← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ζαχαρίας Κλεάνθους, Αρ. Υπόθεσης: 6813/17, 27/4/2018

Δημοκρατία ν. Ζαχαρίας Κλεάνθους, Αρ. Υπόθεσης: 6813/17, 27/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2018:3 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Π.Ε.Δ. Μ. Δρουσιώτη, Α.Ε.Δ. Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6813/17 Δημοκρατία v. Ζαχαρίας Κλεάνθους Κατηγορουμένου ----------------- Ημερομηνία: 27 Απριλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ξ. Ξενοφώντος-Καραμανή (Για να ακούσει την ποινή κ. Σ. Συμεού) Για τον κατηγορούμενο: κ. Χρ. Χριστοφόρου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Μετά την διακοπή τριών κατηγοριών ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις υπόλοιπες είκοσι κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφορούν τα πιο κάτω αδικήματα: - Ληστεία, κατά παράβαση των άρθρων 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. - Είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. - Βία στην οικογένεια, πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1)
(4)του Νόμου 119(Ι)/2000 και του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. - Βία στην οικογένεια, απειλή, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)
(4)του Νόμου 119(Ι)/2000 και του άρθρου 99(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. - Δημόσια εξύβριση, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. - Κακόβουλη ζημιά κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. - Κλοπή από κατοικία, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. - Απαγωγή προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό, κατά παράβαση των άρθρων 247 και 250 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. - Είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. - Ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές, κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  5. - Παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση των άρθρων 122(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  6. - Αποστολή διά δημόσιου δικτύου επικοινωνιών μήνυμα το οποίο είναι κατάφορα απειλητικού χαρακτήρα, κατά παράβαση των άρθρων 1, 2, 149
(6)(α) του Νόμου 112(Ι)/
  1. Τα γεγονότα έχουν τεθεί γραπτώς από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν θα τα επαναλάβουμε. Να σημειώσουμε μόνο περιληπτικά ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε ερωτική σχέση με την παραπονούμενη και για κάποιο χρονικό διάστημα διέμεναν στην οικία της παραπονούμενης στην οδό Σολωμού Σολωμού 8 στην Πάφο. Λόγω διαφόρων προβλημάτων η παραπονούμενη διέκοψε τη σχέση της με τον κατηγορούμενο ο οποίος συνέχισε να την παρενοχλεί και να επιμένει στο να διατηρήσουν τη σχέση τους. Στις 11.11.2017 ο κατηγορούμενος μετέβηκε στην οικία της παραπονούμενης όπου συζήτησε μαζί της και ακολούθως έφυγε. Την επόμενη ημέρα, στις 12.11.2017, ο κατηγορούμενος μετέβηκε και πάλι στην οικία της παραπονούμενης, εισήλθε σε αυτήν αφού η πόρτα ήταν ανοικτή και ανέφερε στην παραπονούμενη ότι δεν ήθελε να χωρίσουν. Η παραπονούμενη του ζήτησε να φύγει και του ανέφερε ότι ήθελε να χωρίσουν και ο κατηγορούμενος θύμωσε και άρχισε να φωνάζει και να προκαλεί φασαρία. Η παραπονούμενη σταμάτησε να του μιλά και αποκοιμήθηκε στον καναπέ του σαλονιού. Την επόμενη ημέρα, 13.11.2017, όταν ξύπνησε διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος συνέχισε να βρίσκεται στην οικία της όπου παρέμεινε μέχρι το απόγευμα. Επειδή η παραπονούμενη έπρεπε να μεταβεί στην οικία της μητέρας της για να παραλάβει το παιδί της, την μετέφερε με το αυτοκίνητο του ο κατηγορούμενος. Όταν επέστρεψαν η παραπονούμενη ζήτησε και πάλι από τον κατηγορούμενο να φύγει από την οικία. Ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει, να ρίχνει αντικείμενα στο πάτωμα και να βρίζει την παραπονούμενη. Άρχισε να κλωτσά και να κτυπά την παραπονούμενη σε διάφορα μέρη του σώματος της και την έσπρωξε με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να πέσει στο πάτωμα. Όταν η παραπονούμενη ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι δεν φτάνει που τον κατήγγειλε στην αστυνομία για άλλο περιστατικό αυτός συνεχίζει ακόμα να την κτυπά, ο κατηγορούμενος άρχισε να απειλεί την παραπονούμενη. Σε κάποια στιγμή πήρε το κινητό τηλέφωνο της παραπονούμενης, άνοιξε την τσάντα της, πήρε τα κλειδιά του σπιτιού, του αυτοκινήτου και του συναγερμού, όπως και το χρηματικό ποσό των €850, άνοιξε την κύρια πόρτα και ξεκίνησε να φύγει. Η παραπονούμενη έτρεξε από πίσω του για να πάρει τα πράγματα της, ο κατηγορούμενος δεν της τα έδιδε και μπήκε στο αυτοκίνητο του. Η παραπονούμενη τον ακολούθησε και στάθηκε στην πόρτα του οδηγού προσπαθώντας να τον αποτρέψει να μην φύγει και να της δώσει τα πράγματα της. Ο κατηγορούμενος την κτυπούσε με τα χέρια του στα χέρια της για να την αποτρέψει από του να πάρει τα πράγματα της και έφυγε από το μέρος. Με τη βοήθεια των γειτόνων η παραπονούμενη μετέβηκε στο Νοσοκομείο Πάφου και ειδοποιήθηκε η Αστυνομία. Στις 14.11.2017 η παραπονούμενη εξετάστηκε από την ιατροδικαστή Ελένη Αντωνίου η οποία διαπίστωσε τα τραύματα που περιγράφονται στις σελίδες 3 και 4 των γεγονότων στο Τεκμήριο Α, τα οποία προκάλεσε ο κατηγορούμενος στις 13.11.2017 και τα οποία δεν θα επαναλάβουμε. Εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και στις 19.11.2017 ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε. Στις 20.11.2017 ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης δύο ημερών και στις 22.11.2017 εκδόθηκε διάταγμα αποκλεισμού με το οποίο διατάσσετο η απαγόρευση εισόδου και παραμονής του κατηγορούμενου στην οικία της παραπονούμενης. Το διάταγμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την ίδια ημέρα. Από την ίδια ημέρα, όπως φαίνεται μέσα από τα γεγονότα όπως περιγράφονται στο Τεκμήριο Α, ο κατηγορούμενος τηλεφωνούσε στην παραπονούμενη με σκοπό να την πείσει να αποσύρει το παράπονο της στην αστυνομία εναντίον του. Αυτό έγινε τόσο στις 22.11.2017 όσο και στις 07.12.2017 και μάλιστα σε δύο περιπτώσεις. Στις 08.12.2017 μετά από επίσκεψη της παραπονούμενης στο ΤΑΕ Πάφου για καταγγελία του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος στις 03:00 τα ξημερώματα εμφανίστηκε μπροστά στην παραπονούμενη η οποία μόλις ήρθε με το αυτοκίνητο της, μπροστά από το σπίτι της και αφού την έσπρωξε από τη θέση του οδηγού που βρισκόταν η παραπονούμενη στη θέση του συνοδηγού, ο κατηγορούμενος οδήγησε το αυτοκίνητο και για μιάμιση περίπου ώρα οδηγούσε το αυτοκίνητο και απειλούσε την παραπονούμενη ώστε να αποσύρει την υπόθεση που κατάγγειλε εναντίον του. Κτυπούσε την παραπονούμενη και την απειλούσε ότι αν προσπαθούσε να κατεβεί από το αυτοκίνητο θα της έκανε κακό. Σε κάποια στιγμή επέστρεψαν στην οικία της παραπονούμενης και αφού στάθμευσε ο κατηγορούμενος το αυτοκίνητο έξω από την οικία, κατέβηκε από αυτό και άρπαξε την παραπονούμενη από το χέρι και την τράβηξε προς την οικία. Συνέχισε να την απειλεί και μέσα στην οικία και όταν η παραπονούμενη ανέβηκε στο υπνοδωμάτιο της ο κατηγορούμενος την ακολούθησε και πήρε από το υπνοδωμάτιο της ένα ρολόι αξίας €
  2. Η παραπονούμενη έτρεξε έξω από την οικία και αφού μπήκε στο αυτοκίνητο της κατευθύνθηκε προς την αστυνομία. Με τη συνοδεία μελών της αστυνομίας επισκέφθηκε το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου αφού εξετάστηκε από τον ιατρό Μάριο Θεοδώρου, διαπιστώθηκε ότι έφερε δύο εκδορές στην αριστερή κνήμη. Η κα Ξενοφώντος ανέφερε ότι η παραπονούμενη έχει αποζημιωθεί από τον κατηγορούμενο και δήλωσε ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του. Η παραπονούμενη βρίσκεται στον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της και το κυοφορούμενο είναι παιδί του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο κ. Χριστοφόρου αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής για τον κατηγορούμενο ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρούσε ερωτική σχέση με την παραπονούμενη έπαθε εμμονή μαζί της με αποτέλεσμα όταν η παραπονούμενη του ζήτησε να διακόψουν τη σχέση τους να εξοργίσει τον κατηγορούμενο. Όλες οι ενέργειες του κατηγορούμενου οφείλονται σε στιγμιαίο εκνευρισμό όπως είπε είτε αυτός εκδηλώθηκε με την καταστροφή αντικειμένων της παραπονούμενης είτε παίρνοντας αντικείμενα της παραπονούμενης. Ο κ. Χριστοφόρου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την κατάσταση στην οποία περιήλθε ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων αλλά επίσης ζήτησε να ληφθεί υπόψη ότι η παραπονούμενη πήρε αρκετές φορές τηλέφωνο στις Κεντρικές Φυλακές και ζητούσε να συναντήσει τον κατηγορούμενο ακόμη και πρόσφατα την Κυριακή 22.04.2018 όπου και τον επισκέφθηκε. Ο κ. Χριστοφόρου αναφέρθηκε επίσης στην παραδοχή του κατηγορούμενου, στο πολύ νεαρό της ηλικίας του και στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη έχουν συμφιλιωθεί και περιμένουν σε λίγους μήνες το παιδί τους. Τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά και τιμωρούνται με μακρόχρονες ποινές φυλάκισης. Χαρακτηριστικά να αναφέρουμε ότι η ληστεία κατά παράβαση των άρθρων 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 14 χρόνων, η απαγωγή κατά παράβαση των άρθρων 247 και 250 του Ποινικού Κώδικα, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 7 χρόνων και οι κατηγορίες που αφορούν πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και απειλής που στηρίζονται στον περί Βίας στην Οικογένεια Νόμο 119(Ι)/2000 τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια. Το αδίκημα επίσης των άρθρων 255 και 266
(6)τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 5 χρόνων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, η προβλεπόμενη από τον Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και τούτο είναι στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την πρόθεση του νομοθέτη όπως φανερώνεται στις ποινές που προβλέπει ο Νόμος αλλά και τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης αφού κάθε υπόθεση κρίνεται πάντα με τα δικά της περιστατικά όπως και τις προσωπικές περιστάσεις κάθε κατηγορούμενου στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής Είναι απαραίτητο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής να εκτιμηθεί η συμπεριφορά του κατηγορούμενου για να διαπιστωθεί η κατάσταση της σκέψης του και η διάθεση του κατά τον ουσιαστικό χρόνο πάντα σύμφωνα με τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό που είναι σαφές κατά την κρίση μας, μέσα από τα γεγονότα και τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν αποδέχθηκε την επιθυμία της παραπονούμενης να διακόψουν τη σχέση τους. Η προσπάθεια του κατηγορούμενου όμως να πείσει την παραπονούμενη να συνεχίσουν τη σχέση αυτή, έγινε με ένα εγωιστικό και ανεπίτρεπτο τρόπο. Ο κατηγορούμενος κατέφυγε στη βία και όπως φαίνεται μέσα από τα γεγονότα στις 12 και 13.11.2017 προκάλεσε ζημιές στην οικία της παραπονούμενης, αλλά το χειρότερο άσκησε σωματική βία στην παραπονούμενη, την κτύπησε, την κλώτσησε σε διάφορα μέρη του σώματος της και της προκάλεσε σωματικές βλάβες όπως φαίνονται μέσα από τα ευρήματα της ιατροδικαστού Ελένης Αντωνίου. Μπορεί οι σωματικές βλάβες της παραπονούμενης να περιορίζονται σε εκχυμώσεις και εκδορές όμως αυτό δεν υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέας Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος: «Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Τόκκαλλου πιο πάνω επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αναστάσιου Α. Γεωργίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 464 και αναφέρθηκαν περαιτέρω τα εξής: «Χρήση βίας από το σύζυγο κατά της συζύγου του αποτελεί ιδιαίτερη πτυχή εγκλημάτων βίας στην οικογένεια τα οποία έχουν ως γενεσιουργό αιτία τη χρήση βίας ως μέσο επιβολής της θέλησης του συζύγου επί της συζύγου και την κυριαρχία του στην οικογένεια με έρεισμα τη σωματική του δύναμη. Η βία αντικαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική. Εξαρθρώνει το κλίμα ισότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των συζύγων.» Όταν η παραπονούμενη κατάγγειλε τον κατηγορούμενο στην αστυνομία για την παράνομη και ανεπίτρεπτη συμπεριφορά του ασκώντας ουσιαστικά το αυτονόητο αφού ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το παράλογο της συμπεριφοράς του, ο κατηγορούμενος συνέχισε με παράνομο και εγωιστικό επίσης τρόπο να προσπαθεί να επιβάλει και πάλι την δική του επιθυμία, να πείσει δηλαδή την παραπονούμενη να αποσύρει το παράπονο της στην αστυνομία. Ο κατηγορούμενος αγνόησε από την ίδια ημέρα που του επιδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου και έστελλε απειλητικά μηνύματα στην παραπονούμενη και δεν δίστασε και πάλι να ασκήσει βία εναντίον της. Στην υπόθεση Safarino Shoe Industry & Trading Co Ltd v. Sunshoes Limited
(1984)1 CLR 738 λέχθηκε ότι «τα δικαστικά διατάγματα δεν αποτελούν λιγότερο προσταγή του Νόμου από ότι οι Νομοθετικές πρόνοιες. Μάλιστα, τα δικαστικά διατάγματα είναι πιο άμεσα καθότι προσδιορίζουν τι πρέπει να γίνει ή τι δεν πρέπει να γίνει. Η μη συμμόρφωση σε δικαστικό διάταγμα υπονομεύει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας και συνιστά περιφρόνηση η οποία ξεπερνά κατά πολύ τον κοινωνικό αντίκτυπο. Η συμμόρφωση στα δικαστικά διατάγματα αποτελεί ένα από τα θεμέλια της πολιτισμένης κοινωνίας». Στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου την οποία ο κ. Χριστοφόρου αποδίδει στο φόβο του να πάει φυλακή, φαίνεται μία μεγάλη αντίφαση. Ενώ ο ίδιος φοβάται την πιθανότητα καταδίκης σε ποινή φυλάκισης, όπως ισχυρίζεται ο κ. Χριστοφόρου, ταυτόχρονα απειλεί την παραπονούμενη ότι «είναι ποσπασμένη» αν δεν αποσύρει το παράπονο της και δεν τον ένοιαζε να την σκοτώσει και να πάει φυλακή. Οι πράξεις αυτές του κατηγορούμενου καταδεικνύουν την εγωιστική και πάλι συμπεριφορά του και την επιθυμία του να επιτευχθεί και πάλι το δικό του. Δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι δικαιολογείται τέτοια συμπεριφορά κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Ο σεβασμός στο συνάνθρωπο, ιδιαίτερα σε άνθρωπο όπως η παραπονούμενη με την οποία διατηρούσε ερωτική σχέση ο κατηγορούμενος είναι αυτονόητος. Η επιθυμία του να πείσει την παραπονούμενη να συνεχίσουν τη σχέση τους θα μπορούσε να γίνει με λογικό τρόπο αλλά εφόσον η παραπονούμενη επέμενε ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να σεβαστεί την επιθυμία της και να αντιληφθεί ότι δεν μπορεί με τη βία να απαιτεί από την παραπονούμενη να παραμείνει μαζί του και όχι στη προσπάθεια του αυτή να διαπράξει σωρεία άλλων αδικημάτων. Τέτοια συμπεριφορά όπως αυτή του κατηγορούμενου δεν μπορεί να γίνει ανεκτή και η καταφυγή στη βία ως μέσο επικράτησης ή ως μέσο εκδίκησης δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων όπως αναφέρεται μέσα από τη νομολογία. Η εκδήλωση τέτοια συμπεριφοράς πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει πιο πάνω το Δικαστήριο εκτός από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τα περιστατικά της υπόθεσης μέσα από τα οποία πάντοτε κρίνεται κάθε υπόθεση λαμβάνει υπόψη του και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος είναι πολύ νεαρής ηλικίας, κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν ηλικίας 21 ετών και σήμερα 22. Είναι λευκού ποινικού μητρώου και έχει αποζημιώσει την παραπονούμενη για τις ζημιές που της έχει προκαλέσει. Ο κατηγορούμενος είναι ο πατέρας του παιδιού που η παραπονούμενη κυοφορεί και βρίσκεται στον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της με την οποία διατηρεί επαφή αφού όπως έχει τεθεί ενώπιον μας η παραπονούμενη τον επισκέπτεται στις Κεντρικές Φυλακές όπου ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση. Λαμβάνουμε υπόψη τα πιο πάνω σαν μετριαστικούς παράγοντες, όπως επίσης λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή του κατηγορούμενου η οποία έγινε αμέσως μετά τη διακοπή τριών από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Ο κατηγορούμενος όπως αναφέρουμε είναι ηλικίας 22 χρόνων. Το νεαρό της ηλικίας είναι παράγοντας μετριαστικός της ποινής. Η αναμόρφωση του κατηγορούμενου, όπως και άλλων επίδοξων δραστών για παρόμοια αδικήματα είναι μία επιδίωξη και η επιλογή ποινής φυλάκισης σε τέτοιες περιπτώσεις αποτελεί το ύστατο μέτρο μεταχείρισης και επιβάλλεται μόνο όταν αυτή καθίσταται υπό τις περιστάσεις αναπόφευκτη. Η ελπίδα για αναμόρφωση νεαρών παραβατών είναι μεγαλύτερη ιδιαίτερα όταν δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες και είναι κοινωνικά επιζήμια η διαγραφή ή υποτίμηση της προσδοκίας για την αναμόρφωση τους (βλ. Azzeh v. Republic
(1989)2 C.L.R. 14). Είναι μετά από μελέτη τόσο των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση όσο και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου αλλά χωρίς δισταγμό που καταλήξαμε ότι η κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή για τον κατηγορούμενο είναι αυτή της φυλάκισης και τούτο έχοντας υπόψη ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα αλλά και η σοβαρότητα των αδικημάτων θέτει το γεγονός της παραδοχής αλλά και του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου σε μοίρα που επηρεάζει όχι το είδος της ποινής που θα του επιβληθεί αλλά τη χρονική της διάρκεια. Για όλους τους λόγους που αναφέρουμε πιο πάνω επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην κατηγορία 6 δεν επιβάλλουμε καμία ποινή. Στην κατηγορία 7 ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην κατηγορία 8 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην κατηγορία 9 ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην κατηγορία 10 ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην κατηγορία 11 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην κατηγορία 12 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην κατηγορία 13 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην κατηγορία 14 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην κατηγορία 15 ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην κατηγορία 16 ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην κατηγορία 19 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην κατηγορία 20 δεν επιβάλλουμε καμία ποινή. Στην κατηγορία 21 ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην κατηγορία 22 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην κατηγορία 23 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Ο κ. Χριστοφόρου κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που κατέληγε στην επιβολή ποινής φυλάκισης να την αναστείλει σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί της Υφ΄ Όρων Αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλάκισης σε Ορισμένες Περιπτώσεις Νόμος 186(Ι)/2003. Αφού λάβαμε υπόψη όλους τους παράγοντες όπως τους έχουμε εκθέσει πιο πάνω με κυρίαρχα στοιχεία τόσο την σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά ιδιαίτερα την συμπεριφορά του κατηγορούμενου καταλήγουμε ότι κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης και με δεδομένο το ύψος της ανώτερης ποινής που επιβάλαμε στον κατηγορούμενο δεν παρέχεται δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης. Η αναστολή της ποινής θα έδινε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον κατηγορούμενο όσο και σε άλλους επίδοξους δράστες. Οι ποινές θα συντρέχουν και να ληφθεί υπόψη ο χρόνος κράτησης του κατηγορούμενου από τις 11.12.2017. Οι δειγματοληψίες και τα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Το ποσό των €140,00 έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής να καταβληθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ)............. Ρ. Λιμνατίτου, Π.Ε.Δ. (Υπ)............. Μ. Δρουσιώτης, Α.Ε.Δ. (Υπ)............. Π. Μιχαηλίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.