← Κύπρος

Αστυνομίας ν. Δημήτρη Αχιλλέως, Αρ. Υπόθεσης: 15353/13, 20/3/2018

Αστυνομίας ν. Δημήτρη Αχιλλέως, Αρ. Υπόθεσης: 15353/13, 20/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B38 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15353/13 Μεταξύ: Αστυνομίας εναντίον Δημήτρη Αχιλλέως Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 20 Μαρτίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος - παρών ------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στο στάδιο που η Κατηγορούσα Αρχή θα παρουσίαζε τον επόμενο μάρτυρα που θα ήταν η Παραπονούμενη (Μ.Κ.8), υποβλήθηκε από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής αίτημα όπως διαταχθεί η λήψη ειδικών μέτρων προστασίας κατά την κατάθεση της δυνάμει των προνοιών του Ν.95(Ι)/2001. Συγκεκριμένα ο κ. Συμεού υπέβαλε αίτημα όπως η μαρτυρία της Παραπονούμενης δοθεί εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου χωρίς όμως την παρουσία του Κατηγορούμενου. Το αίτημα του κ. Συμεού προσέκρουσε στην ένσταση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, ο οποίος μάλιστα κάλεσε το Δικαστήριο όπως ακυρώσει την διαταγή με την οποία η Παραπονούμενη θεωρήθηκε ως μάρτυρας που χρήζει βοηθείας. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων είναι καταγεγραμμένες στα πρακτικά της διαδικασίας, έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρώ σκόπιμο να τις αναπαράξω. Πιο κάτω ωστόσο θα αναφερθώ συνοπτικά στην επιχειρηματολογία τόσο του κ. Συμεού όσο και του κ. Αλεξάνδρου. Θα εξετάσω πρώτα το αίτημα που υποβλήθηκε από το συνήγορο του Κατηγορούμενου, αφού ενδεχόμενη επιτυχία του θα καταστήσει άνευ αντικειμένου την εξέταση λήψης ειδικών μέτρων προστασίας κατά την κατάθεση της Παραπονούμενης. Το αίτημα του κ. Αλεξάνδρου στηρίζεται στο άρθρο 4

(3)του Ν.95(Ι)/2001. Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του στις 15.11.17 διέταξε όπως η Παραπονούμενη θεωρηθεί ως μάρτυρας που χρήζει βοηθείας δυνάμει του Ν.95(Ι)/2001 και συγκεκριμένα με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 3
(4)το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(4)Όταν το θύµα ποινικού αδικήµατος προβλεπόµενου από τον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυµάτων) Νόµο του 2000, και τον περί Καταπολέµησης της Εµπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκµετάλλευσης Ανηλίκων Νόµο του 2000, είναι µάρτυρας σε ποινική διαδικασία σε σχέση προς το εν λόγω αδίκηµα, ο µάρτυρας θεωρείται ως µάρτυρας που χρήζει βοηθείας σε σχέση προς τη διαδικασία αυτή, εκτός αν δηλώσει στο ∆ικαστήριο την επιθυµία του να µη θεωρηθεί ως µάρτυρας που χρήζει βοηθείας.» Ο κ. Αλεξάνδρου εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ακυρώσει την προαναφερόμενη διαταγή του, καθώς ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αδικήματα δυνάμει του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και Προστασίας των Θυμάτων Νόμος του 2007 και 2012, Ν.87(Ι)/2007, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στις νομοθεσίες που μνημονεύονται στο άρθρο 3
(4). Με κάθε σεβασμό στην εισήγηση του κ. Αλεξάνδρου, δεν συμφωνώ με αυτήν. Είναι μεν αλήθεια ότι στο άρθρο 3
(4)δεν γίνεται ονομαστική αναφορά στον Ν.87(Ι)/2007, ωστόσο ο εν λόγω νόμος κατήργησε και επί της ουσίας αντικατέστησε τον περί Καταπολέµησης της Εµπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκµετάλλευσης Ανηλίκων Νόµο του 2000 (άρθρο 54 του Ν.87(Ι)/2007). Συνεπώς είναι, κατά την κρίση μου, ξεκάθαρο ότι η περίπτωση της Παραπονούμενης εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 3
(4), καθώς είναι το φερόμενο θύμα ποινικού αδικήματος που προβλέπεται στον Ν.87(Ι)/2007, ο οποίος διαδέχθηκε τον περί Καταπολέµησης της Εµπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκµετάλλευσης Ανηλίκων Νόµο του 2000. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος δυνάμει του άρθρου 10 του Ν.87(Ι)/2007 (κατηγορίες 85, 87, 89, 91 και 93) προβλέπονταν, με ορισμένες γλωσσικές διαφοροποιήσεις, και στο άρθρο 3
(1)(γ) του περί Καταπολέµησης της Εµπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκµετάλλευσης Ανηλίκων Νόµο του 2000. Περαιτέρω, θεωρώ ότι η προσέγγιση τέτοιων ζητημάτων δεν μπορεί να είναι τυπολατρική, αλλά θα πρέπει να εξετάζεται ο σκοπός του νομοθέτη. Στην προκείμενη περίπτωση ο σκοπός του νομοθέτη είναι η διασφάλιση της ποιότητας της μαρτυρίας μάρτυρα που χρήζει βοηθείας η οποία ενδέχεται να επηρεαστεί λόγω φόβου ή αγωνίας ή οδύνης (άρθρο 3
(2)). Στις περιπτώσεις δε όπου μάρτυρας είναι πρόσωπο φερόμενο ως θύμα σε σχέση, μεταξύ άλλων, με αδίκημα που αφορά τη σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων ο νομοθέτης δημιουργεί τεκμήριο ότι το εν λόγω πρόσωπο είναι μάρτυρας που χρήζει βοηθείας (άρθρο 3
(4)). Το προαναφερόμενο τεκμήριο μάλιστα ανατρέπεται μόνο με δήλωση του ιδίου του φερόμενου ως θύματος ότι δεν επιθυμεί να θεωρηθεί ως μάρτυρας που χρήζει βοηθείας. Όπως ήδη αναφέρθηκε τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορούν σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων και η Παραπονούμενη, μέσω του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, δήλωσε στις 15.11.17 ότι δεν επιθυμεί να μην θεωρηθεί ως μάρτυρας που χρήζει βοηθείας. Εν πάση περιπτώσει έχοντας υπόψη μου τη φύση των αδικημάτων, ήτοι άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 151 του Κεφ.154 και σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 10 του Ν.87(Ι)/2007, σε συνάρτηση με τις ισχυριζόμενες περιστάσεις τέλεσης των επίδικων αδικημάτων, το γεγονός ότι η Παραπονούμενη κατά τον χρόνο τέλεσης τους ήταν ανήλικη ενώ σήμερα είναι (με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου) περίπου 19 ½ ετών, κατάγεται από τη Ρουμανία και έχει εκφράσει την άποψη ότι θα αναστατωθεί στην παρουσία του Κατηγορούμενου, θα θεωρούσα και δυνάμει του άρθρου 3
(2)και
(3)ότι για σκοπούς διασφάλισης της ποιότητας της μαρτυρίας της θα πρέπει να λογιστεί ως μάρτυρας που χρήζει βοηθείας. Ως εκ των ανωτέρω η εισήγηση του κ. Αλεξάνδρου, όπως ακυρωθεί η διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία η Παραπονούμενη θεωρήθηκε ως μάρτυρας που χρήζει βοηθείας, απορρίπτεται. Το επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι τα ειδικά μέτρα τα οποία θα οριστούν προς τον σκοπό διασφάλισης της ορθής παρουσίασης της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, εφόσον και για αυτό το ζήτημα υπήρξε διαφωνία. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής μετέφερε στο Δικαστήριο την επιθυμία της Παραπονούμενης όπως παρευρίσκεται στην αίθουσα του Δικαστηρίου και δώσει τη μαρτυρία της ευρισκόμενη εντός αυτής, στην απουσία όμως του Κατηγορούμενου. Ο κ. Συμεού στήριξε την εισήγηση του στο άρθρο 5
(1)(β) του Ν.95(Ι)/2001, λέγοντας ότι με τις κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου μπορεί να διασφαλιστεί το δικαίωμα του Κατηγορούμενου να επικοινωνεί και να δίδει οδηγίες στον δικηγόρο του και αντίστροφα το δικαίωμα του δικηγόρου του Κατηγορούμενου να επικοινωνεί με τον πελάτη του και να λαμβάνει οδηγίες από αυτόν. Επί της ουσίας του αιτήματος του ο κ. Συμεού δήλωσε ότι σε επικοινωνία που είχε με την Παραπονούμενη, η τελευταία του ανέφερε ότι θα αναστατωθεί και θα επηρεαστεί άσχημα ψυχολογικά εάν κατά τη μαρτυρία της έχει απέναντι της τον Κατηγορούμενο. Επίσης μετέφερε την επιθυμία της όπως βρίσκεται στην αίθουσα του Δικαστηρίου, αντί σε ένα δωμάτιο μόνη της, διότι θέλει να αισθάνεται την παρουσία του Δικαστηρίου αλλά και του κ. Συμεού. Ενόψει των πιο πάνω, ο κ. Συμεού υπέδειξε ότι υπάρχει ο κίνδυνος, εαν δεν διαταχθεί η εφαρμογή του προαναφερόμενου μέτρου, να επηρεαστεί δυσμενώς η ποιότητα της μαρτυρίας της Παραπονούμενης. Σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου ως προς το μέτρο που εισηγείται σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να διαταχθεί η απομάκρυνση του Κατηγορούμενου από την αίθουσα του Δικαστηρίου, ο κ. Συμεού ανέφερε ότι σε τέτοια περίπτωση η εισήγηση του είναι όπως διαταχθεί το αντίστροφο, δηλαδή η Παραπονούμενη να δώσει μαρτυρία με τη χρήση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης. Το πιο πάνω αναφερόμενο αίτημα του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής συνάντησε την αντίδραση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου. Ο κ. Αλεξάνδρου ανέφερε ότι το άρθρο 5
(1)(β) του Ν.95(Ι)/2001 έρχεται σε σύγκρουση με το άρθρο 63 του Κεφ.155 το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα του Κατηγορούμενου να παρίσταται στην αίθουσα του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης του και το οποίο καθορίζει συνάμα τις περιπτώσεις που θα μπορούσε να αποκλειστεί ο Κατηγορούμενος από τη δίκη της υπόθεσης του. Στην προκείμενη περίπτωση δεν ισχύει οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που καθορίζει το άρθρο 63 του Κεφ.155 και επομένως δεν μπορεί να αποκλειστεί η παρουσία του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω, ο κ. Αλεξάνδρου επεσήμανε ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής θα επηρέαζε το δικαίωμα του Κατηγορούμενου να δίδει οδηγίες στον δικηγόρο του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της Παραπονούμενης και το ανάλογο δικαίωμα του δικηγόρου να λαμβάνει οδηγίες από τον πελάτη του ανά πάσα στιγμή κατά την διάρκεια της μαρτυρίας της Παραπονούμενης. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κ. Αλεξάνδρου όταν ο Κατηγορούμενος θα θέλει να δώσει οδηγίες τότε θα πρέπει να διακόπτεται η διαδικασία, ο δικηγόρος να εξέλθει της αίθουσας του Δικαστηρίου για να συναντήσει τον Κατηγορούμενο ο οποίος θα βρίσκεται σε άλλο χώρο και στη συνέχεια να επανέλθει στην αίθουσα για να συνεχίσει η διαδικασία. Αυτό τόνισε ο κ. Αλεξάνδρου θα πρέπει να συμβαίνει κάθε φορά που ο Κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του θέλουν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Τέλος, ο κ. Αλεξάνδρου ανέφερε ότι δεν έχει ένσταση όπως η Παραπονούμενη δώσει μαρτυρία είτε με την τοποθέτηση ειδικού διαχωριστικού, είτε μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης. Το αίτημα του κ. Συμεού στηρίζεται, ως ήδη αναφέρθηκε, στο άρθρο 5
(1)(β) του Ν.95(Ι)/2001, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «5.—
(1)Κατά την εκδίκαση αδικημάτων και για τους σκοπούς της προστασίας μαρτύρων που χρήζουν βοηθείας, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως- (α).................................... (β) η κατάθεση οποιουδήποτε μάρτυρα που χρήζει βοηθείας ή άλλου προσώπου, η κατάθεση του οποίου ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς, ληφθεί στην απουσία του κατηγορουμένου αφού δοθούν οδηγίες και γίνουν οι αναγκαίες διευθετήσεις ώστε ο κατηγορούμενος να λαμβάνει γνώση της κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα και αντεξετάζει αυτόν.» Το πρωταρχικό ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο το συγκεκριμένο μέτρο που έχει προταθεί από την Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να διαταχθεί δυνάμει των προνοιών του Ν.95(Ι)/2001. Καταρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στον Ν.95(Ι)/2001 δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη περί απομάκρυνσης του Κατηγορούμενου από την αίθουσα του Δικαστηρίου και συνακόλουθα λήψη της μαρτυρίας μάρτυρα που χρήζει βοηθείας στην αίθουσα του Δικαστηρίου στην απουσία του Κατηγορούμενου. Στον Ν.95(Ι)/2001 και συγκεκριμένα στο άρθρο 5
(2)(α) - (γ) γίνεται πρόβλεψη για την τοποθέτηση ειδικού διαχωριστικού ή τη χρήση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης ή οποιουδήποτε άλλου μέσου ή συστήματος κατά τρόπο που ο Κατηγορούμενος να μην είναι ορατός από τον μάρτυρα και αντίστροφα. Για τα ειδικά μέτρα της τοποθέτησης διαχωριστικού και της χρήσης κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης γίνονται λεπτομερείς ρυθμίσεις ως προς την εφαρμογή τους στα άρθρα 6 και 7 του Ν.95(Ι)/
  1. Σύμφωνα δε με τα άρθρα 6 και 7, ο Κατηγορούμενος και στις δύο περιπτώσεις που ρυθμίζουν τα εν λόγω άρθρα παρευρίσκεται στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Μάλιστα, στην περίπτωση της χρήσης κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, αυτός που απουσιάζει από την αίθουσα του Δικαστηρίου είναι ο μάρτυρας και όχι ο Κατηγορούμενος. Στην προκείμενη περίπτωση με βάση τις υφιστάμενες τεχνολογικές υποδομές του Ε.Δ. Πάφου ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε ο Κατηγορούμενος να λαμβάνει γνώση της κατάθεσης της Παραπονούμενης, χωρίς να ευρίσκεται στην αίθουσα του Δικαστηρίου είναι μέσω του κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης. Αυτό ουσιαστικά είναι και το μέτρο που προτάθηκε από τον κ. Συμεού, δηλαδή κατάθεση της Παραπονούμενης στην αίθουσα του Δικαστηρίου στην απουσία του Κατηγορούμενου, ο οποίος θα παρακολουθεί τη μαρτυρία μέσω του κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης. Το συγκεκριμένο μέτρο όμως όχι μόνο δεν προβλέπεται από τον Ν.95(Ι)/2001, αλλά μία τέτοια διαταγή ρητώς αποκλείεται από τις πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας. Το άρθρο 7 που ρυθμίζει τα του κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης είναι ξεκάθαρο και αναφέρεται αποκλειστικά στη δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάξει όπως η μαρτυρία του μάρτυρα που χρήζει βοήθειας δοθεί μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης. Επίσης ξεκάθαρη είναι και η ερμηνεία που δίδεται στην έννοια «κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης» στο άρθρο 2 του Ν.95(Ι)/2001 (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): ««κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης» σημαίνει κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης ή άλλη διευθέτηση με την οποία μάρτυρας, παρόλο που απουσιάζει από την αίθουσα του Δικαστηρίου ή τον τόπο όπου διεξάγεται η διαδικασία, δύναται να βλέπει και ακούει τα πρόσωπα που βρίσκονται στην αίθουσα του Δικαστηρίου ή τον άλλο τόπο, και να το βλέπουν και να τον ακούσουν τα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 6·» Δεν χωρεί επομένως αμφιβολία ότι το κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης προσφέρεται μόνον για να δώσει μαρτυρία ο μάρτυρας που χρήζει βοηθείας χωρίς αυτός να παρευρίσκεται στην αίθουσα του Δικαστηρίου, και όχι ο Κατηγορούμενος. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία δεν βρίσκει έρεισμα στον Ν.95(Ι)/
  2. Δεν παραγνωρίζω ότι στο άρθρο 5
(1)(β) του Ν.95(Ι)/2001 περιλαμβάνεται η φράση στην «απουσία του κατηγορούμενου», καθώς και ότι τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 5
(2)(α) - (γ) δεν είναι περιοριστικά αφού το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι τα όσα περιλαμβάνονται σε αυτό είναι χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1). Εντασσόμενη ωστόσο η προαναφερόμενη φράση στο σύνολο των προνοιών του Ν.95(Ι)/2001 και έχοντας ειδικότερα κατά νου τα άρθρα 5 - 7 που προβλέπουν για τα ειδικά μέτρα προστασίας καθίσταται, κατά την κρίση μου, σαφές ότι η φράση στην «απουσία του κατηγορούμενου», δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως δυνατότητα απομάκρυνσης του Κατηγορούμενου από την αίθουσα του Δικαστηρίου, αλλά ότι η μαρτυρία του μάρτυρα που χρήζει βοηθείας μπορεί να δοθεί στην απουσία του Κατηγορούμενου, χωρίς δηλαδή ο Κατηγορούμενος να βρίσκεται στον ίδιο χώρο με τον μάρτυρα, όπως συμβαίνει π.χ. με τη χρήση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης όπου ο μάρτυρας δίδει τη μαρτυρία του ενώ απουσιάζει από την αίθουσα του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, ο αποκλεισμός του Κατηγορούμενου από την αίθουσα του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης του αποτελεί δραστικότατο μέτρο το οποίο διασφαλίζεται και συνταγματικά. Στο σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, Δεύτερη Αναθεωρημένη Έκδοση του Criminal Procedure in Cyprus
(1975)στα Ελληνικά» του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ.Μ. Πική αναφέρεται στη σελ.139 ότι: «Το δικαίωμα παρουσίας του Κατηγορούμενου κατά τη δίκη διασφαλίζεται από τις διατάξεις των Άρθρων 12 και 30 του Συντάγματος και από τις πρόνοιες του Άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία προσκύρωθηκε από τον Νόμο 118 του 1962.» Το δικαίωμα της παρουσίας του Κατηγορούμενου στη δίκη του προβλέπεται και στο άρθρο 63 του Κεφ.155, το οποίο στο εδάφιο
(2)ρυθμίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον αποκλεισμό του Κατηγορούμενου από την αίθουσα του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι η υπό συζήτηση περίπτωση δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 63
(2)του Κεφ.155. Συνεπώς, εάν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να περιλάβει μέσα στα ειδικά μετρά προστασίας που προβλέπονται στον Ν.95(Ι)/2001 και τη δυνατότητα απομάκρυνσης του Κατηγορούμενου από την αίθουσα του Δικαστηρίου θα το έπραττε κατά την άποψη μου ρητά. Αυτό διότι, ως ήδη αναφέρθηκε, αποτελεί δραστικότατο μέτρο το οποίο επηρεάζει το αναγνωρισμένο δικαίωμα του Κατηγορούμενου να παρίσταται στην αίθουσα του Δικαστηρίου καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης του. Δεν νοείται, να γίνεται ρητή πρόβλεψη της δυνατότητας τοποθέτησης ειδικού διαχωριστικού και της χρήσης κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης και να γίνονται μάλιστα λεπτομερείς ρυθμίσεις για την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων και να μην γίνεται ρητή πρόνοια για τη δυνατότητα απομάκρυνσης του Κατηγορούμενου από την αίθουσα του Δικαστηρίου. Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ότι το μέτρο που εισηγήθηκε ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δεν περιλαμβάνεται στα ειδικά μέτρα προστασίας μαρτύρων που προβλέπει ο Ν.95(Ι)/2001και επομένως δεν μπορεί να εκδοθεί ανάλογη διαταγή. Υπό το φως των πιο πάνω η διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.11.17 με την οποία η Παραπονούμενη θεωρήθηκε ως μάρτυρας που χρήζει βοηθείας εξακολουθεί να ισχύει. Περαιτέρω, διατάσσεται όπως η Παραπονούμενη δώσει τη μαρτυρία της μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης ευρισκόμενη σε άλλο χώρο εκτός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Η μάρτυρας θα βλέπει και θα ακούει μέσω της τηλεόρασης τα πρόσωπα που βρίσκονται στην αίθουσα του Δικαστηρίου, εκτός από τον Κατηγορούμενο ο οποίος δεν θα είναι ορατός στη μάρτυρα. Η φωνή της μάρτυρος θα ακούγεται στην αίθουσα του Δικαστηρίου μέσω του συστήματος, ενώ το Δικαστήριο, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής και ο συνήγορος του Κατηγορούμενου θα μπορούν επιπρόσθετα και να βλέπουν τη μάρτυρα. Με το προαναφερόμενο μέτρο εξασφαλίζεται η δυνατότητα του Κατηγορούμενου να παρακολουθεί ακουστικά τη διαδικασία και να δίδει οδηγίες στον δικηγόρο του. (Υπ.) ............. Μ. Αγιοματίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.