παράνομη Είσοδος και Παραμονή στην Κύπρο/Κεφ.105/Ποινή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.