Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΗΡΟΔΟΤΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9489/14, 12/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9489/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v.
- ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΗΡΟΔΟΤΟΥ
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ
- ΤΑMAR ARCHUADZE Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 12/04/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Νεοκλής Νεοκλέους. Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1 : κ. Σ. Σοφοκλέους για κα Α. Λαζάρου. Κατηγορούμενος αρ. 1: παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος 1 έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 (κατηγορία 1). Ο 2ος κατηγορούμενος που αντιμετώπιζε την ίδια κατηγορία (βλ. κατηγορία αρ. 2) απαλλάγηκε μετά από διακοπή της υπόθεσης εναντίον του από την κατηγορούσα αρχή. Η 3η κατηγορούμενη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της παράνομης απασχόλησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 19
(1)(κ) και 20 του Κεφ. 105 (κατηγορία 3) και της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(κ) και 19(λ), 20, του πιο πάνω ιδίου Νόμου. Η υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση εναντίον της στις 27/04/
- Μετά από τη δήλωση της κατηγορούσας αρχής ότι ο 1ος κατηγορούμενος θα χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον της 3ης κατηγορουμένης, λέχθηκαν γεγονότα με σκοπό την επιβολή ποινής και την ολοκλήρωση της υπόθεσης εναντίον του. Τα γεγονότα που περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης του πιο πάνω αδικήματος από τον κατηγορούμενο αρ. 1, έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και έχουν ως ακολούθως: Στις 8.10.14 και η ώρα 09:00 ο Αστ. 2351 της ΥΑΜ (Μ.Κ.1), μαζί με άλλο άτομο, μετέβησαν στο κατάστημα πώλησης αναμνηστικών προϊόντων με την επωνυμία Sea View, το οποίο βρίσκεται στην Λεωφόρο Ποσειδώνος στην Kάτω Πάφο, προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργοδοτείται παράνομα αλλοδαπή. Αφού έφθασαν στο μέρος και εισήλθαν εντός του υποστατικού, ο Μ. Κ. 1 εντόπισε την 3η κατηγορούμενη στο κατάστημα, μεταξύ των ραφιών με είδη ένδυσης, κρατώντας ένα φλόκο και σφουγγάριζε το πάτωμα. Στην συνέχεια προσέγγισε την εν λόγω γυναίκα και αφού της αποκάλυψε την ταυτότητα του την κάλεσε να παρουσιάσει έγγραφο που να πιστοποιεί την ταυτότητα της. Αυτή απάντησε ότι κατάγεται από τη Γεωργία και σε ερώτηση του Μ.Κ.1 κατά πόσο έχει άδεια εξάσκησης του συγκεκριμένου επαγγέλματος αυτή του απάντησε αρνητικά. Την ίδια ημέρα και ώρα την πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραττε και απάντησε «περιμένω τη φίλη μου τη Σύλβια να μου δώσει λεφτά». Στην συνέχεια και από έλεγχο που διενεργήθηκε, ο ίδιος μάρτυρας διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη αρ. 3 είχε αφιχθεί παράνομα στην δημοκρατία μέσω κατεχομένων. Ακολούθως, αιτήθηκε πολιτικό άσυλο το οποίο αίτημα της απορρίφθηκε από την υπηρεσία ασύλου. Στην συνέχεια, υπέβαλε έφεση στην αναθεωρητική αρχή προσφύγων όπου και πάλι στις 24.4.2007 απορρίφθηκε το αίτημα της και τα στοιχεία της εντοπίζονται στον κατάλογο stop list ως αναζητούμενο πρόσωπο και διαμένει παράνομα στη δημοκρατία. Μετά από τα πιο πάνω, ο Μ. Κ. 1 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον 1ον κατηγορούμενο και αφού τον ενημέρωσε για τους λόγους που τον κάλεσε στο κινητό, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι «εγώ εν ήμουν τζιαμέ, τι να σου πω». Ακολούθως, ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «ουδέποτε εργοδότησα αυτή την κοπέλα, ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Μετά από σχετικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου για το πώς συνδέεται ο 1ος κατηγορούμενος με την εργοδότηση του εν λόγω προσώπου, ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος είναι ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου καταστήματος όπου εντοπίστηκε το εν λόγω πρόσωπο να ασκεί εργασία και ότι αυτός είχε ενημερωθεί από άλλη υπάλληλο του ότι η συγκεκριμένη αλλοδαπή ενδιαφερόταν να εργαστεί και ο ίδιος έδωσε τη συγκατάθεση του να εργαστεί στο κατάστημα του την ημέρα εκείνη. Περαιτέρω, λέχθηκε από την κατηγορούσα αρχή ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και ότι υπάρχουν €105 έξοδα. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση την οποία υιοθέτησε πλην του μέρους που αφορά το «Ιστορικό της υπόθεσης» όπως το τιτλοφορεί στην 1ην σελίδα αυτής, το οποίο απέσυρε. Επίσης, συμφώνησε με τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή για τον τρόπο διάπραξης του αδικήματος από τον κατηγορούμενο και εξέφρασε ρητώς την παραδοχή του στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Πέραν των πιο πάνω, στην γραπτή του αγόρευση αναφέρει ότι από το 1994 λειτούργησε το δικό του κατάστημα με τουριστικά είδη και σε αυτό απασχολεί 20 και πλέον άτομα νόμιμα και επισυνάπτει σχετική κατάσταση αποδοχών και εισφορών των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, αναφέρει, ο κατηγορούμενος, απουσίαζε από το κατάστημα του και έδωσε τη συγκατάθεση του να εργαστεί η εν λόγω αλλοδαπή αφού προηγουμένως βεβαίωσε την υπάλληλο και φίλη της ότι διαμένει και εργάζεται νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτή του η ενέργεια αναφέρει καταδεικνύει ότι ήταν ένα απερίσκεπτο λάθος το οποίος δεν θα επαναληφθεί στο μέλλον. Πέραν των πιο πάνω, ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την παραδοχή του κατηγορουμένου, το λευκό του ποινικό μητρώο και εξέφρασε την απολογία και μεταμέλεια του για το αδίκημα που έχει διαπράξει. Έχει αντιληφθεί το λάθος του και είναι έτοιμος να δεχτεί τις συνέπειες του Νόμου. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του, το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή και αυτός ανέρχεται στα 3 ½ σχεδόν χρόνια. Ο κατηγορούμενος, αναφέρει επίσης, νιώθει έντονη ανησυχία και προβληματισμό για το αδίκημα που έχει διαπράξει και υπόσχεται ότι ουδέποτε θα απασχολήσει ξανά το Δικαστήριο αφού πρόκειται για ένα απερίσκεπτο και μεμονωμένο περιστατικό. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος αναφέρθηκε στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου και τόνισε τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει σχετική Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σε αυτή αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 56 ετών, καταστηματάρχης, έγγαμος και πατέρας τριών τέκνων ηλικίας 32, 27 και 23 χρόνων. Είναι ιδιοκτήτης μια κατοικίας στην οποία διαμένει η οικογένεια του και γι αυτή υπάρχει δάνειο που αφορά την ανέγερση της ύψους €560,
- Η δόση του ανέρχεται στα €4000 μηνιαίως η οποία αποπληρώνεται από τα έσοδα της εταιρείας αλλά υπάρχουν δυσκολίες στην καταβολή της λόγω της οικονομικής ύφεσης. Τα μηνιαία εισοδήματα του ιδίου ανέρχονται σε €1000 ενώ είναι ιδιοκτήτης δύο αυτοκινήτων συνολικής αξίας €7,
- Περαιτέρω, στην έκθεση αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος προέρχεται από οργανωμένη οικογένεια, οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας του χαρακτηρίζονται αρμονικές και πρόκειται για ένα καλό οικογενειάρχη. Το 1994 λειτούργησε δικό του κατάστημα με τουριστικά είδη. Αρχικά η επιχείρηση λειτουργούσε πολύ καλά αλλά τα τελευταία χρόνια λόγω της οικονομικής ύφεσης υπάρχουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Επίσης, αναφέρεται στην έκθεση ότι ο κατηγορούμενος από το 2005 αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα (κολπική μαρμαριγή) Παρακολουθείται συστηματικά από γιατρό και λαμβάνει φαρμακοθεραπεία. Σύμφωνα με τον ίδιο η κατάσταση της υγείας του έχει επιδεινωθεί από το 2015 και μετά. Τέλος, αναφέρεται στην έκθεση ότι ο κατηγορούμενος, όσον αφορά το αδίκημα που εκδικάζεται σήμερα, νοιώθει άσχημα αντιλαμβανόμενος τις συνέπειες που προκύπτουν από το συγκεκριμένο συμβάν. Αγωνιά για την εξέλιξη της υπόθεσης τόσο για τον ίδιο όσο και για την οικογένεια του. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι στην περίπτωση που επιβληθεί ποινή φυλάκισης, τότε πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία για αναστολή εκτέλεσης της. Αναμφίβολα το αδίκημα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι ιδιαίτερα σοβαρό και αυτό φαίνεται και από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Η νομολογία έχει καταδείξει μια σταθερή τάση αναφορικά με τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζονται και να τιμωρούνται τέτοιου είδους αδικήματα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου (αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285, παραμερίστηκε από το Εφετείο χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, αντικαθιστώντας την με ποινή άμεσης φυλάκισης 2 μηνών. Αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα πιο κάτω στην σελίδα 297: « Η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι ανεκτός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά και στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Επίσης, παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, όπου γίνεται εκτενής αναφορά στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών. Τονίζεται επίσης, ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης για τον εργοδοτούμενο θα πρέπει να συνοδεύεται κατά κανόνα με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψη ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Υιοθετήθηκε επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρύσανθου Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553. «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάμουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική, όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.» Πέραν των πιο πάνω, σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει με απόλυτη σαφήνεια, την θέση της νομολογίας ότι σε αυτού του είδους τα αδικήματα, η ποινή της φυλάκισης είναι η μόνη ενδεδειγμένη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ
(2001)2 Α.Α.Δ. 74, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304, Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Μεταγενέστερη νομολογία κατέδειξε μια διαφοροποίηση στο είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβάλλεται στις περιπτώσεις όπου οι εργοδοτούμενοι αλλοδαποί βρίσκονται στην Κύπρο νόμιμα, είτε ως αιτητές πολιτικού ασύλου είτε ως φοιτητές. Οι αποφάσεις στις υποθέσεις Lin Qinlong κα ν Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 501 και υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Νίκου Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ 488 επιβεβαιώνουν τη πιο πάνω διαπίστωση. Προκύπτει από τις δύο πιο πάνω αποφάσεις ότι σε περιπτώσεις αλλοδαπών που εργοδοτούνται παράνομα αλλά έχουν νόμιμη παραμονή στην Κύπρο, η σοβαρότητα του αδικήματος μειώνεται σημαντικά αφού ελλείπει και ένας σημαντικός επιβαρυντικός παράγοντας, αυτός της ενθάρρυνσης των παρανόμων μεταναστών να εισέρχονται και να διαμένουν χωρίς άδεια στην Δημοκρατία. Στις περιπτώσεις αυτές, η ποινή φυλάκισης μπορεί να αποφευχθεί. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως, ότι έχουν παρέλθει κάποια χρόνια από την έκδοση των πιο πάνω αποφάσεων και ποινών σε σχέση με τέτοιου είδους αδίκημα, όταν όντως η διάπραξη του ήταν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο και χρειαζόταν η άμεση αναχαίτιση του. Τα τελευταία χρόνια όμως έχει παρατηρηθεί μια σημαντική μείωση στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων, κάτι για το οποίο λαμβάνω γνώση από τον αριθμό των υποθέσεων που άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρόλα αυτά, θεωρώ ότι αυτό δεν μειώνει τη σοβαρότητα του αδικήματος αυτού ή διαφοροποιεί τον τρόπο αντιμετώπισης των παραβατών και η αποτροπή παραμένει ως κυρίαρχο στοιχείο. Φυσικά σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος σε συνδυασμό φυσικά με τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου. Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο κατηγορούμενος εργοδότησε την συγκεκριμένη αλλοδαπή στο κατάστημα το οποίο διατηρεί στην Κάτω Πάφο και συγκεκριμένα κατά τον χρόνο σύλληψης της από το Μ.Κ.1, αυτή ασχολείτο με το σφουγγάρισμα χωρίς να έχει σχετική άδεια προς τούτο ενώ ταυτόχρονα η εν λόγω αλλοδαπή βρισκόταν στην Κύπρο παράνομα και αναζητείτο από το 2007. Δεν παραγνωρίζω ότι η συγκεκριμένη αλλοδαπή είχε εργοδοτηθεί τη συγκεκριμένη μέρα και ότι αυτό έγινε μέσω της φίλης της και υπαλλήλου του κατηγορουμένου αφού προηγουμένως είχε πάρει τη δική του έγκριση αναφέροντας του ότι είχε όλα τα απαραίτητα έγγραφα διαμονής και εργασίας, αλλά αυτό δεν αναιρεί τη διάπραξη του αδικήματος ούτε μειώνει τη σοβαρότητα του. Ο ίδιος έπρεπε και είχε υποχρέωση να βεβαιωθεί μέσω των αρμοδίων αρχών τόσο για το καθεστώς παραμονής της αλλοδαπής όσο και για το κατά πόσο μπορούσε να την εργοδοτήσει, προτού προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος απουσίαζε από το κατάστημα του και όχι να δώσει την έγκριση του να αρχίσει εργασία η αλλοδαπή χωρίς καν να την δει και να βεβαιωθεί για τη νομιμότητα της εργοδότησης της. Η ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου ενθάρρυνε και συντηρούσε την παράνομη παραμονή της εν λόγω αλλοδαπής στην Κυπριακή Δημοκρατία. Έχω λάβει υπόψη μου το πολύ μικρό χρονικό διάστημα της εργοδότησης της αλλοδαπής, αλλά αυτό δεν μεταβάλλει τη σοβαρότητα του αδικήματος. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γραμματικού (ανωτέρω) πρόστιμο £500,00 που επιβλήθηκε σε εργολάβο που παραδέχθηκε ενοχή και ήταν χωρίς εγκληματικό παρελθόν και που είχε εργοδοτήσει μόνο για λίγες μέρες ένα αλλοδαπό και μάλιστα κατόπιν παράκλησης του αλλοδαπού, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Παρά τα πιο πάνω όμως, η υποχρέωση για εξατομίκευση της τιμωρίας δεν ατονεί ώστε να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2Α.Α.Δ. 245 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι προτού πάρει την απόφαση να συγκατατεθεί όπως η αλλοδαπή εργαστεί στο κατάστημα του, του είχε λεχθεί από την υπάλληλο του ότι είχε όλα τα αναγκαία έγγραφα διαμονής και εργασίας. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο και την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία από ότι προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου ήταν σημαντική στην καταδίκη του. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου την απολογία και μεταμέλεια του. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τη δύσκολη οικονομική του κατάσταση, τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες καθώς επίσης και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Όλα τα πιο πάνω όμως, δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής αφού σε σοβαρά αδικήματα στα οποία υπάρχει ανάγκη για αποτροπή, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Παραπέμπω επίσης στην Gaby Toufic Atallah
(1992)2 Α.Α.Δ. 94 όπου τονίστηκε ότι «οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων όσο και αν, όπως σε κάθε περίπτωση, είναι παράγοντες σχετικοί με την επιμέτρηση της ποινής, είναι περιορισμένης σημασίας και σίγουρα δεν μπορούν να αφεθούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα, στις οποίες οι ποινές είναι αναγκαίο να είναι αποτρεπτικές». Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή και ανέρχεται στα 3 ½ χρόνια περίπου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτης κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Γενικός Εισαγγελέας v. Bαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638, Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365). Ο χρόνος αυτός από μόνος του όμως, θεωρώ, ότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφοροποίηση του είδους της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί στην παρούσα, εν όψει της σοβαρότητας της κατηγορίας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την ανάγκη που υπάρχει για αποτροπή. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απασχολεί στο κατάστημα του γύρω στα 20 άτομα καθόλα νόμιμα και ότι δεν ανακύπτει από όλα τα ενώπιον μου γεγονότα οποιαδήποτε εκμετάλλευση ή ένα τέτοιο κίνητρο στην εργοδότηση της εν λόγω αλλοδαπής. Όλοι οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες του κατηγορουμένου όμως θα ληφθούν υπόψη και θα παίξουν ρόλο στο ύψος της ποινής που θα επιβληθεί και όχι στο είδος της, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας του κατηγορουμένου. Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου 1, επιβάλλεται σε αυτόν στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει, ποινή φυλάκισης 40 ημερών. Έχοντας καταλήξει στην πιο πάνω ποινή φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή της, όπως ήταν και η εισήγηση της υπεράσπισης. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 . Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλ. επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Πέραν των πιο πάνω, στην πρόσφατη απόφαση Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017, Ημερ. 21/09/2017 έγινε αναφορά στον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα διάπραξης του αδικήματος. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εργοδοτεί γύρω στα 20 άτομα προσωπικό καθόλα νόμιμα καταβάλλοντας τους τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και ότι η εργοδότηση της αλλοδαπής δεν αποσκοπούσε στην εκμετάλλευση της, ούτε αναφύεται ένα τέτοιο κίνητρο. Επίσης, θα λάβω υπόψη μου τον τρόπο διάπραξης του αδικήματος από τον κατηγορούμενο και την επιπολαιότητα την οποία επέδειξε στην ανάθεση εργασίας στην εν λόγω αλλοδαπή. Αυτός έδωσε την έγκριση του να εργαστεί μέσω της υπαλλήλου του, η οποία ήταν φίλη της εν λόγω αλλοδαπής και αφού εκείνη τον διαβεβαίωσε ότι βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο και είχε δικαίωμα να εργαστεί. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η περίπτωση δεν αφορά αυτές που ο εργοδότης δείχνει πλήρη αδιαφορία και περιφρόνηση στο Νόμο. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το χρονικό διάστημα το οποίο εργοδότησε την αλλοδαπή και ότι είχε ουσιαστικά εργοδοτηθεί τη συγκεκριμένη μέρα και η οποία συνελήφθηκε να ασχολείται με το σφουγγάρισμα του καταστήματος. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο, κάτι το οποίο του δίνει το δικαίωμα να αιτηθεί αναστολή της ποινής φυλάκισης. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου την έμπρακτη μεταμέλεια του, την παραδοχή του κάτι που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καταδίκη του και το γεγονός ότι αντιλήφθηκε πλήρως τη σοβαρότητα του αδικήματος, όπως έχει διαφανεί και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσία του. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου τις δύσκολες οικονομικές του συνθήκες και τις προσωπικές του περιστάσεις. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει όπως αναφέρονται στην έκθεση του γραφείου ευημερία, αν και δεν έχουν προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε ιατρικά πιστοποιητικά που να καταδεικνύουν επ' ακριβώς τη σοβαρότητα αυτών. Πέραν των πιο πάνω, ιδιαίτερη βαρύτητα θα δώσω στο χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα ο οποίος όπως έχει αναφερθεί ανέρχεται στα 3 ½ χρόνια. Ο κατηγορούμενος έκτοτε δεν έχει απασχολήσει ξανά τη δικαιοσύνη κάτι που καταδεικνύει την έμπρακτη μεταμέλεια του αλλά και το ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό στη ζωή του, το οποίο έλαβε χώρα κάτω από τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και τον επιπόλαιο τρόπο που ο κατηγορούμενος έδρασε χωρίς οποιοδήποτε κίνητρο οικονομικής εκμετάλλευσης της αλλοδαπής, την εργοδότηση άλλων 20 ατόμων στην επιχείρηση του καθόλα νόμιμα, την εργασία που η αλλοδαπή συνελήφθηκε να εκτελεί κατά τον ουσιώδη χρόνο που ήταν και η μέρα ανάθεσης της εργασίας, το ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό στη ζωή του κατηγορουμένου παρά τα τόσα χρόνια που διατηρεί την επιχείρηση του σε συνδυασμό με όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά του, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει και το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα χωρίς να έχει απασχολήσει ξανά τη δικαιοσύνη κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον 1ον κατηγορούμενο και ως εκ τούτου αυτή αναστέλλεται για περίοδο 3 χρόνων από σήμερα. €105 έξοδα της διαδικασίας να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. Πιστόν Αντίγραφον Υπ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο