Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. AMMAR ALCHIKH, Αρ. Υπόθεσης: 42/2015, 14/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 42/2015 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. AMMAR ALCHIKH Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 14.03.18 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενο: κα Μ. Σαββίδου (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις εξής κατηγορίες:
(1)πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση του άρθρου 360 του Κεφ.154 [κατηγορίες 1 και 2],
(2)χρήση πλαστογραφημένης άδειας οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 47(β), 54 και 59 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001 (Ν.94(Ι)/01)[κατηγορίες 5 και 8],
(3)οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς να υπάρχει σε ισχύ άδεια οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 8
(1), 49
(1)(α), 54 και 59 του Ν.94(Ι)/01 [κατηγορίες 6 και 9],
(4)χρήση μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς να υπάρχει σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν.96(Ι)/2000)[κατηγορίες 7 και 10]. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος στις 02.12.11 στη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου στην Πάφο και 23.12.12 στη λεωφόρο Γρίβα Διγενή στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου με σκοπό την καταδολίευση των ειδικών αστυφυλάκων 5385 Ν. Χριστοφή και 5063 Γ. Γεωργίου αφού ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως τον Mohamed Al Mossa από τη Συρία ενώ στην πραγματικότητα είναι ο Ammar Alchikh από τη Συρία, με δόλια πρόθεση χρησιμοποίησε την άδεια οδήγησης με αριθμό 5550844 εν γνώσει του ότι αυτή ήταν πλαστογραφημένη παρουσιάζοντας την στους πιο πάνω αστυφύλακες. Περαιτέρω στις 02.12.11 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής HXB 993 ενώ στις 23.12.12 ο ίδιος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής HMM 262 χωρίς σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτός να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης και δίχως να βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης του ιδίου ως οδηγού έναντι τρίτου. Αναφορικά με τις κατηγορίες 3, 4, 11, 12 και 13 του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτές. Τα γεγονότα της υπόθεσης δεν έχουν αμφισβητηθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο υπεράσπισης και όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής είναι τα ακόλουθα: Στα πλαίσια έρευνας που διεξήχθη στις 30.12.14 στην οικία του κατηγορουμένου δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας, εντοπίστηκε κυπριακή άδεια οδηγού με αριθμό 550844 με στοιχεία κατόχου εις το όνομα Mohamed Al Mossa, στην οποίαν απεικονιζόταν φωτογραφία του κατηγορουμένου. Επειδή εγέρθηκαν υποψίες για τη γνησιότητα του εγγράφου, το Τμήμα Οδικών Μεταφορών πραγματοποίησε εξετάσεις μέσα από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι στις 16.08.11 εκδόθηκε αντίγραφο της άδειας οδηγού του Mohamed Al Mossa αφού προηγήθηκε ένορκη δήλωση ότι το πρωτότυπο έγγραφο είχε απωλεσθεί. Ανακρινόμενος ο κατηγορούμενος ομολόγησε ότι είχε αγοράσει το συγκεκριμένο έγγραφο πριν από ένα χρόνο πληρώνοντας το ποσό των €200. Κατόπιν περαιτέρω εξετάσεων που πραγματοποιήθηκαν από την αστυνομία, στις 31.12.14 ο Mohamed Al Mossa ανάφερε ότι ποτέ δεν απώλεσε την άδεια οδήγησης του και ουδέποτε προέβηκε σε δήλωση για έκδοση καινούργιας. Οι έρευνες συνεχίστηκαν, μέσα από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι στις 02.12.11 και 23.12.12 ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας το προαναφερόμενο έγγραφο οδήγησε τα μηχανοκίνητα οχήματα με αριθμούς εγγραφής HXB 993 και HMM 262 αντίστοιχα χωρίς σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτός να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης και δίχως να βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης του ιδίου ως οδηγού έναντι τρίτου, έγγραφο το οποίο είχε υποδείξει στις 02.12.11 στον αστυφύλακα 5385 Ν. Χριστοφή και στις 23.12.12 στον αστυφύλακα Γ. Γεωργίου παριστάνοντας ψευδώς σε αμφότερες περιπτώσεις ότι επρόκειτο για τον Mohamed Al Mossa. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος έχει λευκό ποινικό και τροχαίο μητρώο, συνεργάστηκε με την αστυνομία για την εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 35 ετών, νυμφευμένος και διαμένει σε ενοικιαζόμενη κατοικία στη Χλώρακα. Κατάγεται από τη Συρία και προέρχεται από φτωχή και πολύτεκνη οικογένεια. Ένεκα των πολεμικών συγκρούσεων που διεξάγονται στη χώρα καταγωγής του κατηγορουμένου, ο πατέρας και τρία αδέλφια του απεβίωσαν. Σε ηλικία 12 ετών διέκοψε τη φοίτηση του από δημόσιο σχολείο και εργάστηκε για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του. Το έτος 2005 ήλθε στην Κύπρο όπου διαμένει μέχρι σήμερα και εργάζεται. Κυρίως απασχολείται ως εργάτης και μέσα από περιστασιακή εργασία το εισόδημα του ανέρχεται στα €35 την ημέρα. Η σύζυγος του, την οποίαν νυμφεύτηκε τον Σεπτέμβριο 2012, κατάγεται από τη Ρουμανία και εργάζεται ως καθαρίστρια σε σπίτια ή εστιατόρια. Όπως ακόμη σημειώνεται στην έκθεση, ο κατηγορούμενος δεν έχει οποιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη εις το όνομα του αλλά ούτε και χρέη. Στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο.
(2)Τη συνεργασία του με την αστυνομία.
(3)Την έμπρακτη μεταμέλεια του που σύμφωνα με την εν λόγω συνήγορο φαίνεται από τη συνεργασία του πελάτη της με την αστυνομία σε συνδυασμό με την παραδοχή του στο Δικαστήριο.
(4)Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου.
(5)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης.
(6)Το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, παρόλο ότι αναγνωρίζεται ότι για την πάροδο αυτή μερίδιο ευθύνης φέρει και ο κατηγορούμενος. Σχολιάζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο πελάτης της διέπραξε τα αδικήματα, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος εκείνη την περίοδο αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και όπου απευθυνόταν για εργασία η ύπαρξη άδεια οδήγησης εμφανιζόταν ως προϋπόθεση για ενδεχόμενη εργοδότηση του. Η κυρία Σαββίδου ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση πρέπει να αντικριστεί ως μεμονωμένη λαμβάνοντας υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου στη χρονική περίοδο των 13 ετών που αυτός βρίσκεται στην Κύπρο. Τέλος η συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του πελάτη της να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και την αναστείλει καθότι, όπως η ίδια είπε, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά, γεγονός που αναγνώρισε ευθέως και η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Δεσπόζουσα θέση σοβαρότητας κατέχουν τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας και της χρήσης πλαστογραφημένης άδειας οδήγησης. Ειδικότερα η διάπραξη του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας τιμωρείται, δυνάμει του άρθρου 360 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο έτη. Το δε αδίκημα της χρήσης πλαστογραφημένης άδειας οδήγησης επισύρει, με βάση το άρθρο 47(β) του Ν.94(Ι)/2001, ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια. Από τον καθορισμό του ύψους των πιο πάνω ποινών μέσω της θέσπισης των προαναφερόμενων νομοθεσιών καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων έγκειται ακόμη στο γεγονός ότι ενέχουν το κοινό στοιχείο του δόλου. Είναι αδικήματα που αποσκοπούν στην εξαπάτηση δημοσίων αρχών, οργανισμών και ατόμων. Μέσα από τέτοια σοβαρής φύσεως παρανομία, απώτερος στόχος του παραβάτη είναι η δόλια απόκτηση πλεονεκτήματος και προσωπικού οφέλους εις βάρος άλλων ατόμων με την ενσυνείδητη παρουσίαση ενός προσώπου και μίας κατάστασης που εν γνώση του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Πρόκειται για αδικήματα που έκδηλα υποτιμούν τους νόμους, κανονισμούς και θεσμούς ενός δημοκρατικού κράτους. Τα πιο πάνω χαρακτηριστικά κατατάσσουν τα εν λόγω αδικήματα ανάμεσα σ' αυτά που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Σοβαρά ωστόσο θεωρούνται και τα αδικήματα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς να υπάρχει σε ισχύ άδεια οδήγησης καθώς και της χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, τα οποία επίσης διέπραξε ο κατηγορούμενος. Αμφότερα αδικήματα επισύρουν, σύμφωνα με τα άρθρα 49
(1)(α) του Ν.94(Ι)/2001 και 3
(1),
(3)και
(4)του Ν.96(Ι)/2000 αντίστοιχα, ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή μέχρι €1.708, 60 ή και τις δύο αυτές ποινές. Τα τροχαία αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε επιδεικνύουν ασέβεια στην ανθρώπινη ζωή και ταυτόχρονα περιφρόνηση στην τήρηση των θεσμών και κανονισμών της τροχαίας. Είναι αδικήματα που υποβιβάζουν το επίπεδο της οδικής συμπεριφοράς. Επίσης πρόκειται για αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο του κινδύνου κατά της ανθρώπινης ζωής. Η οδική συμπεριφορά κάθε ατόμου που οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε δημόσιο δρόμο πρέπει να είναι τέτοια που να λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι στο ίδιο όχημα δυνατό να επιβαίνουν άλλα άτομα καθώς επίσης ότι ο δημόσιος δρόμος χρησιμοποιείται από άλλους οδηγούς αλλά και πεζούς. Ως εκ τούτου, οι ενέργειες του οδηγού δεν πρέπει να θέτουν σε κίνδυνο τις ζωές άλλων πολιτών που εκείνη τη στιγμή επιλέγουν να πορευθούν στον ίδιο δρόμο και ούτε μέσα από τέτοιες πράξεις το θύμα να διατρέχει κίνδυνο να παραμείνει οικονομικά εκτεθειμένο μπροστά στην αδυναμία της προσωπικής καταβολής αποζημιώσεων από τον υπαίτιο οδηγό στην περίπτωση σοβαρού δυστυχήματος προκαλώντας του έτσι επιπτώσεις στην περαιτέρω πορεία της ζωής του. Δυστυχώς η Κύπρος έχει πληρώσει βαρύ τίμημα με άτομα που είτε έχασαν τη ζωή τους είτε τραυματίστηκαν ως αποτέλεσμα της μη επίδειξης του απαιτούμενου επιπέδου οδικής συνείδησης. Η συνεχιζόμενη έξαρση που δυστυχώς παρατηρείται στη διάπραξη τόσο αδικημάτων που ενέχουν το στοιχείο του δόλου και της εξαπάτησης όσο και των τροχαίων αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον μου, είναι ένα επιπλέον στοιχείο που ενισχύει τη σοβαρότητα τους και την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών. Ιδιαίτερα στην περίπτωση αδικημάτων που περιέχουν το στοιχείο της απάτης υποδεικνύεται ότι η ποινή που πρέπει να επιβληθεί πρέπει να είναι αποτρεπτικής φύσεως. Σχετική είναι η υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 στην οποία και παραπέμπω. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για αδικήματα που εμπεριέχουν το στοιχείο του δόλου και της εξαπάτησης η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ενδεικτικά αναφέρω τις πιο κάτω υποθέσεις. Στην Rachoo v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 88/2014, ημερ. 22.09.14 ποινή φυλάκισης 5 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που κρίθηκε ένοχο μετά από παραδοχή ότι διέπραξε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Eazadi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 99/2014, ημερ. 08.04.15 ποινή φυλάκισης 3 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που κρίθηκε ένοχο μετά από παραδοχή ότι διέπραξε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Bezanidis και άλλος v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 192 ποινή φυλάκισης 6 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που κρίθηκε ένοχο μετά από παραδοχή ότι διέπραξε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Khaknegad v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 192 ποινή φυλάκισης 3 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο λευκού ποινικού μητρώου που κρίθηκε ένοχο μετά από άμεση παραδοχή ότι διέπραξε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας θεωρήθηκε ορθή από το Εφετείο. Στην Δημητρίου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 46 ποινή φυλάκισης 4 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που κρίθηκε ένοχο μετά από παραδοχή ότι διέπραξε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 661 ποινή φυλάκισης 5 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που κρίθηκε ένοχο ότι διέπραξε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα την καθιστούν όντως σοβαρή. Η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου είναι ποικιλόμορφη και περιλαμβάνει αδικήματα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ποικιλομορφία που το σύνολο της παραβατικής του συμπεριφοράς παρουσιάζει είναι παράγοντες που επιβαρύνουν τη θέση του κατηγορουμένου. Χωρίς ίχνος δισταγμού ο κατηγορούμενος εξαπάτησε αστυνομικό προσποιούμενος ότι επρόκειτο για διαφορετικό άτομο επιδεικνύοντας του πλαστογραφημένη άδεια οδήγησης την οποίαν και χρησιμοποιούσε προκειμένου να αποφύγει την εφαρμογή των νόμων και κανονισμών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντίς να επιλέξει τη νόμιμη οδό ο κατηγορούμενος επέλεξε να εξαπατήσει τις αρχές της Κύπρου, μιας χώρας που τον δέχτηκε στο έδαφος της και για τόσα χρόνια τον φιλοξενεί. Επιλέγοντας την εύκολη αλλά παράνομη οδό ο κατηγορούμενος προέβηκε στις προαναφερόμενες εγκληματικές πράξεις προς εξυπηρέτηση ιδιοτελούς σκοπού που ήταν να οδηγεί ανενόχλητα εξαπατώντας τις αρμόδιες αρχές χωρίς να αισθάνεται υποχρέωση να συμμορφώνεται με τις προβλεπόμενες νομιμες διαδικασίες. Η δε ενέργεια του να αποκτήσει το συγκεκριμένο πλαστογραφημένο έγγραφο έναντι καταβολής χρηματικού ποσού €200 καταδεικνύει περιφρόνηση στους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παράλληλα δείχνει τον οργανωμένο τρόπο που ο κατηγορούμενος έδρασε προκειμένου να πετύχει τον παράνομο σκοπό του. Η αναζήτηση της πηγής που θα του εξασφάλιζε το πλαστογραφημένο έγγραφο, η επιτυχία της παράνομης εξεύρεσης του εν λόγω εγγράφου, η απεικόνιση της δικής του φωτογραφίας σε έγγραφο με το όνομα και τα στοιχεία άλλου ατόμου και η συγκέντρωση του ποσού που του ζητήθηκε είναι διαβήματα που δείχνουν στοιχεία δράσης στη βάση οργανωμένου σχεδίου που εκτελέστηκε με τον κατηγορούμενο να αποτελεί μέρος αυτού. Όλα αυτά επιβαρύνουν τη θέση του κατηγορουμένου. Ένα άλλο δεδομένο που προσμετρά εναντίον του κατηγορουμένου είναι το γεγονός ότι ο ίδιος επανέλαβε την αξιόποινη συμπεριφορά του ένα χρόνο περίπου μετά εξαπατώντας ξανά άλλο αστυνομικό ότι επρόκειτο για άλλο άτομο επιδεικνύοντας εκ νέου την ίδια πλαστογραφημένη άδεια οδήγησης που στο μεταξύ φαίνεται να συνέχισε να χρησιμοποιεί παράνομα οδηγώντας αυτή τη φορά διαφορετικό όχημα. Συνεπώς η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν περιορίστηκε σε ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά επαναλήφθηκε χωρίς καμία επιφύλαξη. Μάλιστα αν δεν πραγματοποιείτο έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου δυνάμει σχετικού δικαστικού εντάλματος δεν θα εντοπιζόταν η πλαστογραφημένη άδεια οδήγησης και δεν θα διεξαγόταν ανάκριση και ακολούθως εξετάσεις και έρευνες όταν εγέρθηκαν υποψίες για τη γνησιότητα του εγγράφου. Μόνο τότε ο κατηγορούμενος ομολόγησε την αξιόποινη συμπεριφορά του. Επιπλέον δεδομένα που δυσχεραίνουν τη θέση του κατηγορουμένου είναι το γεγονός ότι ενώ γνώριζε ότι τα μηχανοκίνητα οχήματα με αριθμούς εγγραφής HXB 993 και HMM 262 δεν τον κάλυπταν ως οδηγό από ασφάλεια κατά των κινδύνων υπέρ τρίτου και ενώ γνώριζε ότι δεν είχε άδεια οδηγήσεως προχώρησε και τα οδήγησε. Με τις πράξεις του αυτές ο εν λόγω κατηγορούμενος εξέθεσε τη δική του σωματική ακεραιότητα αλλά και άλλων οδηγών σε κίνδυνο και συνάμα στο σοβαρό ενδεχόμενο στην περίπτωση δυστυχήματος με ενεχόμενους τραυματισμούς τα θύματα να παραμείνουν οικονομικά εκτεθειμένοι. Οι πιο πάνω ενέργειες διαμορφώνουν οδική συμπεριφορά που επιδεικνύει περιφρόνηση στην ανθρώπινη ζωή και παράλληλα ασέβεια στους νόμους και κανονισμούς που αφορούν την τροχαία ασφάλεια. Ο τρόπος δράσης του κατηγορουμένου, εκτός από παράνομος και οργανωμένος, ήταν επικίνδυνος. Τέτοια συμπεριφορά, όπως αυτή καταδεικνύεται στο σύνολο της, μόνο καταδικαστέα μπορεί να χαρακτηριστεί. Προς όφελος των κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο, έστω και αν αυτή έγινε σε καθυστερημένο στάδιο. (γ) Την απολογία του στο Δικαστήριο. (δ) Τη συνεργασία του με την αστυνομία στην εξιχνίαση της υπόθεσης αν και αυτή δεν έχει μεγάλη βαρύτητα ενόψει του ότι η συνεργασία αυτή επήλθε μετά τον εντοπισμό του πλαστογραφημένου εγγράφου στην οικία του κατηγορουμένου και αφού πρώτα εγέρθηκαν υποψίες ως προς τη γνησιότητα του και ακολούθησαν εξετάσεις και έρευνες τόσο στο αρχείο της αστυνομίας όσο και στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας στον περιορισμένο βαθμό που αυτές λαμβάνονται υπόψη αφού σύμφωνα με τη νομολογία υπερισχύει το σκεπτικό ότι μπροστά σε σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές αυτές είναι ήσσονος σημασίας προκειμένου να μην εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη μου ότι: · Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 35 ετών, νυμφευμένος, ο οποίος διαμένει σε ενοικιαζόμενη κατοικία. · Προέρχεται από φτωχή και πολύτεκνη οικογένεια. · Σε ηλικία 12 ετών διέκοψε τη φοίτηση του από δημόσιο σχολείο και εργάστηκε για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του. · Από το έτος 2005 διαμένει και εργάζεται στην Κύπρο. · Ο κατηγορούμενος εργάζεται περιστασιακά ως εργάτης και το εισόδημα του ανέρχεται στα €35 την ημέρα. · Ο κατηγορούμενος δεν έχει οποιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη εις το όνομα του αλλά ούτε και χρέη. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε τα οικονομικά προβλήματα ως την αιτία που οδήγησε τον κατηγορούμενο στη διάπραξη των αδικημάτων. Με κάθε σεβασμό στην κυρία Σαββίδου η πληρωμή του ευκαταφρόνητου ποσού των €200 για την απόκτηση της πλαστογραφημένης άδειας οδήγησης δεν θα μπορούσε να είχε καταβληθεί από ένα άτομο που αγωνίζεται για την επιβίωση του. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως αυτού, όπως ήδη έχει λεχθεί προηγουμένως, τα όποια οικονομικά προβλήματα κάποιος αντιμετωπίζει, όσο σοβαρά και αν είναι, σε καμία περίπτωση αποτελούν διαβατήριο συγχώρεσης για τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων και στη συνέχεια δικαιολογία προκειμένου κάποιος να εκμαιεύσει επιείκεια. Στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Από τον κατηγορούμενο αναμενόταν να επιδείξει διαφορετική συμπεριφορά απέναντι σε μια χώρα που τον φιλοξενεί. Περαιτέρω η συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Προς εξέταση του ζητήματος αυτού ανάτρεξα στο σώμα του κατηγορητηρίου και στα πρακτικά του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τα γεγονότα που εκτέθηκαν. Από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει ότι τα αδικήματα του κατηγορητηρίου διαπράχτηκαν στις 02.12.11 και 23.12.12. Ωστόσο διαπιστώνω, επίσης από τα γεγονότα της υπόθεσης, ότι το σύνολο της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου αποκαλύφθηκε στις 30.12.14 μετά από έρευνα που διεξήχθη στην οικία του κατηγορουμένου και εντοπίστηκε το πλαστογραφημένο έγγραφο. Ευθύς και συγκεκριμένα στις 02.01.15 καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση η οποία τέθηκε αυθημερόν ενώπιον του Δικαστηρίου. Από αυτά τα δεδομένα δεν διαπιστώνω να υπήρξε καθυστέρηση από μέρους των ανακριτικών αρχών στην προσαγωγή του κατηγορουμένου ενώπιον της δικαιοσύνης. Αυτό φαίνεται από το σώμα του κατηγορητηρίου αλλά και από τα πρακτικά του Δικαστηρίου. Είναι ξεκάθαρο ότι για το χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης αυτής αποκλειστικά υπεύθυνος είναι ο κατηγορούμενος και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τον επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα είτε ξεχωριστά είτε ως μέρος του συνολικού χρόνου μέχρι σήμερα που θα του επιβληθεί ποινή (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στις 02.01.15 ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή, ως ήταν δικαίωμα του, με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να οριστεί για ακρόαση στις 15.05.15. Έκτοτε και μέχρι τις 10.01.18, όπου ο κατηγορούμενος προέβηκε σε αλλαγή απάντησης σε ορισμένες κατηγορίες και διακόπηκαν οι υπόλοιπες, η υπόθεση αναβλήθηκε 5 φορές με τον κατηγορούμενο να φαίνεται να ευθύνεται μόνο στην μία που ισοδυναμεί με χρονικό διάστημα ύψους 6 μηνών περίπου. Για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα των 2 ετών και 4 μηνών περίπου, ήτοι μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι στο χρονικό αυτό διάστημα που παρήλθε δεν σημειώθηκαν μεταβολές στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Ούτε και η συνήγορος υπεράσπισης έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Παρόλα αυτά το Δικαστήριο δεν αγνοεί ολόκληρο το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, το οποίο ανέρχεται στα 3 χρόνια και 2,5 μήνες περίπου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες καθώς και ο χρόνος που διέρρευσε, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης δύο μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης δύο μηνών 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης δύο μηνών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών 7η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών 8η κατηγορία - ποινή φυλάκισης δύο μηνών 9η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών 10η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Επιπλέον σε σχέση με την 7η και 10η κατηγορία έχω εξετάσει το ενδεχόμενο στέρησης απόκτησης και/ή κατοχής άδειας οδήγησης τους αφού έλαβα υπόψη όλα όσα ανάφερε η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που δικαιολογημένα να αποτελεί λόγο που να αποτρέπει τη στέρηση κατοχής άδειας οδήγησης, η οποία με βάση το άρθρο 3
(3)του Ν.96(Ι)/2000 αποτελεί επιπρόσθετο μέτρο. Ούτε ο χρόνος που διέρρευσε αλλά και το καθαρό τροχαίο μητρώο του κατηγορουμένου δικαιολογούν μη επιβολή αυτού του μέτρου. Συνεπώς, κατόπιν μελέτης όλων των ενώπιον μου στοιχείων, δεδομένων και γεγονότων, ο κατηγορούμενος στερείται να κατέχει και/ή αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο τεσσάρων
(4)μηνών. Η περίοδος στέρησης κατοχής και/ή απόκτησης άδειας οδήγησης αρχίζει να μετρά από αύριο, ήτοι από 15.03.
- Οι περίοδοι στέρησης απόκτησης και/ή κατοχής άδειας οδήγησης στις κατηγορίες 7 και 10 συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα της συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Η διάπραξη αδικημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας μέσα από οργανωμένο σχέδιο, τα οποία χρήζουν αποτρεπτικής αντιμετώπισης και ήλθαν σε μεταγενέστερο στάδιο στο προσκήνιο μέσα από έρευνες της αστυνομίας, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα κατά παράβαση της νομολογίας και παραγνωρίζοντας τις ανάγκες και τους σκοπούς των νομοθεσιών. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση των ποινών που του επιβλήθηκαν (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Έπεται ότι το αίτημα της συνηγόρου υπεράσπισης απορρίπτεται. Επιπλέον, δυνάμει των εξουσιών που μου παρέχει ο νόμος διατάζω όπως η πλαστογραφημένη άδεια οδήγησης κατασχεθεί και καταστραφεί. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence (Αναφορά: Ποινικό/Πλαστοπροσωπία-Χρήση πλαστογραφημένης άδειας οδήγησης-Οδήγηση οχήματος χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους και χωρίς άδεια οδήγηση/Άρθρο 360 Κεφ.154, άρθρα 47(β), 8
(1)και 49
(1)(α) Ν.94(Ι)/2001και άρθρο 3
(3)Ν.96(Ι)/2000/Ποινή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο