← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γεώργιου Αβραάμ, Αρ. Υπόθεσης: 3185/14, 19/3/2018

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γεώργιου Αβραάμ, Αρ. Υπόθεσης: 3185/14, 19/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B37 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3185/14 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Γεώργιου Αβραάμ Κατηγορούμενου -------------- Ημερομηνία: 19 Μαρτίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Κορακίδου Κατηγορούμενος - παρών -------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα υπόθεση αποδίδεται στον Κατηγορούμενο η διάπραξη πέντε αδικημάτων. Συγκεκριμένα στην πρώτη κατηγορία ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της αξιόποινης παράνομης εισόδου κατά παράβαση του άρθρου 280 του Κεφ. 154, στη δεύτερη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της βίας στην οικογένεια και πιο συγκεκριμένα της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1)
(4)και 23 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν.119(Ι)/2000. Στην τρίτη κατηγορία αντιμετωπίζει επίσης το αδίκημα της βίας στην οικογένεια και συγκεκριμένα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1), 4
(1)
(2)(ιβ) του προαναφερόμενου Νόμου και στην πέμπτη κατηγορία το αδίκημα της πρόκλησης βίας μέσα στην οικογένεια στην παρουσία ανήλικου μέλους της οικογένειας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)
(3)
(4)του εν λόγω Νόμου. Τέλος στην τέταρτη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Κεφ. 154. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης κάλεσε πέντε μάρτυρες και συγκεκριμένα την Α. Χ¨ Ράφτη (Μ.Κ.1), τη Χ. Χ¨ Γεωργίου (Μ.Κ.2) την Αστ.3933 Ε. Ανδρέου (Μ.Κ.3), την Ε. Χ¨ Γεωργίου (Μ.Κ.4) και τον Δρ. Μ. Θεοδώρου (Μ.Κ.5). Επιπρόσθετα κατατέθηκαν δέκα Τεκμήρια. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, η ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου περί μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης μπορεί να διαιρεθεί σε δύο πυλώνες, τους οποίους συνοψίσω αμέσως πιο κάτω. Ο πρώτος πυλώνας αφορά αποκλειστικά το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, ήτοι το αδίκημα της αξιόποινης παράνομης εισόδου. Στα πλαίσια του εν λόγω πυλώνα η κα Κορακίδου εισηγείται ότι δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία σε σχέση με συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Ο δεύτερος πυλώνας αφορά τα υπόλοιπα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και προβάλλεται η θέση ότι η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί είναι αντιφατική σε ουσιώδεις πτυχές της και δημιουργεί εγγενή αντίφαση στο σύνολο της, με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται η κλήση του Κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ο οποίος, αφού τόνισε ότι το Δικαστήριο σε τούτο το στάδιο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία, υποστήριξε ότι έχει προσφερθεί μαρτυρία σε σχέση με όλα τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων. Περαιτέρω, ο κ. Συμεού ανέφερε ότι η ποιότητα της μαρτυρίας κρινόμενη αντικειμενικά δικαιολογεί την κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία. Οι αρχές που διέπουν το στάδιο της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι καλά εδραιωμένες. Στην κατευθυντήρια επί του θέματος υπόθεση Azinas and Another v. The Police
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, [1962] 1 All E.R. 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of The Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England Issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. The Police (ανωτέρω) και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. The Police (πιο πάνω). Έχω ήδη αναφερθεί πιο πάνω στην εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου. Θα ξεκινήσω από τον δεύτερο πυλώνα ο οποίος αφορά τα τέσσερα από τα πέντε αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος (κατηγορίες 2 - 5) και καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της εισήγησης της ευπαίδευτης συνηγόρου. Η κα Κορακίδου στην επιμελή και λεπτομερή αγόρευση της αναφέρεται σε συγκεκριμένες πτυχές της μαρτυρίας των Μ.Κ. 1, 2 και 4 στις οποίες εντοπίζει αντιφάσεις, τις οποίες χαρακτηρίζει ουσιώδεις, και οποίες αφορούν τόσο τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, όσο και την αντιπαραβολή των εν λόγω μαρτυριών μεταξύ τους. Εξετάζοντας αντικειμενικά το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, θεωρώ ότι δεν βρισκόμαστε ενώπιον περίπτωσης που η μαρτυρία παρουσιάζει τέτοια θεμελιακή αντίφαση η οποία να ανάγεται σε εγγενή αντινομία. Όσα παραθέτει με λεπτομέρεια στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου άπτονται ζητημάτων αξιοπιστίας και χρήζουν λεπτομερούς αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας. Όπως υποδεικνύεται και στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 191, στην οποία με παρέπεμψε η κα. Κορακίδου, το έργο της λεπτομερούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας ανάγεται στο τελικό στάδιο και όχι στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Έρχομαι τώρα στον πρώτο πυλώνα που αφορά την εισήγηση ότι απουσιάζει συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 280 του Κεφ.154, ήτοι της πρόθεσης για διάπραξη αδικήματος ή εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας. Η κα. Κορακίδου υποστηρίζει ότι η ύπαρξη του προαναφερόμενου στοιχείου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση και πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο που ο Κατηγορούμενος εισήλθε ή αποφάσισε να παραμείνει στην περιουσία. Επομένως, από τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Μ.Κ.2 και 4, εισήλθε στην οικία της Μ.Κ.4 για να παραλάβει τον ανήλικο υιό του δεν συντρέχει το στοιχείο της πρόθεσης για διάπραξη αδικήματος ή εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η ύπαρξη πρόθεσης αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 280 του Κεφ. 154. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι το αδίκημα του άρθρου 280 του Κεφ. 154 μπορεί να διαπραχθεί ανεξαρτήτως του αν ο Κατηγορούμενος εισήλθε νόμιμα στην περιουσία. Στην προκείμενη περίπτωση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε και παρέμεινε εντός της κατοικίας της Μ.Κ.4 διαπράττοντας μέσα σε αυτήν τα ισχυριζόμενα αδικήματα. Συνεπώς η αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας αποκαλύπτει ότι έχει προσκομιστεί μαρτυρία αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της εισόδου ή παραμονής του Κατηγορούμενου στην κατοικία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Όπως σημειώνεται και στην υπόθεση Ανθίας ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1) 1999 2 Α.Α.Δ 404, η πρόθεση δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης. Επομένως το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην περιουσία της Μ.Κ.4 νόμιμα ή όχι, ή αν διαμόρφωσε και πότε διαμόρφωσε την πρόθεση να διαπράξει εντός αυτής ποινικό αδίκημα ή να εκφοβίσει, εξυβρίσει ή οχλήσει τον κάτοχο της περιουσίας, απαιτεί αξιολόγηση της μαρτυρίας, πράγμα ωστόσο το οποίο θα λάβει χώρα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και ως εκ τούτου ο τελευταίος καλείται σε απολογία σε όλα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.