← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ηλία Μαλακόπουλου, Αρ. Υπόθεσης: 6809/14, 19/4/2018

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ηλία Μαλακόπουλου, Αρ. Υπόθεσης: 6809/14, 19/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6809/14 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου -ν- Ηλία Μαλακόπουλου Κατηγορούμενου ------------------ Ημερομηνία: 19.04.2018 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο: κα Δ. Χ¨Σάββα με κα Φ. Χ¨Σάββα Κατηγορούμενος: παρών ----------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20(Α) του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000, 5

(1)/2010, 8
(1)/2010 και την ΚΔΠ 312/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 28ην Νοεμβρίου του 2013 στη Λεωφόρο Αγίου Νεοφύτου στην Πάφο, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΚΤ 587 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε την πιο πάνω κατηγορία και διεξάχθηκε ακροαματική διαδικασία. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε δυο μάρτυρες, τον Π. Κρεμμά, Αστ. 3891 (Μ.Κ.1) και την Έλενα Παπαντώνη (Μ.Κ.2). Αφού έκρινα ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης, ο οποίος στη γραπτή του κατάθεση, Τεκμήριο 1, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αλλά και τη δια ζώσης μαρτυρία του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και ότι τα τελευταία έντεκα χρόνια είναι τοποθετημένος στον Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Εξέτασε δυστυχήματα με ελαφριές υλικές ζημιές ως επίσης και σοβαρά δυστυχήματα, ενώ έλαβε μέρος και στη διερεύνηση θανατηφόρων δυστυχημάτων. Παρακολούθησε ειδικό πρόγραμμα διερεύνησης και σχεδιαγράφησης σκηνών οδικών τροχαίων δυστυχημάτων στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου (Τεκμήριο 2). Στις 28.11.2013 και ώρα 21:40 επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που έγινε την ίδια ημέρα και ώρα 21:20 στη Λεωφόρο Αγίου Νεοφύτου στην Πάφο με εμπλεκόμενα οχήματα, το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΚΤ 587 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και το όχημα με αριθμό εγγραφής ΚQS 053 που οδηγούσε η Έλενα Παπαντώνη (Μ.Κ.2). Κατά την άφιξη του στη σκηνή βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα στην τελική τους θέση. Μετά την άφιξη του στη σκηνή, ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, λόγω των τραυματισμών που υπέστη. Στην παρουσία της Μ.Κ.2, έλαβε μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Σε αυτό τοποθέτησε με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης. Στο εν λόγω σημείο, όπως ανέφερε, υπήρχαν λάδια και νερά που χύθηκαν από τα οχήματα, καθώς και η μπροστινή πινακίδα του οχήματος της Μ.Κ.
  3. Αφού εξήγησε στη Μ.Κ.2 το πρόχειρο σχέδιο, αυτή συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε ως ορθό στην παρουσία του. Στη βάση του πρόχειρου σχεδίου ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο το οποίο κατάθεσε ως Τεκμήριο
  4. Στις 21.12.2013 έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  5. Όταν έδειξε και εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο στον κατηγορούμενο, αυτός του υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης, το οποίο σημείωσε με το γράμμα Χ1 και την πορεία που ακολουθούσε, την οποία σημείωσε με το γράμμα Α
  6. Αφού κατάλαβε ο κατηγορούμενος το σχέδιο, το υπέγραψε ως ορθό. Στις 22.12.2013 έλαβε από τη Μ.Κ.2 ανακριτική κατάθεση και στις 07.02.2014 επισκέφθηκε με τον κατηγορούμενο τη σκηνή του δυστυχήματος, όπου ο τελευταίος του υπέδειξε επιτόπου το σημείο σύγκρουσης και στην παρουσία του έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις σε σχέση με αυτό. Στις 08.02.2014 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε τον Σταθμό και έδωσε συμπληρωματική κατάθεση, την οποία ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο
  7. Στις 15.04.2014 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, επί του ότι οδηγούσε χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα (Τεκμήριο 7), κατηγορία την οποία δεν αποδέχθηκε. Επεξηγώντας το Τεκμήριο 4, ανέφερε ότι με το γράμμα Α σημείωσε την πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου πριν από τη σύγκρουση. Το γράμμα Α βρίσκεται εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, ως η πορεία του κατηγορούμενου. Με το γράμμα Β σημείωσε την πορεία του οχήματος της Μ.Κ.2, η οποία οδηγούσε με βόρεια κατεύθυνση προς τον Άγιο Νεόφυτο. Τα σημεία Χ και Χ1, βρίσκονται στην αριστερή λωρίδα, σύμφωνα με την πορεία της Μ.Κ.2, δηλαδή, στην αντίθετη λωρίδα από αυτή που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο κατέληξε ότι είναι στο σημείο Χ που έγινε η σύγκρουση, ο μάρτυρας απάντησε ότι στο σημείο αυτό υπήρχαν όλα τα συντρίμμια, η μπροστινή πινακίδα του οχήματος της Μ.Κ.2 ως επίσης και λάδια που χύθηκαν από το όχημα της μετά τη σύγκρουση, τα οποία σημείωσε με το γράμμα Β
  8. Αυτά, όπως εξήγησε, ξεκινούσαν από το σημείο Χ και κατέληγαν στην τελική θέση του οχήματος της Μ.Κ.2, την οποία σημείωσε με το γράμμα Β
  9. Με το γράμμα Α2 σημείωσε την τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου. Ανέφερε επίσης, ότι το γεγονός ότι το όχημα της Μ.Κ.2, σπρώχθηκε προς τα πίσω, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ήταν πιο βαρύ το όχημα της από αυτό του κατηγορούμενου, δείχνει ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με μεγαλύτερη ταχύτητα από αυτή της Μ.Κ.
  10. Σύμφωνα με την τελική θέση του οχήματος της Μ.Κ.2, το μπροστινό του μέρος έβλεπε προς την Πάφο και ο πίσω δεξιός τροχός του βρισκόταν πάνω στο πεζοδρόμιο. Το πλάτος της λωρίδας με κατεύθυνση προς Πάφο ήταν 3,30 μέτρα ενώ της λωρίδας στην οποία οδηγούσε η Μ.Κ.2 ήταν 3,10 μέτρα. Αριστερά της πορείας του κατηγορούμενου υπήρχε χωμάτινο παγκέτο. Η ορατότητα των ενεχόμενων οδηγών σε σχέση με την πορεία τους, ήταν η ίδια, περίπου 100 μέτρα. Ως εξεταστής της υπόθεσης, διερεύνησε τον ισχυρισμό που προέβαλε ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ότι, δηλαδή, όταν αντιλήφθηκε το όχημα της Μ.Κ.2 αυτό οδηγείτο από απέναντι του εντός της δικής του λωρίδας και ότι στην προσπάθεια του να το αποφύγει κινήθηκε προς τα δεξιά, κίνηση την οποία έκανε και η Μ.Κ.2 με αποτέλεσμα τα οχήματα να συγκρουστούν στην αντίθετη λωρίδα από αυτή που οδηγούσε. Εάν ευσταθούσε η εν λόγω εκδοχή του κατηγορούμενου, όπως εξήγησε ο μάρτυρας, η σύγκρουση θα ήτα διαγώνια οπόταν σε μια τέτοια περίπτωση, θα υπήρχε και δεύτερη επαφή των οχημάτων, δηλαδή του πίσω δεξιού μέρους του οχήματος της Μ.Κ.2 με το πίσω αριστερό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου. Στην προκείμενη περίπτωση η σύγκρουση ήταν μετωπική. Ανέφερε επίσης, ότι το δυστύχημα έγινε εντός κατοικημένης περιοχής κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω. Ως προς τις ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων, ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες στα μπροστινά τους μέρη. Στο όχημα του κατηγορούμενου οι ζημιές ήταν στο κέντρο με μετατόπιση προς τα αριστερά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι, κατά την εκπαίδευση του στη διερεύνηση δυστυχημάτων συμπεριλαμβανόταν και η συμπεριφορά των οχημάτων κατά τη σύγκρουση. Όταν έφθασε στη σκηνή υπήρχαν ένα με δύο πρόσωπα από τα οποία δεν πήρε κατάθεση, γιατί όπως του ανέφεραν δεν είδαν πώς προκλήθηκε το δυστύχημα. Στο σημείο Χ κατέληξε από τις τελικές θέσεις των οχημάτων, τα λάδια που χύθηκαν και τα συντρίμμια που βρέθηκαν στο μέρος εκείνο. Επιπρόσθετα, συμφώνησε και η Μ.Κ.2 μαζί του. Την πινακίδα του οχήματος της Μ.Κ.2, τη σημείωσε με το γράμμα Α επί του Τεκμηρίου 3 και με το γράμμα Β1 επί του Τεκμηρίου
  11. Τα λάδια τα σημείωσε με το γράμμα Β2 στο Τεκμήριο 4, ενώ τα συντρίμμια, τα οποία τοποθέτησε και στα δύο Τεκμήρια και τα οποία βρίσκονται δίπλα από το σημείο Χ, δεν τα προσδιόρισε με γράμμα. Όταν του ζητήθηκε να σημειώσει επί των Τεκμηρίων 3 και 4 το σημείο που τοποθέτησε τα συντρίμμια, αυτός τα έβαλε σε κύκλο και τα προσδιόρισε με το γράμμα Ε. Θέση του ήταν, ότι τα εν λόγω συντρίμμια (φαναράκια, γρίλιες), τα είχε σημειώσει στα σχέδια με κουκκίδες και ότι αυτά βρίσκονταν γύρω από το σημείο Χ, σε απόσταση ενός μέτρου από την τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου. Όπως περαιτέρω ανέφερε, ο όγκος τους βρισκόταν σε απόσταση μισού μέτρου από το σημείο Χ. Διαφώνησε με την υποβολή, ότι τα συντρίμμια και η πινακίδα βρίσκονταν στο σημείο που τα βρήκε, γιατί αυτά σπρώχθηκαν από τον κόσμο που βρισκόταν στη σκηνή, λέγοντας ότι αυτά κατέληγαν στο σημείο που κατέληγαν τα λάδια από το όχημα της Μ.Κ.2 κατά τη στιγμή της σύγκρουσης. Όταν ρωτήθηκε, για ποιο λόγο το ορθό σημείο σύγκρουσης να μην βρισκόταν στο σημείο Χ1, που υπέδειξε ο κατηγορούμενος, αφού και σε εκείνο το σημείο υπήρχαν λάδια, ο μάρτυρας απάντησε ότι τα λάδια ξεκινούσαν από το σημείο Χ και όχι από το Χ1 που βρισκόταν πιο δεξιά και πίσω από το σημείο Χ. Διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε, ότι τα λάδια ξεκινούσαν από την τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου, λέγοντας ότι ξεκινούσαν από το σημείο που βρέθηκαν τα συντρίμμια. Σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο τα συντρίμμια σπρώχθηκαν από τον κόσμο «λίγο αριστερά» πριν από την άφιξη του στη σκηνή του δυστυχήματος. Ο μάρτυρας συμφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε, ότι ο κατηγορούμενος έκανε αποφευκτική κίνηση στρίβοντας το τιμόνι του προς τα δεξιά, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι κατά το χρόνο που έκανε την εν λόγω κίνηση δεν βρισκόταν εντός της λωρίδας, που κατά τους ισχυρισμούς του οδηγούσε. Περαιτέρω ανέφερε, ότι είναι στις 21.12.2013 που σημείωσε επί του Τεκμηρίου 3, με το γράμμα Α1, την πορεία του κατηγορούμενου που ο τελευταίος του υπέδειξε. Επίσης σε σχετικές ερωτήσεις, απάντησε ότι η απόσταση από το σημείο Χ μέχρι και την τελική θέση του οχήματος της Μ.Κ.2 (Β3) ήταν 14 μέτρα, ενώ η απόσταση από το σημείο Χ μέχρι και το μπροστινό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου (Α2), ήταν 2,50 μέτρα. Η απόσταση από το σημείο Χ μέχρι την άκρη του πεζοδρομίου που βρισκόταν στα αριστερά της Μ.Κ.2, ως η πορεία της, ήταν 3 μέτρα. Στην αριστερή μεριά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία της Μ.Κ.2, υπήρχε ασφάλτινη διαπλάτυνση πλάτους 2,60 μέτρα και στα αριστερά της εν λόγω διαπλάτυνσης υπήρχε πεζοδρόμιο. Η απόσταση από το σημείο Χ μέχρι τη μέση του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία της Μ.Κ.2 (Β), ήταν 2,70 μέτρα ενώ η απόσταση του από την αριστερή άκρη του δρόμου ήταν 0,40 μέτρα. Όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο το όχημα της Μ.Κ.2 μετακινήθηκε 14 μέτρα προς τα πίσω ενώ το όχημα του κατηγορούμενου μετακινήθηκε «2 μέτρα», απάντησε ότι από τις τελικές θέσεις των οχημάτων προκύπτει ότι το όχημα του κατηγορούμενου οδηγείτο με μεγαλύτερη ταχύτητα από της Μ.Κ.
  12. Και αυτό γιατί, ενώ το όχημα του κατηγορούμενου παρέμεινε επιτόπου, το όχημα της Μ.Κ.2, το οποίο ήταν πιο βαρύ από αυτό του κατηγορούμενου, σπρώχθηκε προς τα πίσω. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή της συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι το όχημα της Μ.Κ.2 «ολίσθησε» λόγω των λαδιών, λέγοντας ότι επειδή η ζημιά του οχήματος της βρισκόταν στο μπροστινό του μέρος και αυτό μετά τη σύγκρουση κινείτο με όπισθεν ταχύτητα, δεν θα μπορούσε να ολισθαίνει λόγω των λαδιών που χύνονταν από το μπροστινό του μέρος. Οι τροχοί του οχήματος, όπως διευκρίνισε, ήταν πιο πίσω από το σημείο που χύνονταν τα λάδια. Η θέση του αυτή, όπως περαιτέρω ανέφερε, υποστηρίζεται από την πραγματική μαρτυρία. Διαφώνησε επίσης, με τη θέση που του υποβλήθηκε, ότι το όχημα της Μ.Κ.2 μετακινήθηκε πριν επισκεφθεί τη σκηνή, λέγοντας ότι ούτε από τις τελικές θέσεις των οχημάτων δεν υποστηρίζεται η θέση αυτή αλλά ούτε και του αναφέρθηκε κάτι τέτοιο από τους ενεχόμενους οδηγούς. Διαφώνησε επίσης με τη θέση του υποβλήθηκε, ότι το σχέδιο που ετοίμασε είναι λανθασμένο, ότι δεν απεικονίζει την «πραγματικότητα της σύγκρουσης» και ότι έρχεται σε σύγκρουση με τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο, εμμένοντας στη θέση του ότι είναι ορθό και ότι έλαβε αρκετές μετρήσεις για να το ετοιμάσει. Σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι δεν υπήρχε οδικός φωτισμός στο σημείο της σύγκρουσης και ότι είναι με τα φανάρια που εντόπισε τις ζημιές στα οχήματα. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι με την αναφορά του στο Τεκμήριο 3 σε «έμμεση ζημιά» εννοεί τη ζημιά που προκλήθηκε από την πίεση και όχι τη ζημιά που προκλήθηκε από την άμεση επαφή των οχημάτων. Ο μάρτυρας περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, την κατάθεση της Μ.Κ.
  13. Η Μ.Κ.2 στη γραπτή της κατάθεση την οποία υιοθέτησε και κατάθεσε ως Τεκμήριο 8, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα της στη Λεωφόρο Αγίου Νεοφύτου με κατεύθυνση προς τον Άγιο Νεόφυτο. Η ταχύτητα της ήταν περίπου 40 χ.α.ω. και τα φώτα του οχήματος της ήταν αναμμένα στη χαμηλή στάση. Δεν υπήρχαν προπορευόμενα οχήματα και ούτε την ακολουθούσε οποιοδήποτε όχημα. Ενώ οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα, σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου υπήρχε αριστερόστροφη στροφή, είδε ξαφνικά μπροστά της, σε απόσταση περίπου «4 - 5 αυτοκινήτων», ένα όχημα το οποίο κινείτο στη δική της λωρίδα. Δεν πρόλαβε, όπως περαιτέρω ανέφερε, να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, με αποτέλεσμα το εν λόγω όχημα να συγκρουστεί στο μπροστινό μέρος του οχήματος της. Μετά τη σύγκρουση το όχημα της γύρισε προς την αντίθετη κατεύθυνση και ο ένας τροχός του βρισκόταν πάνω στο πεζοδρόμιο. Κάποιο πρόσωπο, το οποίο σταμάτησε στη σκηνή του δυστυχήματος, ειδοποίησε την Αστυνομία και ασθενοφόρο. Συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο που ετοίμασε ο Μ.Κ.1, το οποίο υπέγραψε ως ορθό στην παρουσία του. Η ίδια τραυματίστηκε στο πρόσωπο και στο στήθος αλλά δεν επισκέφθηκε γιατρό. Σε σχετικές ερωτήσεις που της έθεσε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, υπέδειξε στο Τεκμήριο 4 την πορεία που ακολουθούσε καθώς και την πορεία που ακολουθούσε το όχημα του κατηγορούμενου. Η σύγκρουση, όπως ανέφερε, έγινε στο σημείο Χ και οι ζημίες στο όχημα της ήταν στο μπροστινό του μέρος κυρίως προς την αριστερή μεριά. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε πολύ αργά και μπορούσε να βλέπει μπροστά της σε απόσταση 10-15 μέτρων, ίσως και περισσότερο. Πριν τη σύγκρουση δεν κινούνταν άλλα οχήματα από την αντίθετη κατεύθυνση. Διαφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε, ότι οδηγούσε με τα φώτα της αναμμένα στην υψηλή στάση. Διαφώνησε επίσης με τις θέσεις της Υπεράσπισης, ότι οδηγούσε στην αντίθετη λωρίδα και ότι όταν αντιλήφθηκε το όχημα του κατηγορούμενου κινήθηκε προς τη λωρίδα που θα έπρεπε να οδηγεί, με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση, λέγοντας ότι οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα και ότι ξαφνιάστηκε όταν είδε τα φώτα «να έρχονται πάνω» της. Όταν ρωτήθηκε από ποια απόσταση είδε τα φώτα από απέναντι της, απάντησε ότι ήταν σε μικρή απόσταση περίπου 12 -15 μέτρα και γι' αυτό το λόγο ούτε αυτή αλλά ούτε και ο άλλος οδηγός δεν πρόλαβαν να κάνουν κάτι. Διαφώνησε επίσης, με τη θέση ότι ο κατηγορούμενος έκανε αποφευκτική κίνηση, οδηγώντας δεξιότερα το όχημα του σύμφωνα με την πορεία του, επαναλαμβάνοντας τη θέση της ότι όπως κινείτο το όχημα του επέπεσε στο δικό της. Διαφώνησε με την υποβληθείσα θέση ότι η σύγκρουση ήταν πλαγιομετωπική, εμμένοντας στη θέση της ότι ήταν μετωπική. Σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι η ορατότητα της από το σημείο σύγκρουσης ήταν περισσότερη από 15 μέτρα, όμως δεν μπορούσε να την προσδιορίσει. Ανέφερε επίσης, ότι το όχημα του κατηγορούμενου το αντιλήφθηκε μόλις βγήκε από τη στροφή που υπήρχε στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο το όχημα της σταμάτησε στο σημείο της σύγκρουσης, απάντησε πως δεν σταμάτησε αλλά κινήθηκε προς τα πίσω και γύρισε προς την κατεύθυνση που ακολουθούσε. Το Τεκμήριο 3 το υπέγραψε το βράδυ του δυστυχήματος και όταν το υπέγραφε δεν είχε τοποθετηθεί σε αυτό η πορεία του οχήματος που σημειώθηκε με το γράμμα Α
  14. Όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι, ο λόγος που ο αστυνομικός δεν σημείωσε στο Τεκμήριο 3 την πορεία του κατηγορούμενου εντός της δικής της λωρίδας ήταν γιατί η ίδια δεν πρόβαλε τέτοιο ισχυρισμό, απάντησε ότι εξήγησε στον αστυνομικό πώς έγινε το δυστύχημα. Διαφώνησε με τις υποβληθείσες θέσεις ότι δεν υπέδειξε στον αστυνομικό το σημείο σύγκρουσης το οποίο σημειώθηκε με το γράμμα Χ και ότι ο αστυνομικός το τοποθέτησε από μόνος του ως επίσης και ότι η πορεία του κατηγορούμενου ήταν αυτή που σημειώθηκε με το γράμμα Α
  15. Διαφώνησε επίσης, με τη θέση της Υπεράσπισης ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη της ο ισχυρισμός της ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε εντός της λωρίδας της. Ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του, Τεκμήριο 5, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αγίου Νεοφύτου με νότια κατεύθυνση προς την Πάφο. Οδηγούσε με ταχύτητα περίπου 40 - 50 χ.α.ω. και τα φώτα της πορείας του ήταν αναμμένα στη χαμηλή στάση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου πριν από μια δεξιόστροφη στροφή, πέρασαν από την αντίθετη κατεύθυνση τρία οχήματα. Μόλις έφθασε «στο μέγιστο της στροφής» είδε από απέναντι του φώτα οχήματος, στην υψηλή στάση, τα οποία τον τύφλωναν. Τη στιγμή εκείνη το εν λόγω όχημα βρισκόταν σε απόσταση 15 μέτρων από το δικό του όχημα. Κινείτο ακριβώς απέναντι του και εντός της λωρίδας του. Στην προσπάθεια του να αποφύγει την σύγκρουση έστριψε, ενστικτωδώς, το τιμόνι του προς τα δεξιά. Καθώς το όχημα του έστριβε δεξιά, ένιωσε μια σφοδρή σύγκρουση και κατάλαβε ότι το όχημα του σπρώχθηκε πίσω και δεξιά. Από τη σύγκρουση τραυματίστηκε και παρέμεινε στο όχημα του περιμένοντας το ασθενοφόρο. Θυμάται, όπως περαιτέρω ανέφερε, «κάποιον να κλωτσά» κάποια συντρίμμια από το δρόμο προς την αντίθετη του λωρίδα. Ανέφερε επίσης, ότι συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο που του έδειξε ο Μ.Κ.1 και ότι το υπέγραψε ως ορθό, αφού προηγουμένως του υπέδειξε την πορεία που ακολουθούσε και το σημείο σύγκρουσης, τα οποία ο Μ.Κ.1 σημείωσε με το γράμματα Α1 και Χ1, αντίστοιχα. Στη συμπληρωματική του κατάθεση, Τεκμήριο 6, την οποία υιοθέτησε, αναφέρει, ότι όταν είδε το όχημα της Μ.Κ.2 για πρώτη φορά αυτό βρισκόταν σε απόσταση 50 - 60 μέτρων από το δικό του. Για να καταλήξει σε αυτή την απόσταση, μέτρησε το μήκος και το πλάτος των πλακών του πεζοδρομίου και σε αυτήν την απόσταση πρόσθεσε ακόμα 10 μέτρα από ένα «κυρίζι» που βρισκόταν πιο πέρα από την απόσταση που οδηγούσε. Ανέφερε ακόμη, ότι πριν τη σύγκρουση ο ίδιος έστριψε το τιμόνι του προς τα δεξιά και ταυτόχρονα το άλλο όχημα προς τα αριστερά και ότι τα δυο οχήματα συγκρούστηκαν διαγώνια. Όταν είδε το όχημα της Μ.Κ.2 κατάλαβε ότι αυτό κινείτο στη δική του λωρίδα και αντέδρασε άμεσα. Σε σχετικές ερωτήσεις της συνηγόρου του, ανέφερε ότι όταν αντιλήφθηκε από απέναντι του το όχημα της Μ.Κ.2, αυτός βρισκόταν σε απόσταση 15 -20 μέτρων από αυτό. Όταν το αντιλήφθηκε, έστριψε προς τα δεξιά, γιατί στα αριστερά του υπήρχε γκρεμός και χωράφια. Μετά τη σύγκρουση παρέμεινε στο όχημα του λόγω των τραυματισμών που υπέστη, ενώ το όχημα της Μ.Κ.2 «κύλισε και πήγε στην τελική του θέση και παρέμεινε». Η Αστυνομία πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος μετά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο. Στο μέρος υπήρχαν και άλλα πρόσωπα. Σχετικά με το Τεκμήριο 4, ανέφερε πως δεν συμφώνησε με την πορεία της Μ.Κ.2 όπως αυτή σημειώθηκε με το γράμμα Β αλλά ούτε και με το σημείο Χ. Η σύγκρουση, όπως ισχυρίστηκε, ήταν πλαγιομετωπική και αμέσως μετά τη σύγκρουση το όχημα της Μ.Κ.2 ήταν «κολλημένο» στο δικό του μέχρι τη στιγμή που κάποιο πρόσωπο παρότρυνε την οδηγό του να το μετακινήσει στο σημείο της τελικής του θέσης (Β3). Ανέφερε επίσης, ότι οι ζημιές στο όχημα του ήταν στη μπροστινή αριστερή μεριά. Όταν κατά την αντεξέταση του η κα Μανώλη του επισήμανε τις αντιφατικές του αναφορές σε σχέση με την απόσταση που βρισκόταν από το όχημα της Μ.Κ.2 όταν το αντιλήφθηκε για πρώτη φορά, ανέφερε ότι τα 60 μέτρα μετρήθηκαν την ημέρα και ότι είναι διαφορετική αντίληψη που είχε το βράδυ από αυτή της ημέρας. Τη συμπληρωματική του κατάθεση, Τεκμήριο 6, την έδωσε γιατί τον κάλεσε η Αστυνομία ενόψει του ότι αυτή είχε «αντιρρήσεις με την αρχική» του κατάθεση, ως προς τον τρόπο πρόκλησης του δυστυχήματος. Η Αστυνομία, όπως περαιτέρω ανέφερε, δεν αποδέχθηκε τα σημεία ΧΙ και Α1 που τους υπέδειξε στο σπίτι του και του ζήτησαν να τους δείξει επιτόπου το σημείο σύγκρουσης. Την επόμενη ημέρα από την επιτόπου επίσκεψη του στη σκηνή του δυστυχήματος, τον κάλεσαν στον αστυνομικό σταθμό για συμπληρωματική κατάθεση. Διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε, ότι στα αριστερά του, σύμφωνα με την πορεία του, υπήρχε χρησιμοποιήσιμο χωμάτινο παγκέτο, λέγοντας ότι υπήρχε γκρεμός και χωράφια. Όταν του επισημάνθηκε από την κα Μανώλη η τοποθέτηση του χωμάτινου παγκέτου επί του Τεκμηρίου 3, με το οποίο συμφώνησε, ο κατηγορούμενος πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν του εξηγήθηκε το Τεκμήριο
  16. Όταν ρωτήθηκε που πήγε το όχημα της Μ.Κ.2 μετά τη σύγκρουση, ανέφερε ότι λόγω του βάρους που είχε το εν λόγω όχημα παρέσυρε το δικό του προς τα πίσω στη θέση που απεικονίζεται στο σχέδιο. Το όχημα της Μ.Κ.2 ήταν «κολλημένο» πάνω στο δικό του και αργότερα μετακινήθηκε στη τελική του θέση, σύμφωνα με το σχέδιο. Ανέφερε ακόμη, ότι είχε αναφέρει στον αστυνομικό, όταν ο τελευταίος του εξήγησε το Τεκμήριο 3, ότι το όχημα της Μ.Κ.2 μετακινήθηκε αργότερα αλλά ο αστυνομικός δεν συμφώνησε και γι' αυτό το λόγο του ζήτησε να επισκεφθούν τη σκηνή ώστε του αποδείξει ότι δεν ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί του. Όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο ενώ ο αστυνομικός σημείωσε στο Τεκμήριο 3 τα σημεία Α1 και Χ1 που του υπέδειξε, δεν σημείωσε και την τελική θέση του άλλου οχήματος, απάντησε ότι ο εμπειρογνώμονας της ασφαλιστικής εταιρείας και των δύο οχημάτων εργαζόταν στην Τροχαία μέχρι και λίγο καιρό πριν το δυστύχημα. Ισχυρίστηκε επίσης, ότι όταν εξήγησε στον αστυνομικό ότι το όχημα της Μ.Κ.2 «κόλλησε» πάνω στο δικό του μετά τη σύγκρουση, αυτός του είπε να το αναφέρει στο Δικαστήριο, εάν ρωτηθεί. Σε σχετικές ερωτήσεις αναφορικά με τον ισχυρισμό του, ότι κάποιο πρόσωπο έσπρωχνε τα συντρίμμια προς την αριστερή λωρίδα, απάντησε ότι άκουσε την Μ.Κ.2 η οποία στεκόταν δίπλα στο παράθυρο του να τηλεφωνεί σε κάποιο πρόσωπο και να του ζητά να επιστρέψει πίσω, γιατί είχε δυστύχημα. Το εν λόγω πρόσωπο έφθασε αμέσως στη σκηνή. Από τη συζήτηση που είχε η Μ.Κ.2 μαζί του, κατάλαβε ότι πρέπει να γνωρίζονταν. Ανέφερε επίσης, ότι επειδή ο ανεμοθώρακας του οχήματος του ήταν σπασμένος, το εν λόγω πρόσωπο έστρεψε το φώς του φαναριού που κρατούσε στο πρόσωπο του και είπε στην οδηγό ότι «τούτος εν ποσπασμένος, να πεις ότι σου λαλώ». Αφού την παρότρυνε να μετακινήσει το όχημα της στη θέση Β3, στη συνέχεια τον είδε να κρατεί το φανάρι και να κλωτσά τα συντρίμμια από τη μέση του δρόμου προς τη θέση που βρισκόταν το όχημα του. Λόγω της κατάστασης του δεν μπορούσε να δει με ποιο πόδι τα κλωτσούσε, αλλά άκουγε το θόρυβο. Σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι τους εν λόγω ισχυρισμούς του, τους ανέφερε στον αστυνομικό όταν έδινε την κατάθεση του, Τεκμήριο 5, αλλά αυτός δεν τους κατέγραψε γιατί, όπως του ανέφερε, δεν ενδιαφέρει την Αστυνομία η πιο πάνω «στιχομυθία». Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο αστυνομικός του υπέδειξε να αναφέρει τους εν λόγω ισχυρισμούς του στο Δικαστήριο. Διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε ότι οδηγούσε στην αντίθετη λωρίδα, λέγοντας ότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα είχε συγκρουστεί με άλλα οχήματα που προπορεύονταν του οχήματος τη Μ.Κ.
  17. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από τις γραπτές αγορεύσεις (Έγγραφα Ι και ΙΙ), στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια. Έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256), προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία. Η όλη παρουσία του Μ.Κ.1 στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική και μέσα από τη μαρτυρία του έχω πεισθεί, ότι επρόκειτο για ένα αμερόληπτο και αντικειμενικό μάρτυρα που εκτέλεσε με ευσυνειδησία τα καθήκοντα του. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε, με έπεισε ότι ήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να το βοηθήσει ώστε να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Ήταν σταθερός και συνεπής στη μαρτυρία του καθ όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώπιον του Δικαστηρίου και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Υπήρχε, συνοχή μεταξύ της κατάθεσής του και της διά ζώσης μαρτυρίας του και ήταν βέβαιος τόσο για τα ευρήματά του από τη σκηνή του δυστυχήματος όσο και για τις διαπιστώσεις του και ήταν αρκούντως επεξηγηματικός στις θέσεις του και συνάμα διαφωτιστικός. Με έπεισε για την ορθότητα των μετρήσεων του, τις οποίες σημείωσε επί των Τεκμηρίων 3 και 4. Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι δεν αμφισβητήθηκαν τα προσόντα του για τη σχεδιαγράφηση της σκηνής του δυστυχήματος, ούτε του υποβλήθηκε ότι οι μετρήσεις που έκανε και κατ' επέκταση τα Τεκμήρια 3 και 4, δεν είναι ορθά, για το λόγο ότι δεν είχε τις απαιτούμενες γνώσεις για να τα ετοιμάσει και ούτε έχει προκύψει ότι οι μετρήσεις που έκανε ενδεχόμενα να είναι λανθασμένες. Πέραν των πιο πάνω σημειώνεται ότι, εκτός από τα σημεία που του υπέδειξε ο κατηγορούμενος και τα οποία τοποθέτησε επί των Τεκμηρίων 3 και 4 με τα γράμματα Χ1 και Α1, ο τελευταίος συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο, το οποίο, σύμφωνα με τον μάρτυρα, αφού του εξήγησε το οποίο υπέγραψε ως ορθό. Σημειώνεται περαιτέρω, πως δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση οι αναφορές του ότι, επεξήγησε στους οδηγούς των ενεχόμενων οχημάτων το Τεκμήριο 3 και ότι αφού το κατάλαβαν και συμφώνησαν με αυτό στη συνεχεία το υπέγραψαν. Το σχέδιο, όπως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1(A) A.A.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1362 και Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1388). Επίσης το πρόχειρο σχέδιο Τεκμήριο 3, μαζί με το συμμετρικό σχέδιο Τεκμήριο 4 που ετοίμασε, αποτελούν την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Για την αξία της ειπώθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ.51: «Η πραγματική μαρτυρία, όπως έχει κατ' επανάληψη τονιστεί, συνιστά σταθερό οδηγό για την ιχνηλάτηση των περιστατικών του δυστυχήματος και γνώμονα για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας. Όχι σπάνια, η αναστάτωση που επιφέρει στους οδηγούς η σύγκρουση οχημάτων προκαλεί σύγχυση ως προς τα διαδραματιζόμενα με επακόλουθο ενίοτε ανακρίβειες στην μαρτυρία τους. Είναι γι' αυτό που η πραγματική μαρτυρία παρέχει αμετακίνητη βάση για την αξιολόγηση των μαρτύρων και την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων για τα διαδραματισθέντα. Η αξία της πραγματικής μαρτυρίας είναι η ίδια σε πολιτικές και ποινικές υποθέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις αποτυπώνει γεγονότα που αποτελούν οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την ακρίβεια της μαρτυρίας τους». Αντεξεταζόμενος αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης Χ, απαντούσε με ευθύτητα και σαφήνεια στηρίζοντας τη θέση του στα αντικειμενικά του ευρήματα, όπως τα κατέγραψε από τη σκηνή του δυστυχήματος και τα μετέφερε στο Δικαστήριο. Με αναφορά στα συντρίμμια (φαναράκια και γρίλιες) που βρήκε στη σκηνή του δυστυχήματος, τα λάδια που χύθηκαν στο δρόμο και το σημείο που βρέθηκε η μπροστινή πινακίδα του οχήματος της Μ.Κ2., επεξήγησε με λεπτομέρεια στο Δικαστήριο πού βρίσκει έρεισμα η θέση του ότι το ορθό σημείο σύγκρουσης βρισκόταν στο σημείο Χ και όχι στο σημείο Χ1, που υπέδειξε ο κατηγορούμενος. Πέραν αυτού, η μαρτυρία του επί του σημείου αυτού, βρίσκεται σε συνοχή και με τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 την οποία, για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω, αποδέχομαι ως αξιόπιστη μάρτυρα. Ο μάρτυρας επίσης, εξήγησε με λεπτομερή και πειστικό τρόπο για ποιο λόγο το όχημα της Μ.Κ.2 μετακινήθηκε σε απόσταση 14 μέτρων από το σημείο Χ, ενώ του κατηγορούμενου μετακινήθηκε σε απόσταση 2 μέτρων. Επίσης, οι εξηγήσεις που έδωσε προς υποστήριξη της θέσης του, για την ορθότητα του σημείου της τελικής θέσης του οχήματος της Μ.Κ.2 που τοποθέτησε στα Τεκμήρια 3 και 4 με το γράμμα Β3, ήταν καθόλα πειστικές και σε κάθε περίπτωση υποστηρίζονται από την πραγματική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επί του ζητήματος αυτού σημειώνω πως, η θέση του κατηγορούμενου ότι, το όχημα της Μ.Κ.2 μετακινήθηκε μετά τη σύγκρουση, η οποία ήταν και η μόνη μαρτυρία που η Υπεράσπιση προσκόμισε προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, παρέμεινε εν τέλει μετέωρη και ατεκμηρίωτη ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω. Πέραν αυτού η εν λόγω θέση του κατηγορούμενου καταρρίπτεται από την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι, δηλαδή, ο κατηγορούμενος αφού του έδειξε και εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο και αφού το κατάλαβε, το υπέγραψε ως ορθό. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, επισημαίνω πως η εν λόγω θέση του κατηγορούμενου βρίσκεται και σε διάσταση με τη θέση που υποβλήθηκε στο Μ.Κ.1 ότι, δηλαδή, μετά τη σύγκρουση το όχημα της Μ.Κ.2 κινήθηκε ανεξέλεγκτα και ότι «λόγω ολίσθησης» κατέληξε στην τελική του θέση. Η προσπάθεια του κατηγορούμενου να πείσει το Δικαστήριο ότι ο μάρτυρας αρνήθηκε να καταγραφούν στην κατάθεση του οι ισχυρισμοί του περί μετακίνησης του οχήματος της Μ.Κ.2 και της «στιχομυθίας» που είχε η Μ.Κ.2 με το πρόσωπο που έφθασε στη σκηνή, για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, απέτυχε. Πέραν αυτού, τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον μου, ώστε δικαιολογημένα ο κατηγορούμενος να προσδίδει στο μάρτυρα τέτοια συμπεριφορά. Δεν διέκρινα από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα ή να κινηθεί εκδικητικά εναντίον του κατηγορούμενου. Όπως προανέφερα, η όλη του παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική και μέσα από τη μαρτυρία του έχω πεισθεί ότι επρόκειτο για ένα αμερόληπτο μάρτυρα. Η μαρτυρία του επίσης ως προς το ότι η σύγκρουση των οχημάτων ήταν μετωπική και όχι πλαγιομετωπική, ως ήταν η θέση της Υπεράσπισης, χαρακτηριζόταν από σταθερότητα, πειστικότητα και σαφήνεια και σε κάθε περίπτωση δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Επιπλέον, η μαρτυρία του συνάδει και με τη μαρτυρία της Μ.Κ.2, η οποία παρέμεινε σταθερή στη θέση της ότι η σύγκρουση ήταν μετωπική. Περαιτέρω σημειώνω πως, η θέση της Υπεράσπισης περί πλαγιομετωπικής σύγκρουσης παρέμεινε μετέωρη και ατεκμηρίωτη, ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, η οποία ήταν και η μόνη που προσκόμισε η Υπεράσπιση προς υποστήριξη της. Αναφορικά με τη θέση του μάρτυρα ότι, το όχημα του κατηγορούμενου οδηγείτο με μεγαλύτερη ταχύτητα από αυτό της Μ.Κ.2, δεν έχω κανένα λόγο να μην την αποδεχθώ ενόψει της εξήγησης που έδωσε ο μάρτυρας προς υποστήριξη της θέσης του. Δεν παραγνωρίζω ασφαλώς ότι το μέτρο της ταχύτητας αποτελεί ζήτημα που απαιτεί εμπειρογνωμοσύνη, στην προκείμενη όμως περίπτωση ο μάρτυρας σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν επιχείρησε να καθορίσει το μέτρο της ταχύτητας της. Ο μάρτυρας με αναφορά στα δεδομένα που έλαβε υπόψη του και την πραγματική μαρτυρία εξήγησε με πειστικό, όπως προανέφερα, τρόπο το λόγο που κατέληξε στο συμπέρασμα του αυτό. Συνακόλουθα, κρίνω ότι ο μάρτυρας είπε την αλήθεια και αποτελεί κατάληξη μου ότι οι διάφορες μετρήσεις, σημεία και ευρήματα του, που σημειώθηκαν στα Τεκμήρια 3 και 4 αντικατοπτρίζουν την πραγματική κατάσταση πραγμάτων, όπως ο μάρτυρας τα βρήκε και τα εντόπισε στη σκηνή. Ερχόμενη τώρα στη Μ.Κ.2, αυτό το οποίο έχω διαπιστώσει είναι ότι, παρά την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε, παρέμεινε σταθερή στην εκδοχή της ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Ότι, δηλαδή, ενώ οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, ως η πορεία της, με βόρεια κατεύθυνση αντιλήφθηκε το όχημα του κατηγορούμενου να οδηγείται από την αντίθετη κατεύθυνση εντός της δικής της λωρίδας με αποτέλεσμα την πρόκληση του δυστυχήματος. Η εκδοχή της αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης, το οποίο σημειώθηκε με το γράμμα Χ, ως επίσης και η θέση της για το πώς κινήθηκε το όχημα της μετά τη σύγκρουση, συνάδουν με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, την οποία αποδέχθηκα ως αξιόπιστη, αλλά και με την πραγματική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Η θέση της επίσης, ότι στη σκηνή του δυστυχήματος ανέφερε στο Μ.Κ.1 την πορεία που ακολουθούσε, την οποία ο τελευταίος σημείωσε στο Τεκμήριο 3, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της και σε κάθε περίπτωση υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να επισημάνω, την παράλειψη της Υπεράσπισης να θέσει στο Μ.Κ.1 τη θέση που υπέβαλε στη μάρτυρα, ότι δηλαδή ο Μ.Κ.1 τοποθέτησε από μόνος του στο Τεκμήριο 3 την πορεία του οχήματος της. Η παράλειψη της Υπεράσπισης να θέσει την εν λόγω θέση του κατηγορούμενου στο Μ.Κ.1 ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθεί, έχει πλήξει την αξιοπιστία αυτής και ως εκ τούτου την αγνοώ (βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 και το Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ.720 - 723). Δεν παραβλέπω ότι η μαρτυρία της σχετικά με την ορατότητα που είχε στην πορεία της δεν βρίσκεται σε συνοχή με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1. Δεν θεωρώ, ωστόσο, ότι δημιουργείται ρήγμα στη μαρτυρία της ως η εισήγηση της Υπεράσπισης, έχοντας μάλιστα κατά νου τη γενικότερη καλή εικόνα που σχημάτισα σε σχέση με την αξιοπιστία της. Αποτελεί άλλωστε γενική αρχή ότι οι υπάρχουσες αντιφάσεις και ασυνέπειες στη μαρτυρία δυο μαρτύρων ενισχύουν την αξιοπιστία τους (βλ. Λ.Κ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547). Ταυτοχρόνως επισημαίνεται ότι είναι αντιφάσεις, επί ουσιαστικών θεμάτων, που τείνουν να καταδείξουν αναλήθεια και όχι αντιφάσεις επί επουσιωδών λεπτομερειών. Για τους λόγους που εξήγησα, αποδέχομαι τη Μ.Κ.2 ως αξιόπιστη μάρτυρα και την εν γένει εκδοχή της για τον τρόπο πρόκλησης του δυστυχήματος, ως αληθή, με εξαίρεση το σκέλος της που αφορά την ορατότητα (βλ. Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν με έπεισε για τη γνησιότητα της εκδοχής του. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενόρκως και παρατηρώντας τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ότι αυτό που αποσκοπούσε ήταν να αποποιηθεί οποιασδήποτε τυχόν ευθύνης φέρει για το επίδικο δυστύχημα. Η μαρτυρία του παρουσιάζει αντιφάσεις, στερείται πειστικότητας, σε κάποια σημεία της βρίσκεται σε διάσταση με τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, την οποία αποδέχθηκα ως αξιόπιστη, ενώ μέρος αυτής καταρρίπτεται από την πραγματική μαρτυρία. Θα πρέπει επίσης να επισημάνω ότι, μέρος της μαρτυρίας του βρίσκεται σε διάσταση με κάποιες από τις θέσεις που η συνήγορος του υπέβαλε στους μάρτυρες κατηγορίας ως επίσης κάποιες από τις θέσεις του δεν υποβλήθηκαν από την Υπεράσπιση στους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθούν σε αυτές. Ενδεικτικά αναφέρω τα ακόλουθα: Στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει τη μη συμπερίληψη στις καταθέσεις του των ισχυρισμών που προέβαλε για πρώτη φορά στη δια ζώσης μαρτυρία του σχετικά με την ισχυριζόμενη στιχομυθία που είχε η Μ.Κ.2 με το πρόσωπο που έφθασε στη σκηνή και τη μετακίνηση του οχήματος της μετά από την υπόδειξη του εν λόγω προσώπου, υποστήριξε πως ενώ ανέφερε τους εν λόγω ισχυρισμούς του στο Μ.Κ.1, αυτός αρνήθηκε να τους καταγράψει, λέγοντας του να τους αναφέρει στο Δικαστήριο, εάν ερωτηθεί. Θεωρώ πως, η πιο πάνω δικαιολογία του στερείται κάθε πειστικότητας και λογικής και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του, στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι το σημείο σύγκρουσης δεν ήταν στο σημείο Χ αλλά στη μέση περίπου του δρόμου που βρισκόταν το σημείο που ο ίδιος υπέδειξε, δηλαδή το Χ
  1. Για να γίνει μάλιστα πιο πειστικός, ισχυρίστηκε ότι το μέρος αυτό της μαρτυρίας του υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία της ίδιας της Μ.Κ.2, παραγνωρίζοντας ότι η μόνη αναφορά της Μ.Κ.2 σε σχέση με το εν λόγω πρόσωπο ήταν ότι σταμάτησε στη σκηνή του δυστυχήματος και ειδοποίησε την Αστυνομία και το ασθενοφόρο. Πέραν αυτού, θεωρώ πως είναι σημαντικό να επισημάνω την παράλειψη της συνηγόρου της Υπεράσπισης να θέσει στη Μ.Κ.2 τις πιο πάνω θέσεις του κατηγορούμενου, ότι, δηλαδή, αμέσως μετά το δυστύχημα τηλεφώνησε σε κάποιο πρόσωπο το οποίο όταν έφτασε στη σκηνή και αφού διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν «ποσπασμένος», σύμφωνα με την αναφορά του, στη συνέχεια της υπέδειξε να μετακινήσει το όχημα της. Παρέλειψε, επίσης, η Υπεράσπιση, να θέσει στη Μ.Κ.2 τις θέσεις του κατηγορούμενου ότι, το πρόσωπο αυτό έσπρωχνε τα συντρίμμια από τη μέση του δρόμου προς το σημείο Χ και ότι ακολουθώντας τις οδηγίες του, μετακίνησε το όχημα της στο σημείο που απεικονίζεται στα Τεκμήρια 3 και 4, ως η τελική του θέση. Επιπλέον η Υπεράσπιση παρέλειψε, όπως προανέφερα κατά την αξιολόγηση του Μ.Κ.1, να θέσει στο μάρτυρα τη θέση του κατηγορούμενου ότι αρνήθηκε να καταγράψει τους εν λόγω ισχυρισμούς του στην κατάθεση του, λέγοντας του να τους αναφέρει στο Δικαστήριο. Η παράλειψη της Υπεράσπισης να θέσει τις, ουσιαστικές αυτές, κατά την άποψη μου, θέσεις του κατηγορούμενου στους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθούν, έχει πλήξει την αξιοπιστία αυτών και ως εκ τούτου τις αγνοώ (βλ. ανωτέρω Tekinder Pal v. Δημοκρατίας και το Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές»). Όπως προανέφερα η μαρτυρία του σε πολλά σημεία της ήταν αντιφατική και στερείτο πειστικότητας και λογικής. Ενδεικτικά αναφέρω ότι, ενώ αρχικά στην κατάθεση του (Τεκμήριο 5) ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν σε απόσταση 15 μέτρων όταν αντιλήφθηκε για πρώτη φορά το όχημα της Μ.Κ.2, στη συμπληρωματική του κατάθεση ισχυρίστηκε ότι η απόσταση ήταν 60 μέτρα, θέση την οποία διαφοροποίησε και πάλι στη δια ζώσης μαρτυρία του, λέγοντας ότι η απόσταση ήταν 15 μέτρα. Η δικαιολογία δε που έδωσε για τη διαφοροποίηση των εν λόγω θέσεων του, όταν αυτές του επισημάνθηκαν από την κα Μανώλη, στερείτο κάθε λογικής και πειστικότητας. Η μαρτυρία του επίσης, σχετικά με το κατά πόσο ο Μ.Κ.1 του εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο, ήταν αντιφατική και στερείτο πειστικότητας. Πιο συγκεκριμένα, ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο Μ.Κ.1 του έδειξε το πρόχειρο σχέδιο και ότι αφού συμφώνησε με αυτό το υπέγραψε ως ορθό με μόνη διαφωνία του σε σχέση με την πορεία του και το σημείο σύγκρουσης, στην προσπάθεια του να πείσει ότι δεν υπήρχε το χωμάτινο παγκέτο, το οποίο σημειώθηκε στο εν λόγω σχέδιο, ισχυρίστηκε ότι δεν του εξηγήθηκε το πρόχειρο σχέδιο. Η θέση του αυτή, ωστόσο, διαφοροποιήθηκε στη συνέχεια, λέγοντας ότι όταν ο αστυνομικός του «εξήγησε» το Τεκμήριο 3 του είχε αναφέρει ότι το όχημα της Μ.Κ.2 μετακινήθηκε. Πέραν αυτού, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του, προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του, χωρίς προηγουμένως να τεθεί από την Υπεράσπιση στο Μ.Κ.1, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθεί (βλ. ανωτέρω Tekinder Pal v. Δημοκρατίας και το Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές»). Επίσης ενώ αρχικά, κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι μετά τη σύγκρουση το όχημα της Μ.Κ.2 «κύλισε και πήγε στην τελική του θέση και παρέμεινε», στη συνέχεια διαφοροποίησε τη θέση του, λέγοντας ότι μετά τη σύγκρουση το όχημα της ήταν «κολλημένο» στο δικό του και ότι αυτό βρέθηκε στην τελική του θέση (Β3), μετά τη μετακίνηση του από τη Μ.Κ.
  2. Πέραν της αντιφατικότητας της μαρτυρίας του επί του σημείου αυτού, θα πρέπει να αναφέρω ότι η θέση του αυτή, που προβλήθηκε για πρώτη φορά στη δια ζώσης μαρτυρία του, βρίσκεται σε διάσταση με τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, την οποία αποδέχθηκα ως αξιόπιστη, αλλά και την πραγματική μαρτυρία. Επίσης, όπως προανέφερα, βρίσκεται και σε διάσταση με τη θέση που η συνήγορος του υπέβαλε στο Μ.Κ.1 ότι, δηλαδή, μετά τη σύγκρουση το όχημα της Μ.Κ.2 κινήθηκε ανεξέλεγκτα και «λόγω ολίσθησης του» κατέληξε στην τελική του θέση (Β3). Στην προσπάθεια του επίσης να πείσει το Δικαστήριο ότι οδηγούσε εντός της λωρίδας του και ότι είναι η Μ.Κ.2 που εισήλθε εντός της δικής του λωρίδας, ισχυρίστηκε ότι εάν ευσταθούσε η εκδοχή της Μ.Κ.2 τότε το όχημα του θα συγκρουόταν με τα οχήματα που προπορεύονταν της Μ.Κ.
  3. Ο ισχυρισμός του, ωστόσο, αυτός βρίσκεται σε αντίθεση με τη μη αμφισβητούμενη θέση της Μ.Κ.2, ότι, δηλαδή, κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχαν οχήματα τα οποία προπορεύονταν του δικού της. Αναφορικά με τη θέση που πρόβαλε σχετικά με το λόγο που έδωσε τη συμπληρωματική του κατάθεση (Τεκμήριο 6), πέραν του ότι στερείται κάθε πειστικότητας, η θέση του αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με την αναφορά του Μ.Κ.1 ότι, δηλαδή, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε την Αστυνομία με σκοπό να δώσει συμπληρωματική κατάθεση και όχι ότι τον κάλεσε η Αστυνομία, γιατί δεν αποδεχόταν την εκδοχή του ως προς τον τρόπο πρόκλησης του δυστυχήματος, ως ήταν η δική του θέση. Είναι λοιπόν προφανές, ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο σε μια προσπάθεια του να αποποιηθεί, όπως προανέφερα, της ευθύνης για την πρόκληση του δυστυχήματος. Συνακόλουθα η μαρτυρία του σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα Τεκμήρια και τη μαρτυρία η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων ή δεν αμφισβητήθηκε, τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου: Ο κατηγορούμενος στις 28.11.2013 και περί ώρα 21:20 οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής EKT 587 στη Λεωφόρο Αγίου Νεοφύτου στην Πάφο, με νότια κατεύθυνση προς την Πάφο. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο η Μ.Κ.2 οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής KQS 053 ακολουθώντας την αντίθετη πορεία από αυτήν που κατευθυνόταν ο κατηγορούμενος και τηρώντας την αριστερή πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Τα δύο πιο πάνω αναφερόμενα οχήματα συγκρούστηκαν μετωπικά εντός της λωρίδας που κινείτο η Μ.Κ.2 στο σημείο Χ. Ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου. Η Μ.Κ.2, η οποία επίσης τραυματίστηκε δεν έτυχε ιατρικής φροντίδας. Από τη σύγκρουση τα οχήματα υπέστησαν ζημιές στο μπροστινό τους μέρος. Η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αγίου Νεοφύτου, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η Μ.Κ.2 είχε, στο σημείο που έλαβε χώρα το δυστύχημα, πλάτος 3,10 μέτρα ενώ η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας είχε πλάτος 3,30 μέτρα. Η απόσταση από το σημείο σύγκρουσης Χ, μέχρι τη μέση του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία της Μ.Κ.2, ήταν 2,70 μέτρα. Το σημείο σύγκρουσης Χ απείχε 0,40 μέτρα από την αριστερή άκρη του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η Μ.Κ.
  4. Στα αριστερά της πορείας που ακολουθούσε ο κατηγορούμενος υπήρχε χωμάτινο παγκέτο. Η απόσταση από το σημείο Χ μέχρι και την τελική θέση του οχήματος της Μ.Κ.2 (Β3) ήταν 14,00 μέτρα. Η απόσταση από το σημείο Χ μέχρι και το μπροστινό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου (Α2), ήταν 2,50 μέτρα. Η απόσταση από το σημείο Χ μέχρι την άκρη του πεζοδρομίου που βρίσκεται στα αριστερά της Μ.Κ.2, ως η πορεία της, ήταν 3,00 μέτρα. Στην αριστερή μεριά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία της Μ.Κ.2 υπήρχε ασφάλτινη διαπλάτυνση η οποία, στο σημείο που έλαβε χώρα το δυστύχημα, είχε πλάτος 2,60 μέτρα. Στα αριστερά της εν λόγω διαπλάτυνσης υπήρχε πεζοδρόμιο. Σε απόσταση ενός μέτρου από την τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου υπήρχαν συντρίμμια (φαναράκια και γρίλιες). Ο όγκος τους βρισκόταν σε απόσταση μισού μέτρου από το σημείο Χ. Πιο πίσω από το σημείο Χ υπήρχε η μπροστινή πινακίδα του οχήματος της Μ.Κ.
  5. Στην άσφαλτο υπήρχαν επίσης λάδια (Β2) που χύθηκαν από το όχημα της Μ.Κ.2, τα οποία ξεκινούσαν από το σημείο Χ και κατέληγαν στην τελική θέση του οχήματος της Μ.Κ.2, (Β3). Το δυστύχημα έγινε εντός κατοικημένης περιοχής κατά τη διάρκεια της νύχτας. Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω. Η ορατότητα των ενεχόμενων οδηγών σε σχέση με την πορεία τους ήταν, περίπου, 100 μέτρα. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης έχει τύχει πλούσιας νομολογίας και εκτεταμένης ανάλυσης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72 (στο εξής «ο Νόμος»), το οποίο αποτελεί τη νομική βάση της κατηγορίας, προνοεί ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχο αδικήματος. Όπως έχει αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία η έννοια της αμελούς οδήγησης σύμφωνα με το Άρθρο 8 του Ν. 86/72 είναι θέμα πραγματικό και αποφασίζεται αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Το κριτήριο κατά πόσο ένας κατηγορούμενος οδηγούσε αμελώς είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι η συμπεριφορά του θα κριθεί με βάση τη συμπεριφορά ενός λογικού και συνετού οδηγού κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις που αντιμετώπισε ο κατηγορούμενος (βλ. μεταξύ άλλων Panayiotou ν. The Police
(1972)2 C.L.R. 29, Charalambous v. The Police
(1982)2 C.L.R. 134, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Παπαδέτης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 279 και Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68). Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή, τη μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης, και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος παρέλειψε να τηρήσει το καθήκον επιμέλειας που όφειλε προς τους οδηγούς που κινούνταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, καθώς εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας όπου οδηγούσε η Μ.Κ.2 και συγκρούστηκε με το όχημα της. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 178, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά (η υπογράμμιση είναι δική μου): «Υποχρέωση για τήρηση της αριστερής πλευράς του δρόμου ενυπάρχει μόνο όταν το επιβάλλουν τα δικαιώματα άλλου προσώπου για την χρήση του ιδίου δρόμου όπως εκείνων που έρχονται από αντίθετη κατεύθυνση ή που επιθυμούν να προσπεράσουν το προπορευόμενο όχημα.» Η πιο πάνω γενική αρχή αναφορικά με την τήρηση της αριστερής πλευράς του δρόμου συναντάται και στον κανονισμό 58
(5)(α)(i) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984, ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα ο πιο πάνω αναφερόμενος κανονισμός διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(5)(α) Ο οδηγός κάθε μηχανοκίνητου οχήματος οφείλει να διατηρεί το όχημα κατά το δυνατό πλησιέστερα προς την αριστερή άκρη του οδοστρώματος του δρόμου και για το σκοπό αυτό- (i) σε δρόμους χαραγμένους με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, να το διατηρεί κοντά στην αριστερή άκρη της λωρίδας, ανάλογα με την κατεύθυνση στην οποία κινείται το όχημα, εκτός αν προτίθεται να στρίψει δεξιά ή να αποφύγει πεζό ή σταθμευμένο όχημα, οπότε μπορεί να το οδηγεί δεξιότερα·» Στην προκείμενη περίπτωση το όχημα της Μ.Κ.2 με αριθμούς εγγραφής KQS 053 κινείτο νόμιμα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας από εκείνη στην οποία θα έπρεπε να κινείτο το όχημα του κατηγορούμενου. Με βάση την πραγματική μαρτυρία, το πλάτος της λωρίδας που οδηγούσε η Μ.Κ.2 είναι 3,10 μέτρα και το σημείο σύγκρουσης τοποθετήθηκε σε απόσταση 0,40 μέτρα από την αριστερή άκρη του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία της. Συνακόλουθα, η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός της πλευράς του δρόμου που είχε δικαίωμα να χρησιμοποιεί η Μ.Κ.
  1. Ο κατηγορούμενος όφειλε να τηρεί την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του για να μην παρεμβληθεί στην πορεία της Μ.Κ.
  2. Το συγκεκριμένο καθήκον επιμέλειας δεν το τήρησε ο κατηγορούμενος καθώς, όπως ανέφερα και πιο πάνω, εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου κινείτο το όχημα της Μ.Κ.2 και συγκρούστηκε με αυτό. Η ενέργεια του αυτή αποτέλεσε και τη γενεσιουργό αιτία της επίδικης σύγκρουσης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της αμελούς οδήγησης που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ο οποίος και κρίνεται ένοχος. (Υπ.) .................................. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.