Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Νίκου Αριστείδη Παναγή, Αρ. Υπόθεσης: 10315/14, 19/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B54 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10315/14 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Νίκου Αριστείδη Παναγή Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 19 Απριλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κα Σ. Χατζηνεοφύτου Κατηγορούμενος - παρών ------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε δύο κατηγορίες, ήτοι της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 (1η κατηγορία) και της μεταφοράς μάχαιρας απολήγουσας σε αιχμηρά άκρη κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 84 και 86 του Κεφ.154 (2η κατηγορία). Στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως αθωώθηκε και απαλλάχθηκε στη 2η κατηγορία, ενώ στην 1η κατηγορία κλήθηκε σε απολογία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος στις 08.10.13 επιτέθηκε εναντίον του Khaled Al Resho και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης κάλεσε τρεις μάρτυρες και συγκεκριμένα τον Khaled Al Resho (Μ.Κ.1), τη Δρ. Τ. Αθανασίου (Μ.Κ.2) και τον Αστ.4964 Π. Ανδρονίκου (Μ.Κ.3). Ο Κατηγορούμενος, μετά την κλήση του σε απολογία στην 1η κατηγορία, επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Περαιτέρω, κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν 6 Τεκμήρια. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Επισημαίνω ότι η μαρτυρία που παρατίθεται πιο κάτω αφορά το αδίκημα της 1ης κατηγορίας σε σχέση με το οποίο ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Παραπονούμενος, ο οποίος κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι βρίσκεται στην Κύπρο από το
- Αναφορικά με το επίδικο περιστατικό δήλωσε ότι λογομάχησαν με τον Κατηγορούμενο και αλληλοσπρωχθήκαν με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος. Ο Κατηγορούμενος τον έπιασε με τα δύο του χέρια και στη συνέχεια επέμβηκαν οι συγχωριανοί τους και τους χώρισαν. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε με την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι είναι γείτονες με τον τελευταίο και ότι τα σπίτια τους εφάπτονται το ένα στο άλλο. Την επίδικη μέρα και συγκεκριμένα το απόγευμα συναντήθηκε με τον Κατηγορούμενο, τον πλησίασε για να συνομιλήσουν και τότε λογομάχησαν και ακολούθησε συμπλοκή. Ο λόγος για τον οποίο λογομάχησαν αφορούσε τις διαφορές που έχουν σε σχέση με τους χώρους στάθμευσης και τις καταγγελίες που έκανε για αυτό το θέμα στην Αστυνομία ο Κατηγορούμενος. Ερωτηθείς κατά πόσο δέχθηκε χτύπημα από τον Κατηγορούμενο κατά την ισχυριζόμενη συμπλοκή, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι δεν δέχθηκε χτύπημα και δεν τραυματίστηκε. Στη συνέχεια ωστόσο της αντεξέτασης του διευκρίνισε ότι με την αναφορά του ότι δεν τραυματίστηκε εννοούσε ότι δεν έσπασε το χέρι ή το πόδι του, αλλά είχε μικρά γδαρσίματα που προκλήθηκαν όταν τραβούσε ο ένας τον άλλο. Προσδιόρισε μάλιστα ότι τα γδαρσίματα αυτά ήταν στα δάκτυλα των χεριών του. Ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι δεν υπήρξε συμπλοκή, καθώς και ότι δεν σπρώχτηκε από τον Κατηγορούμενο. Επίσης αρνήθηκε ότι ήταν ο ίδιος που επιτέθηκε στον Κατηγορούμενο και επανέλαβε ότι ο Κατηγορούμενος τον έσπρωξε και έπεσε στο έδαφος. Τέλος, αρνήθηκε τη θέση της κας. Χατζηνεοφύτου ότι μόνος του έπεσε στο έδαφος επειδή σκουντούφλησε στον προφυλακτήρα του οχήματος του Κατηγορούμενου. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, θα πρέπει καταρχάς να σημειώσω ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο Μ.Κ.1 και ο Κατηγορούμενος κατοικούν στο ίδιο χωριό και οι οικίες τους γειτνιάζουν. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι μεταξύ τους υπάρχουν διαφορές, οι οποίες εντοπίζονται σε ζητήματα που αφορούν τον χώρο στάθμευσης των οχημάτων των ιδίων και των φιλοξενούμενων τους. Ενόψει των πιο πάνω αδιαμφισβήτητων γεγονότων, η αντεξέταση του Μ.Κ.1 επικεντρώθηκε στα ακόλουθα δύο ζητήματα, τα οποία είναι και τα πλέον ουσιώδη σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Πρώτον ότι δεν υπήρξε συμπλοκή με τον Κατηγορούμενο, αλλά ο ίδιος επιτέθηκε στον Κατηγορούμενο. Δεύτερον ότι δεν υπέστη οποιοδήποτε τραυματισμό από την ισχυριζόμενη επίθεση που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο. Ξεκινώντας από το δεύτερο ζήτημα, παρατηρώ ότι ο Παραπονούμενος στην κυρίως εξέταση του ουδέν ανέφερε περί πρόκλησης οποιασδήποτε σωματικής βλάβης στο πρόσωπο του. Για πρώτη φορά προέβαλε έναν τέτοιο ισχυρισμό κατά την αντεξέταση του. Για τους λόγους που θα επεξηγήσω αμέσως πιο κάτω ο εν λόγω ισχυρισμός του μάρτυρα στερείται, κατά την άποψη μου, πειστικότητας. Καταρχάς ο Μ.Κ.1 δεν ήταν σταθερός στους ισχυρισμούς που προέβαλε, αφού αρχικά υποστήριξε ότι δεν τραυματίστηκε, λέγοντας μάλιστα ότι δεν δέχθηκε κανένα χτύπημα. Αυτή τη θέση επανέλαβε και όταν η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου επανήλθε με διευκρινιστική ερώτηση, για να διαφοροποιηθεί ωστόσο στη συνέχεια όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο Κατηγορούμενος δεν του επιτέθηκε και δεν τον τραυμάτισε. Μετά την εν λόγω υποβολή πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι αυτό που εννοούσε όταν είπε ότι δεν τραυματίστηκε ήταν ότι δεν έσπασε ούτε το πόδι του, ούτε το χέρι του. Ακολούθως, όταν κλήθηκε να διευκρινίσει σε τι συνίσταντο τα τραύματα που κατ' ισχυρισμό υπέστη, δήλωσε ότι είχε μικρογδαρσίματα στα χέρια του και συγκεκριμένα στα δάκτυλα του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ερωτήσεις της κας. Χατζηνεοφύτου ήταν ξεκάθαρες και δεν υπήρξε σε αυτές οποιαδήποτε αναφορά σε σπάσιμο οποιουδήποτε μέλους του σώματος του Μ.Κ.
- Επίσης ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός ότι δεν δέχθηκε χτύπημα από τον Κατηγορούμενο και δεν τραυματίστηκε. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική στιχομυθία: «Έ: Φαντάζομαι εκείνη την ημέρα που επιαστήκατε εν τζαι είχατε χτυπήματα; Α: Δεν δέχτηκα κανένα χτύπημα εγώ, η γυναίκα μου πόνησε το χέρι της μέχρι τρία χρόνια πονούσε την κουτάλα της. Ε: Άρα εσείς δεν τραυματιστήκατε; Α: Όχι.» Καθίσταται επομένως σαφές ότι η μεταγενέστερη αναφορά του Μ.Κ.1 σε μικρογδαρσίματα που υπέστη στα δάκτυλα των χεριών του αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του προκειμένου να δικαιολογήσει τη θέση του περί επίθεσης του Κατηγορούμενου και πρόκλησης σωματικής βλάβης. Το ότι η αναφορά του Μ.Κ.1 σε τραυματισμό στα δάκτυλα των χεριών του αποτελεί προσπάθεια αναδίπλωσης του, καθίσταται φανερό και από τα ευρήματα της Μ.Κ.2, όπως αυτά εμφαίνονται στο Τεκμήριο 1, καθώς σε αυτά δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αναφορά σε γδαρσίματα στα δάκτυλα των χεριών. Η Μ.Κ.2 μάλιστα ξεκαθάρισε κατά την αντεξέταση της ότι το μοναδικό εύρημα της από την αντικειμενική εξέταση του Μ.Κ.1 ήταν μία μικρή εκδορά στον αριστερό αγκώνα. Τέλος, υπογραμμίζω ότι η υπό αναφορά διάσταση δεν μπορεί να αποδοθεί σε ενδεχόμενη σύγχυση του Μ.Κ.1, καθώς τα δάκτυλα των χεριών και ο αγκώνας είναι ευκόλως διακριτά μέρη των χεριών και εν πάση περιπτώσει κατά την αντεξέταση του έδειξε τα δάκτυλα του όταν ρωτήθηκε σχετικά. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εντόπισε την προαναφερόμενη διάσταση εισηγούμενος όμως ότι δεν πρόκειται για διαφορά ουσίας. Με κάθε σεβασμό η εν λόγω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Τα πιο πάνω αναφερόμενα αφορούν ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, καθώς άπτονται συστατικού στοιχείου του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και συνεπώς δημιουργούν ρήγμα στη μαρτυρία του. Περαιτέρω, δεν μπορεί να παραμείνει ασχολίαστη και η θέση του Μ.Κ.1 ότι έχει παράπονο εναντίον του Κατηγορούμενου επειδή ο τελευταίος τον κατάγγειλε. Στην αντεξέταση του μάλιστα όταν ρωτήθηκε κατά πόσο κατάγγειλε τον Κατηγορούμενο, απάντησε ότι όταν κλήθηκε στην Αστυνομία και ενημερώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος υπέβαλε παράπονο εναντίον του, τότε αποφάσισε και ο ίδιος να πει ότι έχει παράπονο. Αυτή η ετεροχρονισμένη αντίδραση του Μ.Κ.1 δημιουργεί ερωτηματικά ως προς τη γνησιότητα της εκδοχής του. Ως εκ των ανωτέρω, με εξαίρεση τα σημεία που κατέγραψα πιο πάνω ως μη αμφισβητούμενα, θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει βαρύτητα στη μαρτυρία του Παραπονούμενου. Η Μ.Κ.2 ανέφερε στην κυρίως εξέταση της ότι εργάζεται ως Ιατρικός Λειτουργός Ά Τάξης στα εξωτερικά ιατρεία του Γ.Ν. Πάφου. Κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στο Τ.Α.Ε.Π του Γ.Ν. Πάφου και στα πλαίσια των καθηκόντων της εξέτασε τον Παραπονούμενο (Μ.Κ.1) και διαπίστωσε ότι έφερε μικρή εκδορά στον αριστερό αγκώνα (Τεκμήριο 1). Ερωτηθείσα από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής κατά πόσο μπορεί να αναφέρει τον μηχανισμό πρόκλησης ενός τραύματος, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν της το επιτρέπει η ειδίκευση της. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου έθεσε μόνο μία διευκρινιστική ερώτηση στη μάρτυρα και συγκεκριμένα αν διαπίστωσε οτιδήποτε άλλο πέραν αυτών που καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Η Μ.Κ.2 απάντησε ότι διαπίστωσε μόνο αυτό που κατέγραψε. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να αποδεχθώ τη μαρτυρία της Μ.Κ.
- Κατέθεσε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα, ενώ η ορθότητα των ευρημάτων και η αμεροληψία της δεν έτυχαν αμφισβήτησης, καθώς η υπεράσπιση περιορίστηκε στην υποβολή μίας διευκρινιστικής ερώτησης. Συνεπώς, η μαρτυρία της Μ.Κ.2 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, την κατάθεση του (Τεκμήριο 3) στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 08.10.13 προσήλθαν στον Αστυνομικό Σταθμό Στρουμπιού, όπου και υπηρετούσε, ο Κατηγορούμενος με τη σύζυγο του καταγγέλλοντας ότι ήλθαν σε συμπλοκή με τον Παραπονούμενο (Μ.Κ.1). Κατηγόρησε τόσο τον Παραπονούμενο όσο και τον Κατηγορούμενο για διάφορα αδικήματα περιλαμβανομένου και του αδικήματος της συμπλοκής. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου, την οποία έλαβε ο ίδιος. Στο Τεκμήριο 4 καταγράφονται, μεταξύ άλλων, ότι ο Παραπονούμενος επιχείρησε να κλωτσήσει τον Κατηγορούμενο και ο τελευταίος τον απέφυγε. Ο Κατηγορούμενος έσπρωξε τον Παραπονούμενο, ο οποίος του επιτέθηκε εκ νέου χτυπώντας τον με τα χέρια στο κεφάλι. Κατά την αντεξέταση του και στην ερώτηση από ποιο πρόσωπο δέχθηκε καταγγελία για να κατηγορηθεί ο Κατηγορούμενος, ο Μ.Κ.3 είπε ότι εξ' όσων θυμάται ήλθαν και οι δύο μεριές (προφανώς εννοεί τον Κατηγορούμενο και τον Παραπονούμενο) στον Αστυνομικό Σταθμό και για το επίδικο περιστατικό έγιναν δύο υποθέσεις. Η καταγγελία που δέχθηκε για την παρούσα υπόθεση ήταν ότι ο Κατηγορούμενος ήλθε σε συμπλοκή με τον Παραπονούμενο λόγω διαφορών που είχαν μεταξύ τους για τους χώρους στάθμευσης των οχημάτων. Στη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι ο Κατηγορούμενος κατήγγειλε ότι δέχθηκε επίθεση από τον Παραπονούμενο, ο Μ.Κ.3 είπε ότι έλαβε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, αλλά δεν θυμάται τι του είπε. Στην υποβολή ότι η καταγγελία που έλαβε ήταν από τον Κατηγορούμενο και στρεφόταν εναντίον του Παραπονούμενου, ο μάρτυρας απάντησε ότι τη συγκεκριμένη μέρα προέβη σε καταχώρηση σε σχέση με τα γεγονότα, δεν θυμόταν όμως τι ακριβώς του είπε ο Κατηγορούμενος. Αναφορικά με τη μαρτυρία που είχε στη διάθεση του, πέραν του Κατηγορούμενου και του Παραπονούμενου, έλαβε μαρτυρία από τις συζύγους τους και εξ' όσων θυμάται υπήρχε και μαρτυρία από ακόμη ένα πρόσωπο. Σε σχέση με το εν λόγω πρόσωπο δεν εντόπισε κατάθεση του στον φάκελο της υπόθεσης που τηρεί η Αστυνομία, λέγοντας ότι δεν θυμάται αν τελικά του έλαβε κατάθεση διότι είναι πιθανόν το συγκεκριμένο πρόσωπο να μην είδε τελικά τι συνέβηκε. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 5 και 6 τις καταθέσεις των συζύγων του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου αντίστοιχα. Στο Τεκμήριο 5 η σύζυγος του Παραπονούμενου ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο Παραπονούμενος πλησίασε τον Κατηγορούμενο για να του ζητήσει τον «λόγο» για τις καταγγελίες που είχε κάνει ορισμένες μέρες προηγουμένως για τους χώρους στάθμευσης. Όταν τον πλησίασε ο Παραπονούμενος άρχισαν να μιλούν έντονα και έσπρωχνε ο ένας τον άλλον με τα χέρια τους. Από την άλλη η σύζυγος του Κατηγορούμενου στη δική της κατάθεση (Τεκμήριο 6) ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είδε τον Παραπονούμενο να κατευθύνεται με φωνές προς το μέρος του Κατηγορούμενου και τότε κάποιος συγχωριανός τους μπήκε ανάμεσα τους για να μην τσακωθούν. Επίσης, δήλωσε ότι δεν είδε τον Παραπονούμενο να χτυπά τον Κατηγορούμενο. Στην ερώτηση της κας. Χατζηνεοφύτου αν ο ίδιος, ως εξεταστής της υπόθεσης, διαπίστωσε ότι έλαβε χώρα συμπλοκή απάντησε θετικά και στην απορία της συνηγόρου για τον λόγο που δεν καταχωρήθηκε υπόθεση για το αδίκημα της συμπλοκής, ο μάρτυρας είπε ότι αυτές ήταν οι οδηγίες που έλαβε από τον σταθμάρχη. Ο Μ.Κ.3 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι στην κατάθεση - Τεκμήριο 4 κατέγραψε ισχυρισμούς που δεν τους ανέφερε ο Κατηγορούμενος, δηλώνοντας ότι κατέγραψε όλα όσα του ανέφερε ο Κατηγορούμενος. Αρνήθηκε επίσης ότι οι ώρες που καταγράφονται επί του Τεκμηρίου 4 ως χρόνος έναρξης και λήξης της κατάθεσης δεν ισχύουν, διότι ο Κατηγορούμενος κατά τον εν λόγω χρόνο βρισκόταν στο Γ.Ν. Πάφου. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή ότι η διερεύνηση της υπόθεσης ήταν πλημμελής. Είναι γεγονός ότι ο Μ.Κ.3 ρωτήθηκε για ζητήματα, σε σχέση με τα οποία το αναμενόμενο ήταν να μπορεί να δώσει απαντήσεις ως ο εξεταστής της υπόθεσης, πλην όμως ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει διότι δεν θυμόταν. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στις καταχωρήσεις που έκανε για την επίδικη υπόθεση σε σχέση με τις καταγγελίες που έγιναν από τον Μ.Κ.1 και τον Κατηγορούμενο, αλλά και στο κατά πόσο έλαβε τελικά ή όχι κατάθεση από ανεξάρτητο πρόσωπο σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Η αναφορά σε ανεξάρτητο πρόσωπο έγινε από τον ίδιο τον Μ.Κ.3, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να διευκρινίσει τι του είπε το εν λόγω πρόσωπο, αν του έλαβε κατάθεση και που βρίσκεται αυτή, ή στην περίπτωση που δεν του έλαβε κατάθεση για ποιο λόγο δεν το έπραξε. Δεν παραβλέπω ότι στην πορεία της αντεξέτασης του υπέθεσε ότι δεν του έλαβε κατάθεση διότι μάλλον δεν θα είδε το επίδικο συμβάν, ωστόσο, όπως ήδη ανέφερα πιο πάνω, το αναμενόμενο θα ήταν να δώσει σαφείς απαντήσεις επί των εν λόγω ζητημάτων. Η πιο πάνω ωστόσο αδυναμία δεν μπορεί να πλήξει την εν γένει αξιοπιστία του Μ.Κ.
- Θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο με αμερόληπτο τρόπο όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα ή οποιαδήποτε προσπάθεια ευνοϊκής μεταχείρισης του Μ.Κ.1 ή από την άλλη δυσμενούς μεταχείρισης του Κατηγορούμενου. Αν και κάτι τέτοιο δεν τέθηκε ευθέως στον μάρτυρα από την υπεράσπιση, παρά ταύτα αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο της κατάθεσης του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 4) την οποία έλαβε ο Μ.Κ.3, καθώς και η ορθότητα των ωρών που καταγράφηκαν ως χρόνος έναρξης και λήξης της κατάθεσης. Ο Μ.Κ.3 ήταν απόλυτος ότι αφενός κατέγραψε στο Τεκμήριο 4 όσα του δήλωσε ο Κατηγορούμενος και αφετέρου ότι είναι ορθός ο χρόνος έναρξης και λήξης της κατάθεσης. Δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία του Μ.Κ.3, αφού οι περί αντιθέτου θέσεις της υπεράσπισης παρέμειναν στο επίπεδο των υποβολών και δεν τέθηκε οτιδήποτε χειροπιαστό που να κλονίζει τις θέσεις του. Σημειώνω ότι δεν τέθηκε στον μάρτυρα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο για να βλάψει τον Κατηγορούμενο αλλοιώνοντας την κατάθεση του, ούτε και συγκεκριμενοποιήθηκε επί ποιων σημείων υπήρξε η ισχυριζόμενη αλλοίωση. Τέλος, όσον αφορά τον χρόνο λήψης της κατάθεσης, ο ισχυρισμός ότι κατά τον εν λόγω χρόνο ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο νοσοκομείο παρέμεινε γράμμα κενό, αφού δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τεκμηριώνει τον εν λόγω ισχυρισμό. Κατά συνέπεια η μαρτυρία του Μ.Κ.3 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. O Κατηγορούμενος, προέβη σε ανώμοτη δήλωση με την οποία δεν υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του (Τεκμήριο 4). Στην ανώμοτη δήλωση του ανέφερε τα εξής: «Ο πιο πάνω κατηγορούμενος Νίκος Αριστείδη Παναγή από τη Γιόλου δηλώνω ότι στις 08/10/13 η ώρα 18:30 πάρκαρα έξω από το σπίτι μου στη Γιόλου και με πλησίασε αφού με περίμενε με επιθετικό ύφος και διάθεση ο Khaled Al Resho, ο οποίος με ύβριζε και μου φώναζε γιατί του φέρνω την Αστυνομία συνέχεια, αναφορικά με τον χώρο παρκαρίσματος μπροστά στην οικία του. Ουδέποτε επιτέθηκα ή τραυμάτισα τον πιο πάνω αντίθετα ήταν αυτός, ο οποίος με χτυπούσε με τα χέρια του σπρώχνοντας με και απείλησε να με χτυπήσει με μια τσάπα. Ο πιο πάνω καταδικάστηκε στην ποινική του Επαρχιακού Δικαστηρίου με αριθμό 10314/14 για μεταφορά επιθετικού οργάνου. Εκεί ήταν παρών και ο Χάρης Ευριπίδου, ο οποίος περνούσε από το σπίτι μου και του φώναξα για να με βοηθήσει και ήταν αυτόπτης μάρτυρας του περιστατικού. Ο πιο πάνω Khaled Al Resho έσπρωξε τη γυναίκα μου Νίκη Νίκου, η οποία προσπάθησε να τον αποτρέψει από να με χτυπήσει με την τσάπα η οποία έπεσε στον δρόμο. Δηλώνω έντιμα ότι είμαι αθώος.» Η επιλογή ενός Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 129). Η ανώμοτη δήλωση, όπως και η σιωπή, σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (Onisiforou v. The Police
(1987)2 C.L.R. 261). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Ωστόσο, μπορεί από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η αξία της είναι πειστική παρά αποδεικτική (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 96/16 ημερ. 28.11.17). Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 22 αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα σχετικά: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωώτητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» Στην προκείμενη περίπτωση, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε αξία στην ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου, καθώς δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία στην υπόθεση που να συνηγορεί με αυτή. Όπως ήδη αναφέρθηκε η ανώμοτη δήλωση δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία και δεν έχει αποδεικτική παρά μόνο πειστική αξία. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει μαρτυρία που να παρέχει έρεισμα στην ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Κατηγορούμενος και ο Μ.Κ.1 κατοικούν στο ίδιο χωριό και είναι γείτονες. Στις 08.10.13 έλαβε χώρα επεισόδιο μεταξύ των δύο με αφορμή τις διαφωνίες που υπάρχουν μεταξύ τους αναφορικά με τους χώρους στάθμευσης. Τόσο ο Μ.Κ.1, όσο και ο Κατηγορούμενος υπέβαλαν παράπονο στην Αστυνομία. Στα πλαίσια διερεύνησης του παραπόνου του Μ.Κ.1, ο τελευταίος παραπέμφθηκε για εξέταση στο Τ.Α.Ε.Π του Γ.Ν. Πάφου και εξετάστηκε στις 08.10.13 από την επί καθήκοντι ιατρό Δρ. Τάνια Αθανασίου (Μ.Κ.2). Από την εξέταση του Μ.Κ.1 η προαναφερόμενη ιατρός διαπίστωσε ότι ο Μ.Κ.1 έφερε μικρή εκδορά στον αριστερό αγκώνα. Νομική Πτυχή Το άρθρο 243 του Κεφ.154 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «243. Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Ο ορισμός της σωματικής βλάβης δίδεται στο άρθρο 4 του Κεφ.154 ως ακολούθως: «"σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή» Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 243 του Κεφ.154 τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι δύο και συγκεκριμένα η επίθεση και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Επίθεση είναι η επιβολή παράνομης βίας στο πρόσωπο άλλου. Η ένοχη διάνοια (mens rea) που πρέπει να υπάρχει για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα είναι πρόθεση (intention) για επιβολή βίας στο πρόσωπο άλλου ή απερισκεψία (recklessness) ως προς το κατά πόσο θα επιβληθεί βία. Αφ' ης στιγμής στοιχειοθετείται η επίθεση απομένει μόνο να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι η επίθεση προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Σημειώνεται ότι δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι ιδιαίτερα σοβαρό (really serious) ή μόνιμου χαρακτήρα (Smith & Hogan's, Criminal Law, 13η έκδοση, σελίδα 646 - 647 και Archbold Pleading, Evidence & Practice in Criminal Cases, 37η έκδοση παρ. 2634). Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, (Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε ανωτέρω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Toumba v. The Republic
(1984)2 C.L.R 110 και Charalambous a.a. v. The Republic
(1985)2 C.L.R 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Kατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Όπως προκύπτει από τα ευρήματα που έχουν παρατεθεί πιο πάνω, δεν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Συγκεκριμένα δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος, όπως αυτά προσδιορίστηκαν ανωτέρω κατά την ανάπτυξη της νομικής πτυχής. Το εύρημα του Δικαστηρίου περί ύπαρξης μικρής εκδοράς στον αριστερό αγκώνα του Μ.Κ.1 δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Η Μ.Κ.2 δήλωσε ξεκάθαρα ότι η ειδίκευση της δεν της επιτρέπει να αναφέρει τον μηχανισμό πρόκλησης ενός τραύματος. Επομένως, η διάγνωση του εν λόγω τραύματος δεν συνδέθηκε με την ισχυριζόμενη επίθεση. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι ο Μ.Κ.1 υπέδειξε ότι τραυματίστηκε στα δάκτυλα των χεριών του και όχι στον αριστερό αγκώνα του. Από την άλλη η παραδοχή του Κατηγορούμενου στην κατάθεση του (Τεκμήριο 4) ότι έσπρωξε τον Κατηγορούμενο δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, εφόσον και σε αυτήν την περίπτωση απουσιάζει το έτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος και συγκεκριμένα η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην πρώτη κατηγορία. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο