Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Στέλιος Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 1718/15, 17/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1718/15 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v. Στέλιος Ιωάννου Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 17/04/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως. Κατηγορούμενος: παρόν. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κάτωθι κατηγορίες:
- Κατάχρηση εξουσίας από Δημόσιο Λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Δόλος και κατάχρηση εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 133 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Ανυπακοή σε διατάξεις νόμων που επιβάλλουν καθήκον, κατά παράβαση του άρθρου 136 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Εκείνο που αναφύεται να προκύπτει από τις λεπτομέρειες όλων των κατηγοριών και να καταλογίζεται στον κατηγορούμενο είναι ότι μεταξύ των ημερομηνιών 28-29/11/2013 στην ΑΔΕ Πάφου ενώ ήταν αξιωματικός της Αστυνομίας, έδωσε οδηγίες όπως μην διερευνηθούν από μέλη της Αστυνομίας, τα τροχαία αδικήματα που διέπραξε την 28ην/11/2013 στην Χλώρακα ο Χαράλαμπος Ππαλάς από την Μεσόγη. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε οκτώ
(8)μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον Ανώτερο Υπαστυνόμο Ζήνωνα Ψαθίτη (Μ.Κ.1), τον Υπαστυνόμο Νίκο Χ΄΄Οικονόμου (Μ.Κ.2), τον Αστυνόμο Α΄ Νίκο Πενταρά (Μ.Κ.3), τον Αστυφ. Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου (Μ.Κ.4), τον Ε/Α 5398 Κυριάκο Αντωνίου (Μ.Κ.5), την Ε/Α 5703 Ερμούλλα Χαραλάμπους (Μ.Κ.6), την κα Αντιγόνη Περικλέους (Μ.Κ.7) και τον Αστυνόμο Β΄ Αντωνάκη Γεωργίου (Μ.Κ.8). Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και την λαμβάνω υπόψη μου. Θα αναφερθώ κατωτέρω συνοπτικά σε αυτή για να διαφανούν τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Να αναφερθεί όμως ότι, όπως έχει διαφανεί, εναντίον του κατηγορουμένου έχει διεξαχθεί έρευνα από την Αστυνομία στα πλαίσια πειθαρχικής υπόθεσης με στοιχεία Πάφος αρ. 4/2014 και λήφθηκαν καταθέσεις από όλους τους μάρτυρες που κατάθεσαν στο Δικαστήριο και άλλο μαρτυρικό υλικό. Οι εν λόγω καταθέσεις υιοθετήθηκαν και κατατέθηκαν από τους μάρτυρες κατηγορίας ενώπιον του Δικαστηρίου και αποτέλεσαν μέρος της κυρίως τους εξέτασης. Ο Μ.Κ.1 κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ανάφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο υπεύθυνος της Τροχαίας Πάφου και πληροφορήθηκε από τον ερευνών Αξιωματικό Αστυνόμο Β΄ Α. Γεωργίου ότι στις 28/11/2013 και περί ώρα 2100, ο Ε/Α 5398 και ο Αστ. 726 μετέφεραν από την Χλώρακα στο Τμήμα την μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής KSG 544 μάρκας HONDA 450 cc και την τοποθέτησαν στον σκεπαστό χώρο που σταθμεύουν οι υπηρεσιακές μοτοσυκλέτες. Την επομένη 29/11/2013 και περί ώρα 1800 - 1900, η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια Αντιγόνη Περικλέους από τη Μεσόγη, προσήλθε και την παρέλαβε. Ο ίδιος αναφέρει ότι γι αυτό το περιστατικό δεν είχε καμία ενημέρωση και για πρώτη φορά ενημερώθηκε περί τα μέσα Μαρτίου του 2014, από τον Διευθυντή της Υ.Ε.& Ε. Ανώτερο Αστυνόμο Μ. Μιλτιάδους. Ακολούθως στην μαρτυρία του ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθείται για τα οχήματα τα οποία μεταφέρονται στην Τροχαία Πάφου, μεταξύ των οποίων, είναι και οχήματα που οδηγούνται χωρίς ασφάλεια και χωρίς άδεια οδηγού. Περιέγραψε τον χώρο που αυτά μεταφέρονται λέγοντας ότι υπάρχει μια είσοδος η οποία είναι ηλεκτρική και ανοίγει με τηλεχειριστήριο το οποίο χειρίζεται ο αστυνομικός που είναι καθήκον στο «control room» και έχει οπτική επαφή με την είσοδο. Όλα τα οχήματα που μεταφέρονται στην τροχαία καταγράφονται σε ειδικό βιβλίο/μητρώο υπό τον τίτλο «Μητρώο Οχημάτων που μεταφέρονται στην Τροχαία Πάφου, αντίγραφο του οποίου κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 1 και αφορά τον ουσιώδη χρόνο. Επεξήγησε το περιεχόμενο του εν λόγω μητρώου για να πει ότι η εν λόγω μοτοσυκλέτα δεν είναι καταχωρημένη σε αυτό ότι μεταφέρθηκε στην Τροχαία Πάφου. Επίσης, ανάφερε ότι μετά που θα ολοκληρωθούν οι εξετάσεις και το μηχανοκίνητο όχημα θα πρέπει να παραδοθεί στον ιδιοκτήτη του, αυτό γίνεται αφού ο ιδιοκτήτης υπογράψει σχετική βεβαίωση και από έλεγχο που έγινε δεν φαίνεται να υπάρχει σχετική βεβαίωση της κας Αντιγόνης Περικλέους, ιδιοκτήριας της εν λόγω μοτοσυκλέτας ότι την παρέλαβε. Περαιτέρω, ανάφερε ότι από έλεγχο που έγινε δεν υπάρχει καταχώρηση σχετικά με την εν λόγω μοτοσυκλέτα ούτε στο ηλεκτρονικό ημερολόγιο, ούτε και στο ημερολόγιο καθηκόντων, αντίγραφο του οποίου κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι εναντίον του Χαράλαμπου Ππαλά και της μητέρας του Αντιγόνης Περικλέους, διερευνήθηκε η υπόθεση με στοιχεία Τροχαία Μ.Ε. 3779/2011, η οποία καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με αρ. 6411/
- Ο Χαράλαμπος Ππαλάς (1ος κατηγορούμενος) κατηγορήθηκε για οδήγηση του μοτοποδηλάτου ΚUC 366 χωρίς άδειας οδήγησης, ασφάλεια, άδεια κυκλοφορίας, πινακίδες εγγραφής, προστατευτικό κράνος και τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Η μητέρα του κατηγορήθηκε για το ότι παρέλειψε να λάβει τα δέοντα μέτρα για αποτροπή οδήγησης του μοτοποδηλάτου από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Η εν λόγω υπόθεση εκδικάστηκε στις 11/02/2013 και στον 1ον κατηγορούμενο επιβλήθηκε χρηματικό πρόστιμο €850 και στέρηση της άδειας οδήγησης για 6 μήνες από την ημέρα που θα δικαιούται να λάβει άδεια ενώ στην μητέρα του πρόστιμο €
- Αντεξεταζόμενος είπε ότι ο κατηγορούμενος ως υπεύθυνος του Κεντρικού Σταθμού Πάφου κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε εξουσία να διατάξει τους αστυνομικούς του (της Τροχαίας) στο τί θα κάνουν. O M.K.2 κατάθεσε ότι στις 28/11/2013 εκτελούσε χρέη Αξιωματικού Υπηρεσίας στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου. Στην 1η κατάθεση που έδωσε στα πλαίσια της έρευνας που διεξαγόταν για πιθανή διάπραξη πειθαρχικών αδικημάτων από τον κατηγορούμενο (βλ. έγγραφο 2Α), είπε ότι στις 28/11/2013 και περί ώρα 19:45 μίλησε μαζί του ο Ε/Α 5398, ο οποίος υπηρετούσε στο ΟΥΛΑΕ και βρισκόταν σε περιπολία, αναφέροντας του ότι σταμάτησε για έλεγχο ένα μοτοσυκλετιστή ο οποίος ήταν ανήλικος και ζητούσε την άδεια του για να μεταφέρει τη μοτοσυκλέτα στην Τροχαία διότι οδηγείτο χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια. Του παραχώρησε την άδεια να οδηγήσει τη μοτοσυκλέτα και να την μεταφέρει στην Τροχαία και προς τούτου έκανε σχετική καταχώρηση με αρ. 275/11/13 στο ημερολόγιο καθηκόντων και συμβάντων του αξιωματικού υπηρεσίας, αντίγραφο του οποίου κατάθεσε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 3). Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι σε λίγα λεπτά του τηλεφώνησε ο Αν. Υπ/μος Στέλιος Ιωάννου ο οποίος ήταν υπεύθυνος του ΚΕΜ-ΟΥΛΑΕ και τον ρώτησε αν ο Ε/Α 5398 «έπιασε» κανένα νεαρό να οδηγά παράνομα μοτοσυκλέτα και του απάντησε καταφατικά και ότι του έδωσε σχετική άδεια για μεταφορά της στην Τροχαία. Τότε ο κατηγορούμενος ζήτησε να μιλήσει με τον Ε/Α 5398 και τον συνέδεσε με το κινητό του τηλέφωνο αλλά δεν θυμάται αν ήταν ο ίδιος τηλεφωνητής ή ο Αστ.
- Σε λίγα λεπτά πήρε πίσω ο Ε/Α και ρωτούσε κατά πόσο τον ήθελαν κάτι και τον ενημέρωσε ότι τον αναζητούσε ο κατηγορούμενος σχετικά με την παράνομη οδήγηση της μοτοσυκλέτας. Σε αργότερο στάδιο - δεν θυμόταν ακριβώς την ώρα - αλλά προτού σχολάσει το πρωί της 29ης/11/2013 πήγε στο γραφείο του ο Ε/Α 5398 και του παρέδωσε ένα φάκελο και του είπε ότι υπήρχε μέσα ένα κλειδί της μοτοσυκλέτας που μετέφερε στην Τροχαία και να το δώσει στον κατηγορούμενο. Ο φάκελος αυτός πιθανόν να τοποθετήθηκε στο κουτί του ΚΕΜ - ΟΥΛΑΕ που είναι στο γραφείο του Αξιωματικού Υπηρεσίας. Στο τέλος του Εγγράφου 2Α αναφέρει ότι θέλει να δηλώσει κατηγορηματικά ότι ο ίδιος ουδέποτε έδωσε ή μετέφερε οδηγίες στον Ε/Α 5398 να μην κάνει καταχώρηση ή κατάθεση όσο αφορά την παράνομη οδήγηση της μοτοσυκλέτας από τον ανήλικο. Στην δεύτερη κατάθεση που έδωσε ο μάρτυρας αυτός (βλ. Έγγραφο 2Β) αναφέρει ότι μετά την πρώτη φορά που τον πήρε τηλέφωνο ο κατηγορούμενος, σε λίγο τον ξαναπήρε και του είπε να πει στον Ε/Α 5398 να μην κάνει καταχώρηση και να φέρει το κλειδί της μοτοσυκλέτας και θα χειριζόταν το θέμα το επόμενο πρωί όταν θα ερχόταν δουλειά. Δηλαδή, αναφέρει, το κλειδί να το έφερνε στο γραφείο του και θα το παραλάμβανε το πρωί ο ίδιος. Ο ίδιος αμέσως προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Ε/Α 5398 για να μεταφέρει τις οδηγίες του κατηγορουμένου αλλά δεν απαντούσε. Σε λίγα λεπτά επικοινώνησε πίσω ο ίδιος μαζί του και του είπε ότι τον αναζητούσε ο κατηγορούμενος σχετικά με την οδήγηση της μοτοσυκλέτας και τον ρώτησε κατά πόσο μίλησε μαζί του και του έδωσε οδηγίες και εκείνος του είπε ότι δεν είχε μιλήσει με τον κατηγορούμενο. Στη συνέχεια του μετέφερε τις οδηγίες του κατηγορούμενου λέγοντας του ότι «είπε ο κ. Στέλιος να σου πω να μην κάνεις καταχώρηση για την παράνομη οδήγηση της μοτοσκλέττας και να φέρεις το κλειδί της μοτόρας στο γραφείο μου και θα χειριστεί ο ίδιος το θέμα το πρωί της επομένης.» Στη συνέχεια, είπε στον Ε/Α 5398 να βάλει το κλειδί σε ένα φάκελο και το φέρει στο γραφείο του. Πράγματι λίγα λεπτά πριν σχολάσει το πρωί του έφερε ένα άσπρο φάκελο τον οποίο παρέλαβε η Ε/Α 5703 και της είπε και τον τοποθέτησε στο κουτί του ΚΕΜ - ΟΥΛΑΕ . Αναφέρει επίσης ότι πριν σχολάσει ενημέρωσε τον Λοχ. 1268 ο οποίος τον αντικατέστησε ότι υπήρχε ένας φάκελος για τον κ. Στέλιο για τον οποίο είναι ενήμερος. Από ότι θυμάται πάνω στο φάκελο έγραφε το όνομα Στέλιος. Πιο κάτω αναφέρει ότι ο λόγος που προβαίνει σε αυτή τη συμπληρωματική κατάθεση είναι διότι σήμερα 23/03/2014 αντιλήφθηκε ότι στην πρώτη του κατάθεση ημερομηνίας 17/03/2014 δεν είχε χρόνο να σκεφτεί αρκετά καλά τα γεγονότα. Μετά από πάροδο μιας εβδομάδας φρέσκαρε στη μνήμη του τα γεγονότα και συμπλήρωσε τα κενά που υπήρχαν στην 1ην του κατάθεση. Αντεξεταζόμενος είπε ότι ένας εκ των ερευνόντων αξιωματικών, ο Αστυνόμος Β΄ Α. Γεωργίου είναι κουμπάρος του και ότι την κα Α. Περικλέους δεν την γνωρίζει και ουδέποτε την κέρασε καφέ όταν ερχόταν στην Αστυνομία και εκτελούσε χρέη μεταφράστριας. Είπε, επίσης, ότι σε σχέση με τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ της 1ης και 2ης κατάθεσης του και συγκεκριμένα κατά πόσο έδωσε οδηγίες ο ίδιος στον Ε/Α 5398 να μην κάνει καταχώρηση, ισχύουν αυτά που είπε στην 2ην του κατάθεση καθότι μετά που είχε χρόνο να σκεφτεί τα γεγονότα τα ανάφερε στην 2ην του κατάθεση. Περαιτέρω, αρνήθηκε ότι τον ενημέρωσε ο κουμπάρος του για το τι έλεγαν οι άλλοι στις καταθέσεις του και γι αυτό έδωσε τη δεύτερη κατάθεση του. Επίσης, ερωτούμενος να πει κατά πόσο όταν ο αξιωματικός υπηρεσίας παίρνει οδηγίες, αυτές τις καταγράφει, είπε ότι αυτό εξαρτάται από το περιεχόμενο τους και στην προκειμένη περίπτωση δεν έκρινε σκόπιμο να τις καταγράψει. Αρνήθηκε επίσης ότι τον πήρε τηλέφωνο η μητέρα του ανήλικου που οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα και είπε ότι ο ανήλικος δεν συνελήφθηκε και πήγε σπίτι του. Ο ίδιος δεν την γνωρίζει και ουδέποτε της υποσχέθηκε ότι θα κλείσει την υπόθεση. Ο Μ.Κ.3 ανάφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ΒΑΔΕ(Δ) ΑΔΕ Πάφου και στις 20/02/2014 το βράδυ και ενώ βρισκόταν στο σπίτι του πήρε πληροφορία μέσω τηλεφώνου από ανώνυμο άντρα που έλεγε ότι στις 28/11/2013 μέλη της Αστυνομίας Πάφου συνέλαβαν επ' αυτοφόρω ανήλικο να οδηγεί τη μοτοσυκλέτα KSG 544 χωρίς Α.Ο. και ασφάλεια. Στη συνέχεια πήραν άδεια από τον αξ/κο υπηρεσίας που ήταν ο Υπ/μος Ν. Χ΄΄Οικονόμου και την μετέφεραν στην Αστυνομία αλλά σύμφωνα με τον πληροφοριοδότη δεν έκαναν τίποτε για την ποινική δίωξη του ανήλικου γιατί ο κ. Χ΄΄Οικονόμου τους διαβίβασε οδηγίες του Αν. Υπ/μου Στέλιου Ιωάννου για να του αφήσουν τα κλειδιά σε ένα φάκελο, να μην κάνουν καταχώρηση και ότι θα το διευθετούσε ο ίδιος την επομένη. Κάποια από τις επόμενες μέρες της 20ης/02/2014 επισκέφθηκε τα γραφεία του ΚΕΜ, συνάντησε τον Υπ/μο Χ΄΄Οικονόμου και του ζήτησε να ψάξει το ημερολόγιο του γραφείου του και να τον ενημερώσει σχετικά. Αφού το έψαξε του επιβεβαίωσε ότι πράγματι υπήρχε μια περίπτωση και του έδωσε φωτοαντίγραφο με τη σχετική καταχώρηση. Ακολούθως, ετοίμασε ημερολόγιο ενεργείας και το διαβίβασε στον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου για περαιτέρω διερεύνηση της πληροφορίας (βλ. τεκμήριο 4). Αντεξεταζόμενος σχετικά με την πιο πάνω αναφερόμενη πληροφορία που έλαβε 4 σχεδόν μήνες μετά το συμβάν είπε ότι δεν κατέγραψε τον αριθμό τηλεφώνου από τον οποίο δέχθηκε το τηλεφώνημα διότι δεν είχε σημασία αυτό αλλά το περιεχόμενο της πληροφορίας. Αρνήθηκε επίσης ότι η όλη υπόθεση είναι μια σκευωρία εναντίον του κατηγορουμένου και δεν υπήρχε οποιοσδήποτε άγνωστος πληροφοριοδότης αν και παραδέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προηγουμένως τον είχε καταγγείλει ότι οδηγούσε όχημα χωρίς τα απαραίτητα έγγραφα. Επίσης, παραδέχθηκε ότι υπήρχε καταγγελία πολίτη που συνελήφθηκε για απλήρωτα εντάλματα που ανάφερε ότι τα χρήματα τα «έφαε» ο ίδιος αλλά είπε ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, παραδέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατάγγειλε τον γιο του μάρτυρα, επίσης αστυνομικό ότι υπέγραψε ψευδώς στο βιβλίο υπερωριών της αστυνομικής διεύθυνσης Πάφου και ότι εναντίον του εκκρεμεί υπόθεση στο Δικαστήριο με 268 κατηγορίες. Ο Μ.Κ.4 ανάφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπηρεσία στην Τροχαία Πάφου και ενώ βρισκόταν στο γραφείο των δυστυχημάτων της τροχαίας είδε τον Ε/Α 5398 να μεταφέρει μια μοτοσυκλέτα εντός της τροχαίας. Βγήκε έξω και αφού τον ρώτησε τι ήταν αυτή η μοτοσυκλέτα, του είπε ότι ήταν εντάξει και ότι ήταν υπόθεση του ΟΥΛΑΕ και έτσι δεν έδωσε περισσότερη σημασία και επέστρεψε πίσω στο γραφείο. Ο Ε/Α 5398 δεν έφερε στο γραφείο οποιαδήποτε κατάθεση και μετά από πάροδο κάποιας ώρας προσήλθε στο γραφείο των δυστυχημάτων η Αντιγόνη Περικλέους και ανάφερε ότι είχε έρθει για να δει τη μοτοσυκλέτα της και μετά από λίγα λεπτά έφυγε. Ο μάρτυρας αυτός είπε ότι δεν έχει τίποτε υπόψη του για την παρούσα υπόθεση. Ο Μ.Κ.5 ήταν ο αστυνομικός ο οποίος ανέκοψε τον ανήλικο ο οποίος οδηγούσε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα χωρίς άδεια και πιστοποιητικό ασφάλειας στην Χλώρακα. Κατέγραψε τα στοιχεία του με σκοπό όταν θα πήγαινε στην τροχαία όπου θα μετέφερε την μοτοσυκλέτα, να κάνει την κατάθεση του και να την παραδώσει στους εξεταστές, κάτι το οποίο κάνουν σε τέτοιες περιπτώσεις όσοι εργάζονται στον ΟΥΛΑΕ. Ενημέρωσε στον Αξ/κο Υπηρεσίας ο οποίος του έδωσε άδεια για να οδηγήσει τη μοτοσυκλέτα και την μετέφερε στην τροχαία όπου την στάθμευσε στην περιφραγμένη αυλή. Όταν κατέβηκε από τη μοτοσυκλέτα πρόσεξε ότι υπήρχε στο τηλέφωνο του αναπάντητη κλήση από τον Αξ/κο Υπηρεσίας και τον πήρε τηλέφωνο πίσω. Του είπε ότι όσο αφορά τη μοτοσυκλέτα που μετάφερε στην τροχαία ότι του τηλεφώνησε ο Ανωτ. Υπαστυνόμος Στέλιος Ιωάννου και του ανάφερε να μην κάνει οποιαδήποτε καταχώρηση στην τροχαία και να βάλει το κλειδί της μοτοσυκλέτας σε ένα φάκελο και να το παραδώσει στον ίδιο, δηλαδή τον Αξ/κο Υπηρεσίας και ότι την υπόθεση θα την χειριζόταν ο ίδιος ο Στέλιος Ιωάννου. Πράγματι έβαλε το κλειδί σε ένα φάκελο στον οποίο έγραψε έξω από αυτό το όνομα ΣΤΕΛΙΟΣ και τον παράδωσε στον κ. Χ΄΄Οικονόμου. Πιο κάτω αναφέρει ότι ενώ βρισκόταν στο προαύλιο της τροχαίας πήγε στο μέρος ένας άντρας που τον γνώριζε επ' ονόματι Κούλλης και τον ρώτησε πώς θα προχωρούσε η υπόθεση και ο ίδιος του είπε ότι θα ενημερωνόταν αργότερα από την αστυνομία. Ο ίδιος αναφέρει ότι ακολούθησε οδηγίες του ανώτερου του και δεν έκανε κατάθεση ούτε οποιαδήποτε καταχώρηση στην τροχαία και συνέχισε την εργασία του. Σε λίγες μέρες πέρασε από την τροχαία και διαπίστωσε ότι η μοτοσυκλέτα δεν βρισκόταν εκεί. Συμπληρωματικά στην κατάθεση του, αναφέρει ότι το φάκελο που κατασκεύασε με μια άσπρη κόλλα Α4 και είχε βάλει μέσα το κλειδί της μοτοσυκλέτας, όταν επέστρεψε από την περιπολία του, πέρασε πιθανόν έξω από το παράθυρο του γραφείου των τηλεφωνητών του ΚΕΜ και τους είπε ότι ο φάκελος αυτός είναι για τον κ. Στέλιο και ότι είναι συνεννοημένοι με τον Αξ/κο Υπηρεσίας, τους τον άφησε και έφυγε. Δεν θυμάται ποιοι ήταν καθήκον τη στιγμή εκείνη. Αυτό έγινε αναφέρει μεταξύ 06:30 - 07:
- Αντεξεταζόμενος, είπε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν μίλησε με τον κατηγορούμενο και τις οδηγίες να μην κάνει καταχώρηση τις πήρε από τον κ. Χ΄΄Οικονόμου. Του υποβλήθηκε ότι αρχικά ετοίμασε μια κατάθεση του ο κ. Μ. Μιλτιαδούς, υπεύθυνος των ερευνών στην οποία έγραψε ότι ο μάρτυρας μίλησε μαζί με τον κατηγορούμενο και δεν την υπέγραψε με το μάρτυρα να απαντά όντως ότι υπήρχε μια λεπτομέρεια που δεν συμφωνούσε γι αυτό έγραψε άλλη κατάθεση. Στην αρχική έγραψε ότι μίλησε με τον κατηγορούμενο και μετά του είπε ότι είναι με τον Αξ/κο Υπηρεσίας που μίλησε και αφού διορθώθηκε την υπέγραψε. Παραδέχθηκε ότι μίλησε με την μητέρα του ανήλικου και της ανάφερε προφορικώς ότι είχε οδηγίες από τον Αξ/κο Υπηρεσίας για να μεταφέρει τη μοτοσυκλέτα στην τροχαία αλλά δεν θυμάται αν αυτό έγινε στη σκηνή της ανακοπής. Είπε, επίσης, ότι δεν θυμάται αν κατά την έρευνα του ανάφεραν ότι και ο ίδιος υπέπεσε σε πειθαρχικά αδικήματα αλλά παραδέχθηκε ότι ήταν εμπλεκόμενος. Δεν έδωσε τη συγκατάθεση του είπε, αρχικά στην κατάθεση του για να χρησιμοποιηθεί για ποινική δίωξη και ανάφερε ότι σε δύο προηγούμενες υποθέσεις που είχε εμπλεκόμενους ανακριτές, σε καμία δεν δέχτηκε να υπογράψει την κατάθεση του και βρέθηκε και στις δύο κατηγορούμενος στο Δικαστήριο γι αυτό εδώ αποφάσισε μετά να τις υπογράψει αλλά δεν θυμάται τι του είπαν. Η Μ.Κ.6 ανάφερε ότι εργάζεται στο ΚΕΜ Πάφου και μια μέρα χωρίς να θυμάται ακριβή ημερομηνία όταν ανέλαβε καθήκον στο ΚΕΜ πρωινή δηλαδή 07:00 - 18:00, ήρθε έξω από το παράθυρο του ΚΕΜ ο Ε/Α 5398 και της παράδωσε μια κόλλα Α4η οποία ήταν διπλωμένη στη μέση και καρφιτσωμένη γύρω - γύρω και της είπε να την βάλει στο κουτί του κ. Στέλιου. Πήρε την κόλλα και την έβαλε στο κουτί του ΟΥΛΑΕ, λόγω του ότι ήταν ο υπεύθυνος τους. Σε δεύτερη της κατάθεση αναφέρει ότι ο Ε/Α 5398 της είπε σχετικά με την κόλλα Α4 «δώστην του Αξιωματικού Υπηρεσίας και κάτι εξηγήθηκε με τον κ. Στέλιο». Για τον λόγο αυτό, επειδή η ίδια υποψιάστηκε ότι εννοούσε τον υπεύθυνο του τμήματος τους, τοποθέτησε το χαρτί του ΚΕΜ ΟΥΛΑΕ. Σε καμία περίπτωση ο Ε/Α 5398 της είπε ότι μίλησε με τον κ. Στέλιο, τον υπεύθυνο τους. Σε περαιτέρω εξέταση της περιέγραψε τα κουτιά της αλληλογραφίας και είπε ότι το κουτί που τοποθέτησε τη κόλλα ήταν ανοικτό και το έβαλε εκεί για να το πάρει ο κ. Στέλιος αλλά δεν γνωρίζει τελικά ποιος την έπιασε. Αντεξεταζόμενη είπε ότι στο κουτί αυτό είχα πρόσβαση όλοι και κάθε πρωί έπαιρνε την αλληλογραφία το αρχείο και την έκανε διανομή. Είπε, επίσης, ότι δεν θυμάται πόσοι εργάζονταν όταν ανέλαβε καθήκον στο ΚΕΜ αλλά συνήθως νομίζει ότι εργάζεται μόνη της ή με ακόμη μια. Πιθανώς να ήταν μόνη της είπε. Πιο κάτω είπε ότι ήταν η ώρα της αλλαγής και δεν θυμάται αν είχε άλλη κοπέλα ή περισσότερες. Αρνήθηκε ότι έδωσε την κατάθεση της κάτω από πίεση και καθεστώς τρομοκρατίας αλλά παραδέχθηκε ότι ο Αστυνόμος Μ. Μιλτιάδους που της λάμβανε κατάθεση σε κάποια φάση ήταν έντονος και κτυπούσε τα χέρια του στο γραφείο διότι ήθελε να γράψει γρήγορα την κατάθεση της επειδή είχε δουλειά. Σε καμία περίπτωση όμως δεν της είπε τι να γράψει. Η Μ.Κ.7 ήταν η μητέρα του ανήλικου Χαράλαμπου Χαραλάμπους και ανάφερε ότι είναι καθηγήτρια Αγγλικών και παράλληλα με τα καθήκοντα της εκτελεί και χρέη διερμηνέα στην Αστυνομία Πάφου. Είναι η ιδιοκτήτρια της μοτοσυκλέτας με αρ. εγγραφής KSG 544 μάρκας HONDA CRF 45QX χρώματος κόκκινο με άσπρο 449 cc και κατέχει σχετική άδεια οδήγησης. Στις 28/11/2013 και περί ώρα 20:00 την πήρε τηλέφωνο ο γιος της και της ανάφερε ότι τον «έπιασε» η αστυνομία με τη μοτοσυκλέτα της και αφού της ανάφερε πού βρισκόταν μετέβηκε στο μέρος. Συνάντησε τον γιο της και δύο αστυνομικούς να βρίσκονται στο μέρος, μεταξύ των οποίων και κάποιος αστυνομικός επ' ονόματι Κούλλης και της είπε να μεταβεί με το γιο της στην τροχαία Πάφου διότι της είπε το είχε ήδη αναφέρει «μέσα» και δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Καθ' οδόν προς την τροχαία και αφού προηγουμένως μετέφερε τον γιο της στο σπίτι, πήρε τηλέφωνο τον Νίκο Χ΄΄Οικονόμου και του ανάφερε το συμβάν ζητώντας του αν μπορούσε να την βοηθήσει και να μην προχωρήσει η υπόθεση. Ο Χ΄΄Οικονόμου της είπε ότι θα το αναφέρει στον πιο πάνω από αυτόν αξιωματικό και θα το ταχτοποιούσε. Ακολούθως, την πήρε τηλέφωνο και της είπε ότι μίλησε με τον υπεύθυνο του και την επομένη το πρωί να μεταβεί στο γραφείο του στον πρώτο όροφο για να παραλάβει τα κλειδιά της μοτοσυκλέτας της. Το ίδιο βράδυ μετέβηκε στην Τροχαία για να δει πού στάθμευσε ο Κούλλης την μοτοσυκλέτα της και αφού πήγε στο σημείο που ήταν και την περιεργάστηκε για κάποια λεπτά, μίλησε με δύο αστυνομικούς που ήταν εκεί και έφυγε. Την επομένη μέρα 29/11/2013 και περί ώρα 10:00 πήγε στα νέα κτίρια της αστυνομικής διεύθυνσης Πάφου και κατευθύνθηκε προς το γραφείο παραπόνων. Ρώτησε πού είναι το γραφείο του Υπεύθυνου του Κεντρικού Σταθμού, πήγε στον 1ον όροφο και πήγε στο γραφείο του. Εκεί του συστήθηκε το ίδιο και εκείνος λέγοντας της ότι είναι ο Στέλιος. Η ίδια ήταν φοβισμένη και συγχυσμένη και της είπε να κάτσει. Ντρεπόταν για το εν λόγω γεγονός διότι συνεργαζόταν με την αστυνομία και αφού πέρασε λίγη ώρα αναπτύχθηκε μια οικεία συνομιλία μεταξύ τους. Την συμβούλευσε να αποτρέπει τον γιο της από το να οδηγεί τη μοτοσυκλέτα της και του ανάφερε ότι της είπε ο κ. Χ΄΄Οικονόμου ότι θα της έδινε ένα φάκελο με τα κλειδιά της μοτοσυκλέτας της. Της έδωσε τα κλειδιά, τα οποία ήταν σε ένα φάκελο άσπρο και τον ευχαρίστησε. Συνεχίζοντας, ανάφερε ότι πρώτη φορά στα τόσα χρόνια συνεργασίας της με την αστυνομία συναντούσε τέτοιο αξιωματικό όπως τον κ. Ιωάννου και μακάρι, αναφέρει, να υπήρχαν και άλλοι σαν αυτόν. Αφού πήρε τα κλειδιά, έφυγε και πήγε στο σπίτι της και το απόγευμα, γύρω στις 19:00 - 20:00 μετέβηκε στην τροχαία Πάφου, πήρε την μοτοσυκλέτα της και έφυγε. Αντεξεταζόμενη είπε ότι γνωρίζει τον κ. Χ΄΄Οικονόμου αφού έκανε μεταφράσεις στην παρουσία του και τον πήρε τηλέφωνο για την βοηθήσει. Η γυναίκα του είπε επίσης είναι συγγενής της. Είπε, περαιτέρω, ότι όταν πήγε στο Σταθμό για να πάρει τα κλειδιά της μοτοσυκλέτας, ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τον κατηγορούμενο ο οποίος της παρέδωσε μόνο τα κλειδιά της μοτοσυκλέτας και όχι την ίδια την μοτοσυκλέτα. Την μοτοσυκλέτα την πήρε η ίδια από την τροχαία μπαίνοντας στην αυλή που ήταν σταθμευμένη και δεν την ρώτησε κανένας τι έκανε. Ο Μ.Κ.8 ανάφερε ότι στις 14/04/2014 διορίστηκε από τον Β/Αρχηγό κ. Λάμπρο Θεμιστοκλέους ως Ερευνών Αξιωματικός για την διενέργεια Πειθαρχικής Έρευνας για την πιθανότητα διάπραξης Πειθαρχικών Αδικημάτων από τον κατηγορούμενο. Στις 17/04/2014 και καθ' υπόδειξη του ο Ανωτ. Υπαστυνόμος Π. Παναγιώτου, έλαβε κατάθεση από την Αντιγόνη Περικλέους και στις 22/04/2014 ο ίδιος επέδωσε στον κατηγορούμενο το Πειθαρχικό Έντυπο Αστ. 215 και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο έδωσε μια μακροσκελή απάντηση. Κατάθεσε το εν λόγω έντυπο στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Ουσιαστικά σε αυτή ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι η όλη υπόθεση είναι μια σκευωρία εναντίον του διότι είχε προβεί σε καταγγελίες εναντίον του Μ.Κ.3 και του γιου του και έγινε εκδικητικά. Περαιτέρω, ανάφερε και τις υπόλοιπες ενέργειες που έκανε στα πλαίσια των καθηκόντων που του ανατέθηκαν, μεταξύ των οποίων ήταν να τυπωθούν από το μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας τα προηγούμενα του Χαράλαμπου Ππαλά Δ.Τ. 917474, με ημερ. γέννησης 10/11/1996 στα οποία φαίνεται ότι το εν λόγω πρόσωπο στις 15/08/2011 οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής KUC 366 και ανοίχθηκε ο ποινικός φάκελος RCI Τροχαίας Πάφου 3799/
- Ο πιο πάνω φάκελος εκδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με αρ. υπόθεσης 6411/2012 στις 11/02/2013 και του επιβλήθηκε πρόστιμο €850 ως επίσης και στέρηση της άδειας οδηγού για περίοδο 6 μηνών, ήτοι από 10/11/2013 - 09/05/
- Κατάθεσε αντίγραφο του ποινικού μητρώου του πιο πάνω προσώπου ως τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος, είπε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπεύθυνος του ΚΕΜ - ΟΥΛΑΕ Πάφου δηλαδή υπεύθυνος σχεδόν ολόκληρης της Πάφου. Παραδέχθηκε ότι είναι κουμπάροι με τον κ. Χ΄΄Οικονόμου και ότι του βάφτισε τον γιο του. Αρνήθηκε περαιτέρω ότι έλαβε οδηγίες από τον Β/ Αρχηγό Λάμπρο Θεμιστοκλέους να στήσει την παρούσα υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και ότι ο ίδιος διορίστηκε εκ των υστέρων και έλαβε τις καταθέσεις που έλαβε. Είπε επίσης ότι ένας αξιωματικός που λαμβάνει οδηγίες από ανώτερο του, λογικά τις καταγράφει αλλά δεν θυμόταν τι έγινε για τη συγκεκριμένη υπόθεση για το θέμα αυτό ούτε γνώριζε να απαντήσει. Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας, κατατέθηκε εκ συμφώνου ενώπιον του Δικαστηρίου η γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου (βλ. τεκμήριο Α). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του διότι δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και ότι αν υπάρχουν οποιαδήποτε αδικήματα, αυτά είναι πειθαρχικά και όχι ποινικά. Από την αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εξέφρασε αντίθετη άποψη προβαίνοντας σε ανάλυση εκάστου των αδικημάτων και των συστατικών στοιχείων αυτών. Εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ως υπεύθυνος του ΚΕΜ - ΟΥΛΑΕ είχε τον τελευταίο λόγο και είναι ο ίδιος που παρέδωσε τα κλειδιά της μοτοσυκλέτας στην μητέρα του ανήλικου, αφού προηγουμένως έδωσε οδηγίες να μην προχωρήσει η υπόθεση και να του μεταφέρουν τα κλειδιά στο γραφείο του. Η πράξη του είπε ζήμιωσε την πολιτεία και το δημόσιο συμφέρον. Ως ανώτερος αξιωματικός όφειλε να εφαρμόζει το Νόμο κάτι που παρέλειψε να πράξει. Ήταν η θέση της ότι στοιχειοθετούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία, είπε ότι από τη στιγμή που υπήρχε καταγραφή στο ημερολόγιο ενεργείας του αξιωματικού υπηρεσίας και η μοτοσυκλέτα μεταφέρθηκε στην τροχαία Πάφου, είχε αρχίσει η αστυνομική έρευνα και με την παρέμβαση του κατηγορούμενου, σταμάτησε. Κατά ανάλογο τρόπο είπε στοιχειοθετούνται και τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών αρ. 3 και
- Mετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση έτσι ώστε να χρειάζεται να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Στην Δικαστική Πρακτική του 1962 [1962] 1 ALL ER 448 η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, o όρος « εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει μια προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή την απόδειξη της υπόθεσης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα (βλ. Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250). Επίσης, να αναφερθεί ότι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, ο Δικαστής δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και το Δικαστήριο προβαίνει σε μια αντικειμενική θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 λέχθηκε ότι η απαλλαγή του Κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνο όταν: « (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου.» Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου,
(2002)2 ΑΑΔ 9). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πική και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή έγκειται στη δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Περαιτέρω, στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Δράκου κ.α, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 5/2012, 6/2012, 7/2012, 8/2012 και 9/2012), Ημερ. 11/12/2012, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το εκ πρώτης όψεως στάδιο: «Αρχίζω υπενθυμίζοντας ότι το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου,(Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τη μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον μου θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου για όλες ή κάποιες από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει αναφερόμενος και στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Ξεκινώντας από την 1ην κατηγορία, το άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 έχει ως ακολούθως: «105. ∆ηµόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντά του, ενεργεί ή διατάσσει την ενέργεια οποιασδήποτε αυθαίρετης πράξης που παραβλάπτει τα δικαιώµατα άλλου, είναι ένοχος πληµµελήµατος. Αν ο υπαίτιος απέβλεπε µε τέτοια πράξη σε κέρδος, είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) ο κατηγορούμενος να είναι δημόσιος λειτουργός, β) η πράξη να συνιστά κατάχρηση της εξουσίας του, γ) η πράξη να είναι αυθαίρετη, δ) η πράξη να παράβλαψε τα δικαιώματα άλλων. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Θεοχάρη Κελβερη
(1996)2 Α.Α.Δ. 103). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα εξετάσει την μαρτυρία της στην όψη της και μόνο και κατά πόσο αυτή είναι επαρκής για να εγείρει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, η οποία δεν εξισούται με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Από αυτή προκύπτει, πάντοτε αντικειμενικά ιδωμένη, ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Υπεύθυνος ΚΕΜ - ΟΥΛΑΕ Πόλεως και Προαστίων Πάφου, δηλαδή όπως ο ίδιος το έθεσε στο Μ.Κ.8 ολόκληρης της Πάφου. Προκύπτει επίσης ότι ήταν αυτός που παρέδωσε τα κλειδιά προς την μητέρα του ανήλικου που συνελήφθηκε να διαπράττει τροχαία αδικήματα, ζητήθηκε άδεια από τον αξιωματικό υπηρεσίας και η μοτοσυκλέτα μεταφέρθηκε στην τροχαία Πάφου, όπως γίνεται συνήθως για την διερεύνηση τέτοιων αδικημάτων, συμβάν που καταγράφηκε στο ημερολόγιο ενεργείας του αξιωματικού υπηρεσίας. Επίσης, προκύπτει από τη μαρτυρία, χωρίς αυτή επαναλαμβάνω να αξιολογείται, ότι με οδηγίες δικές του σταμάτησε η περαιτέρω διερεύνηση της εν λόγω υπόθεσης, δεν έγινε κατάθεση από τον Ε/Α 5398 που συνέλαβε τον ανήλικο στην τροχαία ούτε καταγράφηκε στο σχετικό ημερολόγιο η τοποθέτηση της μοτοσυκλέτας στην αυλή της τροχαίας. Θεωρώ ότι η πιο πάνω μαρτυρία, για σκοπούς του σταδίου αυτού και μόνο, είναι αρκετή για να ικανοποιήσει τα συστατικά στοιχεία υπ' αριθμό α), β), και γ) του αδικήματος της 1ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Εκείνο το οποίο παραμένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ικανοποιείται το συστατικό στοιχείο υπ' αριθμό δ) ανωτέρω και συγκεκριμένα κατά πόσο η πράξη αυτή του κατηγορουμένου παράβλαψε τα δικαιώματα οποιουδήποτε άλλου. Κατ' αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι στην παρούσα περίπτωση η εν λόγω πράξη δεν έγινε με σκοπό το κέρδος καθότι δεν υπάρχει μαρτυρία για κάτι τέτοιο, ούτε η κατηγορούσα αρχή προώθησε μια τέτοια εκδοχή. Όσον αφορά λοιπόν στο κατά πόσο η πράξη αυτή παράβλαψε τα δικαιώματα άλλου, εκείνο που αναφύεται είναι ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ή εκδοχή προς αυτή την κατεύθυνση. Ούτε προκύπτει να έχουν παραβλαφτεί τα δικαιώματα οποιουδήποτε προσώπου από την πράξη αυτή. Στην πρωτόδικη απόφαση στην Δημοκρατία v.
- Ρίκκου Ερωτοκρίτου κ.α., Ποιν. Υπόθεση Αρ. 9208/2015, Ημερ. 08/02/2017 Κακουργιοδικείου Λευκωσίας έγινε ανάλυση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος του άρθρου 105 και δόθηκε η ερμηνεία των διαφόρων λέξεων που αναφέρονται σε αυτό. Όπως αναφέρθηκε «Παραβλάπτει» σημαίνει προκαλεί ζημιά σε άλλον, βλάπτει, ζημιώνει τα δικαιώματα άλλου. Η λέξη «δικαιώματα» σημαίνει τις ελευθερίες και δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το νόμο σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα να ενεργούν προς ικανοποίηση των συμφερόντων τους και σε ένα δεύτερο επίπεδο αυτά τα οποία δικαιούται κάποιος. Στην επίσης πρωτόδικη απόφαση Αστυνομίας v.
- Χαράλαμπου Ιωάννου κ.α, Ποινική Υπόθεση Αρ. 8211/2009, Ημερ. 01/02/2012, ο αδελφός Δικαστής Χ. Χαραλάμπους ανάφερε τα εξής, με τα οποία συμφωνώ πλήρως: «Βασικά εκείνο που θέλησε με αυτή τη φράση ο νομοθέτης ήταν να εξαιρέσει από την ποινική ευθύνη αυθαίρετες και καταχρηστικές μεν πράξεις δημοσίων υπαλλήλων οι οποίες εκ του αποτελέσματος τους δεν βλάπτουν τα δικαιώματα άλλου προσώπου, δηλαδή δεν προξενούν ζημιά ή βλάβη οποιουδήποτε είδους (υλική, ηθική, οικονομική κλπ). Το συγκεκριμένο άρθρο περιορίζεται βασικά στην ποινικοποίηση πράξεων οι οποίες επηρεάζουν δυσμενώς οποιαδήποτε νόμιμα δικαιώματα άλλου προσώπου.» Μπορεί να μην είναι δικαιώματα άλλου συγκεκριμένου προσώπου αλλά σίγουρα πρέπει να τίθεται μαρτυρία ότι υπάρχει κάποιο ή κάποια πρόσωπα των οποίων τα δικαιώματα παραβλάφτηκαν σε αντιδιαστολή με την παράβλαψη των δικαιωμάτων του κοινού ή μέρους του κοινού για το οποίο γίνεται ρητή αναφορά σε άλλα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ. π.χ άρθρα 133 και 136 του Κεφ. 154). Παραπέμπω επίσης στον όρο «κοινό» όπως ορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Εκείνο δηλαδή που προκύπτει από τα ανωτέρω είναι ότι θα πρέπει η αυθαίρετη πράξη να προκαλεί ζημιά στα δικαιώματα κάποιου τρίτου προσώπου, φυσικού ή νομικού και όχι γενικά ζημιά προς το δημόσιο συμφέρον ή την πολιτεία όπως ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για την κατηγορούσα αρχή ή το κοινό ευρύτερα. Επομένως, στην παρούσα περίπτωση ελλείπει μαρτυρία ότι η κατ' ισχυρισμό αυθαίρετη πράξη του κατηγορούμενου, παράβλαψε τα δικαιώματα κάποιου τρίτου ή τρίτων προσώπων ή αποσκοπούσε το κέρδος. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι σε σχέση με την 1ην κατηγορία δεν έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία αυτής, ως ανωτέρω, και ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχθεί από το στάδιο αυτό για την κατηγορία αυτή. Όσον αφορά τη 2ην κατηγορία, το άρθρο 122 (β) του Ποινικού Κώδικα, έχει ως ακολούθως: «
- Όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη— (α) ................................ (β) προορισµένη ή η οποία είναι ενδεχόµενο να παρεµποδίσει ή µε οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή οποιαδήποτε αστυνοµική έρευνα που διεξάγεται µε σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας ή έρευνα που διεξάγεται µε βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόµου, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» (βλ. επίσης Αθάνασης Αθανασίου v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367 και Κωνσταντίνα Ακκελίδου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249). Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως έχουν αναφερθεί ανωτέρω, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την κατηγορία αυτή, χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση για σκοπούς του σταδίου αυτού. Σε σχέση με την 3ην κατηγορία, το άρθρο 133 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί ως ακολούθως: «133. Όποιος δηµόσιος λειτουργός, κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του λειτουργήµατός του, διενεργεί δόλο ή κατάχρηση εµπιστοσύνης που επηρεάζει το κοινό, είναι ένοχος πληµµελήµατος, ανεξάρτητα αν ο δόλος αυτός ή η κατάχρηση εµπιστοσύνης θα ήταν ή όχι αξιόποινη αν γινόταν εναντίον ιδιώτη.» Στην Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 γίνεται εκτενής ανάλυση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος αυτού, αντλώντας καθοδήγηση από νομολογία δικαστηρίων άλλων χωρών. Aνάλυση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος αυτού γίνεται και στην Michael Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40 (βλ. επίσης Γιαννάκης Ξυδιάς και Άλλος v. Της Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174). Στην τελευταία πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Γιαννάκης Ξυδιάς και Άλλος v. Της Αστυνομίας (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι το άρθρο 133 δημιουργεί στην ουσία δύο διαφορετικά αδικήματα και όχι ένα αδίκημα το οποίο διαπράττεται με δύο διαφορετικούς τρόπους. Από τα ενώπιον μου γεγονότα δεν προκύπτει μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 133 δια της κατάχρησης εμπιστοσύνης. Και τούτο διότι για να στοιχειοθετηθεί η κατάχρηση εμπιστοσύνης απαιτείται η ύπαρξη περιουσίας η οποία να είναι υπό την ευθύνη ή διαχείριση του κατηγορουμένου και αυτός να την καταχράται και να την χρησιμοποιεί για άλλο σκοπό από αυτόν που είναι επιφορτισμένος να πράξει. Στην Azinas and Another v. Police (ανωτέρω) αναλύθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 133 και συγκεκριμένα της κατάχρησης εμπιστοσύνης και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «In our view, the relevant ingredients of breach of trust are the following five: (
- a)that the person liable must fiat be a public servant in the discharge of his duties; (
- b)that there must be a trust; (
- c)that there must be also a breach of trust; (
- d)that the breach of trust must affect the public; and (
- e)that there must exist a mens rea which in the present case is wilful negligence, that is, a will to be negligent, an intentional breach of duty or reckless, carelessness in the sense of not caring whether one's act or omission is or has not created a breach of duty.» Όσον αφορά την έννοια του όρου «trust» που περιλαμβάνεται στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «The next question is, is there a trust. With respect to all counsel concerned, the classic meaning of the term "trust" is that which has been accepted in re Marshall's Trusts, [1945] Ch. D. 217. The trustees in that case, for the purposes of the Settled Land Act, 1923, were trustees of a trust within the meaning of that word as used in s. 1 sub-s. 1 of the Judicial Trustees Act, 1896, and therefore the court had power to appoint the official solicitor or any other judicial trustee, sole trustee for the purposes of the Settled Land Act, 1925. Cohen, J., in dealing with the word "trust", had this to say at p. 219:- "The Act contains no definition of 'trust' and I must therefore give to that word its ordinary meaning. For the purposes of this case I think that I can take the definition in Underhill of Trusts, 8th ed., p. 3; which reads as follows: 'A trust is an equitable obligation, binding a person who is called a trustee, to deal with property' over which he has control (which is called the trust property) for the benefit of persons (who are called the beneficiaries or cestuis que trusts), of whom he may himself be one, and any one of whom may enforce the obligation'. In my opinion, Settled Land Act trustees are trustees of a trust within that definition. The land is not vested in them, but capital money must be paid to them and they hold the investments representing capital money in trust for the persons who are entitled under the settlement". See also Snell's Principles of Equity, 26th edn.,
(1966)at at p. 97. With that in mind, we turn to our Trustee Law of Cap. 193, and s.2
(1)says clearly that it applies to trusts including, so far as this Law applies thereto, executorships and administratorships constituted or created either before or after the commencement of this Law. And subsection 2 states clearly that the powers conferred on trustees are in addition to the powers conferred by the instrument, if any, creating the trust, but those powers, unless otherwise stated, apply, if and so far only as contrary intention is not expressed in the instrument, if any, creating the trust, and have effect subject to the terms of that instrument.» Και συνεχίζοντας πιο κάτω αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «But, we would go further and point out, that one of the basic elements of trust is the existence of property over which the trustee can exercise control. Furthermore, we take the view, irrespective of the arguments, which have been put forward, both by the defence counsel as well as by the prosecution, that this is a classic case of trust where the various Co-operative Societies and other persons, after continuous pleas by the first appellant, had entrusted to him their money for a specific purpose only, in contrast with the case of Petri, where the Court decided that there was no trust. Here we would reiterate that there was ample evidence on this point, and quite rightly the trial Judge reached the conclusion that there was a trust.» Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα κατάχρησης εμπιστοσύνης. Οι λεπτομέρειες επίσης του αδικήματος και η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου δεν καταδεικνύουν ότι δημιουργείται οποιοδήποτε καθήκον εμπιστοσύνης του κατηγορούμενου προς τον οποιοδήποτε άλλο αξιωματικό ή αστυνομικό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και κατ' επέκταση προς το κράτος και το κοινό (βλ. Michael Petri v. The Police (ανωτέρω). Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να κληθεί σε απολογία στην κατηγορία αυτή όσον αφορά τη κατάχρηση εμπιστοσύνης. Παραμένει όμως στην κατηγορία αυτή το ζήτημα του δόλου που περιλαμβάνεται στην κατηγορία και στις λεπτομέρειες αυτής. Στην Michael Petri v. The Police (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια του όρου «δόλος» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 133 του Κεφ. 154: «We take the view that the term "fraud" in section 133 imports the elements of dolus malus, of moral fraud, of the dishonest mind of a person who so acts intentionally.» Για σκοπούς του σταδίου αυτού και με την ενώπιον μου μαρτυρία, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου για δόλο. Το ερώτημα που εγείρεται όμως είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος μπορεί να κληθεί σε απολογία στην κατηγορία αυτή για τη διάπραξη του αδικήματος που σχετίζεται με το δόλο έχοντας υπόψη μου τον τρόπο που αυτή είναι συνταγμένη. Συγκεκριμένα, η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει και το δόλο και τη κατάχρηση εμπιστοσύνης. Εγείρεται δηλαδή ζήτημα πολλαπλότητας της εν λόγω κατηγορίας. Δεν παραγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος, στο στάδιο αυτό, δεν έχει εγείρει ένα τέτοιο ζήτημα, αλλά αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από το να το εξετάσει. Η πολλαπλότητα μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα την καταστροφή του υποβάθρου της ποινικής δίκης και το θέμα μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο ex proprio motu. Μια κατηγορία δεν πρέπει να περιλαμβάνει πέραν του ενός αδικήματος και μη συμμόρφωση με το κανόνα αυτό καθιστά τη κατηγορία ελαττωματική λόγω πολλαπλότητας. Ο κανόνας αυτός είναι σημαντικός και σκοπός του είναι να γνωρίζει η υπεράσπιση την υπόθεση που θα αντιμετωπίσει κατά τη δίκη. Κατηγορία που πάσχει από πολλαπλότητα δύναται να οδηγήσει σε ακύρωση της καταδίκης όπου η υπεράσπιση επηρεάστηκε δυσμενώς εκ του γεγονότος. Στην πρόσφατη απόφαση Σωτήρη Πετεινού v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2018:B147, Ποιν. Έφεση Αρ. 84/2016, Ημερ. 03/04/2018, το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας ζήτημα πολλαπλότητας του κατηγορητηρίου ανάφερε τα ακόλουθα: «Ο τρόπος σύνταξης του κατηγορητηρίου εν γένει, αλλά και ο διαχωρισμός των κατηγοριών με τρόπο που να μην αποδίδεται κατηγορία η οποία να εμπεριέχει περισσότερα του ενός αδικήματος (διπλότητα ή πολλαπλότητα των κατηγοριών) είναι άκρως σημαντικό θέμα αφού ακριβώς αφορά την αρχή ότι η υπεράσπιση πρέπει να γνωρίζει την υπόθεση την οποία θα αντιμετωπίσει κατά τη δίκη. Αυτό δεν είναι θέμα τύπου αλλά ουσίας που αφορά το δίκαιο της δίκης.» Το άρθρο 39 επίσης του Κεφ. 155 προνοεί για τον τρόπο σύνταξης ενός κατηγορητηρίου. Το κατά πόσο ένα κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα εξηγείται στο σύγγραμμα Archbold "Criminal Pleading, Evidence and Practice"
(2009)στις παραγράφους 1-135 - 1-138. Η γενική αρχή είναι ότι ένα κατηγορητήριο δεν μπορεί να είναι διπλό δηλαδή καμία κατηγορία μπορεί να κατηγορεί τον κατηγορούμενο ότι έχει διαπράξει δύο ή περισσότερα αδικήματα. Το ερώτημα κατά πόσο παραβιάζεται ο γενικός αυτός κανόνας σχετίζεται με τον τύπο της κατηγορίας και όχι με την μαρτυρία που την υποστηρίζει (βλ. επίσης Κωνσταντίνα Ακκελίδου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249). Αν δηλαδή, οι λεπτομέρειες αδικήματος καταλογίζουν ένα και μόνο αδίκημα, το γεγονός ότι η μαρτυρία κατά τη δίκη ενδεχομένως να καταδείξει περισσότερα του ενός αδικημάτων, αυτό δεν σημαίνει ότι η κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα. Επομένως, στο στάδιο αυτό εκείνο που η εξετάζεται είναι η κατηγορία στην όψη της και μόνο και όχι σε συσχετισμό με οποιαδήποτε μαρτυρία (βλ. Σίμος Αμβροσίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 111). Επίσης, στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, Δεύτερη Αναθεωρημένη Έκδοση του Criminal Procedure in Cyprus
(1975)στα Ελληνικά του κ. Γ.Μ. Πική, στη σελ. 108 αναφέρεται ότι είναι παραδεκτό ότι όπου διαφορετικές κατηγορίες στοιχειοθετούνται από το ίδιο νομοθέτημα, μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο της ίδιας κατηγορίας συνενούμενες με τη λέξη «και» εάν αναφέρονται στο ίδιο συμβάν. Αν όχι πρέπει να προσαφθούν δύο κατηγορίες. Όσον αφορά τις συνέπειες της πολλαπλότητας φαίνεται να υπάρχει ευρύ πεδίο στην Κύπρο ανάλογα της περίπτωσης. Παρέχεται η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση του κατηγορητηρίου με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 83 αλλά σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει και σε αθώωση του κατηγορούμενου, όταν διαπιστωθεί ότι επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπιση του. Πέραν των πιο πάνω, αναφορά θα πρέπει να γίνει και στο δικονομικό πλαίσιο του ζητήματος που διέπει την έγερση τέτοιων θεμάτων, δηλαδή μειονεκτημάτων ενός κατηγορητηρίου στην όψη του. Το πλαίσιο αυτό ρυθμίζεται από το άρθρο 66 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 154 το οποίο έχει ως ακολούθως: «66. Οποιαδήποτε ένσταση στο κατηγορητήριο ή σε κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε κακουργιοδικείο για οποιοδήποτε τυπικό μειονέκτημα αυτού προβάλλεται αμέσως μετά την ανάγνωση στον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο κακουργιοδικείο και προτού αυτός απαντήσει σε αυτό αλλά όχι αργότερα.» Έπεται από τα πιο πάνω, ότι καθορίζεται ως χρόνος έγερσης τέτοιων ζητημάτων το στάδιο πριν την απάντηση στις κατηγορίες. Ενδεικτικό αυτού είναι αφού ο νομοθέτης καθορίζει το στάδιο αυτό προχωρεί και αναφέρει τη φράση « αλλά όχι αργότερα». To άρθρο αυτό όμως, αναφέρεται σε τυπικά μειονεκτήματα ενός κατηγορητηρίου και όχι σε ουσιαστικά που ενδεχομένως να απολήγουν και σε δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισης του κατηγορουμένου (βλ. Ανδρέας Κοιλιάρης Λτδ v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 194, Begonia Fashions Ltd και Άλλος v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 451, Σοφοκλής Μαρκίδης v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 Α.Α.Δ. 598 και το πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 145). Το ζήτημα της πολλαπλότητας ενός κατηγορητηρίου θεωρώ ότι δεν αφορά τυπικό μειονέκτημα αλλά ουσιαστικό και ανάγεται στο θεμέλιο της κατηγορίας και για το λόγο αυτό μπορεί να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι τέτοιες ενστάσεις πρέπει ως ζήτημα ορθής πρακτικής να εγείρεται το συντομότερο δυνατό ακόμη και προδικαστικά της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Σ.Π. v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 207/2013, Ημερ. 25/06/2013). Αυτό όμως δεν αναιρεί την εξουσία που έχει το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης να εξετάσει ένα τέτοιο ζήτημα, ακόμη και στο στάδιο της έφεσης. Στην παρούσα περίπτωση είναι ξεκάθαρο ότι η κατηγορία αυτή πάσχει από πολλαπλότητα αφού όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, με αναφορά στην Γιαννάκης Ξυδιάς και Άλλος v. Της Αστυνομίας (ανωτέρω), με το άρθρο 133 του Κεφ. 154 δημιουργούνται δύο αδικήματα. Στην Έκθεση Αδικήματος προσάπτεται στον κατηγορούμενο «Δόλος και κατάχρηση εμπιστοσύνης» ασχέτως αν στις λεπτομέρειες αδικήματος κατηγορείται με διαζευκτικό τρόπο χωρίς όμως πάλι σε αυτές να δίνονται επαρκείς λεπτομέρειες είτε του δόλου είτε της κατάχρησης εμπιστοσύνης. Στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο καταδίκασε στον εφεσείοντα σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 133, όπου περιλαμβανόταν και ο δόλος και η κατάχρηση εμπιστοσύνης, μόνο για το δόλο και όχι για την κατάχρηση της εμπιστοσύνης και το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την καταδίκη και απαντώντας σε σχετικό ερώτημα κατά πόσο ο κατηγορούμενος υπέστη παραπλάνηση ή σύγχυση ώστε να καταστεί ανίκανος να υπερασπιστεί τον εαυτόν του, ανάφερε τα ακόλουθα: «Στην υπό εξέταση περίπτωση κάτω από τις περιστάσεις δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ο εφεσείων αυτός δεν έχει παραπλανηθεί ή συγχυστεί ώστε να μη επηρεάστηκε η υπεράσπισή του και γι αυτό το λόγο έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πολλαπλότητα αυτή θα πρέπει κάτω από τις περιστάσεις να οδηγήσει σε ακυρότητα και επομένως ότι η έφεση για την κατηγορία αυτή, όπως και την ενδεκάτη κατηγορία για την οποία ισχύουν οι ίδιες αρχές θα πρέπει να επιτραπεί και ο εφεσείων αυτός να αθωωθεί στις δύο αυτές κατηγορίες οι οποίες πάσχουν από πολλαπλότητα γιατί δεν ήταν διατυπωμένες με διαζευκτικό τρόπο άσχετο πώς διατυπώθηκαν οι λεπτομέρειες. Επανερχόμενος στην παρούσα υπόθεση, εκείνο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η εν λόγω κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και πάσχει από πολλαπλότητα, μπορεί να τροποποιηθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155 έτσι ώστε να μπορεί ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία μόνο για το δόλο. Επισημαίνω στο σημείο αυτό, ότι το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να μεταβάλλει ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, ακόμη και αυτεπάγγελτα χωρίς όμως να είναι υποχρέωση του (βλ. Λουκά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 64). Ωστόσο το Δικαστήριο διατάζει τυχόν τροποποίηση του κατηγορητηρίου στην περίπτωση που εντοπίζεται ελάττωμα σε αυτό, υπό την προϋπόθεση της απουσίας δυσμενούς επηρεασμού των συμφερόντων και δικαιωμάτων του κατηγορούμενου (βλ. Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 65). Ένα άλλο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη, είναι κατά πόσο η τροποποίηση είναι ουσιαστική, δηλαδή κατά πόσο αλλάζει ριζικά τη βάση του κατηγορητηρίου ή επιφέρει μόνο διορθώσεις λανθασμένης περιγραφής. Στην παρούσα περίπτωση, δεν θα ήμουν διατεθειμένος να προχωρήσω με αυτεπάγγελτη τροποποίηση του κατηγορητηρίου έτσι ώστε αυτό να περιλαμβάνει ένα από τα δύο αδικήματα που προνοούνται στο άρθρο 133 του Κεφ. 154 και δει το δόλο και όχι την κατάχρηση εμπιστοσύνης. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε για τη διάπραξη και των δύο αυτών αδικημάτων δυνάμει του άρθρου 133 στη βάση των ίδιων (γενικών) γεγονότων και λεπτομερειών. Η μαρτυρία όμως, για σκοπούς του σταδίου αυτού πάντοτε, δεν έχει καταδείξει τη διάπραξη του αδικήματος της κατάχρησης εμπιστοσύνης. Η δίκη είναι σε προχωρημένο στάδιο, βρισκόμαστε στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως όπου ο κατηγορούμενος έχει αντεξετάσει τους μάρτυρες κατηγορίας. Δεν μπορεί με βεβαιότητα να λεχθεί ότι αυτός δεν επηρεάστηκε δυσμενώς από αυτή την πολλαπλότητα του κατηγορητηρίου. Το ελάττωμα του κατηγορητηρίου είναι ουσιαστικό και σοβαρό καθότι η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει δύο αδικήματα με αναφορά γενικών λεπτομερειών που δεν παραπέμπουν είτε στο δόλο είτε στην κατάχρηση εμπιστοσύνης και το Δικαστήριο, εν όψει των πιο πάνω, θα πρέπει να έρθει από μόνο του να αφαιρέσει ουσιαστικά το ένα αδίκημα. Η συμπερίληψη και των δύο αδικημάτων στην ίδια κατηγορία και η απόδειξη, για σκοπούς του σταδίου αυτού του ενός και μόνο, κρίνω ότι επηρέασε δυσμενώς της υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Τουλάχιστον, δεν μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει παραπλανηθεί ή συγχυστεί από αυτό. Καταλογίστηκε σε αυτόν δόλος και κατάχρηση εμπιστοσύνης για την κατ' ισχυρισμό ενέργεια του να δώσει οδηγίες να μην διερευνηθούν τροχαία αδικήματα που διέπραξε συγκεκριμένο πρόσωπο. Με την συμπερίληψη και των δύο αδικημάτων δεν ήταν σαφές για τον κατηγορούμενο τί είχε να αντιμετωπίσει. Ούτε οι λεπτομέρειες αδικήματος παρέπεμπαν με σαφήνεια στον τρόπο διάπραξης είτε του δόλου είτε της κατάχρησης εμπιστοσύνης. Ο ίδιος επίσης σε κάποιο στάδιο κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.8 ζήτησε από αυτόν να αναφέρει τη μαρτυρία που κατείχε και ζήτησε την ποινική δίωξη του και την συμπερίληψη στο κατηγορητήριο της κατηγορίας του δόλου και της κατάχρησης εμπιστοσύνης ζητώντας του να μάθει αν κατείχε μαρτυρία που σχετιζόταν με τη λήψη χρημάτων, με το μάρτυρα να αναφέρει ότι όλη μαρτυρία προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό που συλλέχθηκε. Περαιτέρω, δεν θεωρώ ορθό στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο να προχωρήσει αυτεπάγγελτα και να επαναδιατυπώσει την εν λόγω κατηγορία για να μπορέσει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία μόνο για το δόλο. Η κατηγορούσα αρχή όφειλε ευθύς εξ' αρχής να διατυπώσει ορθά την κατηγορία και να παρέχει σε αυτή όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες που την συνθέτουν. Επίσης, σε κανένα στάδιο της διαδικασίας η κατηγορούσα αρχή ζήτησε όπως τροποποιήσει την εν λόγω κατηγορία. Δεν θεωρώ ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο για τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό να ανασυντάξει την κατηγορία για να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία σε ένα από τα δύο αδικήματα που αυτή περιλαμβάνει. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η πολλαπλότητα αυτή της 3ης κατηγορίας καθιστά τη διαδικασία άκυρη σε σχέση με αυτή και ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαγεί από αυτήν στο στάδιο αυτό. Προχωρώντας να εξετάσω την 4ην κατηγορία, παραθέτω τις πρόνοιες του άρθρου 136 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «136. Όποιος εσκεμμένα ανυπακούει σε νόµο για τη διενέργεια πράξης απαγορευμένης από αυτό ή µε την παράλειψη πράξης που επιβάλλεται από αυτό, η οποία αφορά το κοινό ή µέρος του κοινού, είναι ένοχος πλημμελήματος και εκτός αν προκύπτει από αυτό το νόµο πρόθεση του νομοθέτη για επιβολή κάποιας άλλης ποινής, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Κρίνω ότι με την υπάρχουσα μαρτυρία στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία της εν λόγω κατηγορίας και ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για την κατηγορία αυτή, χωρίς περαιτέρω ανάλυση στο στάδιο αυτό. Πέραν των πιο πάνω, έχω εξετάσει τη μαρτυρία στην ολότητα της και κρίνω ότι αυτή δεν είναι αντινομική ή εγγενώς αντιφατική σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο να μπορεί να βασιστεί σε αυτή και να καταδικάσει. Τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αυτή, δεν είναι του παρόντος να εξεταστούν αλλά άπτεται του ζητήματος της αξιολόγησης της η οποία θα πρέπει να γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι σε σχέση με την 1ην κατηγορία δεν έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, και ως εκ τούτου αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία αυτή από το στάδιο αυτό. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται επίσης και από την 3ην κατηγορία, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Σε σχέση με τις κατηγορίες αρ. 2 και 4 ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).......... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο