← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 10003/13, 23/3/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 10003/13, 23/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10003/13 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 23.03.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Α. Αλεξάνδρου (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες:

(1)Επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 (πρώτη κατηγορία),
(2)δημόσια εξύβριση κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία),
(3)ανησυχία κατά παράβαση του άρθρου 95 του Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία),
(4)απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ.154 (τέταρτη κατηγορία),
(5)αντίσταση κατά της νόμιμης σύλληψης του κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Κεφ.154 (πέμπτη κατηγορία), Σχετικά με την έκτη κατηγορία που αφορά άρνηση παροχής δείγματος εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)
(5)και 11 του Ν.174/86 και 20Α του Ν.86/72, ο κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή πριν από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Ως εκ τούτου, η υπόθεση αυτή οδηγήθηκε σε ακρόαση αναφορικά με τις πιο πάνω πέντε κατηγορίες. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 06.04.13 στην οδό Φελλάχογλου στην Πάφο και συγκεκριμένα σε δημόσιο μέρος, χωρίς εύλογη αιτία, προκάλεσε θόρυβο κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης και ακολούθως αντιστάθηκε κατά της νόμιμης σύλληψης του και επιτέθηκε εναντίον του αστυφύλακα 726 Ιάκωβου Παναγή προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη, στον οποίο επίσης προκάλεσε τρόμο απειλώντας τον ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο του με τη φράση "Εάν σε κόψω έξω θα σε σκοτώσω" αλλά και εξύβρισε με τη φράση "Αφήστε με μπάσταρδοι" Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου αναφορικά με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση καλώντας παράλληλα ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν δέκα τεκμήρια και τέσσερα τεκμήρια προς αναγνώριση. Από τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν το Τεκμήριο 6 κατατέθηκε από κοινού με τα μέρη να αποδέχονται το περιεχόμενο του ως ορθό και αληθές. Πρόκειται για τη γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 3218 Ανδρέα Ιωάννου. Αυτό που καταγράφεται στο εν λόγω έγγραφο και είναι αποδεκτό από αμφότερα μέρη είναι ότι στις 06.04.13 και μεταξύ των ωρών 09:00-09:05 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, ο εν λόγω αστυνομικός κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, ο οποίος αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο απάντησε "Δεν παραδέχομαι". Το αστυνομικό έντυπο γραπτών κατηγοριών ημερομηνίας 06.04.13 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Το ότι ο κατηγορούμενος στις 06.04.13 κατηγορήθηκε με τις κατηγορίες του εντύπου και ότι απάντησε πως δεν παραδέχεται είναι γεγονότα παραδεκτά από αμφότερα μέρη. Τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του. ΜΚ1 ήταν ο αστυφύλακας 726 Ιάκωβος Παναγή που κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Τροχαία Πάφου, του οποίου η γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 01.04.14, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 1, αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, ο εν λόγω μάρτυρας στις 06.04.13 και περί ώρα 01:30 βρισκόταν μαζί με τον ε/αστυφύλακα 5385 Ν. Χριστοφή στην οδό Φελλάχογλου στην Πάφο σε καθήκον πρόληψης δυστυχημάτων ανακόπτοντας οδηγούς οχημάτων για έλεγχο αλκοόλης. Σε κάποια στιγμή ο εν λόγω μάρτυρας έγνεψε στον οδηγό με αριθμούς εγγραφής KTJ 286 να σταματήσει, πράγμα που αυτός έπραξε. Επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας και η αναπνοή του μύριζε έντονα αλκοόλ. Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι είχε καταναλώσει αρκετά αλκοολούχα ποτά. Του ζητήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής σε προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης αλλά αυτός αρνήθηκε. Προσπάθησε να θέσει σε λειτουργία το όχημα του αλλά κατόπιν παρότρυνσης του μάρτυρα παρέμεινε στο χώρο. Ο κατηγορούμενος εξήλθε του οχήματος του και προσπάθησε να πείσει τον μάρτυρα να μην τον καταγγείλει για κατανάλωση αλκοόλ επειδή θεωρούσε ότι θα αντιμετώπιζε τον κίνδυνο να απολυθεί από την εργασία του. Όταν ο μάρτυρας αρνήθηκε να συναινέσει στις εκκλήσεις του, ο κατηγορούμενος ζήτησε να μεταβεί στις δημόσιες τουαλέτες που ήταν μερικά μέτρα από το περιπολικό όχημα. Ο κατηγορούμενος εισήλθε στο δεύτερο διαχωριστικό χωρίς να κλείσει την πόρτα με τον μάρτυρα να τον αναμένει έξω από το χώρο. Σε κάποια στιγμή ο ΜΚ1 άκουσε τον κατηγορούμενο να ομιλεί ψιθυριστά. Τότε πρόσεξε τον κατηγορούμενο να ομιλεί στο κινητό του τηλέφωνο με κάποιο άτομο προς το οποίο του ξηγούσε τι είχε συμβεί. Ο εν λόγω μάρτυρας είπε στον κατηγορούμενο να εξέλθει του αποχωρητηρίου ακουμπώντας τον στον ώμο. Ο κατηγορούμενος αντέδρασε γρονθοκοπώντας τον μάρτυρα στο αριστερό μέρος του κεφαλιού του. Ο ΜΚ1 ανάφερε στον κατηγορούμενο ότι ήταν υπό σύλληψη πιάνοντας τα χέρια του και παράλληλα φωνάζοντας τον συνάδελφο του για βοήθεια. Ο κατηγορούμενος αντέδρασε τραβώντας με δύναμη για να ξεφύγει. Με τη βοήθεια του συναδέλφου του προσπάθησε να τον ακινητοποιήσει αλλά ο κατηγορούμενος έσπρωχνε, τραβούσε, κλωτσούσε, κτυπούσε, φώναζε και έβριζε λέγοντας "Αφήστε με ρε μπάσταρδοι, εμένα τα παλλικαρούθκια να μεν μου τα κάμνετε με την στολή, κωλόπαια εν πάω πούποτε μαζί σας". Στα πλαίσια των προσπαθειών που καταβλήθηκαν για να ακινητοποιηθεί ο κατηγορούμενος, εξήλθαν όλοι από τις δημόσιες τουαλέτες και ο ΜΚ1 χρησιμοποίησε το υπηρεσιακό του σπρέι. Σε κάποια στιγμή που ο μάρτυρας γύρισε το χέρι του κατηγορουμένου για να του περάσει χειροπέδες αυτός τραβώντας με δύναμη για να μην γίνει κατορθωτό κουτούλησε στο πάνω μέρος της πόρτας του περιπολικού. Ο μάρτυρας πρόσεξε ότι ο κατηγορούμενος είχε αίμα στα χείλη ενώ τα μάτια του ήταν ολοκόκκινα. Τότε ήταν που ο μάρτυρας κατάφερε να περάσει χειροπέδες στον κατηγορούμενο. Τη στιγμή που τοποθετείτο στο περιπολικό ο κατηγορούμενος είπε στον ΜΚ1 "Εν να σε κόψω έξω και εν να σε σκοτώσω". Στη συνέχεια ο ΜΚ1 οδήγησε τον κατηγορούμενο στα κρατητήρια μαζί με τον αστυφύλακα
  2. Στην τροχαία ο ΜΚ1 αισθάνθηκε ζάλη και τάση για εμετό. Η δεξιά πλευρά του κεφαλιού του ήταν πρησμένη, είχε κοκκινίσματα στο λαιμό και πονούσε τον αντίχειρα του αριστερού του χεριού. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου από τον ε/αστυφύλακα 5385 Ν. Χριστοφή. Ενώ βρισκόταν σε δωμάτιο για εξέταση εισήλθε ο κατηγορούμενος με απειλητικές διαθέσεις λέγοντας του "Ρε παλικάρι εσύλλαβες με εσού εμένα; Εν να δεις τι θα πάθεις τώρα", πλην όμως εμποδίστηκε από αστυνομικούς και νοσηλευτές. Όταν αργότερα ο ΜΚ1 οδηγήθηκε στον ίδιο θάλαμο που θα βρισκόταν και ο κατηγορούμενος αποχώρησε από το νοσοκομείο περί ώρα 06:00 επειδή δεν αισθανόταν ασφάλεια. Ο ΜΚ1 μεταφέρθηκε στην οικία του από συγγενικό του πρόσωπο αλλά επειδή κατά το μεσημέρι της ίδιας ημέρας εξακολουθούσε να έχει ζαλάδα και τάση για εμετό επισκέφθηκε εκ νέου νοσοκομείο όπου αφού εξετάστηκε του συστήθηκε ανάπαυση με απουσία από την εργασία του για περίοδο 3 ημερών. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 ιατρική αναφορά ημερομηνίας 06.04.13 της Δρ. Φυσεντζίδου που ήταν η ιατρός στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου που εξέτασε τον ΜΚ
  3. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1, ανάμεσα σ' άλλα, δήλωσε πως ακουμπούσε στον τοίχο της ανοιχτής πόρτας του διαχωριστικού και ανέμενε τον κατηγορούμενο να ουρήσει, όπως του είχε πει. Το χρονικό διάστημα της αναμονής ήταν 2-3 λεπτά. Στο χρόνο αυτό άκουσε τον κατηγορούμενο να ομιλεί στο κινητό τηλέφωνο του με άλλο άτομο, το οποίο καλούσε να έλθει στο σημείο που τον είχε ανακόψει η αστυνομία. Ευθύς είδε τον κατηγορούμενο να κρατεί με το αριστερό του χέρι το κινητό τηλέφωνο του στο αριστερό του αυτί. Ο ΜΚ1 είπε ότι ενοχλήθηκε από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου θεωρώντας ότι σε περίπτωση που το άτομο εκείνο ερχόταν στο μέρος θα γινόταν επέμβαση στο έργο της αστυνομίας. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας είπε, ακούμπησε τον κατηγορούμενο στον αριστερό ώμο με το δεξί του χέρι έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να αντιληφθεί ότι έπρεπε να εξέλθει του διαχωριστικού χώρου της τουαλέτας. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, τη στιγμή που ο κατηγορούμενος του είπε να μην το αγγίζει ο τελευταίος τον γρονθοκόπησε στην αριστερή μεριά της κεφαλής του και ειδικότερα στο μέτωπο πάνω από το φρύδι. Ο ΜΚ1 προσπάθησε να αμυνθεί και να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από του να τον κτυπήσει ξανά. Παράλληλα προσπάθησε να το θέσει υπό κράτηση γι' αυτό αναζήτησε βοήθεια από τον επί καθήκον συνάδελφο του. Ακολούθησε αντίσταση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος προσπαθούσε να κλωτσήσει τον ΜΚ1 χωρίς επιτυχία. ΜΚ1 και κατηγορούμενος αλληλοσπρώχτηκαν μέσα στον προθάλαμο των αποχωρητηρίων. Ο κατηγορούμενος αντιδρούσε τραβώντας τα χέρια του και τότε επενέβηκε ο συνάδελφος του ΜΚ1 για να βοηθήσει. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να κλωτσά περιλαμβανομένου στον τοίχο του αποχωρητηρίου και να προβαίνει σε βίαιες κινήσεις. Ο ΜΚ1 δεν θυμάται είτε ο ίδιος είτε ο συνάδελφος του να δέχτηκαν χτύπημα από την αντίδραση του κατηγορουμένου. Συνεχίζοντας την περιγραφή του επιδίκου επεισοδίου ο ΜΚ1 δήλωσε πως όλοι οι εμπλεκόμενοι εξήλθαν του προθαλάμου των αποχωρητηρίων με αλληλοσπρωξίματα. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να κλωτσά και κλωτσούσε το περιπολικό. Ο ΜΚ1 τότε χρησιμοποίησε το υπηρεσιακό του σπρέι ψεκάζοντας τον κατηγορούμενο μία φορά στο επίπεδο των ματιών από απόσταση ενός μέτρου περίπου με τον κατηγορούμενο να κλίνει το κεφάλι του προς το πλάι για να αποφύγει το ψέκασμα με αποτέλεσμα ο ψεκασμός να γίνει στο κεφάλι και μαζί με το συνάδελφο του τον έσπρωχναν για να τον τοποθετήσουν μέσα στο περιπολικό, ενώ αυτός συνέχισε να αντιδρά. Προηγήθηκε σπρώξιμο του κατηγορουμένου μέσα στο περιπολικό σε στάση μπρούμυτα. Προτού ανοίξει η πόρτα του περιπολικού για να μπει μέσα ο κατηγορούμενος, ο τελευταίος χτύπησε με το κορμί και με το κεφάλι του δύο δυνατές φορές στο πλαϊνό μέρος του οχήματος και συγκεκριμένα στη δεξιά πισινή πόρτα και στον παραστατό πάνω από αυτήν (πλαίσιο της πόρτας). Σύμφωνα με τον μάρτυρα το αίμα στα χείλη του κατηγορουμένου και το ότι τα μάτια του ήταν κόκκινα προέκυψε από την ένταση του επεισοδίου και που όλοι οι εμπλεκόμενοι χρησιμοποίησαν βία. Όπως ο ΜΚ1 είπε, η βία που ο ίδιος χρησιμοποίησε ήταν που ψέκασε τον κατηγορούμενο με το σπρέι και που προσπάθησε να τον ακινητοποιήσει αρπάζοντας τον από τα χέρια, πόδια, κεφάλι και από άλλα σημεία του σώματος του. Τελικά η τοποθέτηση των χειροπεδών έγινε όταν το σώμα του κατηγορουμένου βρισκόταν κατά το ήμισυ εντός του οχήματος με την πόρτα ανοιχτή και ενώ αυτός συνέχισε να αντιστέκεται τραβώντας και βάζοντας δύναμη για να μην μπει στο όχημα και μη αφήνοντας τα χέρια του ελεύθερα για να τοποθετούνταν οι χειροπέδες. Περαιτέρω ο μάρτυρας ανάφερε ότι αφού μετέφερε τον κατηγορούμενο στα κρατητήρια κοίταξε το πρόσωπο του σε καθρέφτη που υπήρχε στην τροχαία όπου πρόσεξε φουσκωμένη την περιοχή του αριστερού του κροτάφου. Σε σχέση με τη σύλληψη και την κράτηση του κατηγορουμένου ο ΜΚ1 προέβηκε σε κατάθεση, η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  4. Επιπροσθέτως κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του ΜΚ1 κατατέθηκαν τα εξής τεκμήρια προς αναγνώριση: Τεκμήριο 'Β' προς αναγνώριση - 3 έγχρωμες φωτογραφίες Τεκμήριο 'Γ' προς αναγνώριση - γραπτό αστυνομικό μήνυμα ημερ. 06.04.13 Τεκμήριο 'Δ' προς αναγνώριση - 37 έγχρωμες φωτογραφίες ΜΚ2 ήταν ο ειδικός αστυφύλακας 5385 Νικόλας Χριστοφή που κατά τον ουσιώδη χρόνο επίσης υπηρετούσε στην Τροχαία Πάφου. Η γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 06.04.13, η οποία προσκομίστηκε ως Τεκμήριο 4, αποτέλεσε μέρος την κυρίως εξέτασης του. Όπως σημειώνεται στο έγγραφο αυτό, στις 06.04.13 βρισκόταν με το περιπολικό όχημα με αριθμούς εγγραφής KWX 984 σε εντεταλμένη υπηρεσία μαζί με τον ΜΚ1 στην οδό Φελλάχογλου στην Πάφο. Αμφότεροι διενεργούσαν ελέγχους οδηγών και κατά πόσο αυτοί οδηγούσαν υπό την επήρεια αλκοόλης. Σε κάποια στιγμή είδε τον ΜΚ1 να ανακόπτει για έλεγχο τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ1 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να δώσει δείγμα προκαταρκτικής εξέτασης αλκοόλης. Ο εν λόγω μάρτυρας πρόσεξε ότι ο κατηγορούμενος είχε εξέλθει του οχήματος του και ζητούσε από τν ΜΚ1 να μην τον καταγγείλει για αλκοόλη επειδή κινδύνευε να χάσει την εργασία του. Όπως ο ΜΚ2 είπε, ο ΜΚ1 αρνήθηκε ευγενικά αλλά ο κατηγορούμενος συνέχισε να μην συνεργάζεται και να δυσανασχετεί. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος ζήτησε να μεταβεί σε διπλανές δημόσιες τουαλέτες, πράγμα που έγινε με τον ΜΚ1 να αναμένει έξω. Μετά από πάροδο 5 λεπτών ο εν λόγω μάρτυρας άκουσε τον ΜΚ1 να λέει στον κατηγορούμενο να εξέλθει και να φυσήξει για έλεγχο. Αμέσως πρόσεξε τον κατηγορούμενο να γρονθοκοπεί με το δεξί του χέρι την αριστερή πλευρά του προσώπου του ΜΚ
  5. Τότε ο ΜΚ2 έσπευσε στο σημείο εκείνο με σκοπό να συλλάβει τον κατηγορούμενο και να αποτρέψει νέα επίθεση εναντίον του συναδέλφου του. Ο κατηγορούμενος αντιδρούσε και φώναζε "αφήστε με ρε μπάσταρδοι". Σύμφωνα με τον ΜΚ3, ο ίδιος μαζί με το συνάδελφο του προσπάθησαν να τοποθετήσουν χειροπέδες στον κατηγορούμενο, ο οποίος αντιδρούσε κουνώντας τα χέρια του με δύναμη, κλωτσώντας με τα πόδια του και προσπαθώντας να τους κτυπήσει με το κεφάλι του. Επειδή αντιμετώπιζαν πρόβλημα να ακινητοποιήσουν τον κατηγορούμενο, ο ΜΚ1 έκανε χρήση του υπηρεσιακού του σπρέι. Ακολούθως ο ΜΚ1 προσπάθησε να γυρίσει προς τα πίσω τα χέρια του κατηγορουμένου για να του τοποθετήσει χειροπέδες αλλά ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να αντιδρά σπρώχνοντας με δύναμη και κάνοντας απότομες κινήσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κτυπήσει δυνατά με το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του στην άκρη της οροφής του περιπολικού. Το πρόσωπο του κατηγορουμένου αιμορραγούσε. Παράλληλα έγινε κατορθωτή η τοποθέτηση χειροπεδών στον κατηγορούμενο και η εγκατάσταση του στο περιπολικό. Ενώ βρισκόταν στο περιπολικό ο κατηγορούμενος φώναξε στον ΜΚ1 λέγοντας του "Εν με σε κόψω έξω θα σε σκοτώσω". Στη συνέχεια ο εν λόγω μάρτυρας μετέφερε τον κατηγορούμενο στην Τροχαία Πάφου ενώ ο ΜΚ1 οδήγησε το όχημα του κατηγορουμένου. Επειδή ο ΜΚ1 ζαλιζόταν από το περιστατικό, ο ΜΚ2 τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για να τύχει ιατρικής περίθαλψης. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέταση του ο ΜΚ2 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος ζητούσε να μην καταγγελθεί επειδή είχε στο παρελθόν είχε καταγγελθεί για τον ίδιο λόγο από τον ίδιο και το συνάδελφο του και φοβόταν για τις συνέπειες που θα είχε. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3, ανάμεσα σ' άλλα, δήλωσε πως όταν ο ΜΚ1 και ο κατηγορούμενος βρίσκονταν στις δημόσιες τουαλέτες ο ίδιος δεν είχε οπτική επαφή μαζί τους. Αυτό που τον ώθησε να σπεύσει στις τουαλέτες ήταν όταν άκουσε φωνές χωρίς όμως να συγκεκριμένες λέξεις. Προσπάθησε να βοηθήσει τον συνάδελφο του να ακινητοποιήσει τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα ο ΜΚ2 περνώντας τα χέρια του κάτω από τις μασχάλες του κατηγορουμένου κρατούσε τα χέρια του κατηγορουμένου ανάμεσα στους ώμους του. Ο ΜΚ1 προσπάθησε να έλθει από πίσω του κατηγορουμένου όπως τον βαστούσε ο ΜΚ1 για να του τοποθετήσει χειροπέδες αλλά ο κατηγορούμενος αντιστεκόταν ανεμίζοντας τα χέρια του και προσπαθώντας να τους κτυπήσει με το κεφάλι του. Σε κάποια στιγμή που όλοι οι εμπλεκόμενοι βρίσκονταν στον προθάλαμο των δημόσιων αποχωρητηρίων ο κατηγορούμενος ξαφνικά τον έσπρωξε προς τα πίσω ακουμπώντας τον πάνω στον τοίχο και βγήκε προς τα έξω. Τότε ήταν που ο ΜΚ1 χρησιμοποίησε το υπηρεσιακό του σπρέι. Εκεί κοντά στο περιπολικό ο ΜΚ1 προσπαθούσε να τοποθετήσει χειροπέδες στον κατηγορούμενο, ο οποίος τόσο πολύ αντιστεκόταν σπρώχνοντας απότομα με τα χέρια του προς τα πίσω προκειμένου να αποφύγει τις χειροπέδες που κτύπησε το κεφάλι του πάνω στο υπηρεσιακό όχημα. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, ο κατηγορούμενος αντιστεκόμενος έβαζε τα πόδια του στην πόρτα, αρνιόταν να εισέλθει στο περιπολικό και δεν έσκυβε το κεφάλι του. Περαιτέρω στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο ΜΚ2 αναγνώρισε κατάθεση ημερομηνίας 16.05.13 που του λήφθηκε από τον ερευνών λειτουργό της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών Και Παραπόνων Κατά Της Αστυνομίας, με το περιεχόμενο της οποίας δήλωσε πως συμφωνεί. Η εν λόγω κατάθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  6. Επιπλέον κατά την αντεξέταση του προσκομίστηκε ως Τεκμήριο 'Ε' προς αναγνώριση η γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 4121 Φ. Μακρυγιάννη ημερομηνίας 12.04.
  7. ΜΚ3 ήταν ο Δρ. Μανώλης Γεωργίου, ιατρός στο νοσοκομείο Πόλυς Χρυσοχούς. Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε ότι το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 06.04.13 που αφορά τον ασθενή ΜΚ1 συμπληρώθηκε και υπογράφτηκε από τον ίδιο. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Σύμφωνα με τον ΜΚ3, τα σημειούμενα στο ιατρικό αυτό έγγραφο 'κάκωση κεφαλής', 'ζάλη' και 'εμετική διάθεση' αποτελούν παράπονα του ΜΚ1 και όχι δικές του ιατρικές διαπιστώσεις. Επειδή ο ΜΚ1 προσήλθε στο νοσοκομείο Πόλυς Χρυσοχούς παραπονούμενος ότι εξακολουθεί να ταλαιπωρείται από 'κάκωση κεφαλής' που, όπως ο ΜΚ3 είπε, ήταν εύρημα του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, συστήθηκε φαρμακευτική αγωγή και επανεξέταση ενώ στον ΜΚ1 χορηγήθηκε τρεις ημέρες άδεια ασθενείας. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3, ανάμεσα σ' άλλα, δήλωσε πως χορήγησε άδεια ασθενείας στον ΜΚ1 βάση αυτών που του ανάφερε ως ασθενής και βάσει της ιατρικής αναφοράς του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, για την οποίαν ενημερώθηκε από τον ιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου που εξέτασε τον ΜΚ
  9. Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση λέγοντας πως είναι αθώος στις κατηγορίες 1 μέχρι
  10. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο αυτά που οι ΜΚ1 και Μκ2 ανέφεραν στο Δικαστήριο είναι ψέματα. Όπως ο κατηγορούμενος είπε, στις 06.0413 και περί ώρα 01:00 έφυγε από νυχτερινό κέντρο που διασκέδαζε μαζί με φίλους του καταναλώνοντας ποσότητα αλκοόλης και οδηγώντας το όχημα του με αριθμούς εγγραφής KTJ
  11. Καθ' οδό προς την οικία του ανακόπηκε από τους ΜΚ1 και ΜΚ2, οι οποίοι του ζήτησαν να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης. Επειδή προέβαλε δικαιολογίες για να αποφύγει την παροχή τέτοιου δείγματος, δέχτηκε επίθεση από τους εν λόγω αστυνομικούς, ως αποτέλεσμα της οποίας νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για τρεις ημέρες. Οδηγήθηκε στην Τροχαία Πάφου από τον ΜΚ
  12. Επίσης ο κατηγορούμενος δηλώνει πως υπέβαλε παράπονο στην αρμόδια αρχή και κατόπιν διερεύνησης του καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 741/16 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Μοναδική μάρτυρας υπεράσπισης ήταν η Ιωάννα Παυλίδου (ΜΥ), η οποία εργάζεται στο ποινικό τμήμα του πρωτοκολητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Στην κυρίως εξέταση της παρουσίασε το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 741/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 με το περιεχόμενο του να ομιλεί από μόνο του. Η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι η εκδίκαση της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης είναι προγραμματισμένη στις 08.05.
  13. Η ΜΥ ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ως αναξιόπιστη σημειώνοντας ότι διακατέχεται από κίνητρο ψεύδους παραπέμποντας στο Τεκμήριο
  14. Ο κύριος Αλεξάνδρου επικαλέστηκε την ύπαρξη ουσιωδών αντιφάσεων μέσα από τις ένορκες μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ2 σε συνάρτηση με τις γραπτές καταθέσεις τους (Τεκμήρια 1 και 4). Σε ότι αφορά τον ΜΚ3, ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι πρόκειται για ένα ιατρό, του οποίου η μαρτυρία δεν περιλαμβάνει ιατρική εξέταση του ΜΚ1, ούτε διάγνωση αλλά ούτε και καταγραφή ιατρικών ευρημάτων του. Με βάση το ποιο πάνω σκεπτικό ο κύριος Αλεξάνδρου ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση του πελάτη του στις κατηγορίες 1 μέχρι 5 του κατηγορητηρίου. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία ισχυρίστηκε ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε, παρά τις αδυναμίες που παρουσιάζει, είναι ειλικρινής και καθόλου κατασκευασμένη και γι' αυτό θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής απέρριψε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι οι μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ2 περιέχουν ουσιώδεις αντιφάσεις. Παράλληλα η κυρία Παπαλαζάρου ανάφερε ότι μέσα από την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου δεν υπάρχει οτιδήποτε που να μπορεί να αξιολογηθεί. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία έχουν αποδειχτεί όλες οι κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στον απαιτούμενο βαθμό και γι' αυτό θα πρέπει να κριθεί ένοχος. Θέση κατηγορουμένου για ενδεχόμενο διεξαγωγής μη δίκαιης δίκης: Προτού στρέψω την προσοχή μου στην μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, θα ασχοληθώ με ένα ζήτημα που ο ευπαίδευτος συνήγορος έθεσε πριν από την αντεξέταση του ΜΚ1 (αστυφύλακας 726 Ιάκωβος Παναγή) που είναι ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα στις 06.10.17 ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας είχε ζητήσει να του παραδοθεί το μαρτυρικό υλικό που λήφθηκε από ποινικό ανακριτή στα πλαίσια διερεύνησης παραπόνου που υπέβαλε ο κατηγορούμενος εναντίον του πιο πάνω αστυφύλακα στην Ανεξάρτητη Αρχή Παραπόνων και Ισχυρισμών Κατά Της Αστυνομίας, πλην όμως η κατηγορούσα αρχή δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα του. Είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η άρνηση αυτή της κατηγορούσας αρχής τελικά θα οδηγήσει σε διεξαγωγή μη δίκαιης δίκης του κατηγορουμένου επειδή μόνο η κατηγορούσα αρχή έχει πρόσβαση στο εν λόγω μαρτυρικό υλικό. Προς ενίσχυση του αιτήματος του ο συνήγορος υπεράσπισης παρουσίασε επιστολή ημερομηνίας 26.09.17 που απέστειλε στο Επαρχιακό Γραφείο Πάφου της Νομικής Υπηρεσίας με τηλεομοιότυπο στην οποίαν ζητούσε το μαρτυρικό υλικό του ποινικού ανακριτή. Η εν λόγω επιστολή και το έντυπο αποστολής κατατέθηκαν ως Τεκμήρια Α1 και Α2 αντίστοιχα. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας επέμεινε στη μη ικανοποίηση του αιτήματος της υπεράσπισης για τους λόγους που εξήγησε και βρίσκονται καταγεγραμμένοι στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 06.10.
  15. Πράγματι αμέσως πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης ο κύριος Αλεξάνδρου είχε ζητήσει το συγκεκριμένο μαρτυρικό υλικό, αίτημα που δεν βρήκε σύμφωνη την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Αυτό φαίνεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.09.10, στα οποία και ανάτρεξα. Εξετάζοντας επί της ουσίας το εγειρόμενο θέμα παρατηρώ ότι η υπεράσπιση δεν το εδράζει πάνω σε συγκεκριμένη νομική βάση. Παρόλα αυτά θεωρώ ότι το εν λόγω ζήτημα δεν μπορεί παρά να υποβάλλεται κάτω από το άρθρο 7 του Κεφ.155 με την υπεράσπιση να θεωρεί ότι το συγκεκριμένο μαρτυρικό υλικό σχετίζεται με τα υπό εκδίκαση αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Το εν λόγω άρθρο σημειώνει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να προμηθευτεί το μαρτυρικό υλικό που σχετίζεται με την υπόθεση του κατόπιν γραπτού αιτήματος του και εφόσον καταβληθούν τα σχετικά τέλη. Όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερομηνίας 06.10.17, το ζήτημα τέθηκε απλά για να είναι υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς ο κατηγορούμενος να ζητήσει τότε την εξέταση των λόγων της άρνησης της κατηγορούσας αρχής καθώς και του ενδεχομένου έκδοσης από το Δικαστήριο διατάγματος που ήθελε υπό τις περιστάσεις κρίνει πρέπον (άρθρο 7
(5)Κεφ.155). Δεδομένου του πιο πάνω, αυτό που στη συγκεκριμένη περίπτωση τίθεται για εξέταση στο στάδιο που το υπό κρίση ζήτημα εγέρθηκε είναι το ενδεχόμενο να θιγεί το συνταγματικό δικαίωμα του κατηγορουμένου να τύχει δίκαιης και ανεπηρέαστης δίκης στην παρούσα υπόθεση. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το θέμα της δίκαιης δίκης αποτιμάται από το δικαστήριο στο τέλος της δίκης μετά από θεώρηση της δίκης στο σύνολό της. Ο ισχυρισμός για παράβαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται in abstracto αλλά αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης και αποφασίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο και όχι αφηρημένο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 505 και Mansour v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 465, στις οποίες και παραπέμπω. Το κριτήριο για δίκαιη και ανεπηρέαστη δίκη είναι αντικειμενικό (Γεωργιάδης v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 1). Στην Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για ένταλμα της φύσης certiorari
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1718 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι εναπόκειται στον κατηγορούμενο στο τέλος της δίκης να ισχυριστεί ότι το μη αποκαλυφθέν υλικό ήταν απαραίτητο για την ετοιμασία της υπεράσπισης του και ότι η μη αποκάλυψη του τον έχει πράγματι επηρεάσει δυσμενώς (prejudice). Η θεραπεία του κατηγορουμένου σε τέτοια περίπτωση είναι η απαλλαγή του από το δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στις πιο πάνω υποθέσεις Ονουφρίου και Mansour, σε κάθε τέτοια περίπτωση ο κατηγορούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι πράγματι επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπισή του. Στην προκειμένη περίπτωση η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης υπεβλήθηκε πρόωρα. Το συγκεκριμένο ζήτημα τέθηκε πριν από την έναρξη της αντεξέτασης του ΜΚ1. Εξ' ου και το σκεπτικό του κυρίου Αλεξάνδρου παρέπεμπε σε ενδεχόμενο διεξαγωγής μη δίκαιης δίκης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ωστόσο στην τελική του αγόρευση και μετά που προσκομίστηκε το σύνολο της μαρτυρίας στο Δικαστήριο, ο συνήγορος υπεράσπισης δεν ασχολήθηκε με το θέμα αυτό. Ουδεμία αναφορά γίνεται από μέρους του κατηγορουμένου σε σχέση με το ζήτημα αυτό στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Η παράλειψη ενασχόλησης με το θέμα αυτό από το συνήγορο υπεράσπισης εκλαμβάνεται ως εγκατάλειψη της θέσης του αυτής. Ανεξάρτητα όμως, αν για σκοπούς συζήτησης θεωρήσω ότι η εν λόγω θέση του κατηγορουμένου δεν έχει εγκαταλειφθεί, διαπιστώνω ότι ο κατηγορούμενος απέτυχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου επιχείρημα που να πραγματεύεται ζήτημα παραβίασης δικαιώματος δίκαιης δίκης και όχι πιθανότητας όπως έχει πρόωρα τεθεί στο αρχικό στάδιο. Πολύ δε περισσότερο ο κατηγορούμενος απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι πράγματι επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπισή του ένεκα της μη παροχής του συγκεκριμένου μαρτυρικού υλικού που ζήτησε. Η πλευρά του κατηγορουμένου δεν εξήγησε και δεν τεκμηρίωσε πως πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπιση του μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης. Μάλιστα τέτοια τεκμηριωμένη ενημέρωση καθίσταται επιβεβλημένη για σκοπούς προώθησης της εν λόγω θέσης υπό το φως της πρόσβασης που είχε ο κατηγορούμενος σε έγγραφο που αποτελεί μέρος του μαρτυρικού υλικού που επιδίωκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης. Οι πιο πάνω παραλείψεις του κατηγορουμένου καθιστούν αδύνατη την εξέταση της συγκεκριμένης θέσης του κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο, αντικειμενικό και στη βάση τεκμηριωμένων δεδομένων όπως θα έπρεπε, καθιστώντας έτσι τον εν λόγω ισχυρισμό του κατηγορουμένου έκθετο σε απόρριψη. Τα πιο πάνω καθιστούν άνευ αξίας τα Τεκμήρια Α1 και Α2, στα οποία αποδίδω μηδενική βαρύτητα. Προχωρώ ευθύς να ασχοληθώ με την πτυχή της αξιολόγησης μαρτυρίας και σε κατάληξη τυχόν ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των εμπλεκομένων ατόμων που πρωταγωνίστησαν στο επίδικο επεισόδιο, δηλαδή των ΜΚ1 (παραπονούμενου), ΜΚ2 και του κατηγορουμένου, υπό το φως βέβαια και της ιατρικής μαρτυρίας του Δρ. Μανώλη Γεωργίου (ΜΚ3) καθώς και της γραπτής ιατρικής αναφοράς της Δρ. Φυσεντζίδου (Τεκμήριο 2). Είναι μέσα από την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτών των προσώπων επικουρούμενη από την όποια επιστημονική μαρτυρία γίνει αποδεκτή που θα καθοριστεί το πλαίσιο των επίδικων γεγονότων. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ιδιαίτερα σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο ΜΚ3 έκανε πολύ φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν έχει καμία αποδεικτική αξία για τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Κάθε άλλο παρά επιστημονικού χαρακτήρα κρίνεται. Αυτό που αβίαστα προκύπτει μέσα από δικές του τοποθετήσεις είναι ότι ο ρόλος του ΜΚ3 στην υπόθεση αυτή ήταν απλά να καταγράψει σε ιατρικό έντυπο (Τεκμήριο 8) τα παράπονα του ΜΚ1 που επισκέφθηκε ως ασθενής το νοσοκομείο Πόλυς Χρυσοχούς στις 06.04.13. Ο εν λόγω μάρτυρας, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο έφερε την ιδιότητα του ιατρού στο πιο πάνω νοσοκομείο, αντίς να προβεί σε κλινική εξέταση του ΜΚ1 και σε οποιαδήποτε άλλη ιατρική εξέταση που έκρινε αναγκαία και να καταλήξει στα δικά του ιατρικά ευρήματα μέσα από προσωπικές του διαπιστώσεις αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του ΜΚ1, προχώρησε σε εισήγηση για λήψη φαρμακευτικής αγωγής και χορήγηση άδειας ασθενείας βάση, όπως γενικά, αόριστα και ασαφή ισχυρίστηκε, ιατρικής ενημέρωσης που επικαλείται ότι έτυχε από ιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, τον οποίον δεν κατονομάζει, του οποίου δεν αναφέρει την ειδικότητα, για τον οποίον δεν εξηγεί πως και κάτω από ποιες συνθήκες γνωρίζει την ενημέρωση που του έκανε και χωρίς να αποκαλύπτει τι ακριβώς πληροφόρηση είχε. Επιπλέον οι ουσιώδεις αντιφάσεις που έχω εντοπίσει μέσα από την ένορκη κατάθεση του έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του ως μάρτυρα και παράλληλα έχουν αφαιρέσει από την μαρτυρία του κάθε δυναμική πειστικότητας της. Προς τεκμηρίωση αυτής της κατάληξης αναφέρω τα εξής:
(1)Ενώ στην αρχή της αντεξέτασης του ο ΜΚ3 ανάφερε ότι δεν είχε εξετάσει τον ΜΚ1 και δεν κατέληξε σε δικά του ιατρικά ευρήματα, στην πορεία της αντεξέτασης του ελίχθηκε και ισχυρίστηκε ότι είχε εξετάσει τον εν λόγω ασθενή. Εύλογα κάποιος διερωτάται εφόσον ο ΜΚ3 εξέτασε τον ΜΚ1 και όπως είπε κατέγραψε τα ιατρικά ευρήματα του σε έντυπο του νοσοκομείου Πόλυς Χρυσοχούς ποιος ο λόγος να μην τα καταγράψει και στο Τεκμήριο 8 παρά μόνο, όπως είπε, σημείωσε μόνο τα παράπονα του ασθενή (ΜΚ1). Η απουσία πειστικής εξήγησης για τη διαφοροποίηση αυτή θέτει την αναφορά του ΜΚ3 περί ιατρικής εξέτασης και προσωπικών ευρημάτων του υπό το καθεστώς αμφιβολίας ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της.
(2)Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚ3 ανάφερε ότι είχε παραχωρήσει άδεια ασθενείας στον ΜΚ1 μετά που ο τελευταίος του το ζήτησε έτσι ώστε, όπως του είπε, να επιστρέψει με καλή υγεία στην εργασία του, στην αντεξέταση του υπαναχώρησε λέγοντας πως δεν θυμάται αν ο ΜΚ1 του είχε ζητήσει τη χορήγηση άδειας ασθενείας.
(3)Ενώ αρχικά ο ΜΚ3 ανάφερε ότι ο ΜΚ1 του είχε πει ότι λάμβανε θεραπεία στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, στην πορεία υπαναχώρησε λέγοντας πως δεν θυμόταν αν ο ΜΚ1 του είχε αναφέρει κάτι τέτοιο. Επίσης ο ΜΚ3 επικαλείτο συνεχώς κατά τρόπο γενικό και αόριστο ένα ιατρικό έγγραφο του νοσοκομείου Πόλυς Χρυσοχούς που ισχυρίζεται ότι ο ίδιος το ετοίμασε. Ωστόσο η παράλειψη του εν λόγω μάρτυρα να το παρουσιάσει στο Δικαστήριο για να γίνει κατανοητή η θέση του ή τουλάχιστο η αποτυχία του να εξηγήσει τι συγκεκριμένα καταγράφει το εν λόγω έγγραφο και πως κατέληξε στο περιεχόμενο των αναφορών στο έγγραφο αυτό, εγκλώβισε την τοποθέτηση του αυτή στη σφαίρα του ισχυρισμού χωρίς ίχνος πειστικότητας. Αν όντως ο εν λόγω ιατρός εξέταζε τον ΜΚ1, όπως εκ των υστέρων ισχυρίστηκε, θα ήταν σε θέση να εκθέσει και να επεξηγήσει κατά τρόπο σαφή και τεκμηριωμένο τα ιατρικά του ευρήματα και διαπιστώσεις. Η παράλειψη του ΜΚ3 να αναφερθεί σε ιατρικά ευρήματα που προσωπικά διαπίστωσε αποδεικνύει ότι ο ίδιος δεν εξέτασε τον ΜΚ
  1. Επίσης, εφόσον, όπως ο ΜΚ3 επικαλέστηκε, ιατρός του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου τον είχε ενημερώσει πως ο ΜΚ1 υπέστη κάκωση κεφαλής, για ποιο λόγο δεν εισηγήθηκε στον ασθενή (ΜΚ1) να εισαχθεί στο νοσοκομείο Πόλυς Χρυσοχούς που υπηρετούσε για ιατρική παρακολούθηση, όπως εξάλλου είχαν εισηγηθεί συνάδελφοι του στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στον ΜΚ1 λίγες ώρες προηγουμένως. Ένα εύλογο ερώτημα που παρέμεινε αναπάντητο. Πέραν αυτού όμως, λογικά κάποιος διερωτάται πως ένας μη κατονομαζόμενος ιατρός του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου μπορούσε να πληροφορήσει τον ΜΚ3 ότι ο ΜΚ1 είχε υποστεί κάκωση κεφαλής, τη στιγμή που η Δρ. Φυσεντζίδου του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, η οποία ετοίμασε σχετική ιατρική βεβαίωση (Τεκμήριο 2) δεν διαπιστώνει κάκωση κεφαλής. Κάτω από τα πιο πάνω δεδομένα αποδίδω μηδενική βαρύτητα στη μαρτυρία του ΜΚ3, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 8 που αποτελεί μέρος αυτής. Ο ΜΚ1 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρόλο ότι ήταν ένας από τους εμπλεκόμενους στο επίδικο περιστατικό εντούτοις η μαρτυρία του ήταν νεφελώδης και κάθε άλλο παρά διαφωτιστική για τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Οι δε διάφορες παλινδρομικές αναφορές στις οποίες ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε φανερώνουν άτομο που δεν διαπνέεται από σιγουριά ως προς την ορθότητα και αλήθεια των τοποθετήσεων του. Ένα κομμάτι της μαρτυρίας του και συγκεκριμένα αυτό που σχετίζεται με τα τραύματα που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε συνεπεία επικαλούμενης επίθεσης από τον κατηγορούμενο συγκρούεται με ιατρικό έγγραφο που ο ίδιος προσκόμισε στο Δικαστήριο. Ειδικότερα ενώ μέσα από την μαρτυρία του ισχυρίζεται κάκωση κεφαλής μετά από πρήξιμο στο κεφάλι, το Τεκμήριο 2 που προσκόμισε δεν διαπιστώνει καμία κάκωση κεφαλής και δεν καταγράφει κανένα πρήξιμο/φούσκωμα στο κεφάλι, είτε στην αριστερή είτε στη δεξιά πλευρά του. Επίσης μέσα από το Τεκμήριο 1 ο ΜΚ1 παραπονιέται για κοκκινίσματα στο λαιμό αλλά το Τεκμήριο 2 καταγράφει μία και μόνο εκδορά στο λαιμό. Ακόμη ο ΜΚ1 μέσα από το Τεκμήριο 1 παραπονιέται για πόνο στον αντίχειρα του αριστερού του χεριού αλλά στο Τεκμήριο 2 δεν καταγράφεται διαπίστωση οποιουδήποτε δεδομένου που θα δικαιολογούσε πόνο στο μέρος του σώματος που ο ΜΚ1 επικαλέστηκε. Παράλληλα μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ1 αντιστρατεύεται τη λογική. Συγκεκριμένα η αναφορά του εν λόγω μάρτυρα στο Τεκμήριο 1 ότι δέχτηκε γροθιά από τον κατηγορούμενο στην αριστερή πλευρά της κεφαλής του δεν δικαιολογεί τον ισχυρισμό του περί φουσκώματος στη δεξιά μεριά της κεφαλής του που επίσης καταγράφεται στο Τεκμήριο
  2. Επιπλέον μέσα από το Τεκμήριο 1 ο ΜΚ1 δίδει σαφή εντύπωση ότι επειδή συνέχισε να αισθάνεται ζάλη και να έχει τάση για εμετό ο ίδιος μετέβηκε μόνος του ξανά στο νοσοκομείο. Είναι άξιο απορίας πως με τέτοια ισχυριζόμενα συμπτώματα ο ΜΚ1 κατάφερε να μεταβεί στο νοσοκομείο Πόλυς Χρυσοχούς, το οποίο παρεμπιπτόντως ο εν λόγω μάρτυρας αποφεύγει να κατονομάσει στο Τεκμήριο 1, χωρίς βοήθεια από οποιοδήποτε άτομο. Επίσης διερωτώμαι πως αντέχει τη βάσανο της λογικής η επιθετική και αντιδραστική συμπεριφορά του κατηγορουμένου στο βαθμό και την έκταση που ο ΜΚ1 επικαλέστηκε με την ύπαρξη μιας και μόνο εκδοράς στο λαιμό του, όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο 2 που ο ίδιος ο ΜΚ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι σε κάποια σημαντικά σημεία της ένορκης μαρτυρίας του ο ΜΚ1 είχε κενά μνήμης. Ειδικότερα ο ΜΚ1 δεν θυμόταν ποιος ιατρός τον είχε εξετάσει στο νοσοκομείο Πόλυς Χρυσοχούς, σε τι εξετάσεις υπεβλήθηκε στο νοσοκομείο Πόλυς Χρυσοχούς, ποιες ήταν οι υβριστικές φράσεις που ο κατηγορούμενος είχε εκστομίσει εναντίον του, πόση ώρα είχε μείνει στο θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και σε ποιο όροφο ήταν ο θάλαμος αυτός, αν ο ΜΚ2 τον είχε συνοδεύσει εντός του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και σε ποιο σημείο του σώματος του είχε γδάρσιμο. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ένα σημείο της μαρτυρίας του ΜΚ1 ανατρέπεται από δεδομένα της υπόθεσης. Ειδικότερα η αναφορά του ΜΚ1 ότι είχε εξεταστεί από ιατρό στο νοσοκομείο Πόλυς Χρυσοχούς φαίνεται να αναιρείται μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ
  3. Αυτό όμως που έχει καταλυτική σημασία για την εικόνα της αξιοπιστίας του ΜΚ1 είναι οι διάφορες ουσιώδεις αντιφάσεις που εντοπίζονται μέσα από την μαρτυρία του. Προς τεκμηρίωση της θέσης αυτής ενδεικτικά αναφέρω τα εξής:
(1)Στο Τεκμήριο 1 ο ΜΚ1 αναφέρει ότι οδηγήθηκε στο θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου για να γίνει εισαγωγή, δίπλα από τον οποίον βρισκόταν ο θάλαμος του κατηγορουμένου. Στην αρχή της αντεξέτασης του ο ΜΚ1 είπε ότι είχε μεταφερθεί στο θάλαμο όπου έμεινε εκεί για κάποια ώρα. Στην πορεία της αντεξέτασης του ο ΜΚ1 δήλωσε πως συζήτησε με κάποιο λειτουργό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου στο χώρο των Πρώτων Βοηθειών το ενδεχόμενο να έμενε στον ίδιο θάλαμο με τον κατηγορούμενο. Ακολούθως πιο κάτω στην αντεξέταση του ο ΜΚ1 είπε ότι πληροφορήθηκε για την πιθανότητα να διαμείνει μαζί με τον κατηγορούμενο στον ίδιο θάλαμο ενώ κατευθυνόταν προς το θάλαμο χωρίς να είναι σίγουρος αν πήγαινε προς το θάλαμο με τον προαναφερόμενο λειτουργό ή αν ήταν κάποιος άλλος που ήταν στον όροφο του θαλάμου. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ο ΜΚ1 ανάφερε ότι ουδέποτε μπήκε σε θάλαμο. Πρόκειται για 4 διαφορετικές εκδοχές που έκδηλα καταδεικνύει τις ταλαντεύσεις που χαρακτηρίζουν την μαρτυρία του ΜΚ1.
(2)Ενώ στο Τεκμήριο 1 ο ΜΚ1 δήλωσε πως όταν οδηγήθηκε στο θάλαμο που θα έμενε διαπίστωσε ότι εκεί ήταν ο πατέρας του κατηγορουμένου και ορισμένοι συγγενείς του, στη δια ζώσης μαρτυρία του είπε ότι τον πατέρα του κατηγορουμένου τον είχε δει στο χώρο των Πρώτων Βοηθειών ενώ δεν γνώριζε τους συγγενείς του κατηγορουμένου. Μάλιστα ο ΜΚ1 ανακάλεσε το κομμάτι του Τεκμηρίου 1 που αφορούσε το θέμα αυτό και ασπάστηκε την πιο πάνω νέα εκδοχή του που προώθησε για πρώτη φορά 4,5 χρόνια μετά που διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό.
(3)Αρχικά ο ΜΚ1 είπε ότι όταν το σώμα του κατηγορούμενου βρισκόταν κατά το ήμισυ εντός του οχήματος ο κατηγορούμενος αντιστεκόταν υπό τη μορφή ότι τραβούσε και έβαζε δύναμη για να μην μπει στο περιπολικό και δεν άφηνε τα χέρια του ελεύθερα για να τοποθετηθούν χειροπέδες. Στην πορεία ο ΜΚ1 διαφοροποιήθηκε λέγοντας πως η αντίσταση του κατηγορούμενου τη δεδομένη εκείνη στιγμή ήταν απλά να βάζει δύναμη με τα χέρια του προκειμένου να αποτρέψει την τοποθέτηση χειροπέδων.
(4)Στο Τεκμήριο 1 αναφέρεται ότι αμέσως μετά που ο κατηγορούμενος κτύπησε στο πάνω μέρος της πόρτας του περιπολικού αυτός σταμάτησε να αντιδρά. Στην ένορκη μαρτυρία του ο ΜΚ1 είπε ότι ο κατηγορούμενος αντιδρούσε με μειωμένη ένταση έτσι ώστε να μην χρειάζεται βία για να μπούν χειροπέδες. Ακόμη δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η θέση του ΜΚ1 ότι δεν χρειαζόταν βία για την τοποθέτηση των χειροπέδων τη στιγμή που προηγουμένως είχε αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος τραβούσε και έβαζε δύναμη για να μην μπει στο περιπολικό, πέραν του ότι δεν άφηνε τα χέρια του ελεύθερα.
(5)Ενώ στο Τεκμήριο 1 αναφέρεται ότι ο ΜΚ1 τοποθετεί χειροπέδες στον κατηγορούμενο μετά που κτύπησε στο πάνω μέρος της πόρτας του περιπολικού. Στην ένορκη μαρτυρία του στο στάδιο της αντεξέτασης ο ΜΚ1 είπε ότι οι χειροπέδες τοποθετήθηκαν όταν το σώμα του κατηγορούμενου ήταν κατά το ήμισυ εντός του οχήματος.
(6)Ενώ στο Τεκμήριο 1 ο ΜΚ1 ισχυρίζεται ότι μετά που κτύπησε ο κατηγορούμενος στην πόρτα σταμάτησε να αντιδρά και ο ΜΚ1 βρήκε την ευκαιρία να του τοποθετήσει τις χειροπέδες και ακολούθως ο ΜΚ1 με τη βοήθεια του ΜΚ2 τοποθέτησαν τον κατηγορούμενο στο περιπολικό, στην αντεξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας διαφοροποιήθηκε λέγοντας πως οι χειροπέδες τοποθετήθηκαν όταν το μισό σώμα του κατηγορούμενου ήταν εντός του περιπολικού.
(7)Ενώ στο Τεκμήριο 1 ο ΜΚ1 ισχυρίζεται ότι όταν αυτός γύρισε το χέρι του κατηγορούμενου προς την πλάτη του για να του τοποθετήσει χειροπέδες, ο κατηγορούμενος τράβηξε με δύναμη για να μην του βάλουν χειροπέδες με αποτέλεσμα να κτυπήσει στο πάνω μέρος της πόρτας του περιπολικού, στην αντεξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας υπαναχώρησε λέγοντας ότι την ώρα που οι ΜΚ1 και ΜΚ2 έσπρωχναν τον κατηγορούμενο να μπει μέσα στο περιπολικό και πριν ανοίξει η πόρτα ο κατηγορούμενος με το κορμί και το κεφάλι του κτύπησε δυνατά δύο φορές, ήτοι στην πόρτα πίσω δεξιά και στον παραστατό πάνω από την πίσω πόρτα (πλαίσιο της πόρτας).
(8)Ενώ στο Τεκμήριο 1 σημειώνεται ότι ο ΜΚ1 αντιλήφθηκε πως ο κατηγορούμενος είχε αίμα στα χείλη του αμέσως μετά που ο κατηγορούμενος κτύπησε στο όχημα και του τοποθέτησαν τις χειροπέδες αλλά προτού εισέλθει στο περιπολικό, στην αντεξετάση του ο ΜΚ1 είπε πως αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος αιμορραγούσε όταν ο κατηγορούμενος τοποθετήθηκε μέσα στο υπηρεσιακό όχημα.
(9)Ενώ το Τεκμήριο 1 σημειώνεται ότι η δεξιά μεριά της κεφαλής του ΜΚ1 ήταν πρησμένη ένεκα του επίδικου περιστατικού, στην αντεξέταση του ο ΜΚ1 είπε ότι το αριστερό μέρος της κεφαλής του ήταν αυτό που είχε φουσκώσει. Στη βάση του συνόλου των πιο πάνω κρίνω ότι η αξιοπιστία του ΜΚ1 έχει εκμηδενιστεί. Κατά συνέπεια δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 1 και 3 που αποτελούν μέρος της. Σε σχέση με το Τεκμήριο 2 που είναι ιατρική αναφορά από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για τον ΜΚ1 ως ασθενή, το οποίο παρουσιάστηκε από τον ΜΚ1, παρατηρώ ότι αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία. Με γνώμονα τη χαραγμένη πορεία της υπερασπιστικής γραμμής μέσα από την οποία αμφισβητείται ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε και τραυμάτισε τον ΜΚ1 και λαμβάνοντας υπόψη τις παραμέτρους αξιολόγησης τέτοιας μαρτυρίας, όπως αυτές καθορίζονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων, αναφέρω τα εξής: (α) Η κατηγορούσα αρχή παρέλειψε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τον συντάκτη του επίμαχου εγγράφου, ήτοι την ιατρό Δρ. Φυσεντζίδου του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, ως μάρτυρα κατηγορίας, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. (β) Η πιο πάνω παράλειψη στέρησε από το Δικαστήριο επεξήγηση επί του ιατρικού περιεχομένου του επίμαχου εγγράφου αλλά και πληροφόρηση στη βάση ποιων δεδομένων και επιστημονικών στοιχείων η ιατρός Δρ. Φυσεντζίδου κατέληξε προσωπικά στις ιατρικές διαπιστώσεις και ευρήματα που καταγράφει. (γ) Αν ήθελε αποδειχτεί ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει την ιατρό Δρ. Φυσεντζίδου ως μάρτυρα κατηγορίας εξίσου ανέφικτο και το ίδιο μη εύλογο θα ήταν για την υπεράσπιση να την κλητεύσει για αντεξέταση δυνάμει του δικαιώματος που παρέχεται από τις διατάξεις του άρθρου 26 του Κεφ.9 (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). (δ) Η μη προσαγωγή του πιο πάνω προσώπου ως μάρτυρα κατηγορίας και να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης στέρησε από την υπεράσπιση τη δυνατότητα να θέσει τις δικές της τοποθετήσεις και συνάμα να αντικρούσει δια του δικαιώματος της αντεξέτασης τις θέσεις που η κατηγορούσα αρχή προώθησε μέσα από το περιεχόμενο της εξ' ακοής μαρτυρίας. Δυνάμει των πιο πάνω δεδομένων και παραμέτρων αξιολόγησης, το Δικαστήριο αποδίδει μηδενική βαρύτητα στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2. Ο ΜΚ2 επίσης δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρόλο ότι και αυτός είναι ήταν ένα από τους εμπλεκόμενους εντούτοις η μαρτυρία του δεν παρέχει κρυστάλλινες απαντήσεις στα καίρια ζητήματα που ταλανίζουν την παρούσα υπόθεση αλλά αντίθετα προκαλεί σύγχυση. Η προσπάθεια του να βοηθήσει την υπόθεση του ΜΚ1 που είναι συνάδελφος του είναι έκδηλη. Οι δε ουσιώδεις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν την μαρτυρία του ΜΚ2 έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα. Κατ' αρχήν είναι εμφανής η προσπάθεια του να παρουσιάσει τον εαυτό του αυτόπτη μάρτυρα στον ισχυρισμό του ΜΚ1 ότι ο κατηγορούμενος τον είχε γρονθοκοπήσει με το δεξί του χέρι την αριστερή πλευρά του προσώπου του ΜΚ1 προκειμένου να βοηθήσει την υπόθεση του συναδέλφου του, τη στιγμή που ο ίδιος ο ΜΚ1 ως ο άμεσα ενδιαφερόμενος τον θέτει εκτός σκηνικού. Ειδικότερα μέσα από το Τεκμήριο 1 ο ΜΚ1 αναφέρει ότι φώναξε στον ΜΚ2 μετά που δέχτηκε γροθιά στο κεφάλι και αφού είχε πει στον κατηγορούμενο ότι τελούσε υπό σύλληψη και του είχε πιάσει τα χέρια. Η προσπάθεια του ΜΚ2 να ενισχύσει την εκδοχή του συναδέλφου του (ΜΚ1) με αμφιλεγόμενη μαρτυρία συνεχίστηκε όταν στην αντεξέταση του δήλωσε πως ο ΜΚ1 είχε δεχτεί από τον κατηγορούμενο αρκετές κλωτσιές και στα δύο πόδια και συγκεκριμένα στο κάτω μέρος τους, στα γόνατα και στις δύο γάμπες ενώ ο ίδιος ο συνάδελφος του αποκάλυψε ότι δεν είχε δεχτεί ουδεμία κλωτσιά από τον κατηγορούμενο μέσα από την κατ' ισχυρισμό αντιδραστική και επιθετικής φύσεως συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Σε ότι αφορά τις ουσιώδεις αντιφάσεις στην μαρτυρία του ΜΚ2 ενδεικτικά αναφέρω τα εξής:
(1)Ενώ στην ένορκη μαρτυρία του ο ΜΚ2 δηλώνει πως δεν υπήρχαν άλλοι αστυνομικοί στα γραφεία της Τροχαίας Πάφου, με προηγούμενη δήλωση του (Τεκμήριο 5) αναφέρει παρουσία άλλων αστυνομικών διαψεύδοντας έτσι την εκ των υστέρων αναφορά του.
(2)Ενώ στην ένορκη μαρτυρία του ο ΜΚ2 δηλώνει πως ο ίδιος μαζί με τον ΜΚ1 οδήγησαν τον κατηγορούμενο στα αστυνομικά κρατητήρια χωρίς να θυμάται την παρουσία του αστυφύλακα 3604, με προηγούμενη δήλωση του (Τεκμήριο 5) διαψεύδει τον εαυτό του αφού λέει ότι τον κατηγορούμενο στα αστυνομικά κρατητήρια το μετέφερε ο ΜΚ1 μαζί με τον αστυφύλακα 3604.
(3)Ενώ στο Τεκμήριο 4 ο ΜΚ2 αναφέρει ότι άκουσε τον ΜΚ1 να λέει στον κατηγορούμενο να εξέλθει από το διαχωριστικό της τουαλέτας για να φυσήξει, στην αντεξέταση του ο ΜΚ2 διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι πριν να τρέξει ο ίδιος στις δημόσιες τουαλέτες δεν άκουσε οτιδήποτε το συγκεκριμένο παρά μόνο φωνές. Κάτω από αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία του ΜΚ2 ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 4 και 5 που αποτελούν μέρος αυτής. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει αναλυτικά προηγουμένως, θεωρώ ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσα να βασιστώ στην μαρτυρία τόσο του ΜΚ1 όσο και του ΜΚ2 για να καταλήξω με ασφάλεια σε ευρήματα. Η μαρτυρία της ΜΥ ήταν τυπικής φύσεως αφού δεν σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε και ούτε αντικρούστηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ούτε βασικά αντεξετάστηκε η συγκεκριμένη μάρτυρας, πράγμα που σημαίνει ότι η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή από την κατηγορούσα αρχή (Πιριλλίδη v. Δήμου Λεμεσού Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015 ημερ. 11.12.17). Εφόσον η μαρτυρία της ΜΥ δεν συγκρούεται με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ή με παραδεκτά γεγονότα και με γνώμονα ότι δεν έτυχε αντεξέτασης, δεν έχω κανένα λόγο να μην την αποδεχτώ. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΥ στην ολότητα της. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 9 που αποτελεί μέρος της μαρτυρίας της ΜΥ, το αποδέχομαι μόνο ως γεγονός και τίποτε περισσότερο. Αυτό που σαφώς προκύπτει από την μαρτυρία της και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι στις 03.02.16 καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 741/16 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εναντίον των ΜΚ1 και ΜΚ2 με την κατηγορία ότι στις 06.04.13 στην Πάφο υπέβαλαν τον κατηγορούμενο σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί μέχρι σήμερα. Ο κατηγορούμενος, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, ασκώντας έτσι το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Η αξία που έχει είναι πειστική παρά αποδεικτική. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Μέσα από την ανώμοτη δήλωση του ο κατηγορούμενος δίδει τη δική του εκδοχή, η οποία όμως δεν σχετίζεται με οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία που θα την καθιστούσε πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Ούτε το περιεχόμενο της ταυτίζεται με οποιαδήποτε δεδομένα της υπόθεσης που θα της προσέδιδαν πειστική αξία. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι η κατάθεση του Τεκμηρίου 9 από την ΜΥ δεν ενισχύει την ουσία της εκδοχής του κατηγορουμένου με γνώμονα ότι η εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης συνεχίζει να εκκρεμεί. Πρόκειται για δήλωση του κατηγορουμένου εντελώς ασύνδετη και απογυμνωμένη από στοιχεία που θα την ενίσχυαν. Τα πιο πάνω δεδομένα δεν αφήνουν περιθώριο στο Δικαστήριο για επιλογή άλλη από αυτή της απόρριψης της αφού κρίνεται ότι η ανώμοτη δήλωση ουδεμία πειστική αξία έχει. Για σκοπούς ολοκληρωμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, οφείλω να σημειώσω ότι ουδεμία βαρύτητα αποδίδω στα Τεκμήριο 'Β, Γ, Δ και Ε' προς αναγνώριση καθώς και σε όποια μαρτυρία προέκυψε μέσα από ερωτήσεις επί του περιεχομένου τους. Από τη στιγμή που τα εν λόγω έγγραφα δεν μετατράπηκαν σε κανονικά τεκμήρια για να αξιολογηθούν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης το περιεχόμενο τους καθώς και όλη η μαρτυρία που δόθηκε επ' αυτών αγνοείται παντελώς από το Δικαστήριο καθότι η όποια μαρτυρία καταγράφηκε σε σχέση με αυτό παρέμεινε ανενεργή (Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Η απόρριψη της μαρτυρίας τόσο του παραπονούμενου αλλά και των μαρτύρων κατηγορίας όσο και του κατηγορουμένου για τους λόγους που έχω αναλύσει πιο πάνω, αφαιρεί την δυνατότητα για κατάληξη σε οποιαδήποτε ευρήματα που σχετίζονται με τα γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και άπτονται των ισχυρισμών για τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Η μη κατάληξη σε ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα του επιδίκου περιστατικού υπό το φως της προσκομισθείσας ιατρικής μαρτυρίας, προδιαγράφει το αποτέλεσμα αυτής της υπόθεσης. Αυτό που προκύπτει μέσα από κοινό έδαφος των διαδίκων είναι ότι στις 06.04.13 στην οδό Φελλάχογλου στην Πάφο διαδραματίστηκε ένα επεισόδιο με εμπλεκόμενους τους ΜΚ1, ΜΚ2 και τον κατηγορούμενο όταν ο τελευταίος ανακόπηκε για έλεγχο αλκοόλης και αρνήθηκε να δώσει δείγμα προκαταρκτικής εξέτασης που του ζητήθηκε. Από εκεί και πέρα δεν είναι σαφές κάτω από ποιες περιστάσεις εκτυλίχτηκε το επίδικο περιστατικό, ποιος ο ρόλος του καθενός εμπλεκομένου σ' αυτό και τι επιπτώσεις είχε στον παραπονούμενο. Αυτά είναι καίρια αδιευκρίνιστα ζητήματα που δημιουργούν συνθήκες εύλογης αμφιβολίας για επίδειξη από μέρους του κατηγορουμένου της αξιόποινης συμπεριφοράς που του αποδίδεται. Είναι γνωστό ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι απέτυχε να το πράξει. Τα κενά που παρατηρούνται στα γεγονότα δεν μπορούν να συμπληρωθούν μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Τα πιο πάνω καίρια κενά και αδυναμίες που εντοπίζονται στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής οδηγούν σε αποτυχία την προσπάθεια της για απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας της υπόθεσης αυτής εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος, στη βάση υποβοσκουσών εύλογων αμφιβολιών, αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1-5 που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και ανέρχονται στο ποσό των €90,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment (Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης, αντίστασης σε νόμιμη σύλληψη, δημόσια εξύβριση και απειλή/Άρθρα 243, 99, 95, 91Α και 244(α) Κεφ.154/Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.