Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γενεθλία Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 3952/2017, 20/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3952/2017 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Γενεθλία Κωνσταντίνου ------------------------------------------------------------------------------ Hμερομηνία: 20/04/
- Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους. Για την Κατηγορούμενη : κα. Μ. Π΄΄Δημήτρη. Κατηγορούμενη: παρούσα. ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη έχει κριθεί ένοχη κατόπιν δικής της παραδοχής στην κατηγορία της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία αρ. 1) και στην κατηγορία της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία αρ. 2). Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και έχουν ως ακολούθως: Στις 15.3.2017 και η ώρα 17:30 καταγγέλθηκε από τον παραπονούμενο (Μ.Κ.1), ότι την ίδια ημέρα και ώρα 14:00 κλάπηκε από την βεράντα του εστιατορίου με την ονομασία «JAYANTA» στην οδό Θεοσκέπαστης 5 στην Κάτω Πάφο, ένα ομοίωμα ελέφαντα αξίας €50, ένα ομοίωμα γυναίκας που προσεύχεται αξίας €50 και μια κάμερα κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης αξίας €70, όλα συνολικής αξίας €
- Στο μέρος μετέβηκε ο Μ.Κ.6 Αστ. 1503 Κ. Καγκαλής, στον οποίο ο παραπονούμενος υπέδειξε τα σημεία από όπου είχαν κλαπεί τα πιο πάνω ομοιώματα και τα οποία ήταν στον χαμηλό τοίχο που περιστοίχιζε την βεράντα του εστιατορίου. Η κάμερα είχε αποσυνδεθεί από το ταβάνι του κιοσκιού της βεράντας. Στην συνέχεια, ο παραπονούμενος υπέδειξε στον Μ.Κ.6 το βίντεο που κατέγραψε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης το οποίο δείχνει μια γυναίκα να κλέβει τα δυο ομοιώματα και την κάμερα. Ο Μ.Κ.6 αναγνώρισε την γυναίκα που διέπραττε την κλοπή ως την κατηγορούμενη αφού αυτή είχε απασχολήσει την αστυνομία με παρόμοιες υποθέσεις στο παρελθόν. Την ίδια ημέρα εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και η κατηγορούμενη συνελήφθηκε. Ακολούθησε έρευνα στην οικία της, όπου εντοπίστηκε στο σαλόνι το κλοπιμαίο ομοίωμα ελέφαντα. Όταν της επιστήθηκε η προσοχή της στο Νόμο απάντησε «είχε το έξω, νόμιζα ότι επέταξε το ο ιδιοκτήτης του». Στη συνέχεια, εντοπίστηκε στο σαλόνι της κατηγορούμενης η κλοπιμαία κάμερα κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης και όταν της επιστήθηκε η προσοχή της στο Νόμο και πάλι απάντησε «εγώ τα έπιασα όλα». Η κατηγορούμενη, στη συνέχεια οδηγήθηκε στην οδό Ευριπίδου 10 στη Χλώρακα όπου εκεί υπέδειξε στους αστυνομικούς το κλοπιμαίο ομοίωμα γυναίκας. Στην επίστηση της προσοχής της στο Νόμο απάντησε «είναι το αγαλματούι που έκλεψα από το εστιατόριο». Η κατηγορούμενη κατηγορήθηκε γραπτώς στις 17.3.2017 και απάντησε «παραδέχομαι έκαμα λάθος». Πέραν των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή ανάφερε στο Δικαστήριο ότι η κατηγορούμενη βαρύνεται με τις ακόλουθες προηγούμενες καταδίκες: 1) Ποινική Υπόθεση Αρ. 7000/14 Ε.Δ. Πάφου: Αφορούσε αδικήματα διάρρηξης κτιρίου, κλοπής και συνομωσίας προς διάπραξης κακουργήματος τα οποία διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 07/10/2013 - 27/12/
- Στην υπόθεση αυτή λήφθηκε υπόψη και η Ποινική Υπόθεση Αρ. 3270/14 Ε.Δ. Πάφου στην οποία αντιμετώπιζε τα αδικήματα της κλοπής και αξιόποινης παράνομης εισόδου. Καταδικάστηκε στις 25/07/2016 σε ένα χρόνο φυλάκισης με αναστολή τρία χρόνια στην κατηγορία της διάρρηξη κτιρίου, σε 6 μήνες φυλάκιση με αναστολή 3 χρόνια για το αδίκημα της κλοπής, σε 1 χρόνο φυλάκιση με τρία χρόνια αναστολή στην κατηγορία της διάρρηξης κτιρίου, σε 6 μήνες φυλάκιση με 3 χρόνια αναστολή στο αδίκημα της κλοπής και σε 1 χρόνο φυλάκιση με τρία χρόνια αναστολή στην κατηγορία της συνομωσία για διάπραξη κακουργήματος και οι ποινές να συντρέχουν. 2) Ποινική Υπόθεση Αρ. 3666/14 Ε.Δ. Πάφου: Αφορούσε κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με ημερομηνία διάπραξης στις 27.9.12 και ημερομηνία καταδίκης 15.6.
- Της επιβλήθηκε ποινή εγγύησης €3000 για 3 χρόνια και πρόστιμο €
- Η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορουμένης, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι οι πιο πάνω προηγούμενες καταδίκες είναι αποδεκτές και για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εξέφρασε την απολογία και μεταμέλεια της κατηγορουμένης για τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Ήταν μια επιπόλαιη ενέργεια ανάφερε και χωρίς την ύπαρξη προσχεδιασμού αφού προέβηκε στην πράξη αυτή και βλέποντας τα εν λόγω αντικείμενα εισήλθε στο εστιατόριο και τα πήρε. Ανάφερε επίσης, ότι ο παραπονούμενος δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά αφού τα εν λόγω αντικείμενα έχουν εντοπιστεί και του επιστραφεί. Υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σε αυτή αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη είναι ηλικίας 27 χρόνων, άνεργη και άγαμη. Είναι μητέρα δύο ανήλικων τέκνων ηλικίας 2 και 3 χρόνων τα οποία απέκτησε από σχέση που είχε και διαλύθηκε. Ο πατέρας των παιδιών της εκτίει ποινή φυλάκισης και δεν συνεισφέρει για τα έξοδα τους. Τα μοναδικά της εισοδήματα προέρχονται από το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, από επίδομα μονογονιού και τέκνου και συμποσούνται σε €712,58 μηνιαίως. Διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων και γι αυτό καταβάλει μηνιαίως το ποσό των €250 ως ενοίκιο ενώ πληρώνει επίσης το ποσό των €160 ως τρόφεια για παιδοκομικό σταθμό του μεγαλύτερου της παιδιού. Έχει χρέος ύψους €4000 περίπου σε εντάλματα στην Αστυνομία για τροχαία αδικήματα για το οποίο καταβάλλει μηνιαία δόση ύψους €30 με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα. Πέραν των πιο πάνω, στην έκθεση αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη μεγάλωσε σε οικογένεια με πολλά κοινωνικοοικονομικά προβλήματα. Ο πατέρας της απέκτησε με τη μητέρα της δύο παιδιά από σχέση που είχαν, τα οποία ουδέποτε αναγνώρισε και δεν είχε καμία επαφή μαζί τους ακόμη και μέχρι σήμερα. Στην οικογένεια παρουσιάστηκαν σοβαρά κοινωνικοοικονομικά προβλήματα και για χρόνια παρακολουθείτο από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Ο αδελφός της παρουσίασε προβλήματα ψυχικής υγείας και νοσηλεύτηκε στο ψυχιατρείο. Η μητέρα της παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα υγείας που την καθιστούν ανίκανη για εργασία. Μετά την αποφοίτηση της από το Λύκειο, η κατηγορούμενη εργάστηκε σε διάφορες εργασίες ως πωλήτρια, σε περίπτερο και ως σερβιτόρα. Μετά τη γέννηση των παιδιών της δεν εργάστηκε ποτέ. Είναι άνεργη και υπογράφει στη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης και συντηρείται από το Κράτος. Ο πατέρας δεν έχει αναγνωρίσει το μεγαλύτερο παιδί που απέκτησε η κατηγορούμενη ενώ έχει αναγνωρίσει μόνο το δεύτερο. Τέλος στην έκθεση αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη έχει εμπλακεί σε παρανομίες και συχνά οδηγείται στο Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, η συνήγορος της ανάφερε ότι η κατηγορούμενη δεν είχε καμία βοήθεια ή καθοδήγηση από την οικογένεια της και έμπλεξε και με τα ναρκωτικά. Δεν έχει μέσο για τις μεταφορές της και αναγκάζεται να περπατά μεγάλες αποστάσεις καθημερινά για να μεταφέρει τα παιδία της στο σχολείο. Προσπάθησε να εξεύρει εργασία αλλά δυστυχώς το παρελθόν της και οι προηγούμενες καταδίκες της την εμποδίζουν. Αναφέρθηκε επίσης στις προηγούμενες της καταδίκες για να πει ότι την περίοδο εκείνη που διέπραξε τα εν λόγω αδικήματα περνούσε πάρα πολύ δύσκολα και σήμερα δεν έχει ανάλογη συμπεριφορά. Μετά τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας δεν έχει διαπράξει οποιαδήποτε άλλα αδικήματα και δεν θα ήταν ορθό να ενεργοποιηθούν οι άλλες ποινές που της επιβλήθηκαν. Επιπρόσθετα, η συνήγορος της κατηγορουμένης έκανα αναφορά στο Νόμο 33(Ι)/2005 ο οποίος καλύπτει την περίπτωση της κατηγορουμένης. Είναι μητέρα παιδιού κάτω των τριών ετών και τα αδικήματα που αντιμετωπίζει δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του Νόμου. Δεν πρόκειται για επικίνδυνο άτομο που να απαιτείται η άμεση φυλάκιση του. Τυχόν επιβολής τέτοιας ποινής, θα είχε ως αποτέλεσμα να μείνουν δύο ανήλικα τέκνα εντελώς εκτεθειμένα. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρόσωπο για να αναλάβει τη φροντίδα τους και θα πρέπει να τα αναλάβει το κράτος. Σε τέτοια περίπτωση οι επιπτώσεις σε αυτά θα είναι τεράστιες. Έχει εξηγηθεί η σοβαρότητα των αδικημάτων στην κατηγορούμενη, συνέχισε, την έχει αντιληφθεί και υπόσχεται στο μέλλον να μην επιδείξει παρόμοια συμπεριφορά. Εν όψει όλων των πιο πάνω, ήταν η κατάληξη της συνηγόρου, και την εφαρμογής του Νόμου 33
(1)/2005 το Δικαστήριο μπορεί να αποφύγει την επιβολή άμεσης φυλάκισης. Aναμφίβολα τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Η σοβαρότητα τους φαίνεται άλλωστε και από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή. Σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής το άρθρο 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια και χαρακτηρίζεται ως κακούργημα. Η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού προκύπτει επίσης και από τη συχνότητα με την οποία εμφανίζεται. Αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας, παρουσιάζουν δυστυχώς έξαρση. Ως αποτέλεσμα τα Δικαστήρια καλούνται σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης του φαινομένου να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα παρόμοιας φύσης, είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222, Hassan v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71). Στην Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 104 διακηρύττεται η υποστήριξη του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά και επισημαίνεται ότι αδικήματα εναντίον της περιουσίας όπως κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα Δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (βλ. επίσης Φιλίππου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 2 Α.Α.Δ. 194). Οι πιο πάνω επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επαναδιατυπώθηκαν και στην απόφαση στην Δημήτρης Βέλιου v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 76 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο αναφορικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο εφεσειών παραδέχθηκε ενοχή. Αυτή είναι δεδομένη, όπως δεδομένες είναι και οι συνέπειες τους για τα θύματα και την κοινωνία ευρύτερα. Συμφωνούμε επίσης, με τη διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων και κυρίως η συχνότητα με την οποία αυτά διαπράττονται, επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση τους από τα Δικαστήρια. Είναι πιστεύουμε αρκετό να υπενθυμίσουμε την επισήμανση της νομολογίας μας ότι τέτοια αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και δυναμιτίζουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.» Σοβαρό επίσης είναι και το αδίκημα της 2ης κατηγορίας που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει. Το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 έχει ως ακολούθως: «280. Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, µε σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήµατος που τιµωρείται σύµφωνα µε τον Κώδικα αυτό ή µε οποιοδήποτε άλλο νόµο που ισχύει στη ∆ηµοκρατία ή µε σκοπό εκφοβισµού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας· ή όποιος, αφού εισέρθει νόµιµα σε τέτοια περιουσία, παραµένει σε αυτή παράνοµα, µε σκοπό εκφοβισµού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή µε σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήµατος που τιµωρείται σύµφωνα µε τον Κώδικα αυτό ή µε οποιοδήποτε άλλο νόµο που ισχύει στη ∆ηµοκρατία, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι δεδομένη καθώς επίσης και ο τρόπος αντιμετώπισης τους. Λαμβάνω υπόψη μου τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα εν λόγω αδικήματα και συγκεκριμένα το γεγονός ότι η κατηγορούμενη, εισήλθε στην περιουσία του παραπονούμενου και έκλεψε τα πιο πάνω αναφερόμενα αντικείμενα. Η πιο πάνω συμπεριφορά της κατηγορούμενης είναι ιδιαίτερα σοβαρή και πλήττει το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Ουδείς έχει το δικαίωμα να αποστερεί την περιουσία οποιουδήποτε για οποιονδήποτε λόγο και αν αυτό λαμβάνει χώρα. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να στείλει το μήνυμα δια της επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν ανεκτές. Επίσης, έχει καθήκον και υποχρέωση να προστατεύσει την περιουσία ανυποψίαστων πολιτών. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου και το γεγονός ότι η κατηγορούμενη βαρύνεται και με δύο προηγούμενες καταδίκες, η μια εξ' αυτών αφορά πάλι αδικήματα που στρέφονται εναντίον της περιουσίας όπως αναφέρθηκε ανωτέρω στα οποία της επιβλήθηκαν διάφορες ποινές φυλάκισης με αναστολή εκτέλεσης τριών ετών. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο γεγονός ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και τη φύση των αδικημάτων, την επιείκια που μπορεί να επιδείξει το Δικαστήριο, αφού αποτελούν κυρίως ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των Νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Κλείτος Κλεοβούλου v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ 17). Η κατηγορούμενη στην παρούσα περίπτωση, παρά την πιο πάνω καταδίκη της για ομοειδή αδικήματα και ενώ η ποινή φυλάκισης που της επιβλήθηκε ήταν με αναστολή εκτέλεσης, εντός της περιόδου αναστολής διέπραξε τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, κάτι που θα ληφθεί υπόψη. Παρά τα πιο πάνω όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (βλ. Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Η εξατομίκευση της ποινής όμως, δεν θα πρέπει να εξουδετερώνει ούτε τη σοβαρότητα του εγκλήματος, ούτε το στοιχείο της αποτροπής και να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Προς όφελος του κατηγορουμένου και για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: 1) Την παραδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου. 2) Την συνεργασία της με την Αστυνομία μετά τον εντοπισμό και σύλληψη της, την ομολογία της και την απολογία της που εκφράστηκε από τη συνήγορο της, στοιχεία που καταδεικνύουν την έμπρακτη μεταμέλεια της. 3) Το γεγονός ότι όλα τα αντικείμενα ανευρέθηκαν έγκαιρα, κάτω φυσικά από τις περιστάσεις που αυτό έγινε, και επιστράφηκαν στον ιδιοκτήτη τους με αποτέλεσμα αυτός να μην υφίσταται οποιαδήποτε ζημιά. 4) Τη φύση και την αξία των κλαπέντων αντικειμένων, η οποία ήταν πολύ μικρή. 5) Τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και ειδικότερα το γεγονός ότι δεν καταδεικνύεται οποιοσδήποτε προσχεδιασμός στην τέλεση τους. 6) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες της κατηγορουμένης όπως αυτές φαίνονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρθηκαν από τη συνήγορο της. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη μου: 1) Ότι είναι ηλικίας 27 χρόνων, προέρχεται από οικογένεια με πολλά κοινωνικοοικονομικά προβλήματα και δεν είχε οποιαδήποτε στήριξη και καθοδήγηση. 2) Ότι είναι μητέρα δύο ανήλικων τέκνων ηλικίας 2 και 3 ετών τα οποία απέκτησε από σχέση που διαλύθηκε. 3) Ότι ο πατέρας δεν έχει αναγνωρίσει το ένα εκ των δύο παιδιών της και ότι αυτός εκτίει ποινή φυλάκισης 4 ετών και δεν έχει οποιαδήποτε οικονομική ή άλλη στήριξη από αυτόν. 4) Τη δύσκολη οικονομική της κατάσταση και ότι είναι το μοναδικό πρόσωπο που έχει την ευθύνη για την φροντίδα και συντήρηση των δύο της τέκνων χωρίς οποιαδήποτε άλλη βοήθεια. 7) Το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Να σημειωθεί όμως ότι ο χρόνος αυτός που ανέρχεται γύρω στον 1 χρόνο δεν είναι σημαντικός ή τέτοιος που θα μπορούσε να παίξει οποιοδήποτε ουσιαστικό ρόλο στην επιβολή της ποινής. Θα ληφθεί όμως υπόψη στο βαθμό που απαιτείται. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτη κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Σωτήρης Αβράαμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543). Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, την ανάγκη για αποτροπή και τις περιστάσεις διάπραξης του, σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά που αναφέρθηκαν ανωτέρω, η μονή ενδεδειγμένη ποινή που θα έπρεπε να επιβληθεί είναι αυτή της φυλάκισης. Τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη και οι περιστάσεις διάπραξης του είναι ιδιαίτερα σοβαρές και χρήζουν αποτροπής. Επίσης, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει και προηγούμενες καταδίκες, κάτι που όπως αναφέρθηκε από το Δικαστήριο ανωτέρω της στερούν την ευχέρεια να αιτείται τη μέγιστη δυνατή επιείκια του Δικαστηρίου. Λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι τα αδικήματα που καταδικάστηκε στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 7000/14 Ε.Δ. Πάφου αφορούσαν την περίοδο μεταξύ 07/10/2013 - 27/12/2013, δηλαδή 3 ½ σχεδόν χρόνια πριν από την διάπραξη των αδικημάτων αυτών, αλλά δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι επιβλήθηκαν ποινές σε αυτά στις 25/07/2016, δηλαδή 1 σχεδόν χρόνο πριν από τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Επίσης, η φύση των αδικημάτων που καταδικάστηκε σε εκείνη την υπόθεση είναι η ίδια με αυτά της παρούσας υπόθεσης, γι αυτό η εν λόγω καταδίκη θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όχι για να τιμωρηθεί εκ νέου η κατηγορούμενη αλλά ως ένδειξη της στάσης της στους Νόμου του κράτους. Η άλλη καταδίκη αφορά αδικήματα που δεν έχουν συνάφεια με αυτά της παρούσας υπόθεσης, γι αυτό δεν θα δοθεί σε αυτή τόση βαρύτητα. Παρά τα πιο πάνω, στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να εξεταστεί και μια άλλη παράμετρος η οποία είναι καθοριστική για το είδος της ποινής που θα επιβληθεί. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω η κατηγορούμενη είναι μητέρα δύο ανήλικων τέκνων, ηλικίας 2 και 3 ετών αντίστοιχα. Το άρθρο 3
(1)του Περί της Προστασίας Ανήλικων Τέκνων Καταδικασθεισών ή Ύποπτων Μητέρων Νόμος του 2005 (Ν. 33
(1)/2005) προνοεί τα ακόλουθα: «3.—
(1)Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόµου, όπου σε νόµο προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας για οποιοδήποτε αδίκηµα, η εν λόγω ποινή δεν επιβάλλεται σε µητέρα, αν δε συντρέχουν στη δεδοµένη περίπτωση όλες οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Το αδίκηµα είναι κακούργηµα ή είναι πληµµέληµα το οποίο κρίνεται από το δικαστήριο ως σοβαρό λαµβανοµένης υπόψη της φύσης του αδικήµατος σε συνδυασµό µε τις περιστάσεις της υπόθεσης, (β) το αδίκηµα διαπράχθηκε µε τη χρήση βίας κατά του ατόµου και λαµβανοµένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης το δικαστήριο κρίνει ότι η µητέρα αποτελεί άµεσο ή και συνεχιζόµενο κίνδυνο για την κοινωνία, και (γ) το δικαστήριο κρίνει, λαµβανοµένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης, ότι δεδοµένου του άµεσου ή και συνεχιζόµενου κινδύνου που η µητέρα αποτελεί για την κοινωνία, είναι ανεπαρκής για την προστασία της κοινωνίας, κάθε άλλη ποινή, κύρωση, ή µέτρο που το δικαστήριο δύναται να επιβάλει για το αδίκηµα δυνάµει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόµου, περιλαµβανοµένης της προσφοράς κοινοτικής εργασίας, και δε δικαιολογείται επίσης η έκδοση διατάγµατος αναστολής ποινής φυλάκισης κατά τα διαλαµβανόµενα σε οποιοδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόµο.» Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου «ποινή στερητική της ελευθερίας» σημαίνει ποινή φυλάκισης, αλλά δεν περιλαμβάνει ποινή φυλάκισης με αναστολή εκτέλεσης ή ενεργοποίηση ποινής φυλάκισης με αναστολή. Στην πρόσφατη απόφαση στην Επί τοις Αφορώσι την Αίτηση του Μιχάλη Κωνσταντίνου, Πολ. ECLI:CY:AD:2018:D152, Αίτηση Αρ. 21/2018, Ημερ. 03/04/2018, η έντιμη δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Α. Πούγιουρου εξετάζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)και τον τρόπο εφαρμογής τους ανάφερε τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 3
(1)του Νόμου 33(Ι)/2005 αυτό τυγχάνει εφαρμογής κατά το στάδιο εξέτασης του είδους της ποινής που πρόκειται να επιβληθεί σε μια κατηγορούμενη μητέρα που αντιμετωπίζει αδίκημα, για το οποίο προνοείται ποινή φυλάκισης, και όχι εκ των υστέρων, όπως έπραξε στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο. Από την άλλη δεν υπάρχει οτιδήποτε στο Άρθρο 3
(1)που να κατατείνει στην ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο στον όρο «ποινή στερητική της ελευθερίας» ότι δηλαδή αφορά σε άμεση ποινή φυλάκισης, με αποτέλεσμα να προχωρήσει στη συνέχεια να θεωρήσει ότι δεν είχε επιλογή από του να αναστείλει την ποινή.» Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 3
(1)του πιο πάνω Νόμου. Συγκεκριμένα, η κατηγορούμενη είναι μητέρα τουλάχιστον ενός παιδιού ηλικίας κάτω των 3 ετών και τα αδικήματα τα οποία υπέπεσε δεν διαπράχθηκαν με τη χρήση βίας κατά του ατόμου ούτε προκύπτει η κατηγορούμενη να αποτελεί κίνδυνο για την κοινωνία. Δεδομένου τούτου και παρά τις επισημάνσεις του Δικαστηρίου ανωτέρω για την ενδεδειγμένη ποινή που θα έπρεπε να επιβληθεί στην παρούσα, υπό τις περιστάσεις, εντούτοις το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να επιβάλει ποινή προστίμου (βλ. επίσης Ερασμία Ανδρέου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 593). Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω λοιπόν επιβάλλονται στην κατηγορούμενη οι ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει, ποινή προστίμου €1000. Στην 2ην κατηγορία που αντιμετωπίζει, καμία ποινή καθότι τα γεγονότα αυτής περιλαμβάνονται στα γεγονότα της 1ης κατηγορίας στην οποία επιβλήθηκε ποινή. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης μου και δεδομένου του είδους της ποινής που επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη για τους λόγους που αναφέρθηκαν, θεωρώ ότι δεν τίθεται θέμα ενεργοποίησης ή εξέτασης για ενεργοποίηση των προηγούμενων ποινών φυλακίσεως που επιβλήθηκαν με αναστολή. Το Δικαστήριο καταδίκασε την κατηγορουμένη σε χρηματική ποινή ένεκα του γεγονότος ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 3
(1)του Νόμου 33
(1)/2005 και δεν θα μπορούσε να της επιβάλει ποινή φυλάκισης. Επομένως, δεν τίθεται θέμα ενεργοποίησης ούτε και των προηγούμενων ποινών φυλακίσεως που επιβλήθηκαν, γι αυτό δεν θα λάβω οποιοδήποτε μέτρο σε σχέση με αυτές. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο