← Κύπρος

SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LTD ν. Ελένης Μακροπούλου, Αρ. Υπόθεσης: 8320/14, 4/4/2018

SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LTD ν. Ελένης Μακροπούλου, Αρ. Υπόθεσης: 8320/14, 4/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B47 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8320/14 SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LTD -ν- Ελένης Μακροπούλου Κατηγορούμενης ------------------- Ημερομηνία: 04 Απριλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κα Μ. Μιλτιάδους (κα Ν. Κόλιαρου για ν' ακούσει απόφαση) Για την Κατηγορούμενη: κ. Κ. Μανώλης Κατηγορούμενη παρούσα -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τριάντα κατηγορίες, οι οποίες συνίστανται στην παράλειψη καταβολής δόσεων δυνάμει δικαστικού διατάγματος κατά παράβαση των προνοιών του Κεφ. 6 και του Περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, η κατηγορούμενη ενώ ήταν εξ αποφάσεως οφειλέτης στην αγωγή αρ. 2416/09 του Ε.Δ. Πάφου και ενώ εκδόθηκε εναντίον της διάταγμα ημερομηνίας 14.02.2012 για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις των €75,00 έκαστη, παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις από 01.03.2012 - 01.08.2014, συμπεριλαμβανομένων. Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, και εγκρίθηκαν ως τέτοια, τα πιο κάτω:

  1. Στις 19.10.09 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της παραπονούμενης εταιρείας και εναντίον της κατηγορούμενης α) για το ποσό των €99,66, πλέον τόκο προς 11% το χρόνο από 01.07.09 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/06 και 31/12 εκάστου έτους, β) για το ποσό των €5.654,83, πλέον τόκο προς 11% το χρόνο από 01.07.09 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/06 και 31/12 εκάστου έτους γ) το ποσό των €1.251,27 πλέον τόκο προς 14% το χρόνο από 01.07.09 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/06 και 31/12 εκάστου έτους, πλέον δικηγορικά έξοδα για το ποσό των €544 έξοδα αγωγής και έκδοσης της απόφασης πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 27.07.09 μέχρι εξόφλησης, πλέον €33 έξοδα επίδοσης, πλέον ΦΠΑ.
  2. Εναντίον της κατηγορούμενης εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα μηνιαίων δόσεων στις 14.02.12, σύμφωνα με το οποίο η κατηγορούμενη θα έπρεπε να πληρώνει στην παραπονούμενη €75,00 μηνιαίως μέχρι εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους, η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα την 01.03.
  3. Η κατηγορούμενη όφειλε να πληρώσει στην παραπονούμενη το ποσό των €148 ως δικηγορικά έξοδα, πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 21.10.11 μέχρι εξόφλησης, πλέον €11 έξοδα επίδοσης πλέον ΦΠΑ.
  4. Η κατηγορούμενη δεν έχει καταβάλει τις επίδικες δόσεις, από 01.03.12 μέχρι 01.08.
  5. Η κατηγορούμενη δεν έχει καταβάλει μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ποσό έναντι του πιο πάνω εξ αποφάσεως χρέους, το οποίο και εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα. Περαιτέρω, κατατέθηκαν από κοινού, και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, τα πιο κάτω έγγραφα:
  6. Πιστό αντίγραφο της απόφασης στην αγωγή με αριθμό 2416/09 ημερομηνίας 19.10.2009 ( Τεκμήριο 1) και
  7. Πιστό αντίγραφο του διατάγματος μηνιαίων δόσεων ημερομηνίας 14.02.2012 που εκδόθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης (Τεκμήριο 2). Για να αποδείξει την υπόθεση της η Παραπονούμενη κάλεσε ως μοναδική της μάρτυρα, τη Laurence Mitsis, (Μ.Κ.1). Αφού έκρινα ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, η κατηγορούμενη επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και κάλεσε ως μάρτυρα προς υπεράσπιση της, το σύζυγο της Κωνσταντίνο Μπουρμπούλη, (Μ.Υ.1). Η Μ.Κ.1, στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Α), ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται στην Παραπονούμενη, όπου ασκεί καθήκοντα λειτουργού εξυπηρέτησης των πελατών, ανάμεσα στους οποίους είναι και η κατηγορούμενη. Η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα, το Πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος της Παραπονούμενης και το Πιστοποιητικό σύστασης της. Ακολούθως, αναφέρθηκε στην καταχώρηση της αγωγής με αριθμό 2416/09 στην οποία η κατηγορούμενη ήταν πρωτοφειλέτης και στην απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της, (Τεκμήριο 1). Αναφέρθηκε περαιτέρω, στο διάταγμα μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκε, εκ συμφώνου, εναντίον της κατηγορούμενης, στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής (Τεκμήριο 2) και στην παράλειψη της να πληρώσει τις επίδικες δόσεις, τις οποίες μέχρι σήμερα δεν έχει καταβάλει. Η μάρτυρας περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήρια 5, 6 και 7 αντίστοιχα, Πιστοποιητικά δυνάμει του άρθρου 35 του Νόμου 32

(1)/2004, με επισυνημμένες τις καταστάσεις των τριών λογαριασμών της κατηγορούμενης που αφορούσαν την προαναφερόμενη αγωγή. Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήριο 8, κατάσταση στην οποία εμφαίνονται τα σημερινά οφειλόμενα υπόλοιπα και των τριών λογαριασμών της κατηγορούμενης, τα οποία κατά την 25.01.2018 ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των €18.410,
  1. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η κατηγορούμενη δεν καταχώρησε αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος μηνιαίων δόσεων ούτε ενημέρωσε την Παραπονούμενη ότι η μη καταβολή των δόσεων οφειλόταν σε οικονομική αδυναμία ή πρόβλημα υγείας της. Εξ' όσων γνωρίζει, η κατηγορούμενη εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο και η οικονομική της κατάσταση δεν μεταβλήθηκε, αφού μέχρι σήμερα εξακολουθεί να εργάζεται. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης, ότι η κατηγορούμενη δεν πλήρωσε μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ποσό, γι' αυτό και θα πρέπει να κριθεί ένοχη. Επιπρόσθετα, σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου, απάντησε ότι κατά την επίδικη περίοδο η κατηγορούμενη εργαζόταν στη εταιρεία «Chrysanthos Shoes». Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι όλοι οι πελάτες της Παραπονούμενης ενημερώθηκαν για την αλλαγή του ονόματος της. Διαφώνησε με τη υποβληθείσα θέση ότι, η κατηγορούμενη δεν έλαβε σχετική επιστολή. Διαφώνησε επίσης, με τη θέση που της υποβλήθηκε ότι, η κατηγορούμενη ήλθε σε επικοινωνία με την Παραπονούμενη και ότι την «απογοήτευσαν». Σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι ο λόγος που η Παραπονούμενη καταχώρησε την υπόθεση, είναι γιατί δεν έγινε καμία πληρωμή των €75,
  2. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο η Παραπονούμενη επιθυμεί να «εισπράξει», η μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Η κατηγορούμενη, στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Α), ανέφερε ότι στις 14.02.2012 δέχθηκε, στα πλαίσια της προαναφερόμενης αγωγής, την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων για το ποσό των €75,
  3. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα την 01.03.
  4. Από τον Μάρτιο του 2012 δεν «περίσσεψαν» χρήματα για να πληρώσει την πρώτη δόση αλλά και τις επόμενες για τις οποίες κατηγορείται. Ανέφερε επίσης ότι, «κακώς» δέχθηκε την έκδοση του διατάγματος, αφού όπως «διαφάνηκε» δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει τις δόσεις της. Ο λόγος που δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για ακύρωση του διατάγματος ήταν αφενός μεν η οικονομική της αδυναμία αφετέρου δε γιατί «δεν προβλέπεται νομική αρωγή». Η μη πληρωμή των δόσεων, όπως περαιτέρω ανέφερε, οφειλόταν στην οικονομική της αδυναμία και μέχρι σήμερα δεν είναι σε θέση τις πληρώσει. Ακολούθως, κατέθεσε ως Τεκμήρια 9, 10 και 11 αντίστοιχα, αναλυτική κατάσταση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τις αποδοχές της για τα έτη 2012 - 2014, τα πιστοποιητικά γεννήσεως των παιδιών της και επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 13.02.2015, αναφορικά με τα υπόλοιπα των υποχρεώσεων της. Περαιτέρω, σε σχετικές ερωτήσεις του συνηγόρου της, απάντησε ότι όταν θα έπρεπε να πληρώσει την πρώτη δόση επισκέφθηκε την Παραπονούμενη και ανέφερε στον ταμία, Γιώργο Τσόκκα, ότι δεν είχε την δυνατότητα να πληρώσει. Αυτός της ανέφερε ότι, είτε θα έπρεπε να πληρώσει είτε θα έπρεπε να αποταθεί σε δικηγόρο. Ποτέ δεν έλαβε επιστολή για την αλλαγή του ονόματος της Παραπονούμενης. Είναι μητέρα δυο παιδιών, τα οποία γεννήθηκαν στις 17.01.2001 και 18.10.2006 και τα οποία διαμένουν μαζί της. Από τον Αύγουστο βρίσκεται σε διάσταση με το σύζυγο της και έχει καταχωρήσει αίτηση διαζυγίου. Ο σύζυγος της δεν εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο. Η εταιρεία του τέθηκε σε εκκαθάριση και έκτοτε δεν εργάζεται. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι δεν άλλαξε η οικονομική της κατάσταση από τον Φεβρουάριο του 2012 που εκδόθηκε το διάταγμα μέχρι και τον Μάρτιο του 2012, που θα έπρεπε να πληρώσει την πρώτη δόση. Η οικονομική της κατάσταση ήταν το ίδιο κακή, όμως ο λόγος που δέχθηκε το διάταγμα ήταν, γιατί πίστευε πως αν μείωνε κάποια έξοδα θα τα κατάφερνε. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι, ήταν λάθος της που δέχθηκε το διάταγμα, αλλά αυτό που πίστευε κατά το χρόνο εκείνο ήταν ότι θα μπορούσε να βοηθήσει και ο σύζυγος της, στην περίπτωση που έβρισκε δουλειά. Όταν μετά την πάροδο δυο - τριών μηνών, από την έκδοση του διατάγματος αντιλήφθηκε ότι δεν θα μπορούσε να πληρώνει τις δόσεις, δεν έκανε «κάτι συγκεκριμένο», γιατί πίστευε ότι θα άλλαζε η οικονομική της κατάσταση. Στην ερώτηση, πότε ενημέρωσε την Παραπονούμενη για την αδυναμία της, απάντησε «όταν έπρεπε να ξεκινήσει η πρώτη δόση». Όταν η συνήγορος της υπέδειξε ότι, η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα τον Μάρτιο του 2012 και την ρώτησε εκ νέου πότε επισκέφθηκε την Τράπεζα, απάντησε «λογικά τον Μάρτη του 2012». Διαφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε, ότι δεν ενημέρωσε ποτέ την Τράπεζα για την αδυναμία της να πληρώνει τις δόσεις. Όταν ρωτήθηκε για το όνομα του υπαλλήλου, που κατά τους ισχυρισμούς της, του ανέφερε για την αδυναμία της να πληρώσει, ανέφερε ότι δεν θυμόταν το επώνυμο του, γιατί πέρασαν πολλά χρόνια. Διαφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε ότι, ο λόγος που δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για ακύρωση του διατάγματος δεν ήταν, γιατί δεν είχε την οικονομική δυνατότητα και γιατί δεν θα της χορηγείτο δωρεάν νομική αρωγή. Διαφώνησε επίσης, με τις θέσεις που της υποβλήθηκαν, ότι γνώριζε για την αλλαγή του ονόματος της Παραπονούμενης κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος και ότι έλαβε σχετική επιστολή. Σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε, ότι ο μισθός της στην προαναφερόμενη εταιρεία ήταν €910,00 μεικτά και δεν είχε οποιαδήποτε μείωση. Το 2013 εργαζόταν και ο μισθός της από τον Μάιο ήταν μεγαλύτερος κατά €14,00 μέχρι και τον Σεπτέμβριο που μειώθηκε. Όταν της υποβλήθηκε ότι, δεν μεταβλήθηκε η οικονομική της δυνατότητα κατά τον επίδικο χρόνο, απάντησε ότι η οικονομική της κατάσταση δεν είχε αλλάξει. Πίστευε, όπως ανέφερε, ότι θα κατάφερνε να πληρώσει τις δόσεις και ήταν λάθος της που δέχθηκε το διάταγμα από τη στιγμή που είχε και εξακολουθεί να έχει πολλά έξοδα. Ισχυρίστηκε ακόμη, πως ο δικηγόρος της Παραπονούμενης της είπε να δεχθεί την έκδοση του διατάγματος για να «ξεμπερδέψει» και ότι «δυστυχώς» το έκανε. Διαφώνησε με την υποβολή της συνηγόρου της Παραπονούμενης ότι, ποτέ δεν της ανέφερε κάτι τέτοιο ο δικηγόρος της Παραπονούμενης. Σε διευκρινιστική ερώτηση που της έθεσε το Δικαστήριο, απάντησε ότι είναι από τον Αύγουστο του 2017 που βρίσκεται σε διάσταση με το σύζυγο της. Ο Μ.Υ.1, στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Γ) ανέφερε ότι, η κατηγορούμενη επωμιζόταν αποκλειστικά το οικονομικό βάρος του σπιτιού για την περίοδο από 01.03.2012 έως 01.08.2014, ένεκα του ότι αυτός ήταν άνεργος. Παλαιότερα εργαζόταν ως ξυλουργός και έκλεισε το κατάστημα του. «Ήταν εταιρεία» που τέθηκε σε εκκαθάριση και έκτοτε εργάζεται περιστασιακά, στην περίπτωση που τον ειδοποιήσει το Γραφείο Εργασίας. Ανέφερε επίσης, ότι δεν έχει καθόλου εισοδήματα. Λόγω της οικονομικής κρίσης δεν υπήρχε ίχνος εργασίας και γι' αυτό το λόγο δεν γράφτηκε ως άνεργος για την περίοδο 2013 -
  5. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 12, βεβαίωση των Τμήματος Εργασίας στην οποία αναγράφονται οι περίοδοι κατά τις οποίες ήταν δηλωμένος ως άνεργος. Αναφερόμενος στις συνθήκες έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, ισχυρίστηκε ότι ήταν και ο ίδιος παρών στο Δικαστήριο και ότι κακώς δέχθηκαν το διάταγμα. Ο δικηγόρος της «Τράπεζας», τους «συμβούλεψε» να δεχθούν το διάταγμα, για να μην ταλαιπωρούνται. Αναφερόμενος στα έξοδα που είχε η οικογένεια «τότε», ισχυρίστηκε ότι δεν αρκούσε ο μισθός της συζύγου του, ώστε να είχαν μια αξιοπρεπή διαβίωση. Το ενοίκιο ήταν €400,00, το supermarket €250,00 και υπήρχαν και άλλα έξοδα όπως ένδυση, υπόδηση, ηλεκτρισμός, νερό, κ.λ.π. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν υπήρχε δυνατότητα για την πληρωμή του ποσού των €75,
  6. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι από τον Αύγουστο του 2017 δεν διαμένει με τη σύζυγο του. Διαφώνησε με την υποβληθείσα θέση ότι, συνείσφερε και αυτός κατά την περίοδο 2012 έως 2014, λέγοντας ότι δεν εργαζόταν. Σε σχετικές ερωτήσεις, επέμενε στη θέση του ότι δεν είχε κοινωνικές ασφαλίσεις και ότι δεν εργαζόταν. Για κάποιους μήνες είχε πάρει επίδομα ανεργίας. Απ' ότι νομίζει, ο μισθός της κατηγορούμενης για την επίδικη περίοδο, ήταν «περίπου» €830,
  7. Σε σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι δεν μεταβλήθηκε η οικονομική της κατάσταση. Τα έξοδα της οικογένειας την επίδικη περίοδο ήταν τα ίδια. Διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε, ότι η κατηγορούμενη αμειβόταν επιπλέον στην περίπτωση που εργαζόταν περισσότερες ώρες. Σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής εκδόθηκε και εναντίον του διάταγμα μηνιαίων δόσεων, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
  8. Σήμερα εργάζεται και οι εβδομαδιαίες του απολαβές είναι €200,
  9. Καταβάλει ως διατροφή για τα παιδιά του το ποσό των €300,
  10. Σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι, δεν ήταν παρών όταν η κατηγορούμενη πήγε στην Τράπεζα και ότι το πληροφορήθηκε από τη σύζυγο του . Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από τις αγορεύσεις τους, στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε κρίνοντας τους μάρτυρες, τόσο με βάση τα όσα ανέφεραν, όσο και με τον τρόπο που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς ν. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Η εντύπωση που αποκόμισα από τη Μ.Κ.1 ήταν θετική. Από την όλη παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση της μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων της. Δεν διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα ή να κινηθεί εκδικητικά εναντίον της κατηγορούμενης και ούτε βέβαια της υποβλήθηκε κάτι τέτοιο. Απαντούσε με ευθύτητα, αμεσότητα, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και ήταν σταθερή στη μαρτυρία της. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία της είχε άμεση γνώση για τα γεγονότα που έδωσε μαρτυρία, μέρος της οποίας υποστηρίχθηκε τόσο από τα Τεκμήρια που κατέθεσε όσο και αυτά που κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Για όσα ζητήματα ερωτήθηκε και δεν γνώριζε την απάντηση, με ειλικρίνεια το ανέφερε, χωρίς να καταφεύγει σε υπεκφυγές. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της, το οποίο άπτεται των επίδικων θεμάτων, δεν έτυχε αμφισβήτησης. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρομαι στη μαρτυρία της ότι η παραπονούμενη είναι πιστωτής δυνάμει δικαστικής αποφάσεως, ότι η κατηγορούμενη είναι οφειλέτης δυνάμει δικαστικής αποφάσεως ότι εναντίον της κατηγορούμενης εκδόθηκε εκ συμφώνου το διάταγμα μηνιαίων δόσεων, ότι αυτή δεν κατέβαλε τις επίδικες δόσεις και ότι το εξ' αποφάσεως χρέος, όπως αυτό προκύπτει από το Τεκμήριο 11, εξακολουθεί να οφείλεται, αφού κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε έναντι του. Επιπλέον σημειώνεται πως, η μαρτυρία της επί των εν λόγω ζητημάτων, βρίσκεται σε συνοχή με τα προαναφερόμενα παραδεκτά γεγονότα και Τεκμήρια, τα οποία κατατέθηκαν εκ συμφώνου, αλλά και τα έγγραφα τα οποία η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια. Επίσης, η μάρτυρας παρέμεινε σταθερή στη θέση της ότι, η κατηγορούμενη ποτέ δεν γνωστοποίησε στην Παραπονούμενη την ισχυριζόμενη αδυναμία της για πληρωμή των επίδικων δόσεων. Οι εξηγήσεις που έδωσε η μάρτυρας προς υποστήριξη της θέσης της αυτής, ήταν λογικές και πειστικές. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να αναφέρω πως για το θέμα της αλλαγής του ονόματος της Παραπονούμενης, για το οποίο η μάρτυρας αντεξετάσθηκε σε έκταση, πέραν του ότι δεν είναι, κατά την άποψη μου, σχετικό με τα επίδικα θέματα, αυτό το οποίο προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία και πιο συγκεκριμένα από τον τίτλο του Τεκμηρίου 2, είναι ότι η κατηγορούμενη γνώριζε, τουλάχιστον, κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος, για την αλλαγή του ονόματος της Παραπονούμενης. Συνακόλουθα, κρίνω ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων 3 έως 8, η ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Η κατηγορούμενη δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια της και την γνησιότητα της εκδοχής της ότι, δηλαδή, ο λόγος της μη καταβολής των επίδικων δόσεων ήταν η οικονομική αδυναμία που αντιμετώπιζε εξ' αρχής. Παρακολουθώντας την να καταθέτει ενόρκως και παρατηρώντας τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά της, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Οι αναφορές της προς υποστήριξη της πιο πάνω εκδοχής της, στερούνταν πειστικότητας, ήταν αντιφατικές, δεν υποστηρίζονταν από τα Τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου και μέρος της μαρτυρίας της βρισκόταν σε αντίφαση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.
  1. Η θέση της επίσης, ότι ο συνήγορος της Παραπονούμενης τη συμβούλεψε να δεχθεί την έκδοση του διατάγματος για να «ξεμπερδέψει», στερείτο πειστικότητας και σε κάθε περίπτωση έρχεται σε αντίφαση με άλλους ισχυρισμούς που πρόβαλε, ως προς το λόγο που δέχθηκε την εναντίον της έκδοση του διατάγματος. Ξεκινώντας από την τελευταία θέση της, θα πρέπει, καταρχάς, να αναφέρω πως η προσπάθεια της να πείσει το Δικαστήριο ότι, ουσιαστικά παραπλανήθηκε από το συνήγορο της Παραπονούμενης για να δεχθεί την έκδοση του διατάγματος, δεν συνάδει με την εικόνα την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο καταθέτοντας, αφού έδωσε την εντύπωση ότι είχε πλήρη αντίληψη των γεγονότων και των διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν αυτού, η ισχυριζόμενη επίσκεψη της στην Παραπονούμενη όταν θα έπρεπε να πληρώσει την πρώτη δόση, καταδεικνύει, ότι είχε πλήρη αντίληψη για την υποχρέωση της προς το διάταγμα. Επιπρόσθετα, σημειώνεται πως η πιο πάνω θέση της, αντιστρατεύεται των αρχικών της θέσεων ως προς το λόγο που δέχθηκε την έκδοση του διατάγματος, οι οποίες μάλιστα είναι και αντιφατικές μεταξύ τους. Υπενθυμίζω πως η κατηγορούμενη, αρχικά, ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε την έκδοση του διατάγματος, γιατί πίστευε ότι θα κατάφερνε να μειώσει κάποια από τα έξοδα. Στη συνέχεια διαφοροποιώντας τη θέση της, ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε την έκδοση του διατάγματος, γιατί πίστευε πως ο σύζυγος της θα έβρισκε εργασία και έτσι θα είχε κάποια βοήθεια, ώστε να είναι σε θέση να πληρώνει τη δόση. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω ως επίσης και την αναφορά της, ότι από «τον Μάρτιο 2012 δεν περίσσεψαν χρήματα» για να πληρώσει την 1η δόση αλλά και τις επόμενες (παράγραφος 3 του Εγγράφου Β), δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο ισχυρισμός της περί παραπλάνησης ή λανθασμένης συμβουλής που δέχθηκε από τον συνήγορο της Παραπονούμενης, αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη της. Πέραν του ότι η πιο πάνω μαρτυρία της, σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε το διάταγμα, με οδηγούν στη διαπίστωση πώς η αξιοπιστία της έχει κλονισθεί, θα πρέπει να επισημάνω πως το Δικαστήριο δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να πάει πίσω από το διάταγμα μηνιαίων δόσεων και να ελέγξει τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτό εκδόθηκε και αν σωστά εκδόθηκε. Αφ' ης στιγμής δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το Τεκμήριο 2 έχει παραμεριστεί ή τροποποιηθεί, αυτό παράγει πλήρη έννομα αποτελέσματα. Η μαρτυρία της επίσης, σχετικά με την ισχυριζόμενη επίσκεψη της στην Παραπονούμενη, στερείτο πειστικότητας, σταθερότητας, ενώ δεν απέφυγε τον κίνδυνο να υποπέσει σε αντιφάσεις. Πιο συγκεκριμένα, ενώ αρχικά κατά την αντεξέταση της ισχυρίστηκε ότι, κατά την επίσκεψη της στην Τράπεζα ενημέρωσε τον ταμία, Γιώργο Τσοκκά, για την αδυναμία της να πληρώσει τη δόση, όταν στη συνέχεια της ζητήθηκε να αναφέρει ποιο ήταν το όνομα του υπαλλήλου με τον οποίο συνομίλησε, απάντησε ότι δεν θυμόταν το επώνυμο του, γιατί πέρασαν πολλά χρόνια. Επίσης, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι, όταν συνειδητοποίησε, μετά την πάροδο δυο - τριών μηνών, ότι δεν ήταν σε θέση να πληρώνει τη δόση δεν έκανε «κάτι συγκεκριμένο», στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι επισκέφθηκε την Τράπεζα όταν «έπρεπε να ξεκινήσει η πρώτη δόση». Όταν δε της επισημάνθηκε από την κα Μιλτιάδους ότι η αναφορά της αυτή βρίσκεται σε αντίφαση με την προηγούμενη αναφορά της ότι, δηλαδή, δεν έκανε οτιδήποτε για δυο - τρεις μήνες, η κατηγορούμενη απάντησε ότι «λογικά», πρέπει να επισκέφθηκε την Τράπεζα τον Μάρτιο του
  2. Ενδεικτικό της έλλειψης ειλικρίνειας της και της προσπάθειας της να πείσει το Δικαστήριο ότι μόνο αυτή επωμιζόταν και εξακολουθεί να επωμίζεται τα έξοδα της οικογένειας, είναι και το γεγονός ότι απέφυγε τόσο κατά την κυρίως εξέταση της όσο και κατά την αντεξέταση της να αναφέρει πότε καταχώρησε αίτηση διαζυγίου. Πιο συγκεκριμένα, ενώ κατά την κυρίως εξέταση της περιορίστηκε να αναφέρει ότι καταχώρησε αίτηση διαζυγίου, κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι αυτό έγινε τον Αύγουστο, χωρίς να προσδιορίσει το έτος, για να διαφανεί, μετά από διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε το
  3. Η θέση της επίσης, ότι κατά τον επίδικο χρόνο αλλά και μέχρι σήμερα μόνο αυτή επωμίζεται τα έξοδα, ένεκα του ότι σύζυγος της εξακολουθεί να μην εργάζεται, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, ο οποίος υποστήριξε πως σήμερα εργάζεται και ότι για τη διατροφή των παιδιών τους καταβάλει €300,00 μηνιαίως. Δεν παραβλέπω επίσης, ότι η κατηγορούμενη ουδεμία αναφορά έκανε σχετικά με το επίδομα ανεργίας που έλαβε ο σύζυγος της για κάποιους μήνες εντός του επίδικου χρόνου. Ερχόμενη τώρα στον ισχυρισμό της ότι, ο λόγος που δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για ακύρωση του διατάγματος ήταν, γιατί δεν της παρείχετο η δυνατότητα για δωρεάν νομική αρωγή, θα πρέπει καταρχάς να αναφέρω πως ο ισχυρισμός της αυτός δεν βρίσκει έρεισμα στον ίδιο το νόμο (άρθρο 90
(2)του Κεφ. 6), ο οποίος προνοεί ότι, σε μια τέτοια περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του περί Νομικής Αρωγής Νόμου. Ενδεχόμενα, να συνιστούσε δικαιολογία για την κατηγορούμενη η προβολή του ισχυρισμού ότι δεν γνώριζε ότι είχε τη δυνατότητα να αιτηθεί δωρεάν νομικής αρωγής. Στην προκείμενη όμως περίπτωση, η κατηγορούμενη δεν επικαλέστηκε άγνοια, ως η εισήγηση του συνηγόρου της μέσω της γραπτής του αγόρευσης, αλλά όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία της, τόσο κατά την κυρίως εξέταση της όσο και κατά την αντεξέτασή της, ήταν βέβαιη ότι στη διαδικασία για ακύρωση του διατάγματος «δεν προβλέπεται νομική αρωγή». Αναφορικά με τη θέση της ότι, η οικονομική της κατάσταση δεν μεταβλήθηκε και ότι ήταν η ίδια με αυτή που είχε και πριν την έκδοση του διατάγματος, παρατηρώ ότι, σε κάποιο βαθμό η θέση της αυτή δεν υποστηρίζεται από το Τεκμήριο 9 στο οποίο φαίνεται να παρουσιάζεται κάποια μείωση στο μισθό της για κάποιους μήνες από τον Σεπτέμβριο του 2013 και έπειτα. Η κατηγορούμενη, ωστόσο, δεν σύνδεσε με οποιοδήποτε τρόπο την κατ' ισχυρισμό οικονομική της αδυναμία με αυτή τη μείωση αλλά επέμενε στη θέση ότι η οικονομική της αδυναμία υπήρχε εξ' αρχής. Δεν επικαλέστηκε, δηλαδή, σε οποιοδήποτε στάδιο της μαρτυρίας της ότι η αδυναμία της να πληρώσει τις επίδικες δόσεις ή κάποιες από αυτές οφειλόταν στη μεταβολή της οικονομικής της κατάστασης, ένεκα της μείωσης του μισθού της για κάποιο διάστημα. Σημειώνεται πως και ο συνήγορος της, στη γραπτή του αγόρευση, δεν εισηγείται την υπεράσπιση της μεταβολής στην οικονομική της κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος, αλλά την οικονομική της αδυναμία η οποία προϋπήρχε της έκδοσης του διατάγματος και δεν διαφοροποιήθηκε μετά την έκδοση του. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής μου ότι η κατηγορούμενη ουδεμία αναφορά έκανε στα έξοδα, που κατά τους ισχυρισμούς της επωμιζόταν αποκλειστικά, ώστε να τεκμηριώσει με σαφήνεια τη θέση της για την οικονομική της αδυναμία, αλλά περιορίστηκε να αναφέρει, ότι δεν της «περίσσεψαν» χρήματα για να καταβάλει τη δόση του Μαρτίου του 2012 και τις επόμενες δόσεις, ότι είναι μητέρα δυο παιδιών τα οποία διαμένουν μαζί της μετά τη διάσταση της με το σύζυγο της και ότι ο σύζυγος της δεν εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο. Αναφορικά με το Τεκμήριο 11, το οποίο η κατηγορούμενη κατέθεσε με σκοπό να πείσει το Δικαστήριο για την κακή της οικονομική κατάσταση, δεν βλέπω με ποιο τρόπο αυτό μπορεί να την βοηθήσει, δεδομένης της θέσης της ότι δεν εκδόθηκε απόφαση εναντίον της. Υπό το φως των πιο πάνω, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η κατηγορούμενη προσήλθε στο Δικαστήριο για να δικαιολογήσει την παράλειψη της να πληρώσει τις επίδικες δόσεις και όχι για να πει την αλήθεια. Ως εκ τούτου πέραν από τη μη αμφισβητούμενη μαρτυρία της, η υπόλοιπη μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο και απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Ο Μ.Υ.1 δεν μου προξένησε θετική εντύπωση και δεν έχω πεισθεί ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να βοηθήσει μέσω των απαντήσεων του την εκδοχή της κατηγορούμενης. Με σκοπό να υποστηρίξει τη θέση της ότι μόνο αυτή επωμιζόταν τα έξοδα της οικογένειας, ισχυρίστηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο ίδιος δεν συνείσφερε καθόλου σε αυτά. Η θέση του, ωστόσο, αυτή βρίσκεται σε αντίφαση με την αναφορά του ότι, κατά τον επίδικο χρόνο έλαβε για κάποιους μήνες επίδομα ανεργίας. Επίσης, ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι δεν εργάζεται και δεν έχει καθόλου εισοδήματα, κατά την αντεξέταση του διαφοροποίησε τη θέση του, λέγοντας ότι τα εισοδήματα του από την εργασία του είναι €200,00 εβδομαδιαίως και ότι μάλιστα καταβάλλει ποσό €300,00 ως διατροφή για τα παιδιά του. Με σκοπό να πείσει το Δικαστήριο ότι η κατηγορούμενη δεν είχε τη δυνατότητα να καταβάλλει τη μηνιαία δόση, ανέφερε ότι δεν αρκούσε ο μισθός της, ώστε να έχουν «μια αξιοπρεπή διαβίωση». Αυτό, ωστόσο, που προέκυψε κατά την αντεξέταση του ήταν ότι δεν ήταν βέβαιος ποιο ήταν ακριβώς το ύψος του μισθού της. Επιπλέον σημειώνω πως, η μαρτυρία του ως προς το ύψος του μισθού της δεν βρίσκεται σε συνοχή με τη μαρτυρία της κατηγορούμενης. Έχω ήδη αναφερθεί πιο πάνω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούμενης, στις αντιφάσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία της με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 και δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω. Υπό το φώς των πιο πάνω κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του, η οποία και απορρίπτεται. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, των παραδεκτών γεγονότων και λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου τα γεγονότα που αποτελούν είτε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 19.10.2009 εκδόθηκε στην απουσία της κατηγορούμενης δικαστική απόφαση (Τεκμήριο 1) στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 2416/09 του Ε.Δ. Πάφου η οποία καταχωρήθηκε από την Παραπονούμενη εναντίον της κατηγορούμενης, ως πρωτοφειλέτης. Στις 14.02.2012 εκδόθηκε εκ συμφώνου, στην παρουσία της κατηγορούμενης, διάταγμα όπως πληρώσει η κατηγορούμενη στην Παραπονούμενη το εξ αποφάσεως χρέος της στην πιο πάνω αγωγή δια μηνιαίων δόσεων ύψους €75,00 από 01.03.2012. Η κατηγορούμενη μετά την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης και διατάγματος, ουδέν ποσό πλήρωσε στην Παραπονούμενη. Το εξ αποφάσεως χρέος της κατηγορούμενης κατά τις 25.01.2018 ανερχόταν στο ποσό των €18.410,77. Η κατηγορούμενη παρέλειψε να συμμορφωθεί με το προαναφερόμενο διάταγμα και εξακολουθεί να οφείλει τις μηνιαίες δόσεις από 01.03.2012 μέχρι και 01.08.2014 που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €2.250,00. Μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων δεν υποβλήθηκε από την κατηγορούμενη οποιαδήποτε αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή του επίδικου διατάγματος. Η οικονομική κατάσταση της κατηγορούμενης δεν διαφοροποιήθηκε μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων σε ότι αφορά την επίδικη περίοδο. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)A.C. 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Έχοντας αναφερθεί στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, θεωρώ ότι αυτό είναι το κατάλληλο σημείο για να αναφερθώ στη μη συμπερίληψη στην έκθεση αδικήματος των κατηγοριών στο κατηγορητήριο, του άρθρου του νομοθετήματος που δημιουργεί το αδίκημα που αποδίδεται στην κατηγορούμενη. Πιο συγκεκριμένα, δεν γίνεται αναφορά στο άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου 60(I)/2008. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, το οποίο διέπει τη σύνταξη κατηγορητηρίων: «Η κατηγορία στο κατηγορητήριο περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα. Όταν κάποιο ποινικό αδίκημα συνιστάται από πράγμα το οποίο απαγορεύεται από το συνδυασμένο αποτέλεσμα περισσοτέρων του ενός νομοθετημάτων, το κατηγορητήριο περιλαμβάνει αναφορά και στα δύο αυτά νομοθετήματα και αν το ποινικό αδίκημα ορίζεται από ένα και η ποινή προβλέπεται από άλλο νομοθέτημα που προβλέπει την ποινή». Σύμφωνα δε με την επιφύλαξη του άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, σφάλμα στην έκθεση του αδικήματος ή των λεπτομερειών του, τότε μόνο πλήττει το κύρος του κατηγορητηρίου όταν, καταδειχθεί ότι, ο κατηγορούμενος, λόγω του λάθους αυτού παραπλανήθηκε ή επηρεάστηκε δυσμενώς στην υπεράσπιση του. Στην υπόθεση Σ. Μαρκίδη ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων,
(1999)2 Α.Α.Δ. 598 και συγκεκριμένα στις σελ. 601 και 602, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κακή στοιχειοθέτηση του κατηγορητηρίου λόγω παράλειψης συμπερίληψης στην έκθεση του αδικήματος του άρθρου 12 του Ν. 4/
  1. Η παράλειψη συμπερίληψης οποιουδήποτε άρθρου του νόμου σχετικού προς τη στοιχειοθέτηση και οριοθέτηση του αδικήματος δεν επάγεται την ακυρότητα της κατηγορίας όπως ρητά ορίζεται από την επιφύλαξη του άρθρου 39 του Κεφ.
  2. Μόνο όπου εμφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος παραπλανήθηκε από το λάθος στη διατύπωση της κατηγορίας δικαιολογείται ένα τέτοιο συμπέρασμα. Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται αναφορά σε σειρά αποφάσεων διαφωτιστικών για την ερμηνεία της σχετικής επιφύλαξης. (βλ. Fourri v. The Republic
(1980)2 CLR 152, Constantinides v. The Republic
(1978)2 CLR 337, Begonia Fashions v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 451). Σχετική επί του προκειμένου είναι και η πρόσφατη απόφαση που δόθηκε από τον Ηλιάδη, Δικαστή, στην Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 194)». Επίσης, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Ηλία κ.α. ν. Αστυνομίας 1999
(2)Α.Α.Δ. 395, στην οποία επαναλήφθηκε παλαιότερη επί του θέματος νομολογία, «Η διαπίστωση ελαττώματος στο κατηγορητήριο δεν ακυρώνει απαραίτητα τη δίκη. Μπορεί να οδηγήσει ή να μην οδηγήσει σ' αυτό το αποτέλεσμα ανάλογα με τα περιστατικά. Εφόσον το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει πως το ελάττωμα δεν επηρέασε τους εφεσείοντες στην υπεράσπιση τους ή γενικότερα πως δεν προκάλεσε αδικία, οφείλει να επικυρώσει τη καταδίκη (βλ. Kyriakou v. The Welfare Officer
(1961)2 CLR 227, Panteli v. District Labour Officer Famagusta
(1985)2 CLR, Karasamanis v. Police
(1986)2 CLR 229 και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14). Στην υπόθεση Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2ΑΑΔ 194, επαναλήφθηκε η θέση ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αναφορικά με την σύνταξη του κατηγορητηρίου, μόνο ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στο κατηγορούμενο, μπορεί να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του, επηρεάζουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου (βλ. επίσης Constantinides v. Republic
(1978)2 CLR 337, Ξυδιά κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174, 225).» Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προανέφερα, ελλείπει από την έκθεση των αδικημάτων το άρθρο 3
(1)(γ) το οποίο δημιουργεί το αδίκημα που αποδίδεται στην κατηγορούμενη. Με βάση όλα τα πιο πάνω η Παραπονούμενη θα έπρεπε να είχε συμπεριλάβει το πιο πάνω άρθρο, αφού αυτό είναι το άρθρο του Νόμου που ποινικοποιεί την παράλειψη της κατηγορούμενης να καταβάλει στην Παραπονούμενη τις επίδικες μηνιαίες δόσεις, σύμφωνα με το εκδοθέν διάταγμα (Τεκμήριο 2). Εκείνο όμως που έχει ουσιαστική σημασία και θα πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία, να εξετασθεί, είναι εάν η παράλειψη αυτή της Παραπονούμενης, έχει επηρεάσει, με οποιοδήποτε τρόπο, την κατηγορούμενη στην Υπεράσπιση της. Λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, του γεγονότος ότι στο κατηγορητήριο περιλαμβάνεται ο σχετικός Νόμος, ότι από τις λεπτομέρειες του αδικήματος διαφαίνεται με ξεκάθαρο τρόπο ποιο είναι το αδίκημα που αποδίδεται στην κατηγορούμενη και του παραδεκτού γεγονότος ότι η κατηγορούμενη δεν κατέβαλε τις επίδικες δόσεις, θεωρώ ότι δεν φαίνεται να παραπλανήθηκε η κατηγορούμενη ή να έχει επηρεαστεί δυσμενώς κατά την προβολή της υπεράσπισης της. Συνακόλουθα κρίνω ότι δεν θα πρέπει να με απασχολήσει περαιτέρω θέμα ακυρότητας του κατηγορητηρίου. Το άρθρο 3
(1)(γ) και
(2)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60
(1)/2008 (στο εξής ο «Νόμος») προνοεί τα ακόλουθα: «3.
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: ...................................................................................................(γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.
(2)Ουδεμία δίωξη ασκείται, δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), εναντίον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν αυτός παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων: Νοείται ότι, σε περίπτωση που οι δόσεις που υπολείπονται προς εξόφληση του χρέους είναι λιγότερες από τρεις δύναται να ασκηθεί ποινική δίωξη αν παραλείπει να καταβάλει οποιαδήποτε δόση. Στο δε ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω έννοιες: «διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις" σημαίνει διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 90 του Μέρους ΙΧ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου· "εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους" έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου· "εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής" έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου· "εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος" έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.» Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι τα ακόλουθα: (α) η παραπονούμενη να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής και η κατηγορούμενη εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης (β) η ύπαρξη διατάγματος πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις (γ) η παράλειψη καταβολής προς την εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή του ποσού οποιασδήποτε δόσης και (δ) να οφείλονται τουλάχιστον τρεις δόσεις, εκτός εάν οι δόσεις που υπολείπονται προς εξόφληση είναι λιγότερες από τρεις. Δεδομένης της αξιολόγησης, των παραδεκτών γεγονότων και των ευρημάτων μου, καταλήγω ότι η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος έχει στοιχειοθετηθεί με την προσαγωγή μαρτυρίας ότι η κατηγορούμενη είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή την Παραπονούμενη, ότι η κατηγορούμενη δεν έχει εξοφλήσει το εξ' αποφάσεως χρέος της, ότι αποδέχθηκε την εξόφληση του με μηνιαίες δόσεις και στη βάση αυτή εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα (Τεκμήριο 2) και ότι παρέλειψε να καταβάλει τις επίδικες δόσεις κατά την ημερομηνία πληρωμής τους σύμφωνα με το επίδικο διάταγμα. Ο Νόμος αναγνωρίζει στον οφειλέτη την Υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 3
(4)(γ) του Νόμου προνοεί ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος». Το βάρος απόδειξης, ως Υπεράσπιση, ήταν επί των ώμων της κατηγορούμενης το οποίο μπορούσε να αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Αναστασίου Νικολάου v. CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 160/2014, ημερ.20.12.2016). Στην υπό κρίση υπόθεση, η κατηγορούμενη, όπως διαφάνηκε από την εκδοχή που προέβαλε στο Δικαστήριο, δεν επικαλέστηκε την πιο πάνω υπεράσπιση ότι, δηλαδή, μεταβλήθηκε η οικονομική της κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου διατάγματος και έπειτα ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του, αλλά ότι η μη πληρωμή των επίδικων δόσεων οφειλόταν στην οικονομική της αδυναμία, η οποία προϋπήρχε της έκδοσης του διατάγματος και δεν διαφοροποιήθηκε μετά την έκδοση του. Είναι, κατά την άποψη μου προφανές ότι η υπεράσπιση αυτή της κατηγορούμενης, την οποία όπως προανέφερα εισηγείται και ο συνήγορος της μέσω της γραπτής του αγόρευσης, δεν καλύπτεται από την ειδική υπεράσπιση που θέτει ο Νόμος. Τυχόν δε αποδοχή της θα οδηγούσε σε μια κεκαλυμμένη επανεξέταση της ορθότητας έκδοσης του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων, που το Δικαστήριο δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να πράξει. Θεωρώ σκόπιμο στο σημείο αυτό, να σχολιάσω την εισήγηση που ανέπτυξε στην τελική του αγόρευση ο συνήγορος της κατηγορουμένης, ότι η Παραπονούμενη προσέφυγε στη δικαιοσύνη αποκλειστικά και μόνο για να ικανοποιήσει τις οικονομικές της απαιτήσεις που είναι αστικής φύσης και όχι για να τιμωρηθεί η κατηγορούμενη. Καταρχάς, θα πρέπει να τονισθεί πως η προσαγωγή, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, του εξ αποφάσεως οφειλέτη δυνάμει του άρθρου 3 του Ν.60(Ι)/2008 δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική άνευ άλλου τινός. Εφόσον πρόκειται για δυνατότητα προβλεπομένη από το νόμο, η χρησιμοποίησή της, καταρχήν, επιτρέπεται. Όσον δε αφορά τη νομιμοποίηση της Παραπονούμενης, σημειώνεται πώς η αναντίλεκτη δυνατότητα ιδιωτικής ποινικής δίωξης, η οποία «αποτελεί χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της παράλειψης ή άρνησης των αρμόδιων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες λόγω ιδιοτροπίας, διαφθοράς ή αμεροληψίας» (Αιπεία Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd κ.α.
(1997)2 Α.Α.Δ. 434), προσφέρεται σε οιονδήποτε επηρεάζεται αμέσως από την εγκληματική ενέργεια (Toffinis v. Theocharides and another
(1983)2 C.L.R. 363). Στην προκείμενη περίπτωση, η Παραπονούμενη νομιμοποιείται να ασκήσει ιδιωτική ποινική δίωξη εναντίον της κατηγορούμενης εφόσον, ως εξ αποφάσεως δανειστής, παρουσιάζεται να είναι το θύμα καταδολιευτικής συμπεριφοράς εκ μέρους της κατηγορούμενης, ως εξ αποφάσεως οφειλέτη της. Η παραπονούμενη παρουσιάζεται να είναι το πρόσωπο το οποίο άμεσα υφίσταται τις συνέπειες της αδικοπραγίας της κατηγορούμενης. Η καταχώριση, ωστόσο, ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης στη βάση του άρθρου 3 του Ν.60(Ι)/2008, όπως και κάθε άλλη δικαστική διαδικασία, ελέγχεται από το Δικαστήριο όσον αφορά στον καταχρηστικό ή μη χαρακτήρα της. Όμως, ο έλεγχος αυτός αφορά τον τρόπο χρησιμοποίησης της διαδικασίας και όχι τα εσωτερικά ελατήρια αυτού που την εγείρει (βλ. Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1 (B) Α.Α.Δ. 788, 792 και Πετράκη ν. Κίμωνος
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1311, 1317. Ως «καταχρηστική» χαρακτηρίζεται, καταρχάς, η δικαστική διαδικασία όταν μέσω αυτής επιδιώκεται σκοπός όμοιος με σκοπό ο οποίος επιδιώκεται διαμέσου της παράλληλης προώθησης άλλου ένδικου μέσου (Beogradskα DD
(1996)1 C.L.R. 911, καθώς, επίσης, και η δικαστική διαδικασία όταν πραγματικός της σκοπός είναι η εξόντωση ή η καταπίεση του αντιδίκου (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Η δικαστική εξουσία για παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας εξ αιτίας του καταχρηστικού της χαρακτήρα ασκείται με φειδώ και μόνον εφ΄ όσον η διαδικασία είναι πρόδηλα καταχρηστική. Η σχετική απόφαση πρέπει να λαμβάνεται κατόπιν συνεκτίμησης αφενός του συνταγματικού δικαιώματος κάθε προσώπου να προσφεύγει απρόσκοπτα στη δικαιοσύνη και αφετέρου της ευθύνης του Δικαστηρίου να περιφρουρεί και να διασφαλίζει την ορθή και αποτελεσματική λειτουργία του (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν. Παρέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 και Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.ά. Ποινική Έφεση αρ. 90/2011,ημερομηνίας 11.09.2013). Η κρίση περί καταχρηστικής διαδικασίας δεν διαμορφώνεται στη βάση υποθέσεων και εικασιών αλλά στη βάση μαρτυρίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση, και δεδομένης της προσκομισθείσας μαρτυρίας, δεν διαπιστώνεται καμία καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους της Παραπονούμενης. Πιο συγκεκριμένα, δεν προκύπτει πώς μέσω της παρούσας διαδικασίας επιδιώκεται η εξόντωση ή η καταπίεση της κατηγορουμένης και ούτε προκύπτει πώς η προκείμενη διαδικασία κατεχωρίστηκε για τον αλλότριο σκοπό της ικανοποίησης των οικονομικών απαιτήσεων της Παραπονούμενης. Υπενθυμίζω πως, η Μ.Κ.1, κατά την κυρίως εξέταση της, κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχη την κατηγορούμενη για τα αδικήματα που κατηγορείται, ενόψει της παράλειψης της να πληρώσει τις επίδικες δόσεις (παράγραφος 11 του Εγγράφου Α). Ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση της, για ποιο λόγο η Παραπονούμενη προσήγαγε την κατηγορούμενη στο Δικαστήριο, η μάρτυρας απάντησε: «Γιατί δεν έγινε καμία πληρωμή όπως είχε συμφωνήσει στην απόφαση των €75». Το γεγονός ότι στη συνέχεια η μάρτυρας απάντησε καταφατικά στην ερώτηση που της τέθηκε κατά πόσο, δηλαδή, «η Τράπεζα θέλει να εισπράξει», δεν θεωρώ πως με τη μαρτυρία της αυτή καταδεικνύεται ότι η Παραπονούμενη επιδίωξε, μέσω της παρούσας διαδικασίας, την ικανοποίηση των οικονομικών της απαιτήσεων, ως η εισήγηση του κ. Μανώλη. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή τη μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, το βάρος απόδειξης, τη νομική πτυχή και τα ευρήματα, καταλήγω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων. Πιο συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί ότι, η κατηγορούμενη είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης και η παραπονούμενη εκ δικαστικής αποφάσεως πιστώτρια εν τη εννοία του Νόμου, ότι στις 14.02.2012 εκδόθηκε εναντίον της κατηγορούμενης διάταγμα μηνιαίων δόσεων με το οποίο η τελευταία διατάχθηκε όπως αποπληρώσει στην Παραπονούμενη το εξ αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις ύψους €75,00 της πρώτης δόσεως πληρωτέας την 01.03.2012 και ότι η κατηγορούμενη δεν κατέβαλε στην Παραπονούμενη τριάντα δόσεις που αφορούν την επίδικη περίοδο από 01.03.2012 - 01.08.2014. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η Παραπονούμενη απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη και κατά συνέπεια αυτή κρίνεται ένοχη σε όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) .................................. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.