Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Δήμητρα Στυλιανού, Αρ. Υπόθεσης: 742/16, 24/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 742/16 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v. Δήμητρα Στυλιανού Κατηγορουμένης ----------------------- Ημερομηνία: 24/04/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους. Για την Κατηγορούμενη : κ. Κλ. Καραμανίδης. Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορούμενη έχει κριθεί ένοχη κατόπιν δικής της παραδοχής, στην κατηγορία της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 1). Τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης του πιο πάνω αδικήματος, όπως έχουν εκτεθούν ενώπιον μου από την κατηγορούσα αρχή και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση έχουν ως ακολούθως: Στις 19.11.2015 προσήλθε στο Τ.Α.Ε. Πάφου ο παραπονούμενος (Μ.Κ.1), ο οποίος είναι φαρμακοποιός και κατήγγειλε ότι η κατηγορούμενη στις 21/11/2011 είχε μεταβεί στο φαρμακείο και του ζήτησε μια ένεση ACLASTA 5 MG 100ML αξίας €450, γιατί ήταν επείγον όπως του ανέφερε και του είπε ότι θα του έπαιρνε τα χρήματα αργότερα από το τμήμα θαλασσαιμικών. Ο παραπονούμενος γνώριζε την κατηγορούμενη για αρκετά χρόνια καθότι η τελευταία είχε εργαστεί ως ιατρικός επισκέπτης. Όπως περαιτέρω του ισχυρίστηκε, η ίδια ήταν μέλος του τμήματος θαλασσαιμικών Πάφου και την εν λόγω ένεση την χρειάζονταν στο τμήμα αυτό για επείγον περιστατικό. Ο παραπονούμενος της είχε δώσει τη συγκεκριμένη ένεση και αφού πέρασαν 10 - 15 μέρες και δεν είχε πάρει τα χρήματα του, επικοινώνησε μαζί της και του απέστειλε το ποσό των €150 με ταξί. Ακολούθως, δεν έγινε οποιαδήποτε άλλη πληρωμή. Τότε ο παραπονούμενος επικοινώνησε τόσο με το τμήμα θαλασσαιμικών Πάφου όσο και με τα κεντρικά στη Λευκωσία και κανένας δεν γνώριζε το όνομα της κατηγορούμενης και διαφάνηκε ότι η αυτή δεν ήταν μέλος του Συνδέσμου τον οποίο ανέφερε. Ο παραπονούμενος μετέβηκε στο Τ.Α.Ε. Πάφου όπου κατήγγειλε την υπόθεση, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης, συνελήφθηκε η κατηγορούμενη και όταν της επιστήθηκε η προσοχή της στο Νόμο δεν απάντησε ο,τιδήποτε. Η κατηγορούμενη κατηγορήθηκε γραπτώς στις 8.1.2016 και αφού της επιστήθηκε η προσοχή της στο Νόμο απάντησε «δεν παραδέχομαι». Επίσης, λέχθηκε ότι η κατηγορούμενη δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, ότι υπάρχουν €20 έξοδα και το τεκμήριο που υπάρχει, δηλαδή ένα τιμολόγιο με αριθμό 2088 να επιστραφεί στον παραπονούμενο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης εξέφρασε την απολογία και μεταμέλεια της, η οποία είναι έμπρακτη αφού εν τέλει αποζημίωσε πλήρως τον παραπονούμενο και ο τελευταίος δεν έχει πλέον οποιοδήποτε παράπονο εναντίον της. Προς το σκοπό αυτό κατάθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο Α το οποίο αποτελεί σχετική δήλωση του παραπονούμενoυ και σχετική απόδειξη εξόφλησης. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος απέδωσε την όλη εγκληματική συμπεριφορά της κατηγορουμένης στην προσπάθεια της να βοηθήσει ένα ασθενή που χρειαζόταν τη συγκεκριμένη ένεση και η ίδια δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος. Η ίδια κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν όντως μέλος του θαλασσαιμικού συνδέσμου αλλά όχι του τμήματος θαλασσαιμικό Πάφου όπως ανάφερε στον παραπονούμενο και το κίνητρο της ήταν να βοηθήσει ένα ασθενή που την είχε ανάγκη. Ο συνήγορος επίσης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το χρονικό διάστημα το οποίο μεσολάβησε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή και το οποίο ανέρχεται σε 3 ½ περίπου χρόνια. Σε σχέση με τις προσωπικές της συνθήκες, ο συνήγορος υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σε αυτή αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη είναι ηλικίας 56 χρόνων, έγγαμη και μητέρα δύο ενήλικων παιδιών. Διαμένει με το σύζυγο της σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Λεμεσό και εργάστηκε για 6 χρόνια σε χρηματοοικονομική εταιρεία ενώ από το 2000 μέχρι το 2010 ως ιατρικός επισκέπτης. Κατά το έτος 2010 ασθένησε με καρκίνο του μαστού και υποβλήθηκε σε χημειοθεραπείες και δεν εργαζόταν μέχρι τον 2/
- Από τον Μάρτιο του 2018 έχει εργοδοτηθεί σε χρηματοοικονομική εταιρεία μέσω του Σχεδίου των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για ανέργους άνω των 50 ετών με εισοδήματα ύψους €560 μηνιαίως. Ο σύζυγος της εργάζεται σε ιδιωτική εταιρεία με εισοδήματα €1,100 μηνιαίως ενώ έχουν ενοίκιο ύψους €600 μηνιαίως. Τέλος, αποτέλεσε εισήγηση της υπεράσπισης ότι σε περίπτωση ποινής φυλάκισης, τότε δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεση της, εν όψει όλων των ανωτέρω. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το αδίκημα που διέπραξε η κατηγορούμενη είναι ιδιαίτερα σοβαρό και αυτό φαίνεται από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 κατατάσσει το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις στην κατηγορία των κακουργημάτων και σε περίπτωση καταδίκης επισύρει ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων. Η σοβαρότητα τέτοιου είδους αδικημάτων επισημαίνεται και μέσα από την νομολογία η οποία αναφέρει ότι υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Στην Ανδρέας Αντωνίου Ιωάννου Άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 στην οποία ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε μεταξύ άλλων και κατηγορία για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα στη σελ.292: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής.» Στην πιο πάνω υπόθεση επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε βεβαρυμένο ποινικό μητρώο, για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις ποινή φυλάκισης ενός χρόνου μαζί με άλλες μεγαλύτερες ποινές για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Παραπέμπω επίσης, στην Νίκος Ευαγγέλου Αργυρού Χριστούδκιας v. Της Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 52 όπου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών για το ίδιο αδίκημα αφού λήφθηκαν υπόψη και άλλες οκτώ υποθέσεις καθώς επίσης ενεργοποιήθηκε και προηγούμενη ποινή φυλάκισης έξι μηνών η οποία θα ήταν διαδοχική. Βέβαια θα πρέπει να λεχθεί ότι η κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά και λαμβάνεται υπόψη, πέραν από την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για αποτροπή και η αξία της περιουσίας που εξασφαλίζεται και η σοβαρότητα των συνεπειών (βλ. Sentencing in Cyprus του Γ. Μ. Πική, 2η έκδοση σελ. 149) Η συμπεριφορά που επέδειξε η κατηγορουμένη κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν απαράδεκτη και καταδικαστέα. Αυτή εκμεταλλεύτηκε την γνωριμία της με τον παραπονούμενο και του παρουσιάστηκε ως μέλος του τμήματος θαλασσαιμικών Πάφου και ότι ενεργούσε για λογαριασμού του, με αποτέλεσμα να αποσπάσει από αυτόν την συγκεκριμένη ένεση. Δεν παραγνωρίζω ότι αυτή κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέλος του συνδέσμου θαλασσαιμικών και είχε σχέση με θαλασσαιμικά άτομα αλλά όφειλε να αποκαλύψει την πραγματική της εμπλοκή με τα άτομα αυτά και όχι να παρουσιαστεί ως μέλος του Τμήματος Θαλασσαιμικών Πάφου και ότι ενεργούσε για λογαριασμό τους, κάτι το οποίο δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Αποτέλεσμα της πιο πάνω ενέργειας της ήταν ο παραπονούμενος να της χορηγήσει τη συγκεκριμένη ένεση αξίας €450 και όταν εν τέλει δεν είχε πληρωθεί γι αυτήν να αναζητά τα χρήματα του από το Τμήμα Θαλασσαιμικών για να διαπιστώσει εν τέλει ότι αυτό δεν είχε καμία σχέση με τη δοσοληψία ούτε και με την κατηγορουμένη. Η κατηγορούμενη όφειλε να είχε αποκαλύψει την πραγματική διάσταση των γεγονότων προς τον παραπονούμενο και όχι να την παραποιήσει με σκοπό να εξασφαλίσει την εν λόγω ένεση χωρίς την καταβολή χρημάτων. Η ενέργεια της αυτή πλήττει την ασφάλεια των συναλλαγών και ως τέτοια θα πρέπει να αποτρέπεται δια της επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Παρά τα πιο πάνω όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (βλ. Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Η εξατομίκευση της ποινής όμως, δεν θα πρέπει να εξουδετερώνει ούτε τη σοβαρότητα του εγκλήματος, ούτε το στοιχείο της αποτροπής και να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Προς όφελος της κατηγορουμένης, λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου, την απολογία της και την αποζημίωση του θύματος τον Ιανουάριο του 2016 και πριν από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης εναντίον της, στοιχεία που καταδεικνύουν την έμπρακτη μεταμέλεια της. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι το θύμα δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση και κανένα παράπονο πλέον από την κατηγορούμενη, την οποία όπως αναφέρει γνωρίζει από το 2003 (βλ. τεκμήριο Α). Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό της ποινικό μητρώο, το γεγονός ότι η συμπεριφορά της αυτή ήταν μεμονωμένη και δεν ήταν μια συστηματική συμπεριφορά καθώς επίσης και το είδος και την αξία του αγαθού που εξασφάλισε. Περαιτέρω, θα λάβω υπόψη μου τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και το κίνητρο της κατηγορουμένης στη διάπραξη του που ήταν να βοηθήσει ασθενή που έχει ανάγκη τη συγκεκριμένη ένεση και ότι ο σκοπός της δεν ήταν να αποκτήσει η ίδια οποιοδήποτε οικονομικό όφελος. Τουλάχιστον, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο με τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές της συνθήκες όπως αυτές φαίνονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα την οικονομική της κατάσταση και το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε καθώς και την προσπάθεια που καταβάλλει για επανένταξη της στην κοινωνία με την εξασφάλιση νέας εργασίας προσφάτως. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Αυτός ανέρχεται περί τα 3 ½ χρόνια χωρίς να προκύπτει ότι η κατηγορούμενη φέρει ιδιαίτερο μερίδιο ευθύνης για την καθυστέρηση αυτή. Θα λάβω υπόψη μου το χρονικό αυτό διάστημα και θα συνυπολογιστεί μαζί με τα υπόλοιπα ελαφρυντικά της κατηγορουμένης στη βάση των αρχών που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτη κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Σωτήρης Αβράαμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543). Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, έχω ιδιαίτερα προβληματιστεί αναφορικά με το είδος της ποινής το οποίο θα πρέπει να επιβληθεί στην παρούσα υπόθεση. Το αδίκημα το οποίο η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει είναι ιδιαίτερα σοβαρό, εμπεριέχει το στοιχείο της απάτης και της ανεντιμότητας, υπονομεύει την ασφάλεια των συναλλαγών και χρήζει αποτροπής. Αυτό όμως δεν ατονεί την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά της κατηγορουμένης και ειδικότερα τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος, το κίνητρο της κατηγορουμένης, το λευκό της ποινικό μητρώο, την αποζημίωση του θύματος, την παραδοχή της, τις προσωπικές της συνθήκες και το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, έχω καταλήξει ότι η ποινή φυλάκισης μπορεί να αποφευχθεί και ότι η κατάλληλη στην παρούσα περίπτωση ποινή είναι η χρηματική. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο της κατηγορουμένης, επιβάλλεται σε αυτήν στην 1ην κατηγορία που αντιμετωπίζει, ποινή προστίμου €400. €20 έξοδα να καταβληθούν από την κατηγορούμενη και το τεκμήριο να επιστραφεί στον παραπονούμενο. Πιστόν Αντίγραφον Υπ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο