← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ, Αρ. Υπόθεσης: 5534/14, 9/3/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ, Αρ. Υπόθεσης: 5534/14, 9/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5534/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 09.03.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κα Σ. Χατζηνεοφύτου (η κα Ε. Χαραλάμπους για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες πρόκλησης βλάβης σε ζώα κατά παράβαση του άρθρου 323 του Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 18.07.13 στα Μανδριά της επαρχίας Πάφου χρησιμοποιώντας μία μεταλλική σωλήνα εσκεμμένα και παράνομα φόνευσε ένα αρσενικό σκύλο ράτσας Epagneul Breton και τραυμάτισε ένα αρσενικό σκύλο ράτσας English Setter, αμφότερα ιδιοκτησίας του Μιχάλη Δυνατού από τα Μανδριά (στο εξής ο 'παραπονούμενος'). Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου αναφορικά με αμφότερες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν πέντε τεκμήρια. ΜΚ1 ήταν ο παραπονούμενος, του οποίου η γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 18.07.13 που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 1, αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, ο παραπονούμενος ήταν ιδιοκτήτης τεσσάρων σκύλων, δύο εκ των οποίων ράτσας Epagneul Breton για τους οποίους πλήρωσε τα ποσά €1.500 και €1.700 αντίστοιχα, ένας ράτσας English Setter για τον οποίον κατέβαλε το ποσό των €1.500 και ένας ράτσας Binter που του τον είχε δωρίσει ένας φίλος του. Οι εν λόγω σκύλοι βρίσκονταν σε χωράφι του στην κοινότητα Μανδριά της επαρχίας Πάφου. Στις 18.07.13 ο παραπονούμενος μετέβηκε στο χωράφι του για να καθαρίσει το κλουβί. Για το σκοπό αυτό έβγαλε τους σκύλους έξω. Δύο από αυτούς και συγκεκριμένα οι αρσενικοί ράτσας Epagneul Breton και English Setter (στο εξής οι 'επίμαχοι σκύλοι') απομακρύνθηκαν προς το απέναντι χωράφι. Όταν ο παραπονούμενος τελείωσε την εργασία κάλεσε τους δύο επίμαχους σκύλους για να επιστρέψουν στο κλουβί αλλά αυτοί δεν εμφανίστηκαν. Ευθύς τους αναζήτησε και κατά την προσπάθεια του αυτή άκουσε κλάματα σκύλων, τα οποία διαπίστωσε να προέρχονται από το χωράφι του κατηγορουμένου. Μέσα στο χωράφι ο κατηγορούμενος έχει κοτέτσι. Όταν ο παραπονούμενος εισήλθε στο κοτέτσι πρόσεξε το σκύλο του ράτσας Epagneul Breton να κείτεται νεκρός στο έδαφος με κτυπήματα στο κεφάλι. Ακολούθως εντόπισε το σκύλο του ράτσας English Setter να είναι τραυματισμένος επίσης από κτυπήματα στο κεφάλι. Ο παραπονούμενος ζήτησε εξηγήσεις από τον κατηγορούμενο που βρισκόταν στο χωράφι, ο οποίος του είπε ότι αυτός ήταν που τους κτύπησε επειδή σκότωσαν τις κότες του. Ο κατηγορούμενος πρόσεξε ότι υπήρχαν πέντε νεκρές κότες. Αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος, ανάμεσα σ' άλλα, δήλωσε πως κατείχε τους σκύλους χωρίς άδεια. Σε ότι αφορά το επίδικο περιστατικό, ο παραπονούμενος είπε ότι δεν ήταν παρών όταν αυτό συνέβηκε. ΜΚ2 ήταν ο αστυφύλακας 2814 Μενέλαος Μενελάου. Η κυρίως εξέταση του αποτελείται από τη γραπτή του κατάθεση, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
  1. Όπως σημειώνεται στο εν λόγω έγγραφο, στις 18.07.13 και περί ώρα 17:00 ο εν λόγω μάρτυρας μετέβηκε στο χωράφι του κατηγορουμένου στα Μανδριά όπου εκεί ο παραπονούμενος του υπέδειξε ένα εκ των δύο επίμαχων σκυλιών που ήταν νεκρό λέγοντας του ότι το είχε σκοτώσει ο κατηγορούμενος. Ο ΜΚ2 προέβηκε σε επί τόπου έρευνες μέσα από τις οποίες εντόπισε 5 όρνιθες και 3 μικρά κοτόπουλα που ήταν νεκρά καθώς επίσης τον άλλο επίμαχο σκύλο που ήταν τραυματισμένος με αίματα στο κεφάλι και αδυνατούσε να περπατήσει. Διερευνώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβηκε το επίδικο περιστατικό, ο κατηγορούμενος ανάφερε στον ΜΚ2 ότι όταν εισήλθε στο κοτέτσι του για να ταΐσει τα κοτόπουλα οι δύο επίμαχοι σκύλοι που βρίσκονταν εντός αυτού του επιτέθηκαν με αποτέλεσμα να φοβηθεί και να τα κτυπήσει με ένα κομμάτι σίδερο που βρήκε στο μέρος. Στη συνέχεια επέστρεψε στον αστυνομικό σταθμό Κουκλιών όπου την ίδια ημέρα έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τον παραπονούμενο (Τεκμήριο 1) και τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3). Μέσα από εξετάσεις που διενήργησε μέσω του Κοινοτικού Συμβουλίου Μανδριών, ο εν λόγω μάρτυρας διαπίστωσε ότι ο παραπονούμενος κατείχε τους δύο επίμαχους σκύλους χωρίς σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή. Στις 05.08.13 ο εν λόγω μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο με την κατηγορία που αντιμετωπίζει, ο οποίος, αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο, απάντησε ότι δεν παραδεχόταν. Το έντυπο γραπτής κατηγορίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2, ανάμεσα σ' άλλα, δήλωσε πως στις 05.08.13 κατηγόρησε γραπτώς και τον παραπονούμενο επί το ότι κατείχε τους δύο επίμαχους σκύλους χωρίς σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή, για το οποίο ο παραπονούμενος δήλωσε παραδοχή. Το έντυπο γραπτής κατηγορίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Σε ερώτηση αν το θέαμα των θανατωμένων κοτόπουλων φανέρωνε ότι επρόκειτο για επικίνδυνα σκυλιά, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι δεν μπορούσε ο ίδιος να γνώριζε αν κάτι τέτοιο ευσταθούσε ή όχι. Ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε τη γραπτή ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 3) μέσα από την οποία σημειώνεται ότι στις 18.07.13 και περί ώρα 18:00 μετέβηκε στο χωράφι του που βρίσκεται στην κοινότητα Μανδριά για να ποτίσει τα λαχανικά του και να ταΐσει τα κοτόπουλα που είχε σε κοτέτσι εντός αυτού. Όπως αναφέρεται, όταν ο κατηγορούμενος άνοιξε το κάγκελο του κοτετσιού ένας σκύλος χρώματος καφέ με άσπρο του επιτέθηκε και τότε αυτός για να αμυνθεί έπιασε μία σιδερένια σωλήνα που ήταν κοντά του και με αυτήν κτύπησε τον σκύλο στο κεφάλι και στην πλάτη. Από τα κτυπήματα ο σκύλος σωριάστηκε αναίσθητος στο έδαφος. Προχωρώντας μέσα στο κοτέτσι ο κατηγορούμενος διαπίστωσε ότι υπήρχαν 5 όρνιθες και 3 μικρά κοτόπουλα νεκρά καθώς επίσης αρκετά κοτόπουλα τραυματισμένα. Σε κάποια στιγμή άκουσε ένα άλλο σκύλο να γαβγίζει πίσω του και ενστικτωδώς τον χτύπησε και εκείνον. Από το κτύπημα ο σκύλος απομακρύνθηκε. Επίσης αυτό που καταγράφεται στο Τεκμήριο 3 είναι ότι αμφότεροι σκύλοι ανήκουν στον παραπονούμενο. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο κατηγορούμενος ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι όταν είδε το ένα σκύλο να έρχεται προς το μέρος του έχοντας αίματα στο στόμα του μετά που είχε θανατώσει τα κοτόπουλα φοβήθηκε και αντέδρασε κτυπώντας τον με μία σωλήνα που βρισκόταν στο μέρος. Με τον ίδιο τρόπο αντέδρασε, πάλι υπό το καθεστώς φόβου, όταν γάβγισε και ο δεύτερος σκύλος, τον οποίο και αυτόν χτύπησε χρησιμοποιώντας την ίδια σωλήνα. Στη συνέχεια κατέφθασε στο μέρος ο πατέρας του παραπονούμενου, στον οποίον ο κατηγορούμενος εξήγησε ότι οι επίμαχοι σκύλοι ήλθαν και έφαγαν κοτόπουλα του και ότι ο ίδιος σκότωσε τον ένα από τους δύο ενώ ο άλλος έφυγε. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος, ανάμεσα σ' άλλα, δήλωσε πως η σωλήνα βρισκόταν στο χώρο επειδή είχε περισσέψει από το υλικό που χρησιμοποιήθηκε για την περίφραξη του χωραφιού. Όπως ο κατηγορούμενος είπε, αμφότεροι σκύλοι δεν ήταν μέσα στο κοτέτσι αλλά έξω στον περιφραγμένο χώρο του περιφραγμένου χωραφιού όπου εκεί ήταν και τα κοτόπουλα που έβοσκαν ελεύθερα. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, αμφότεροι σκύλοι κινήθηκαν προς το μέρος του με σκοπό να τον δαγκώσουν έχοντας αίματα στο στόμα τους. Όταν κτύπησε τον πρώτο σκύλο συνέχισε να κρατά τη σωλήνα και αφού προχώρησε δύο μέτρα προς τα μέσα εντόπισε το δεύτερο σκύλο. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία έχει αποδειχτεί η διάπραξη αμφοτέρων αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Είναι η θέση της κυρίας Παπαλαζάρου ότι ο κατηγορούμενος ενσυνείδητα και με πλήρη γνώση των πράξεων του επέφερε θάνατο σε ένα σκύλο και τραυμάτισε ένα άλλο, χωρίς προηγουμένως να προσπαθήσει να προβεί σε μέτρα που θα εκμηδένιζαν τον κίνδυνο. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να είχε κλειδώσει τους σκύλους ή θα μπορούσε να τους είχε πρώτα φοβερίσει με τη σωλήνα, ιδιαίτερα όταν γνώριζε πως τα επίμαχα ανήκαν στον παραπονούμενο και στο παρελθόν που είχε πάλι εντοπίσει εντός του κοτετσιού του σκύλο του παραπονούμενου τον είχε κλειδώσει χωρίς να τον τραυματίσει, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση προτίμησε να τους προκαλέσει βλάβη. Με βάση αυτό το σκεπτικό η κυρία Παπαλαζάρου κάλεσε το Δικαστήριο όπως κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, η οποία ισχυρίστηκε ότι από την μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν έχει τεκμηριωθεί ένοχη διάνοια ως προς το συστατικό στοιχείο της εσκεμμένης και παράνομης πρόκλησης βλάβης στα επίμαχα ζώα. Είναι η θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι δικαιολογημένα ο κατηγορούμενος αντέδρασε υπό το καθεστώς φόβου μπροστά στην επιθετική συμπεριφορά του πρώτου σκύλου που θανάτωσε και ενστικτωδώς όταν άκουσε το γάβγισμα του δεύτερου σκύλου που τραυμάτισε προκειμένου να αμυνθεί, μετά που διαπίστωσε το θάνατο των κοτόπουλων του, χωρίς παράλληλα να ήταν σε θέση να αναγνωρίσει αν τα εν λόγω ζώα ανήκαν στον παραπονούμενο. Η κυρία Χατζηνεοφύτου εναλλακτικά υποστήριξε πως αν το Δικαστήριο δεν αποδεχτεί την εκδοχή του κατηγορουμένου δεν μπορεί να υπάρξουν ασφαλή συμπεράσματα που να οδηγούν σε καταδίκη, με γνώμονα ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει άλλη διαθέσιμη εκδοχή ως προς τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν. Σε κάθε περίπτωση η εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση του πελάτη της σε όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο παραπονούμενος (ΜΚ1) δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν απλός και ουσιαστικός στις τοποθετήσεις του. Ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε και αποκάλυψε όλα όσα περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπική του αντίληψης χωρίς διαφοροποιήσεις και δίχως υπερβολές ή εικασίες. Η εκδοχή του ήταν καθ' όλη τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του σταθερή και αταλάντευτη. Δείγμα της ειλικρίνειας του εν λόγω μάρτυρα αποτελεί το γεγονός ότι μέσα από την ένορκη μαρτυρία του δεν προσπάθησε να εμπλουτίσει τη γραπτή κατάθεση του κατασκευάζοντας απαντήσεις προκειμένου να ευνοήσει την εκδοχή του αλλά απλά υιοθέτησε αυτά που είχε πει στην αστυνομία κατά τον ουσιώδη χρόνο παρόλο ότι επρόκειτο για ανακριτικής φύσεως κατάθεση. Παράλληλα ο παραπονούμενος από την αρχή ανάφερε ότι δεν ήταν παρών στο περιστατικό του θανάτου ενός σκύλου του και του τραυματισμού ενός άλλου καθώς επίσης χωρίς περιστροφές αποκάλυψε ότι κατείχε τους επίμαχους σκύλους χωρίς σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή. Επί της ουσίας της η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν έχει αμφισβητηθεί και με γνώμονα ότι ενώπιον μου δεν υπάρχει οτιδήποτε που είτε να την καταρρίπτει είτε να την αντικρούει, την αποδέχομαι στην ολότητα της, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1 που αποτελεί μέρος της. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία του παραπονούμενου αντλούνται τα εξής ευρήματα: Οι δύο επίμαχοι σκύλοι ανήκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο στον παραπονούμενο. Ο ένας σκύλος ήταν ράτσας Epagneul Breton τον οποίον ο παραπονούμενος αγόρασε καταβάλλοντας ποσό των €1.500-€1.700 ενώ ο άλλος ήταν ράτσας English Setter για τον οποίον κατέβαλε το ποσό των €1.500. Στις 18.07.13 ο παραπονούμενος μετέβηκε στο χωράφι που βρίσκεται στην κοινότητα Μανδριά της επαρχίας Πάφου για να καθαρίσει το κλουβί που διέμεναν οι επίμαχοι σκύλοι. Βγάζοντας τους έξω για να το καθαρίσει, οι επίμαχοι σκύλοι απομακρύνθηκαν προς το απέναντι χωράφι. Όταν αργότερα τους αναζήτησε ο παραπονούμενος άκουσε κλάματα σκύλων να προέρχονται από το χωράφι του κατηγορούμενου. Μέσα στο χωράφι ο κατηγορούμενος έχει κοτέτσι. Όταν ο παραπονούμενος εισήλθε στο κοτέτσι πρόσεξε το σκύλο του ράτσας Epagneul Breton να κείτεται νεκρός στο έδαφος με κτυπήματα στο κεφάλι. Ακολούθως εντόπισε το σκύλο του ράτσας English Setter να φέρει επίσης κτυπήματα στο κεφάλι. Επίσης εντόπισε πέντε νεκρές κότες. Ο παραπονούμενος ζήτησε εξηγήσεις από τον κατηγορούμενο που βρισκόταν στο χωράφι, ο οποίος του είπε ότι αυτός ήταν που κτύπησε τους δύο σκύλους του επειδή είχαν σκοτώσει τις κότες του. ΜΚ2 είναι ο αστυνομικός που διερεύνησε την παρούσα υπόθεση. Υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Η αναντίλεκτη μορφή της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 2 που αποτελεί μέρος αυτής. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ2 αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Στις 18.07.13 και περί ώρα 17:00 ο εν λόγω μάρτυρας μετέβηκε στο χώρο όπου συνέβηκε το επίδικο περιστατικό και προέβηκε σε επιτόπιες εξετάσεις. (β) Το χωράφι του κατηγορουμένου ήταν περιφραγμένο και εντός αυτού υπήρχε κοτέτσι που επίσης ήταν περιφραγμένο. (γ) Μέσα από τις επιτόπιες εξετάσεις ο εν λόγω μάρτυρας εντόπισε ένα εκ των δύο επίμαχων σκύλων να έχει αίματα στο κεφάλι και αδυναμία στη βάδιση. (δ) Περαιτέρω μέσα από επιτόπιες εξετάσεις ο εν λόγω μάρτυρας εντόπισε 5 όρνιθες και 3 μικρά κοτόπουλα να είναι επίσης νεκρά. (ε) Με τη βοήθεια του παραπονούμενου ο εν λόγω μάρτυρας εντόπισε ακόμη εντός του χωραφιού του κατηγορουμένου τον δεύτερο επίμαχο σκύλο να βρίσκεται νεκρός. (στ) Ακολούθως της ίδιας ημέρας ο εν λόγω μάρτυρας έλαβε ανακριτικές καταθέσεις τόσο από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3) όσο και από τον παραπονούμενο (Τεκμήριο 1). (ζ) Στη συνέχεια ο εν λόγω μάρτυρας πραγματοποίησε επιπλέον εξετάσεις μέσω του Κοινοτικού Συμβουλίου Μανδριών, μέσα από τις οποίες διαπίστωσε ότι ο παραπονούμενος κατείχε τους δύο επίμαχους σκύλους χωρίς σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή (η) Στις 05.08.13 ο εν λόγω μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο με την κατηγορία που αντιμετωπίζει (Τεκμήριο 4) καθώς επίσης τον παραπονούμενο επί το ότι κατείχε τους δύο επίμαχους σκύλους χωρίς σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή (Τεκμήριο 5). Ο κατηγορούμενος στη δια ζώσης μαρτυρία του παρουσίασε μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα που ισχυρίζεται ότι διαδραματίστηκαν κατά το επίδικο περιστατικό, η οποία διαφέρει ουσιωδώς από την εικόνα των περιστατικών που επικαλείται στη γραπτή ανακριτική κατάθεση του ημερομηνίας 18.07.13 (Τεκμήριο 3). Ενώ την ίδια ημέρα και αμέσως μετά που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό ο κατηγορούμενος περιγράφει γραπτώς τα περιστατικά που επικαλείται ότι εκτυλίχτηκαν, 4,5 χρόνια αργότερα ήλθε στο Δικαστήριο και προέβηκε σε προφορικές αναφορές που αλλοιώνουν και διαφοροποιούν το σκηνικό που αρχικά ισχυρίστηκε επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο να παρουσιάσει μια ευνοϊκότερη εκδοχή για την υπόθεση του. Στην προσπάθεια του αυτή ο κατηγορούμενος δεν δίστασε να αναιρέσει τοποθετήσεις που είχε αρχικά διατυπώσει μέσα από την ένορκη μαρτυρία του και ταυτίζονταν με αναφορές που περιέχονται στο Τεκμήριο 3 με εκ των υστέρων προβολή θέσεων που παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στη δια ζώσης κατάθεση του στο Δικαστήριο. Κάτω από τα πιο πάνω δεδομένα, θεωρώ ότι η δια ζώσης ένορκη μαρτυρία του κατηγορουμένου δεν αποτυπώνει την αυθόρμητη και γνήσια αντίληψη του ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το επίδικο περιστατικό συνέβηκε αλλά δυστυχώς διαπνέεται από σκοπιμότητα που στόχευσε σε κατασκευασμένες τοποθετήσεις, οι οποίες θα καθιστούσαν περισσότερο πειστικούς τους λόγους που ο κατηγορούμενος προέβαλε προκειμένου να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά και τις ενέργειες του μέσα από το επίδικο περιστατικό. Κατά συνέπεια, δεν αποδέχομαι τη δια ζώσης μαρτυρία του κατηγορουμένου. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφέρω ενδεικτικά τα εξής:
(1)Ενώ μέσα από την γραπτή ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 3) αλλά και στην κυρίως εξέταση του καθώς και στην αρχή της αντεξέτασης του ο κατηγορούμενος δήλωσε πως το επίδικο περιστατικό διαδραματίστηκε εντός του περιφραγμένου κοτετσιού του που βρισκόταν μέσα στο χωράφι του που και αυτό ήταν περιφραγμένο, στην πορεία της αντεξέτασης του όταν ερωτήθηκε συγκεκριμένα από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής γιατί δεν είχε κλειδώσει τους επίμαχους σκύλους εντός του κοτετσιού όπως είχε πράξει στο παρελθόν σε παρόμοια περίπτωση παρά να τους κτυπήσει όπως ενέργησε αυτή τη φορά, ο κατηγορούμενος διαφοροποιήθηκε αλλάζοντας ουσιωδώς το σενάριο της εκδοχής του λέγοντας για πρώτη φορά ότι τη στιγμή που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό τα κοτόπουλα του δεν βρίσκονταν εντός του περιφραγμένου κοτετσιού αλλά ήταν για ελεύθερη βοσκή ευρύτερα στο περιφραγμένο χωράφι του και κατ' επέκταση εκτός του κοτετσιού.
(2)Ενώ στο Τεκμήριο 3 ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι μόλις άνοιξε το κάγκελο του περιφραγμένου κοτετσιού αντίκρισε αμέσως τον πρώτο επίμαχο σκύλο να είναι εντός του κοτετσιού και αφού τον κτύπησε με τη μεταλλική σωλήνα που άρπαξε από το έδαφος επειδή όπως είπε ερχόταν προς το μέρος του με επιθετική διάθεση και ακολούθως εντόπισε νεκρά κοτόπουλα του, στη δια ζώσης μαρτυρία του διαφοροποίησε το σενάριο της εκδοχής του λέγοντας πως με το που εισήλθε στο κοτέτσι αντίκρισε πρώτα τα νεκρά κοτόπουλα και αμέσως μετά τον σκύλο να έρχεται προς το μέρος του και τότε άρπαξε τη μεταλλική σωλήνα με την οποίαν τον κτύπησε προκαλώντας του το θάνατο.
(3)Ενώ στο Τεκμήριο 3 ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι ο δεύτερος επίμαχος σκύλος ήταν πίσω του και όταν γάβγισε γύρισε προς τα πίσω κτυπώντας τον ενστικτωδώς με την ίδια μεταλλική σωλήνα που κρατούσε, στην κυρίως εξέταση του διαφοροποιήθηκε δίδοντας την εντύπωση ότι ο εν λόγω σκύλος ήταν μπροστά του γαβγίζοντας και φοβούμενος τον κτύπησε με τη σωλήνα που κρατούσε ενώ στην αντεξέταση του ελίχθηκε εκ νέου λέγοντας πως ο σκύλος εκείνος ήταν μπροστά του και ερχόταν προς το μέρος του γαβγίζοντας και τότε τον κτύπησε με την εν λόγω σωλήνα.
(4)Στην ένορκη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος αναφέρει για πρώτη φορά ότι το στόμα των δύο επίμαχων σκύλων ήταν γεμάτο αίματα, πράγμα που δεν αναφέρει στο Τεκμήριο 3, παρόλο ότι υιοθέτησε το περιεχόμενο του.
(5)Όταν υποδείχτηκε στον κατηγορούμενο από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής ότι η αναφορά του περί παρουσίας αίματος στο στόμα των επίμαχων σκύλων δεν σημειώνεται στο Τεκμήριο 3, αυτός απάντησε επί λέξει "Μάλλον ήταν [ματωμένα τα στόματα των σκύλων], μπορεί να μην το είπα του αστυνομικού, αλλά μπορεί να ήταν, άμα φάει ο σκύλος ζωντανό πράμα, δεν θα τρέξουν από τα στόματα του γαίματα; Θα πιάσει το μαντιλάκι να σκουπιστεί τίποτε;" (πρακτικά συνεδρίασης ημερομηνίας 08.01.18, σελίδα 5, 15η-17η γραμμή). Η εν λόγω τοποθέτηση του κατηγορουμένου με τον τρόπο που την διατύπωσε φανερώνει ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψη του κατηγορουμένου. Αντίθετα μέσα από το Τεκμήριο 3 ο κατηγορούμενος προβαίνει σε αναφορές που αφορούν το επίδικο περιστατικό αμέσως μετά που αυτό είχε συμβεί και αφού το πραγματικό πλαίσιο που το περιβάλλει ήταν ακόμη νωπό στη μνήμη του. Κατόπιν μελέτης του Τεκμηρίου 3 παρατηρώ ότι περιέχονται δηλώσεις του κατηγορουμένου που είναι ενάντια στα συμφέροντα του. Καταγεγραμμένες σε γραπτή κατάθεση δηλώσεις ενός κατηγορουμένου που είναι εις βάρος των συμφερόντων του δύναται να αξιολογηθούν. Το γεγονός ότι τέτοιες δηλώσεις αποτελούν μέρος γραπτής κατάθεσης δεν εμποδίζουν την αποδοχή του μέρους αυτού του εγγράφου στο οποίο περιέχονται ανεξάρτητα αν το υπόλοιπο κομμάτι του εγγράφου αυτού στο οποίο περιέχονται διαφορετικές αναφορές που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές επειδή δεν δικαιολογείται. Συνεπώς η δυνατότητα αποδοχής τέτοιων δηλώσεων δεν προϋποθέτει την αποδοχή του εγγράφου στο οποίο αυτές εντάσσονται επί του συνόλου του περιεχομένου. Τα πιο πάνω υποστηρίζονται από νομολογία. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι είναι νομικά επιτρεπτό η αποδοχή μέρους γραπτής κατάθεσης κατηγορουμένου, στο κομμάτι της οποίας περιλαμβάνονται δηλώσεις που είναι ενάντια στα συμφέροντα του και παράλληλα η απόρριψη άλλων ισχυρισμών που περιέχονται στο ίδιο έγγραφο, για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία. Επίσης στην αγγλική υπόθεση Duncan 73 Cr. App. Rep. 359 αποφασίστηκε ότι το βάρος που θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Μνημόνευση των προαναφερόμενων υποθέσεων με ανασκόπηση των νομικών αρχών που αναλύονται σ' αυτές εκτίθενται στην υπόθεση Γαβριήλ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 693, στην οποίαν και παραπέμπω. Βασική προϋπόθεση για την αποδοχή δήλωσης κατηγορουμένου εναντίον συμφέροντος του, ως έχει σημειωθεί στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation
(2011)1 Α.Α.Δ. 2330, είναι τέτοια αναφορά να καθορίζεται μέσα στο έγγραφο που παρουσιάζεται ως μαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος τοποθετεί τον εαυτό του στον χώρο που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό. Ο ίδιος αποκαλύπτει ότι ήταν αυτός που με τη χρήση μεταλλικής σωλήνας κτύπησε τους δύο επίμαχους σκύλους στο κεφάλι ένας εκ των οποίων σωριάστηκε στο έδαφος και ο άλλος απομακρύνθηκε. Είναι αυτός που είπε ότι εντός του περιφραγμένου χωραφιού του υπήρχε περιφραγμένο κοτέτσι. Ειδικότερα αποδέχομαι τις πιο κάτω αναφορές από το Τεκμήριο 3, οι οποίες αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Στις 18.07.13 και περί ώρα 18:00 ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο χωράφι του που βρίσκεται στην κοινότητα Μανδριά. Το χωράφι του είναι περιφραγμένο. Εντός του χωραφιού υπάρχει κοτέτσι που επίσης είναι περιφραγμένο. Όταν ο κατηγορούμενος άνοιξε το κάγκελο του κοτετσιού υπήρχε ο πρώτος επίμαχος σκύλος, τον οποίον κτύπησε στο κεφάλι και στην πλάτη με μία σιδερένια σωλήνα που πήρε από το έδαφος. Από τα κτυπήματα ο σκύλος σωριάστηκε αναίσθητος στο έδαφος. Προχωρώντας μέσα στο κοτέτσι ο κατηγορούμενος διαπίστωσε ότι υπήρχαν 5 όρνιθες και 3 μικρά κοτόπουλα νεκρά καθώς επίσης αρκετά κοτόπουλα τραυματισμένα. Σε κάποια στιγμή άκουσε τον δεύτερο επίμαχο σκύλο να γαβγίζει πίσω του και ενστικτωδώς τον χτύπησε και εκείνον με τη μεταλλική σωλήνα που κρατούσε. Από το κτύπημα ο εν λόγω σκύλος απομακρύνθηκε. Σε σχέση με τους σκύλους αυτούς περιέπεσε στην αντίληψη του κατηγορουμένου ότι αμφότεροι ανήκουν στον παραπονούμενο. Οι πιο πάνω αναφορές του κατηγορουμένου, πέραν του ότι έγιναν όπως έχει ήδη λεχθεί αμέσως μετά που το επίδικο περιστατικό είχε συμβεί όταν τα γεγονότα ήταν ακόμη φρέσκα στο μυαλό του, επιβεβαιώνονται από τις επιτόπιες διαπιστώσεις του ΜΚ2 καθώς επίσης ταυτίζονται με την μαρτυρία του ΜΚ1. Θεωρώ ότι οι πιο πάνω αναφορές από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί αποτυπώνουν τα γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο περιστατικό. Αντίθετα δεν αποδέχομαι την αναφορά του κατηγορουμένου ότι κτύπησε τους δύο επίμαχους σκύλους υπό το καθεστώς φόβου και άμυνας επειδή του επιτέθηκαν. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι οι σκύλοι του επιτέθηκαν. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που είναι γενικός και αόριστος χωρίς να συνοδεύεται από εκείνες τις λεπτομέρειες που θα τον καθιστούσαν πειστικό. Παράλληλα τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό. Κατ' αρχήν με βάση τον πέμπτο πίνακα του περί Σκύλων Νόμου του 2002 (Ν.184(Ι)/2002), οι δύο επίμαχοι σκύλοι ράτσας Epagneul Breton και English Setter αντίστοιχα δεν κατατάσσονται στις φυλές που θεωρούνται επικίνδυνες με χαρακτηριστικά μαχητή ή που εκτρέφονται με σκοπό την ανάπτυξη τέτοιων χαρακτηριστικών. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό ουδεμία μαρτυρία περί του αντιθέτου έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο που να καταδεικνύει ότι οι εν λόγω σκύλοι εκ φύσεως είναι επιθετικοί. Πέραν αυτού όμως, ουδεμία εξήγηση δόθηκε που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι τη δεδομένη στιγμή οι δύο επίμαχοι σκύλοι εκδήλωσαν επιθετική συμπεριφορά. Καμία μαρτυρία έχει δοθεί που πραγματεύεται στοιχεία επιθετικής συμπεριφοράς των σκύλων όπως για παράδειγμα περιγραφή των φυσικών χαρακτηριστικών των επίμαχων σκύλων, την απόσταση που βρίσκονταν από τον κατηγορούμενο και τι ακριβώς του έκαναν οι σκύλοι που να του επιτρέπει να ισχυριστεί ότι του επιτέθηκαν. Απλά γαβγίσματα από μόνα τους και απογυμνωμένα από άλλα δεδομένα δεν μπορούν να εκληφθούν ως εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς από μέρους των επίμαχων σκύλων. Ενώπιον του Δικαστηρίου προβλήθηκε η θέση ότι όταν ένας σκύλος τραυματίσει ή κυνηγήσει πουλερικά ή πρόβατα δύναται να εκληφθεί επικίνδυνος. Στην προκειμένη περίπτωση, παρόλο ότι δεν έχει τεκμηριωθεί ότι οι επίμαχοι σκύλοι ευθύνονται για το θάνατο των πουλερικών που ο κατηγορούμενος εντόπισε την επίδικη ημερομηνία στο κοτέτσι εντούτοις αν για σκοπούς συζήτησης γίνει αποδεκτό ότι ισχύει κάτι τέτοιο, πως δύναται στο μυαλό του κατηγορουμένου να δημιουργήθηκε δικαιολογημένα η εντύπωση ότι ο σκύλος που θανατώθηκε ήταν επικίνδυνος τη στιγμή που ο κατηγορούμενος πρώτα επέφερε κτυπήματα στον εν λόγω σκύλο και έπειτα εντόπισε τα νεκρά κοτόπουλα και αφού πρώτα προχώρησε προς το εσωτερικό του κοτετσιού. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ενέργησε υπό το καθεστώς φόβου και άμυνας. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το μαρτυρικό υλικό που έγινε αποδεκτό δεν υποστηρίζει τέτοιο ισχυρισμό. Δεν έχω αντιληφθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε κυριευτεί από φόβο. Αν ο κατηγορούμενος αισθανόταν φόβο τότε όταν είχε ανοίξει το κάγκελο και πρόσεξε τον πρώτο επίμαχο σκύλο αμέσως θα έφευγε και θα έκλεινε πίσω του το κάγκελο και θα καλούσε την αρμόδια υπηρεσία για αδέσποτους σκύλους ή αν εκείνη τη στιγμή γνώριζε ότι ανήκαν στον παραπονούμενο θα καλούσε τον τελευταίο, όπως έπραξε την προηγούμενη φορά. Αντίθετα αυτό που ο κατηγορούμενος έπραξε ήταν να συνεχίσει να βρίσκεται εντός του κοτετσιού, να σκύψει χάμω να αρπάξει μια μεταλλική σωλήνα και με αυτήν να κτυπήσει τον επίμαχο σκύλο που φοβόταν. Ακολούθως αφού είχε εξουδετερώσει τον πρώτο επίμαχο σκύλο και χωρίς υποτίθεται να γνωρίζει για την ύπαρξη του δεύτερου επίμαχου σκύλου προχώρησε στο εσωτερικό του κοτετσιού συνεχίζοντας να κρατεί τη μεταλλική σωλήνα, πράγμα που δεν δικαιολογείται. Σαφώς το σύνολο αυτών των δεδομένων δεν καταδεικνύει άτομο που αισθάνθηκε φόβο. Παράλληλα η απουσία λεπτομερειών που θα αποδείκνυαν εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς των δύο επίμαχων σκύλων απέναντι στον κατηγορούμενο αφήνει τη θέση του τελευταίου ότι ενέργησε κατά τρόπο αμυντικό έκθετη σε απόρριψη. Ενδεικτικά ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να αποχωρήσει από το κοτέτσι κλείνοντας το κάγκελο προτού ασχοληθεί με τον πρώτο επίμαχο σκύλο, εναλλακτικά θα μπορούσε να φωνάξει στους δύο επίμαχους σκύλους για να τους εκφοβίσει και εναλλακτικά θα μπορούσε να στρέψει τη μεταλλική σωλήνα προς το μέρος τους χωρίς να τους κτυπήσει προκειμένου να τους εκφοβίσει. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι το μέρος του Τεκμηρίου 3 που έχει σχολιαστεί. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν το ίδιο αδίκημα, ήτοι αυτό της πρόκλησης βλάβης σε δύο σκύλους. Αυτό που του αποδίδεται είναι ότι εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε το θάνατο του ενός επίμαχου σκύλου και τραυμάτισε τον άλλο επίμαχο σκύλο χρησιμοποιώντας σωλήνα. Το αδίκημα αυτό διέπεται από το άρθρο 323 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, του οποίου οι πρόνοιες αυτούσια σημειώνουν τα εξής: "Αυτός που εσκεμμένα και παράνομα φονεύει, ακρωτηριάζει ή τραυματίζει ζώο που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος. ..." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος εσκεμμένα και (β) παράνομα, (γ) φονεύει ή (δ) τραυματίζει ή (ε) ακρωτηριάζει ζώο (στ) που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Ένα από τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος είναι ο κατηγορούμενος να προκαλέσει το θάνατο ή να τραυματίσει ένα ζώο. Το πρώτο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο ο σκύλος εμπίπτει στον όρο του 'ζώου'. Ο ορισμός του 'ζώου' παρέχεται στο άρθρο 2 των περί Προστασίας και Ευημερίας των Ζώων Νόμων του 1994 έως 2013 (Ν.46(Ι)/1994) που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας. Όπως σημειώνεται, 'ζώο' σημαίνει κάθε είδος θηλαστικών, πτηνών, ερπετών, αμφίβιων, εντόμων, ιχθύων, μαλακίων και οστρακόδερμων. Τα ζώα γενικά κατατάσσονται σε 'κατοικίδια' και σε 'άγρια'. Όπως εξηγείται στο ερμηνευτικό πλαίσιο του Ν.46(Ι)/1994, 'κατοικίδιο ζώο' είναι εκείνο που διατηρείται ή προορίζεται να διατηρείται από τον άνθρωπο, κυρίως στην κατοικία του, για ιδιωτική ψυχαγωγία και συντροφιά. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Τρίτη Έκδοση, Τόμος 1, παράγραφος 1250, σελίδα 655 σημειώνεται ότι ο σκύλος περιλαμβάνεται στην κατηγορία του 'κατοικίδιου ζώου'. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα ο σκύλος εμπίπτει στην έννοια του ορισμού του 'ζώου', ανήκοντας στην κατηγορία του 'κατοικίδιου ζώου', κατάταξη η οποία αποτελεί μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος δυνάμει του άρθρου 323 του Κεφ.
  1. Η παρούσα υπόθεση αφορά δύο σκύλους και κατ' επέκταση, χωρίς δεύτερη σκέψη, πραγματεύεται περίπτωση ζώων που εμπίπτει στην έννοια του άρθρου 323 του Κεφ.
  2. Περαιτέρω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που με τη χρήση μεταλλικής σωλήνας προκάλεσε το θάνατο ενός αρσενικού σκύλου ράτσας Epagneul Breton εντός του χωραφιού του στην επίδικη ημερομηνία. Εξάλλου το ότι ο θάνατος του εν λόγω επίμαχου σκύλου επήλθε στις 18.07.13 εντός του χωραφιού του κατηγορουμένου είναι γεγονός που ο κατηγορούμενος παραδέχεται. Επίσης ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι χρησιμοποιώντας τη προαναφερόμενη μεταλλική σωλήνα κτύπησε τον εν λόγω σκύλο στο κεφάλι και στην πλάτη, ως αποτέλεσμα των οποίων κτυπημάτων ο επίμαχος σκύλος απεβίωσε. Επιπλέον αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο παραπονούμενος χρησιμοποίησε την ίδια μεταλλική σωλήνα και κτύπησε ένα άλλο αρσενικό σκύλο ράτσας English Setter. Από τη χρήση της σωλήνας από τον κατηγορούμενο ματώθηκε το κεφάλι του συγκεκριμένου σκύλου. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν τα αίματα στο κεφάλι του εν λόγω σκύλου σημαίνει τραυματισμό του εντός της έννοιας της νομοθεσίας. Ο ορισμός του 'τραύματος' παρέχεται στο άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό 'τραύμα' σημαίνει τομή ή ρήξη που τέμνει ή που διαπερνά εξωτερική μεμβράνη του σώματος, η οποία θεωρείται η μεμβράνη που κάποιος δύναται να αγγίξει χωρίς να παραστεί ανάγκη τομής ή διάτρησης άλλης μεμβράνης. Με βάση τον πιο πάνω ορισμό, προκύπτει ότι τα αίματα στο κεφάλι του επίμαχου σκύλου καταδεικνύουν τομή ή εν πάση περιπτώσει ρήξη της εξωτερικής μεμβράνης του δέρματος του ζώου. Γίνεται αντιληπτό ότι η δυνατότητα παρατήρησης αιμάτων στο κεφάλι του συγκεκριμένου σκύλου με γυμνό μάτι δηλώνει τομή ή εν πάση περιπτώσει ρήξη της εξωτερικής μεμβράνης του δέρματος του εν λόγω ζώου, πράγμα που αποδεικνύει την ύπαρξη τραύματος στο ζώο αυτό έτσι ώστε να δικαιολογείται η παρατηρούμενη ροή αίματος. Συνεπώς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα κτυπήματα που ο κατηγορούμενος επέφερε στον πιο πάνω σκύλο με τη χρήση μεταλλικής σωλήνας προκάλεσαν τον τραυματισμό του εν λόγω ζώου. Διάσταση μεταξύ των μερών υπάρχει ως προς το λόγο που ο κατηγορούμενος έπραξε με τον τρόπο που ενέργησε αναφορικά με τους δύο επίμαχους σκύλους. Η κατηγορούσα αρχή ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος έδρασε σκόπιμα και αδικαιολόγητα ενώ η υπεράσπιση επικαλείται ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε υπό το καθεστώς φόβου και άμυνας όταν αντιλήφθηκε επιθετική στάση από του εν λόγω σκύλους. Έχω ήδη εξετάσει τη θέση του κατηγορουμένου και αυτό που εξετάζεται στη συνέχεια είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής. Προτού όμως υπάρξει ενασχόληση με το πιο πάνω επίδικο θέμα, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αν οι δύο επίμαχοι σκύλοι δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο κλοπής. Αντικείμενο κλοπής είναι κάθε πράγμα που έχει αξία και ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (άρθρο 255
(3)του Κεφ.154). Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο παραπονούμενος αγόρασε τον επίμαχο αρσενικό σκύλο ράτσας Epagneul Breton καταβάλλοντας ποσό €1.500-€1.
  1. Επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο παραπονούμενος αγόρασε τον επίμαχο αρσενικό σκύλο ράτσας English Setter πληρώνοντας το ποσό των €1.
  2. Η πληρωμή των πιο πάνω ποσών καταδεικνύουν ότι οι δύο επίμαχοι σκύλοι έχουν αξία και παράλληλα προσδιορίζουν το ύψος αυτής της αξίας τους. Το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο παραπονούμενος κατείχε τους δύο επίμαχους σκύλους χωρίς σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή δεν σημαίνει ότι οι εν λόγω σκύλοι δεν ανήκαν στον παραπονούμενο. Αντίθετα αυτό που καταδεικνύεται από το μαρτυρικό υλικό που έγινε αποδεκτό είναι ότι ο παραπονούμενος ήταν αυτός που είχε τη φροντίδα, έλεγχο και γενικά διαχείριση των επίμαχων σκύλων. Σ' αυτόν ανήκαν οι εν λόγω σκύλοι ανεξάρτητα αν αυτός δεν είχε τότε μεριμνήσει να δηλώσει επισήμως την κατοχή τους στην αρμόδια αρχή. Το ζήτημα που παραμένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε το θάνατο αρσενικού σκύλου ράτσας Epagneul Breton καθώς επίσης τον τραυματισμό του αρσενικού σκύλου ράτσας English Setter. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος άρπαξε μία μεταλλική σωλήνα και χρησιμοποιώντας την κτύπησε τον ένα σκύλο στο κεφάλι και στην πλάτη, ο οποίος τελικά εξέπνευσε συνεπεία των κτυπημάτων αυτών, καθώς επίσης τραυμάτισε τον δεύτερο σκύλο. Σαφώς αυτά είναι δεδομένα που δείχνουν σκόπιμες και συνάμα θεληματικές ενέργειες και όχι τυχαίες και ακούσιες πράξεις, συμπέρασμα στο οποίο και καταλήγω. Επίσης από το σύνολο των ευρημάτων του Δικαστηρίου που αντλήθηκαν από την αποδεκτή μαρτυρία διαπιστώνω ότι εν λόγω ενέργειες του κατηγορουμένου στερούνται νόμιμης αιτίας και θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, συμπέρασμα στο οποίο και καταλήγω. Αυτό που προκύπτει είναι ότι ο κατηγορούμενος αντέδρασε με τον τρόπο που ενέργησε επειδή είχε εντοπίσει τους επίμαχους σκύλους στο κοτέτσι του βιώνοντας εκ νέου παρόμοια εμπειρία που είχε στο πρόσφατο παρελθόν πάλι από σκύλους του παραπονουμένου. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται σωρευτική ικανοποίηση όλων των απαιτουμένων συστατικών στοιχείων του εν λόγω αδικήματος. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου αναφορικά με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, στις οποίες ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment (Αναφορά: Ποινικό/Πρόκληση Βλάβης σε ζώα/Άρθρο 323 Κεφ.154/Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.