← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Χριστόδουλου Λαμπριανίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11788/13, 21/3/2018

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Χριστόδουλου Λαμπριανίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11788/13, 21/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B39 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11788/13 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον

  1. Χριστόδουλου Λαμπριανίδη
  2. Λοίζου Π. Λοίζου
  3. Κυριάκου Κ. Νικολάου
  4. Κυριάκου Ζ. Αντωνίου Κατηγορουμένων ------------ Ημερομηνία: 21 Μαρτίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τους Κατηγορούμενους 1 - 4: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενοι 1 - 4: παρόντες ------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 1 - 4 αντιμετωπίζουν από κοινού 7 αδικήματα και συγκεκριμένα τα ακόλουθα: Στις κατηγορίες 1 - 3 τα αδικήματα της σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας κατά παράβαση του άρθρου 5

(2)(β) που αφορά τη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Μορφών Σκληρής Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας, Νόμος 235/90, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί και του άρθρου 20 του Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών όλοι οι Κατηγορούμενοι στις 13.7.2008 ενώ ενεργούσαν υπό την επίσημη ιδιότητα τους υπέβαλαν τους Η. Κοσμίδη, Σ. Κοσμίδη και Α. Κελασίδη σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία προκαλώντας στους δύο πρώτους πραγματική σωματική βλάβη. Στις κατηγορίες 4 και 5 αντιμετωπίζουν το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των εν λόγω αδικημάτων κατά τον ίδιο χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη στους Η. Κοσμίδη και Σ. Κοσμίδη. Τέλος, στις κατηγορίες 6 και 7 αντιμετωπίζουν το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση των άρθρων 242 και 20 του Κεφ.
  3. Συγκεκριμένα στις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών καταγράφεται ότι κατά τον χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία επιτέθηκαν παράνομα εναντίον των Α. Κελασίδη και Λ. Κεσίδη. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης κάλεσε τέσσερις μάρτυρες και συγκεκριμένα τον ποινικό ανακριτή Ο. Ιωάννου (Μ.Κ.1), τον Α. Κελασίδη (Μ.Κ.2), τον Σ. Κοσμίδη (Μ.Κ.3) και τον Η. Κοσμίδη (Μ.Κ.4). Περαιτέρω, κατατέθηκαν 10 Τεκμήρια, ενώ οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τα πιο κάτω αναφερόμενα, τα οποία και εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο: «Η παρούσα υπόθεση είναι επανακαταχώρηση της ποινικής υπόθεσης 14253/10, η οποία στις 11.9.2013 ήταν ορισμένη για ακρόαση και υπήρχε ετοιμότητα για την έναρξη της κατά την εν λόγω ημερομηνία. Η υπόθεση είχε σειρά για να εκδικαστεί και ενώ όλα ήσαν έτοιμα με παρόντες τους μάρτυρες 3, 4 και 23, ο Δικαστής κ. Βλάμης επισήμανε στη δημόσια κατήγορο κα Σ. Παπαλαζάρου, ότι εντός του φακέλου του Δικαστηρίου δεν υπήρχε η συγκατάθεση για συνοπτική εκδίκαση των αδικημάτων που αντιμετώπιζαν οι Κατηγορούμενοι. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, κα Σ. Παπαλαζάρου εντόπισε εντός του φακέλου της Κατηγορούσας Αρχής τη συγκατάθεση η οποία φαίνεται ότι είχε απολεσθεί από τον φάκελο του Δικαστηρίου και ζήτησε από το Δικαστήριο να την καταθέσει. Το Δικαστήριο αρνήθηκε λέγοντας ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, εφόσον δεν υπήρχε η σχετική συγκατάθεση εντός του φακέλου του Δικαστηρίου. Η κα Παπαλαζάρου επικοινώνησε με την κα Ξενοφώντος, Δημόσια Κατήγορο Α', η οποία με τη σειρά της επικοινώνησε με τον Γενικό Εισαγγελέα και με την κα Έ. Κλεόπα και συμφώνησαν ότι επειδή χρειαζόταν η συγκατάθεση για συνοπτική εκδίκαση, η υπόθεση 14253/10 να ανασταλεί και να επανακαταχωρηθεί νέα υπόθεση με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η παρούσα. Στις 13.7.2008 ο Κατηγορούμενος 1 επισκέφθηκε το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και ώρα 05:15 και διαπιστώθηκε ότι έφερε οίδημα δεξιάς άκρας χειρός χωρίς εμφανείς οστικές κακώσεις. Τοποθετήθηκε επίδεσμος και δόθηκαν παυσίπονα. Όσον αφορά τον 2ο Κατηγορούμενο, διαπιστώθηκαν στις 13.7.2008 στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και ώρα 05:20 εκδορές πηχέων αμφοτέρων και ερυθρότητα της τραχηλικής χώρας. Όσον αφορά τον 3ο Κατηγορούμενο, επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και συγκεκριμένα το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών στις 13.7.2008 και ώρα 05:15 και σύμφωνα με τα ευρήματα της ιατρού έφερε εκδορές αριστερού και δεξιού πηχέως, κοιλιακής χώρας και πλάτης. Έγιναν ακτινογραφίες χωρίς εμφανείς οστικές κακώσεις. Όσον αφορά τον 4ο Κατηγορούμενο, επισκέφθηκε το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου στις 13.7.2008 και ώρα 05:20 και έφερε εκδορές δεξιάς τραχηλικής χώρας, δεξιού πηχέως και από ακτινογραφίες που έγιναν διαπιστώθηκε εξάρθρωση πρώτης φάλαγγας δεξιού αντίχειρα. Όσον αφορά τον Παραπονούμενο, κ. Σ. Κοσμίδη, στις 13.7.2008 και ώρα 21:30 επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και συγκεκριμένα το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και διαπιστώθηκε από τον ιατρό ότι έφερε αιμάτωμα αριστερού οφθαλμού περικογχικά και σύμφωνα με την κατάθεση του Δρ. Σιδηροπούλου, ο οποίος τον εξέτασε, το αιμάτωμα που διαπιστώθηκε ήταν κάποιων ωρών. Όσον αφορά τον Παραπονούμενο Η. Κοσμίδη, εξετάστηκε στις 21:20 από το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και έφερε εκχύμωση αριστερών οπισθίων, πλευρών, εκχυμώσεις αριστερού ώμου και εκχύμωση δεξιού μηρού.» Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, o ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και
  1. Για τον Κατηγορούμενο 3 υποστήριξε ότι δικαιολογείται η κλήση του σε απολογία μόνο στις κατηγορίες 4 και
  2. Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων ανέφερε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν δικαιολογείται η κλήση των Κατηγορούμενων σε απολογία στις πρώτες τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ειδικότερα, όσον αφορά τους Κατηγορούμενους 1 και 4 υποστήριξε ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι οι τελευταίοι επιτέθηκαν ή χτύπησαν ή προκάλεσαν ζημιά σε οποιονδήποτε. Περαιτέρω, ο κ. Σιαηλής ανέφερε ότι, με εξαίρεση τη μαρτυρία που αφορά την ισχυριζόμενη εμπλοκή του Κατηγορούμενου 3 και η οποία χρήζει αξιολόγησης, η υπόλοιπη μαρτυρία στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η απαλλαγή των Κατηγορουμένων 1, 2 και 4 από αυτό το στάδιο. Καταλήγοντας ο συνήγορος των Κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει όλους τους Κατηγορούμενους από τις κατηγορίες 1 - 3 και τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 4 από το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν, ενώ δικαιολογείται η κλήση του Κατηγορούμενου 3 σε απολογία στις κατηγορίες 4 και
  3. Στην αντίπερα όχθη ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξε ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση όλων των Κατηγορούμενων σε απολογία, πλην της κατηγορίας 7 για την οποία δεν προσφέρθηκε μαρτυρία. Ειδικότερα σε σχέση με τις κατηγορίες 1 - 3, ο κ. Συμεού υποστήριξε ότι το επεισόδιο με την ανακοπή του οχήματος του Μ.Κ.4 στην οδό Αγαπήνωρος και τα όσα διαδραματίστηκαν στη συνέχεια στο Τμήμα Τροχαίας είχαν ένταση και διάρκεια και ως εκ τούτου εμπίπτουν στις έννοιες της σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Εν κατακλείδι ο κ. Συμεού εισηγήθηκε ότι δικαιολογείται η κλήση των Κατηγορουμένων σε απολογία στις κατηγορίες 1 -
  4. Αναφορικά με την κατηγορία 7 συμφώνησε με τον κ. Σιαηλή ότι θα πρέπει να αθωωθούν οι Κατηγορούμενοι εφόσον δεν προσκομίστηκε σχετική μαρτυρία. Στην υπόθεση Azinas and Another v. The Police
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, [1962] 1 All E.R. 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of The Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England Issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. The Police (ανωτέρω) και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. The Police (πιο πάνω). Η ουσιαστική μαρτυρία που προσφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, ήταν αυτή των Μ.Κ.2 - 4 καθώς οι τελευταίοι υπήρξαν οι βασικοί πρωταγωνιστές, μαζί με τους Κατηγορούμενους, της επίδικης υπόθεσης. Δεν παραβλέπω ότι η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ως μάρτυρα και τον Μ.Κ.1, ο οποίος διορίστηκε ως ποινικός ανακριτής από την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας προς τον σκοπό διερεύνησης των επίδικων ισχυρισμών. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν είναι ωστόσο ουσιώδης υπό την έννοια ότι αφενός δεν ήταν παρών όταν διαδραματίζονταν τα επίδικα συμβάντα και αφετέρου η συνοπτική έκθεση του (Τεκμήριο 3) δεν δεσμεύει καθ' οιονδήποτε τρόπο το Δικαστήριο, το οποίο θα διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση στη βάση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του και μέσα στα πλαίσια των κανόνων δικονομίας και απόδειξης που διέπουν το ποινικό δίκαιο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων, ως ήδη αναφέρθηκε, εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να απορριφθούν από αυτό το στάδιο οι κατηγορίες 1 - 3 σε σχέση με όλους τους Κατηγορούμενους, ενώ οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 θα πρέπει να αθωωθούν από το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. Θα συμφωνήσω με μέρος της εισήγησης του κ. Σιαηλή και συγκεκριμένα ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 4 θα πρέπει να αθωωθούν από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως στο σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν, ενώ οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 σε ορισμένες εξ αυτών. Πιο κάτω θα συνοψίσω τις αναφορές των Μ.Κ.2 - 4 σε σχέση με την ισχυριζόμενη κακοποίηση που υπέστησαν από τους Κατηγορούμενους, έτσι ώστε να καταστεί κατανοητή η πιο πάνω αναφερόμενη κρίση του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι θα περιοριστώ στην καταγραφή των κύριων σημείων της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και έχει ληφθεί υπόψη στο σύνολο του. Ο Μ.Κ.2 στην κατάθεση του (Τεκμήριο 8) είπε ότι ένας ψηλός, γεροδεμένος και με γαλανά μάτια αστυφύλακας κατέβασε τον Μ.Κ.4 από το όχημα του και του τοποθέτησε χειροπέδες και ο εν λόγω αστυφύλακας ψέκασε με σπρέι στα μάτια τον Μ.Κ.
  1. Στη δια ζώσης μαρτυρία του στην κυρίως εξέταση υπέδειξε τον Κατηγορούμενο 4 ως τον ψηλό, γεροδεμένο και με γαλανά μάτια αστυφύλακα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στο Τμήμα Τροχαίας δέχθηκε δύο χαστούκια από κάποιο αστυφύλακα και αναγνώρισε ως τον εν λόγω αστυφύλακα τον Κατηγορούμενο
  2. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι στο Τμήμα Τροχαίας τρεις αστυφύλακες ανέβασαν τους υπόλοιπους Παραπονούμενους στον πρώτο όροφο του Τμήματος και τους χτυπούσαν συνεχώς με τα χέρια τους και με ρόπαλα. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι τον Κατηγορούμενο 4 τον υπέδειξε ως το πρόσωπο που ψέκασε με το σπρέι και όχι ως το πρόσωπο που κατέβασε τον Μ.Κ.4 από το όχημα του. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο είδε τους αστυφύλακες να χτυπούν με ρόπαλα τους υπόλοιπους Παραπονούμενους, απάντησε ότι δεν μπορούσε να πάρει στο λαιμό του οποιονδήποτε. Είδε όμως ότι υπήρχαν ρόπαλα και ανέφερε συγκεκριμένα «.... χέρια να ανεβαίνουν, χέρια να κατεβαίνουν, ρόπαλα να ανεβαίνουν, ρόπαλα να κατεβαίνουν.» Τέλος, όταν ο κ. Σιαηλής υπέδειξε στον Μ.Κ.2 ότι στην κατάθεση του (Τεκμήριο 8) δήλωσε ότι είναι σε θέση να αναγνωρίσει τους τέσσερεις αστυφύλακες που τους συνέλαβαν και τους κακοποίησαν και να αναφέρει τι έκανε ο καθένας, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ο μόνος που προσπαθούσε να επαναφέρει την τάξη και δεν έκανε οτιδήποτε μεμπτό. Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που τον χαστούκισε, και ο Κατηγορούμενος 4 ήταν το πρόσωπο που ψέκασε με το σπρέι. Ο Μ.Κ.3 στη δική του κατάθεση (Τεκμήριο 9) υποστήριξε ότι είναι ο Κατηγορούμενος 3 που τράβηξε έξω από το όχημα τον Μ.Κ.4 όταν ανακόπηκε το όχημα τους στην οδό Αγαπήνωρος και επίσης ότι ο Κατηγορούμενος 3 τον ψέκασε με σπρέι στο πρόσωπο. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 3 τον χτύπησε με ρόπαλο στο γόνατο μόλις άνοιξε την πόρτα του περιπολικού και επιχείρησε να εξέλθει από αυτό όταν πλέον είχαν μεταφερθεί στο Τμήμα Τροχαίας. Οι υπόλοιποι αστυφύλακες άρχισαν τότε να τους χτυπούν και τους πήραν σε ένα γραφείο στον πρώτο όροφο και συνέχισαν να τους κτυπούν μέχρι τη στιγμή που ήλθε ένας αξιωματικός και τους είπε να σταματήσουν. Όταν μεταφέρθηκε στα κρατητήρια στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό, ένας αστυφύλακας είδε ότι το μάτι του ήταν μαυρισμένο και αφού τον ρώτησε κατά πόσο τον κτύπησαν, του απάντησε ότι τον κτύπησε ο Κατηγορούμενος
  3. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν θυμόταν ποιος έβγαλε τον Μ.Κ.4 έξω από το όχημα και αυτό το οποίο γνωρίζει είναι ότι ο Κατηγορούμενος 3 χτύπησε τον Μ.Κ.
  4. Ο Μ.Κ.3 αναφέρθηκε και στον Κατηγορούμενο 1 λέγοντας ότι ήταν το πρόσωπο που του ζήτησε να εξέλθει από το όχημα του. Ο Μ.Κ.4 τώρα στη δική του μαρτυρία είπε ότι ο Κατηγορούμενος 4 τον τράβηξε έξω από το όχημα του και του τοποθέτησε χειροπέδες, δεν ήταν όμως σε θέση να πει με ασφάλεια ποιος εκ των Κατηγορουμένων ψέκασε με σπρέι τόσο τον ίδιο, όσο και τον Μ.Κ.
  5. Στην οδό Αγαπήνωρος, όπου και ανακόπηκε το όχημα του, ουδείς αστυφύλακας τον χτύπησε. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 3 ήταν το πρόσωπο που στον προαύλιο χώρο του Τμήματος Τροχαίας χτύπησε τόσο τον ίδιο, όσο και τον Μ.Κ.3, δηλώνοντας ότι τη στιγμή που δέχθηκε το χτύπημα ήταν παρόντες και οι τέσσερις Κατηγορούμενοι. Επιπρόσθετα, όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 3 δήλωσε ότι τον είδε να χτυπά με ρόπαλο τον Μ.Κ.3 στο Τμήμα Τροχαίας. Όταν μεταφέρθηκαν στον πρώτο όροφο του Τμήματος Τροχαίας δεν χτυπήθηκε από οποιονδήποτε. Τέλος, δήλωσε ότι οι υπόλοιποι Κατηγορούμενοι, πλην του Κατηγορούμενου 3, δεν τον άγγιξαν, ούτε και είδε να χτυπούν οποιονδήποτε άλλον. Θα ξεκινήσω από τον Κατηγορούμενο 1 σε σχέση με τον οποίο είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να του αποδίδει οτιδήποτε το μεμπτό κατά τον επίδικο χρόνο. Ουδείς εκ των Μ.Κ.2 - 4 δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος 1 άσκησε οποιασδήποτε μορφής βίας ή κακοποίησης εναντίον τους ή ότι εν πάση περιπτώσει συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο σκληρό, απάνθρωπο ή εξευτελιστικό. Σημειώνω ότι ο Μ.Κ.2 σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση του ανέφερε για τον Κατηγορούμενο 1 ότι: «για τον 1ο Κατηγορούμενο μπορώ να πω ότι ήταν κύριος απέναντι μου, ήταν αστυνομικός πραγματικά. Ήταν ο μόνος που προσπαθούσε να συνεφέρει την τάξη. Για τον 1ο δεν έχω να πω τίποτα». Όσον αφορά τώρα τον Κατηγορούμενο 4, επίσης θεωρώ ότι δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να τον συνδέει με τα επίδικα αδικήματα. Συγκεκριμένα ο Μ.Κ.2 υπέδειξε τον Κατηγορούμενο 4 ως τον αστυφύλακα που ψέκασε με σπρέι τον Μ.Κ.3, θέση όμως την οποία αναίρεσε ο κατ' ισχυρισμό παθών, ήτοι ο Μ.Κ.3, ο οποίος υπέδειξε τον Κατηγορούμενο 3 ως το εν λόγω πρόσωπο. Ο Μ.Κ.3 επομένως που υπέστη τον ισχυριζόμενο ψεκασμό δεν αποδίδει στον Κατηγορούμενο 4 την εν λόγω ενέργεια. Στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου 4 γίνεται αναφορά και από τον Μ.Κ.4, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω Κατηγορούμενος ήταν αυτός που τον τράβηξε έξω από το όχημα του και του τοποθέτησε χειροπέδες. Η εν λόγω ενέργεια ωστόσο, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν μπορεί κατ' ουδένα λόγο να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και
  6. Επισημαίνω ότι στις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 1 αποδίδεται σε όλους τους Κατηγορούμενους, περιλαμβανομένου του Κατηγορούμενου 4, η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ το αδίκημα της κατηγορίας 4 αφορά αυτό καθ' αυτό το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Το τράβηγμα του Μ.Κ.4 για να εξέλθει του οχήματος του και η τοποθέτηση χειροπέδων δεν μπορεί να ενταχθεί στην έννοια της πραγματικής σωματικής βλάβης, ούτε ασφαλώς και στις έννοιες της σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Ο Μ.Κ.4, ο οποίος ήταν ο μόνος που ουσιαστικά αναφέρθηκε στον Κατηγορούμενο 4, δεν υποστήριξε ότι η προαναφερόμενη ισχυριζόμενη πράξη του Κατηγορούμενου 4 του προκάλεσε οποιοδήποτε σωματικό ή ψυχικό πόνο ή ότι ένιωσε ταπεινωμένος από τη σύλληψη του (βλ. αποφάσεις Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Dordevic v. Κροατίας, Προσφυγή αριθ. 41526/10, Απόφαση Πρώτου Τμήματος, ημερ. 24 Ιουλίου 2012 και El-Masri v. Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, Προσφυγή αρ. 39630/09, Απόφαση Τμήματος Ευρείας Συνθέσεως, ημερ. 13 Δεκεμβρίου 2012). Υπογραμμίζω ότι ο Μ.Κ.4, όταν ρωτήθηκε σχετικά, δήλωσε ότι ο μοναδικός εκ των Κατηγορουμένων που τον κτύπησε ήταν ο Κατηγορούμενος
  7. Καθίσταται επομένως φανερό ότι η μαρτυρία που προσφέρθηκε για τον Κατηγορούμενο 4 δεν είναι ικανή για να δικαιολογήσει την κλήση του σε απολογία, αφού οι πράξεις που του αποδίδονται από τον Μ.Κ.4 δεν στοιχειοθετούν τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και
  8. Όσον αφορά τον ισχυρισμό που προέβαλε ο Μ.Κ.2 ότι ο Κατηγορούμενος 4 ήταν αυτός που ψέκασε τον Μ.Κ.3, επαναλαμβάνω ότι εξ αντικειμένου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού αναιρείται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 ο οποίος απέδωσε την ισχυριζόμενη ενέργεια στον Κατηγορούμενο
  9. Σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ότι ο Κατηγορούμενος 4 άσκησε οποιαδήποτε μορφή βίας ή κακοποίησης ή ότι συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο σκληρό, απάνθρωπο ή εξευτελιστικό εναντίον του Μ.Κ.2 ή του Λούκα Κεσίδη. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι έστω κι αν δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι όλοι οι Κατηγορούμενοι υπήρξαν αυτουργοί των αδικημάτων που τους αποδίδονται, εντούτοις στα αδικήματα περιλαμβάνεται και το άρθρο 20 του Κεφ. 154 και συγκεκριμένα το άρθρο 20(β) το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
  10. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) ...................... (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον ..........................................» Ο κ. Συμεού υπέδειξε ότι ο Μ.Κ.4 όταν ρωτήθηκε για το τι έπρατταν οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 όταν τον χτυπούσε ο Κατηγορούμενος 3, απάντησε ότι «δεν έκαναν τίποτα, μάλλον έπαιζαν πελλό». Ο κ. Συμεού επικαλέστηκε επίσης και το άρθρο 16 της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Μορφών Σκληρής Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: «Άρθρο 16 1.Κάθε Κράτος-Μέρος αναλαµβάνει να αποτρέπει, σε επικράτεια κάτω από τη δικαιοδοσία του, άλλες πράξεις σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής µεταχείρισης ή τιµωρίας που δεν ισοδυναµούν µε βασανιστήρια κατά την έννοια του άρθρου 1, όταν οι πράξεις αυτές διαπράττονται από ή µε την υποκίνηση ή τη συγκατάθεση ή την ανοχή δηµόσιου υπαλλήλου ή άλλου προσώπου ενεργούντος µε επίσηµη ιδιότητα. Ειδικότερα, οι υποχρεώσεις που περιέχονται στα άρθρα 10, 11, 12 και 13 εφαρµόζονται αφού αντικατασταθεί η αναφορά σε βασανιστήρια µε την αναφορά σε άλλες µορφές σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής µεταχείρισης ή τιµωρίας.
  11. Οι διατάξεις της Σύµβασης αυτής τίθενται χωρίς επηρεασµό των διατάξεων οποιασδήποτε άλλης διεθνούς συµφωνίας ή οποιουδήποτε εσωτερικού δικαίου που απαγορεύει σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική µεταχείριση ή τιµωρία ή που σχετίζεται µε έκδοση ή απέλαση.» Επιπρόσθετα, στα πλαίσια της επιχειρηματολογίας του επί του εν λόγω ζητήματος αναφέρθηκε και στην αγγλική απόφαση R v. Dytham
(1979)69 Crim App R 387. Ξεκινώντας από την απόφαση στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Συμεού σημειώνω ότι το αδίκημα που απασχόλησε το Αγγλικό Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση δεν σχετίζεται με τα επίδικα αδικήματα. Συγκεκριμένα η προαναφερόμενη υπόθεση αφορούσε την κατηγορία της αξιόποινης συμπεριφοράς λειτουργού της δικαιοσύνης (misconduct of an officer of justice). Στην παρούσα περίπτωση οι Κατηγορούμενοι δεν αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσεως αδίκημα και ως εκ τούτου θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση από την εν λόγω απόφαση. Όσον αφορά τώρα την επίκληση του άρθρου 20 του Κεφ. 154 θα συμφωνήσω με τον κ. Συμεού ότι με το εν λόγω άρθρο ως ποινικά υπεύθυνος για αδίκημα, εκτός από τον φυσικό αυτουργό, ορίζεται και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που έχει συνδράμει ή ενθαρρύνει τη διάπραξη του αδικήματος ή συμβουλεύει και παροτρύνει άλλον να το διαπράξει (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 και Ηλία ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ 137). Από την άλλη, το άρθρο 16 της Σύμβασης περιλαμβάνει ουσιαστικά αντίστοιχες πρόνοιες με εκείνες του άρθρου 20 του Κεφ.154, αφού ορίζει ότι οι πράξεις που αναφέρονται σε αυτό μπορούν να τελεστούν και με την υποκίνηση ή τη συγκατάθεση ή την ανοχή δημοσίου υπαλλήλου ή άλλου προσώπου ενεργούντος με επίσημη ιδιότητα. Επομένως, το ερώτημα που αναδύεται είναι κατά πόσο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 έβλεπαν τον Κατηγορούμενο 3 όταν ο τελευταίος χτύπησε κατ' ισχυρισμό τον Μ.Κ.4 ή ότι τον υποκίνησαν ή βοήθησαν ή με οποιοδήποτε τρόπο τον παρότρυναν στην τέλεση του ισχυριζόμενου αδικήματος. Αναφέρομαι μόνο στο ισχυριζόμενο περιστατικό με τον Μ.Κ.4, καθώς οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 στη μαρτυρία τους δεν ισχυρίστηκαν ότι οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι συμμετείχαν καθ' οιονδήποτε τρόπο όταν δέχονταν τις ισχυριζόμενες επιθέσεις από τους Κατηγορούμενους 2 και 3 αντίστοιχα. Ανοίγω μία παρένθεση στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι δεν παραβλέπω ότι ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι τρείς αστυφύλακες όταν ανέβαζαν τους υπόλοιπους Παραπονούμενους (περιλαμβανομένων των Μ.Κ.3 και 4) τους χτυπούσαν. Η εν λόγω αναφορά ωστόσο του Μ.Κ.2 είναι εξ αντικειμένου αόριστη, αφού δεν κατονομάστηκαν οι τρεις αστυφύλακες στους οποίους αναφέρθηκε, ενώ όταν ρωτήθηκε συγκεκριμένα να αναφέρει κατά πόσο είδε τους αστυφύλακες να χτυπούν με ρόπαλα, είπε ότι δεν μπορούσε να πάρει κανένα στον λαιμό του. Ομοίως αντικειμενικά αόριστες ήταν και οι αναφορές του Μ.Κ.3 ότι αστυφύλακες τους χτυπούσαν, αφού και αυτός, πέραν του Κατηγορούμενου 3, δεν αναφέρθηκε σε οποιονδήποτε άλλο Κατηγορούμενο. Κλείνοντας την παρένθεση σημειώνω ότι και ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής στο συγκεκριμένο κομμάτι της εισήγησης του επικαλέστηκε μόνο τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  1. Θεωρώ ορθό να παραθέσω αυτούσιο το επίμαχο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.
  2. «E. Μάλιστα. κύριε μάρτυρα, γνωρίζετε εάν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκείνην την ώρα εκεί που εσείς χτυπηθήκατε; A. Ήταν και οι 4 παρών, οι Αστυνομικοί. E. Μάλιστα. Αναφορικά με τους υπόλοιπους Αστυφύλακες τι έκαμναν εκείνην τη ώρα; A. Ξέρω εγώ. επαίζαν τον πελλό, αφού κοιτούσαν όταν ήταν να έρτει ο αξιωματικός, όταν ήρθε εκείνος σταμάτησε να με χτυπά.» Η εν λόγω μαρτυρία κρινόμενη στο απόγειο της θεωρώ ότι δεν δημιουργεί πιθανότητα καταδίκης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 4 ως προς το ότι οι τελευταίοι συνέδραμαν ή ενθάρρυναν ή βοήθησαν ή παρότρυναν με οποιοδήποτε τρόπο τη διάπραξη του ισχυριζόμενου αδικήματος από τον Κατηγορούμενο
  3. Ο Μ.Κ.4 δεν πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 είδαν τον Κατηγορούμενο 3 να τον χτυπά και παρά ταύτα δεν αντέδρασαν. Η απάντηση του στην κρίσιμη ερώτηση ως προς το τι έκαναν οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 όταν δεχόταν την ισχυριζόμενη επίθεση είναι χαρακτηριστική και ξεκινά με την φράση «Ξέρω εγώ», για να συνεχίσει «επαίζαν τον πελλό, αφού κοιτούσαν όταν ήταν να έρτει ο αξιωματικός, όταν ήρθε εκείνος σταμάτησε να με χτυπά». Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της απάντησης του σημειώνεται ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 ενημέρωσαν σχετικά τον Κατηγορούμενο 3 όταν έφθασε στο μέρος αξιωματικός της αστυνομίας. Εν κατακλείδι σημειώνω ότι η σχετική αναφορά του Μ.Κ.4 είναι αφ' εαυτής τόσο γενική που δεν δικαιολογεί την κλήση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 4 σε απολογία, ιδιαιτέρως από τη στιγμή που και στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αναφορά ότι οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 είχαν οπτική επαφή με τον Κατηγορούμενο 3, ή είδαν ότι ο τελευταίος χτυπούσε τον Μ.Κ.4 και δεν αντέδρασαν ή συνέδραμαν με οποιοδήποτε τρόπο στην πραγμάτωση του ισχυριζόμενου αδικήματος. Όσον αφορά την 7η κατηγορία, περιορίζομαι να αναφέρω ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία σε σχέση με αυτήν και ως εκ τούτου είναι έκθετη σε απόρριψη. Κατά την εξέταση τέτοιων θεμελιακών ζητημάτων, όπως αυτά που εκτέθηκαν πιο πάνω, για την ευθύνη των Κατηγορουμένων το Δικαστήριο μπορεί να τους απαλλάξει από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ 851 όπου αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης.» Υπό το φως των πιο πάνω οι Κατηγορούμενοι 1 και 4 αθωώνονται και απαλλάσσονται από το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. Ο Κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1, 2, 4, 5 και 7 και ο Κατηγορούμενος 3 στις κατηγορίες 3, 6 και 7. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 καλούνται σε απολογία στις ακόλουθες κατηγορίες: Ο Κατηγορούμενος 2 στις κατηγορίες 3 και 6. Ο Κατηγορούμενος 3 στις κατηγορίες 1, 2, 4 και 5. (Υπ.) ............ Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.