← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΠΥΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 7405/14, 19/4/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΠΥΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 7405/14, 19/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7405/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΠΥΡΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 19.04.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Ν. Καλλής (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την πρόκληση όχλησης κατά παράβαση του άρθρου 280 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα και της μεταφοράς επιθετικού όπλου ή οργάνου που ουσιαστικά στον ποινικό κώδικα διατυπώνεται ως το αδίκημα της οπλοφορίας για διέγερση τρόμου κατά παράβαση του άρθρου 80 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 24.03.14 στα Μανδριά της επαρχίας Πάφου εισήλθε παράνομα στην αυλή της κατοικίας με την ονομασία Christiliapoly villa που κατέχεται από τον Joseph Maher από την Αγγλία με σκοπό να προκαλέσει όχληση του πιο πάνω κατόχου της περιουσίας και ειδικότερα με την παρουσία του ο κατηγορούμενος να του προκαλέσει δυσαρέσκεια ή ενόχληση και ότι εκεί δημόσια και άνευ νομίμου αιτίας μετέφερε επιθετικό όργανο και συγκεκριμένα ένα ξύλινο παλούκι. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από τρεις μάρτυρες ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν επτά τεκμήρια. Το σύνολο της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν θεωρώ σκόπιμο να το επαναδιατυπώσω. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί απαραίτητο θα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι δεν έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων του κατηγορητηρίου. Προς ενίσχυση του επιχειρήματος του ο κύριος Καλλής προέβηκε σε σχολιασμό μέρους της προσαχθείσας μαρτυρίας. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων του κατηγορητηρίου με αποτέλεσμα να υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία και με αναφορά σε μαρτυρία που προσάχθηκε η κυρία Σάββα ευσεβάστως επισήμανε ότι η υπάρχουσα μαρτυρία είναι τέτοια που δικαιολογεί την κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία σ' αμφότερες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει προκειμένου να δώσει εξηγήσεις για τις πράξεις και γενικότερα συμπεριφορά που του αποδίδονται. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Μία από τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι η οπλοφορία προς διέγερση τρόμου. Με το αδίκημα αυτό πραγματεύεται το άρθρο 80 του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου παρέχονται αυτούσιες πιο κάτω: "Όποιος δημόσια και χωρίς νόμιμη αιτία μεταφέρει επιθετικό όπλο ή όργανο με τέτοιο τρόπο που διεγείρει τρόμο σε άλλο, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, και τα όπλα του ή όργανα κατάσχονται." Μελέτη των πιο πάνω προνοιών καθιστά αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: (α) ο κατηγορούμενος μεταφέρει δημόσια, (β) χωρίς νόμιμη αιτία, (γ) όπλο ή όργανο που θεωρείται επιθετικό, (δ) με τρόπο που να διεγείρει τρόμο σε άλλο. Η έννοια της διενέργειας πράξεων 'δημόσια' παρέχεται στο άρθρο 2 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας. Συγκεκριμένα σημαίνει ότι είτε οι πράξεις αυτές πραγματοποιήθηκαν σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ορατές από οποιονδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται ή όχι σε δημόσιο χώρο, είτε ότι αυτές διενεργήθηκαν σε μη δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι πιθανό να καταστούν ορατές από πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Ο ορισμός του 'επιθετικού όπλου' εντοπίζεται μέσα από το ερμηνευτικό πλαίσιο του περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμου (Κεφ.159). Ειδικότερα σημαίνει οποιοδήποτε αντικείμενο που κατασκευάστηκε ή προσαρμόστηκε για να προκαλεί όταν χρησιμοποιείται βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία ή που προορίζεται από το πρόσωπο που το έχει μαζί του για τέτοια χρήση από αυτό. Κατ' ανάλογο τρόπο η ερμηνεία αυτή που παρέχεται από το άρθρο 2 του Κεφ.159 καλύπτει και την έννοια του 'επιθετικού οργάνου.' Από τον πιο πάνω ορισμό προκύπτουν τρεις κατηγορίες όπλων ή οργάνων που θεωρούνται επιθετικά:
(1)Αυτά που κατασκευάστηκαν για να προκαλούν βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία όταν χρησιμοποιούνται από τον κατηγορούμενο,
(2)αυτά που προσαρμόζονται από τον κατηγορούμενο για να προκαλούν βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία όταν χρησιμοποιούνται από αυτόν και
(3)αυτά που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν από τον κατηγορούμενο για να προκαλέσουν βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία. Το αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Blackstone Criminal Practice 2000' στις σελίδες 589-592 αναλύει και σχολιάζει κάθε μία από τις πιο πάνω κατηγορίες όπλων και οργάνων που θεωρούνται επιθετικά. Προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής στην όψη της και μόνο, χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να αξιολογείται και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα, αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στην αυλή της επίμαχης οικίας που διέμενε ο παραπονούμενος παρά τις αντιρρήσεις του τελευταίου και προχώρησε στο σημείο που βρισκόταν η κολυμβητική δεξαμενή. Αυτό φαίνεται να οδήγησε σε μεταξύ τους διαμάχη. Στα πλαίσια της διαμάχης αυτής λέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να κτυπήσει τον παραπονούμενο χρησιμοποιώντας ένα ξύλινο παλούκι αλλά τελικά δεν το έκανε με τον παραπονούμενο να παίρνει ένα λάστιχο για να ρίξει νερό στον κατηγορούμενο, ο οποίος, σύμφωνα πάντοτε με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, ευθύς έτρεξε έξω στο δρόμο. Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής αναφέρει ένα ξύλινο παλούκι που σύμφωνα με τον παραπονούμενο ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τον κτυπήσει χρησιμοποιώντας το. Το ξύλινο παλούκι δεν είναι εκ φύσεως επιθετικό όργανο, δηλαδή δεν κατασκευάστηκε για να χρησιμοποιείται με σκοπό την πρόκληση βλάβης σε πρόσωπο ή ζημιάς σε περιουσία. Ο σκοπός χρήσης του είναι διαφορετικός και συνάμα συγκεκριμένος. Ούτε είναι αντικείμενο που είχε προσαρμοστεί προκειμένου να χρησιμοποιηθεί με σκοπό την πρόκληση βλάβης σε πρόσωπο ή ζημιάς σε περιουσία. Το ερώτημα είναι αν το ξύλινο παλούκι θεωρείται επικίνδυνο όργανο εντασσόμενο στην τρίτη κατηγορία στην οποίαν ανήκουν όργανα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν από τον κατηγορούμενο για να προκαλέσουν βλάβη στον παραπονούμενο ή ζημιά σε περιουσία του. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Blackstone Criminal Practice 2000' σελίδες 589-592 σημειώνεται ότι στην κατηγορία αυτή εμπίπτουν όργανα που μεταφέρονται δημόσια από άτομο με σκοπό τη χρήση τους σε περίπτωση που χρειαστεί. Υπό αυτή την έννοια τέτοια όργανα θεωρούνται επικίνδυνα. Το εν λόγω νομικό σύγγραμμα επεξηγεί τη σημασία της κατηγορίας αυτής με παραπομπή σε αγγλική νομολογία. Όπως έχει λεχθεί προηγουμένως, η μεταφορά οργάνου που να θεωρείται επικίνδυνο αποτελεί μέρος των συστατικών στοιχείων που στοιχειοθετεί το αδίκημα της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ.154, το οποίο είναι ένα από τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Ερχόμενος στη μαρτυρία που προσάχθηκε από την κατηγορούσα αρχή, πάντοτε αντικειμενικά εξεταζόμενη, παρατηρώ ότι δεν υπάρχει ίχνος στοιχείου που έστω να τείνει να καταδείξει ότι την επίδικη ημερομηνία που ο κατηγορούμενος κατ' ισχυρισμό εισήλθε στην οικία που διέμενε ο παραπονούμενος μετέφερνε μαζί του το επίμαχο ξύλινο παλούκι το οποίο προόριζε να χρησιμοποιήσει με σκοπό την πρόκληση βλάβης εις βάρος του παραπονούμενου και/ή ζημιάς της περιουσίας του. Εξόφθαλμα αυτό που φαίνεται είναι το ενδεχόμενο το ξύλινο παλούκι απρόβλεπτα και χωρίς προγραμματισμό να περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου τη δεδομένη εκείνη στιγμή όταν στιγμιαία δημιουργήθηκε η επιθυμία του να το χρησιμοποιήσει. Συνεπώς ουδεμία μαρτυρία έχει προσκομιστεί από μέρους της κατηγορούσας αρχής που εκ πρώτης όψεως να στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία της μεταφοράς ξύλινου παλουκιού ως επικίνδυνου οργάνου από τον κατηγορούμενο με σκοπό τη χρήση του εναντίον του ιδίου του κατηγορουμένου και/ή της περιουσίας του. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο, αντικειμενικά ιδωμένη στο σύνολο της και στην όψη της και μόνο, δεν συγκεντρώνει τους απαραίτητους παράγοντες έτσι ώστε να στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου και των συστατικών στοιχείων αυτού (δεύτερη κατηγορία). Σε ότι αφορά την πρώτη κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, ήτοι της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την πρόκληση όχλησης, μέσα από αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα και αφού έλαβα υπόψη τις νομικές επιχειρηματολογίες των ευπαιδεύτων συνηγόρων, κρίνω ότι δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Ειδικότερα, ενδεικτικά και χωρίς να υπάρχει περιορισμός στα ακόλουθα στοιχεία, μαρτυρίες προερχόμενες από τους ΜΚ2 και ΜΚ3 σε συνδυασμό με τα Τεκμήρια 5, 6, 7Α και 7Β, οδηγούν προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Δεν μου διαφεύγει το περιεχόμενο της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, πλην όμως το σκεπτικό παραπέμπει σε αξιολόγηση μαρτυρίας, ζήτημα με το οποίο το Δικαστήριο δεν ασχολείται στο στάδιο αυτό αλλά κατά την αξιολόγηση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού που θα προσκομιστεί μετά την εκδίκαση της υπόθεσης. Συνεπώς από την προσαχθείσα μαρτυρία, πάντοτε εξεταζόμενη στην όψη της και μόνο, θεωρώ ότι εκ πρώτης όψεως υπάρχει υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου αναφορικά με την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Περαιτέρω η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση που να ανάγεται σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει επί οποιασδήποτε αξιολόγηση της στο σύνολο της. Παράλληλα το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω, κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σχετικά με την πρώτη κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μέσα από το παρόν κατηγορητήριο, στην οποίαν τον καλεί σε απολογία. Αντίθετα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην δεύτερη κατηγορία του κατηγορητηρίου. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό την ενόχληση-Οπλοφορία προς διέγερση τρόμου/Άρθρα 280 και 80 Κεφ.154) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.