Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γιώργου Σιακίδη, Αρ. Υπόθεσης: 7664/14, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B44 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7664/14 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Γιώργου Σιακίδη Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 30 Μαρτίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος - παρών ------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα ακόλουθα αδικήματα: Μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ εντός της Δημοκρατίας, κατά την διάρκεια κλειστής περιόδου, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3, 28
(2), 51 και Πρώτο Παράρτημα, του περί Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/2004 όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία). Μεταφορά εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, όπως έχει τροποποιηθεί (2η κατηγορία). Οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, κατά παράβαση του άρθρου 80 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (3η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο Κατηγορούμενος στις 10.07.2013 μετέφερε ένα πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ αγνώστων στοιχείων κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι. Επίσης, μετέφερε άγνωστο αριθμό φυσιγγίων κυνηγετικού όπλου χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών και η μεταφορά του προαναφερόμενου όπλου έγινε κατά τρόπο που προκάλεσε τρόμο σε άλλα πρόσωπα. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι τον Κ. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.1) και τον Αστ. 4908 Μ. Χρίστου. (Μ.Κ.2). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Η εισήγηση της κας Κωνσταντίνου στηρίχθηκε στο ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 στερείται λογικής και πειστικότητας, καθώς παρουσιάζει εξόφθαλμες αντιφάσεις. Επιπρόσθετα, η κα Κωνσταντίνου υπέδειξε ότι από τη διερεύνηση που έγινε για την παρούσα υπόθεση δεν έχει εντοπιστεί οτιδήποτε το οποίο να ενισχύει τους ισχυρισμούς που πρόβαλε ο Μ.Κ.1. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής από την άλλη περιορίστηκε να αναφέρει ότι η μαρτυρία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, αφήνοντας το όλο ζήτημα στην κρίση του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν το στάδιο της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι καλά εδραιωμένες. Στην κατευθυντήρια επί του θέματος υπόθεση Azinas and Another v. The Police
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, [1962] 1 All E.R. 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή Κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of The Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England Issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. The Police (ανωτέρω) και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. The Police (πιο πάνω). Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσο ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας .................................. Στην υπόθεση R v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85 αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή». Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, τη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 1). Σε αυτήν αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι στις 10.07.13 και περί ώρα 16:45 μετέβηκε στην οικία του και αντιλήφθηκε στο χωράφι που βρίσκεται απέναντι από την οικία του δύο άνδρες να στέκονται μέσα στις ελιές και να κρατούν κυνηγετικά όπλα. Ο ένας άνδρας ήταν ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είναι και ο ιδιοκτήτης του χωραφιού. Το όνομα του άλλου άνδρα δεν το γνωρίζει, ωστόσο τον βλέπει σχεδόν καθημερινά στο χωράφι του Κατηγορούμενου. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του για να ανοίξει το κάγκελο της οικίας του άκουσε τρείς πυροβολισμούς και τα σκάγια που έπεσαν δίπλα του. Ο θόρυβος που προκλήθηκε από τους πυροβολισμούς ήταν πολύ χαμηλής ένστασης και είναι σίγουρος ότι τα όπλα έφεραν σιγαστήρα. Στη δια ζώσης μαρτυρία του διευκρίνισε ωστόσο ότι είδε το όπλο και σε αυτό δεν υπήρχε σιγαστήρας. Ανέφερε επίσης ότι από έρευνα που έκανε στο διαδίκτυο ανακάλυψε ότι υπάρχει μπαρούτι που δεν προκαλεί θόρυβο μεγάλης έντασης. Φοβήθηκε από τους πυροβολισμούς και αμέσως εισήλθε στο αυτοκίνητο του και το οδήγησε πίσω από μία συκιά που βρίσκεται στην αυλή της οικίας του. Όταν άκουσε τους τρείς πυροβολισμούς που αναφέρονται πιο πάνω δεν γύρισε να δει ποιοι πυροβόλησαν, ούτε και είδε τον Κατηγορούμενο και τον φίλο του να έχουν στραμμένα τα όπλα τους προς αυτόν. Η φορά όμως και των τριών πυροβολισμών προερχόταν από το χωράφι του Κατηγορούμενου και συγκεκριμένα από το σημείο που είδε τον Κατηγορούμενο και τον φίλο του να στέκονται. Μετά πάροδο 3 - 5 λεπτών και ενώ βρισκόταν πίσω από τη συκιά άκουσε τέταρτο πυροβολισμό, ο θόρυβος του οποίου ήταν πιο δυνατός από τους προηγούμενους πυροβολισμούς, ενώ ταυτόχρονα άκουσε και τα σκάγια που χτύπησαν στους τσίγκους του χώρου στάθμευσης του αυτοκινήτου του. Μετά τον τέταρτο πυροβολισμό προσπάθησε να δει που βρίσκονταν ο Κατηγορούμενος και ο φίλος του, χωρίς όμως αποτέλεσμα διότι τα φύλλα της συκιάς ήταν πυκνά ενώ παράλληλα φοβόταν να μην τραυματιστεί στα μάτια με τα σκάγια. Πριν περάσει ένα λεπτό από τον τέταρτο πυροβολισμό, άκουσε και πέμπτο πυροβολισμό προερχόμενο από το ίδιο σημείο. Από τον εν λόγω πυροβολισμό ένιωσε στον λαιμό του, αριστερά, δυνατό πόνο και κάψιμο, δηλαδή δύο χτυπήματα που πιστεύει ότι προήλθαν από σκάγια. Ούτε και αυτή τη φορά είδε είτε τον Κατηγορούμενο, είτε τον φίλο του, να τον σημαδεύουν ή να έχουν στραμμένα προς το μέρος του τα κυνηγετικά τους όπλα. Ακολούθως εισήλθε στο όχημα του και κατευθύνθηκε στην Αστυνομία. Στην περιοχή δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός από τον Κατηγορούμενο και τον φίλο του. Τα προαναφερόμενα πρόσωπα τα βλέπει καθημερινά στο χωράφι του Κατηγορούμενου με τα κυνηγετικά τους όπλα και μάλιστα πριν τρία περίπου χρόνια κατάγγειλε στην Αστυνομία ότι ο Κατηγορούμενος πυροβολούσε στο χωράφι του. Μετά τη μετάβαση του στην Αστυνομία κατευθύνθηκε στο Γ.Ν. Πάφου, διότι πονούσε τον λαιμό του από τα δύο σκάγια που τον χτύπησαν. Στο Γ.Ν. Πάφου έλεγξαν τον λαιμό του και δεν υπήρχε τραύμα. Ο ιατρός που τον εξέτασε, του είπε ότι ήταν πολύ ζεστό το συγκεκριμένο σημείο του λαιμού του. Περαιτέρω, υποβλήθηκε σε ακτινολογική εξέταση από την οποία όμως δεν εντοπίστηκαν σκάγια. Ο Μ.Κ.1 κατά την αντεξέταση του υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να τον σκοτώσει στο επίδικο συμβάν και ο λόγος ήταν διότι γίνονταν αρκετές καταγγελίες εναντίον του Κατηγορούμενου από άλλα πρόσωπα και ο τελευταίος θεωρούσε πως είναι ο ίδιος που έκανε αυτές τις καταγγελίες. Ερωτηθείς πως γνωρίζει για τις καταγγελίες που έγιναν από άλλα πρόσωπα, ο Μ.Κ.1 είπε ότι τον κάλεσαν η Επίτροπος Διοικήσεως, η Αστυνομία, καθώς και η Υπηρεσία Θύρας να δώσει μαρτυρία σχετικά με αυτές, ενώ τον ενημέρωσαν και τα πρόσωπα που έκαναν τις καταγγελίες. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι οι αναφορές του σε καταγγελίες αποτελούν μυθοπλασίες και είπε ότι η Κοινότητα του έδειξε τα σχετικά χαρτιά, τα παράπονα που έγιναν και την επιστολή προς την Επίτροπο Διοικήσεως. Την προηγούμενη μέρα του επίδικου συμβάντος, ήτοι στις 09.07.13, ενώ βρισκόταν στην οικία της μητέρας του, η οποία βρίσκεται σε ψηλότερο σημείο από το χωράφι του Κατηγορούμενου, παρατήρησε ότι ο Κατηγορούμενος και ο φίλος του που βρίσκονταν στο χωράφι του πρώτου έτρεχαν δεξιά και αριστερά και ο Κατηγορούμενος τον παρακολουθούσε και φώναζε του φίλου του. Όταν τους αντιλήφθηκε έτρεξαν να κρυφτούν. Του προκάλεσε εντύπωση αυτό, διότι άλλες φορές δεν τους είδε να τρέχουν. Εκ των υστέρων αντιλήφθηκε ότι οι εν λόγω ενέργειες τους αποτελούσαν προετοιμασία των όσων θα επακολουθούσαν την επόμενη ημέρα. Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι είδε τον Κατηγορούμενο να κρατά όπλο και να τον πυροβολεί. Αρχικά τον πυροβόλησε μόνο ο Κατηγορούμενος, ακολούθως ο φίλος του και στη συνέχεια τον πυροβολούσαν ταυτόχρονα ο Κατηγορούμενος και ο φίλος του. Οι πυροβολισμοί ήταν συνεχείς, δεν μπόρεσε ωστόσο λόγω του φόβου που ένιωσε να τους μετρήσει, παρά ταύτα υπολογίζει ότι τον πυροβόλησαν περισσότερες από δέκα φορές. Ο τελευταίος πυροβολισμός μάλιστα τον πέτυχε. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε σε υποστατικό που βρίσκεται στο χωράφι του και κρύφτηκε. Σε κάποια στιγμή τον είδε που τον σημάδεψε με το όπλο και έκανε έναν ελιγμό και έφυγε. Μετά πάροδο δέκα λεπτών επιχείρησε να φύγει και τότε είδε τον Κατηγορούμενο να τον πυροβολεί και δύο σκάγια τον τραυμάτισαν στον λαιμό. Στις υποδείξεις της κας. Κωνσταντίνου ότι στο Τεκμήριο 1 αναφέρει, σε τέσσερις τουλάχιστον περιπτώσεις, ότι δεν είδε τον Κατηγορούμενο ή τον φίλο του να τον πυροβολούν, ο Μ.Κ.1 είπε ότι ορισμένες φορές τους έβλεπε και ορισμένες όχι. Σε άλλο σημείο ωστόσο της αντεξέτασης του είπε ότι σκέφθηκε να μην τους βλέπει για να προστατεύσει τα μάτια του, για να καταλήξει τελικά ότι τους έβλεπε κατά διαστήματα. Περαιτέρω, όταν τέθηκε στον μάρτυρα ότι στο Τεκμήριο 1 προσδιόρισε ότι οι πυροβολισμοί που άκουσε ήταν πέντε, ο τελευταίος απάντησε ότι λόγω του φόβου που τον κατείχε δεν μπορούσε να μετρήσει. Ερωτηθείς κατά πόσο στον χώρο εντοπίστηκαν σκάγια, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η Αστυνομία βρήκε μόνο γδαρσίματα στον χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου του και τον πληροφόρησε ότι λόγω του μεγέθους δεν μπορούσαν να εντοπιστούν τα σκάγια. Επίσης, ανέφερε ότι από τους πυροβολισμούς προκλήθηκαν ζημιές στο αυτοκίνητο του, τις οποίες όμως δεν είχε εντοπίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή και για αυτόν τον λόγο δεν ανέφερε κάτι στην Αστυνομία. Στην υποβληθείσα θέση ότι δεν εντοπίστηκαν σκάγια διότι δεν υπήρξαν πυροβολισμοί, ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτό είναι δουλειά της Αστυνομίας. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Αστυνομία άκουσε τον Κατηγορούμενο και τον φίλο του να παραδέχονται την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων καθώς ήταν σε ανοιχτή ακρόαση. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή ότι κατά τον χρόνο του επίδικου συμβάντος ο Κατηγορούμενος ήταν στο χωράφι του μαζί με άλλα πέντε πρόσωπα. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση του (Τεκμήριο 2). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 10.07.13 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης και την ίδια μέρα διενήργησε έρευνα στην οικία του Κατηγορούμενου δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας. Κατά την έρευνα εντόπισε σε κλειδωμένο ερμάρι της οικίας τα ακόλουθα όπλα, τα οποία και παρέλαβε ως τεκμήρια: Ένα ΔΟΚΟ μάρκας J.P. SAUER & SOHN με αριθμό κατασκευής 246089 Ένα ΔΟΚΟ μάρκας FARMERS GUN με δύο δράκους με αριθμό κατασκευής 26647 Ένα Φλοπερτ μάρκας HARRINGTON & RICHARDSON με αριθμό κατασκευής CAC 160386 Ένα ΔΟΚΟ μάρκας BERETTA με αριθμό κατασκευής U54937B Ένα ΔΟΚΟ μάρκας FRANCHI με αριθμό κατασκευής Α980633 (Κάννες) και (Κοντάκι) 5210483 Ένα Φλοπερτ μάρκας FAUSTI STEFANO με αριθμό κατασκευής Α82675 Ακολούθως διενήργησε έρευνα και στο χωράφι του Κατηγορούμενου, όπου εντόπισε σε κλειδωμένο ερμάρι σε υποστατικό που βρίσκεται εντός του χωραφιού ένα αεροβόλο μάρκας WEINRAUCH με αρ. κατασκευής 1539260, το οποίο επίσης παρέλαβε ως τεκμήριο. Τα προαναφερόμενα τεκμήρια παραδόθηκαν στον Α/Αστ. Α. Τσεκούρα για να τα μεταφέρει στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο για επιστημονικές εξετάσεις. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι από τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν προέκυψε ότι τα όπλα που παραλήφθηκαν ως τεκμήρια βρίσκονταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, δεν προέκυψε όμως οτιδήποτε που να τα συνδέει με την επίδικη υπόθεση και ως εκ τούτου επιστράφηκαν στον ιδιοκτήτη τους. Τέλος, ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου και τη γραπτή κατηγορία. Αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν ήταν παρών όταν έγιναν οι ισχυριζόμενοι πυροβολισμοί από τον Κατηγορούμενο και επομένως δεν μπορεί να γνωρίζει αν οι ισχυρισμοί του Μ.Κ.1 είναι αληθείς ή όχι. Αντικρίζοντας αντικειμενικά τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, όπως άλλωστε επιβάλλεται να γίνει σε αυτό το στάδιο, διαπιστώνω ότι στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του Κατηγορούμενου σε αυτήν. Η απλή αντιπαραβολή της γραπτής κατάθεσης του (Τεκμήριο 1), την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, με την προφορική του μαρτυρία, αποκαλύπτει τις αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις που πρόβαλε ο Μ.Κ.1 επί ουσιωδών ζητημάτων. Συγκεκριμένα: · Στη δια ζώσης μαρτυρία του υποστήριξε ότι είδε τον Κατηγορούμενο και τον φίλο του να τον πυροβολούν αναφέροντας μάλιστα ότι αρχικά τον πυροβόλησε ο Κατηγορούμενος, στη συνέχεια ο φίλος του και σε κάποια στιγμή και οι δύο ταυτόχρονα. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι έδωσε λεπτομερή περιγραφή των κινήσεων του Κατηγορούμενου που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, έλαβαν χώρα κατά τον τελευταίο πυροβολισμό οπότε και χτυπήθηκε από σκάγια στον λαιμό του. Οι αναφορές ωστόσο που παρατίθενται πιο πάνω έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, στο οποίο αναφέρει ρητά ότι στα τρία διαφορετικά χρονικά σημεία που άκουσε πυροβολισμούς δεν είδε τον Κατηγορούμενο και τον φίλο του να τον πυροβολούν ή να έχουν στραμμένα τα όπλα προς το μέρος του. Μάλιστα στο Τεκμήριο 1 επεξηγεί γιατί δεν είδε τον Κατηγορούμενο και τον φίλο του και συγκεκριμένα αναφέρει ότι δεν γύρισε να δει ποιοι πυροβολούσαν διότι φοβόταν να μην τραυματιστεί στα μάτια από τα σκάγια, ενώ όταν προσπάθησε να τους δει ευρισκόμενος πίσω από τη συκιά δεν τα κατάφερε διότι ήταν πυκνά τα φύλλα της. Ειδικότερα όσον αφορά τον τελευταίο πυροβολισμό, για τον οποίο επαναλαμβάνω ότι στην προφορική του μαρτυρία έδωσε λεπτομερή περιγραφή των κινήσεων του Κατηγορούμενου, στο Τεκμήριο 1 δήλωσε τα ακόλουθα (διατηρείται η ορθογραφία του Τεκμηρίου 1): «... Πάλι και εδώ δεν τους είδα να με σημαδέβουν ή να έχουν τα κυνηγετικά όπλα τους προς εμένα». · Στο Τεκμήριο 1 δήλωσε ότι οι πυροβολισμοί που άκουσε ήταν πέντε, διευκρινίζοντας που βρισκόταν όταν ακούστηκε ο κάθε πυροβολισμός και προσδιορίζοντας και την ένταση του ήχου του κάθε πυροβολισμού. Αντίθετα, στη δια ζώσης μαρτυρία του υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να τους μετρήσει λόγω του φόβου που ένιωσε, υπολογίζει όμως ότι ίσως ήταν περισσότεροι από δέκα. · Ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε προφορικά ότι την προηγούμενη ημέρα του επίδικου συμβάντος είδε τον Κατηγορούμενο και τον φίλο του να τον παρακολουθούν και να οργανώνουν ουσιαστικά τα όσα θα λάμβαναν χώρα την επόμενη ημέρα. Επί τούτου ουδεμία αναφορά έγινε στο Τεκμήριο 1. Από την άλλη, αναφορές του Μ.Κ.1 επί θεμελιωδών ζητημάτων αναφορικά με την ποινική ευθύνη του Κατηγορούμενου δεν επιβεβαιώνονται από αντικειμενικά ευρήματα. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο ότι από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν στα όπλα που παραλήφθηκαν ως τεκμήρια από την οικία και το χωράφι του Κατηγορούμενου δεν εντοπίστηκε, σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, οτιδήποτε που να τα διασυνδέει με το επίδικο συμβάν. Περαιτέρω, δεν προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία ότι εντοπίστηκαν επί του Μ.Κ.1 οποιεσδήποτε εκδορές στον λαιμό του στο σημείο που ισχυρίστηκε ότι χτυπήθηκε από σκάγια, ή έστω ότι ο ιατρός που τον εξέτασε διαπίστωσε ότι το συγκεκριμένο μέρος του λαιμού του ήταν ζεστό. Επιπρόσθετα, η θέση του Μ.Κ.1 ότι προκλήθηκαν από τους πυροβολισμούς ζημιές στο όχημα του δεν επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε αντικειμενικό εύρημα. Το λογικά αναμενόμενο θα ήταν, όταν ο Μ.Κ.1 αντιλήφθηκε τις εν λόγω ζημιές, να ενημερώσει σχετικά την Αστυνομία. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν έγινε, αφού ούτε ο Μ.Κ.1 ούτε και ο Μ.Κ.2 ανέφεραν οτιδήποτε σχετικά. Από όσα έχουν εκτεθεί πιο πάνω προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές του Μ.Κ.1 δεν αφορούν λεπτομέρειες ή επουσιώδη ζητήματα, αλλά αφορούν ζητήματα που άπτονται των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, η οποία δεν επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του Μ.Κ.1, δημιουργούν εγγενή αντίφαση στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή η οποία απολήγει σε αδυναμία καταδίκης. Στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 191 ειπώθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής η οποία μπορεί να αναιρέσει την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η νομολογία όμως είναι σαφέστατη επί του προκειμένου. (Ίδε: Practice Note [1962] 1 All E.R. 448, R. v. Galbraith [1981] 73 Cr. App. R. 124, Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί.» Εν προκειμένω, βρισκόμαστε μπροστά σε τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αφού η μαρτυρία του Μ.Κ.1 επί όλων των ουσιωδών σημείων της αυτοαναιρείται, ενώ η μαρτυρία του Μ.Κ.2 και συγκεκριμένα τα αποτελέσματα της εξέτασης των όπλων που κατασχέθηκαν ως τεκμήρια όχι μόνο δεν επιβεβαιώνουν αλλά ουσιαστικά αναιρούν την εκδοχή του Μ.Κ.1. Αυτά τα αντικειμενικά δεδομένα είναι αδύνατον να τα προσπεράσει το Δικαστήριο, αφού είναι φανερό ότι δεν δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος έτσι ώστε να δικαιολογείται η κλήση του σε απολογία. Κατά την εξέταση τέτοιων θεμελιακών ζητημάτων, όπως αυτά που εκτέθηκαν πιο πάνω, για την ευθύνη του Κατηγορούμενου το Δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ 851 όπου αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης.» Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο