← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χρίστος Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 10323/14, 30/4/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χρίστος Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 10323/14, 30/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10323/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Χρίστος Ιωάννου Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 30/04/

  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους. Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Κωνσταντίνου. Κατηγορούμενος: παρόν. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία, αυτή της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 16/05/2014 στην οδό Καντάρας στην Πάφο, σε δημόσιο μέρος, εξύβρισε τον Χρίστο Ευθυμίου από την Πάφο με την φράση «Δεν φοβούμαι τίποτε και το μόνο που θα καταφέρεις είναι να πιάσεις την βίλλα μου», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την πιο πάνω κατηγορία και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστ. 250 Αντώνη Φιλίππου (Μ.Κ.1) και τον κ. Χρίστο Ευθυμίου (Μ.Κ.2). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο έχει καταγραφεί στο πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να την επαναλάβω αυτολεξεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ κατωτέρω συνοπτικά στα κυριότερα μέρη αυτής για να διαφανούν και οι εκδοχές των διαδίκων. Εκείνο το οποίο προκύπτει όμως μέσα από αυτή να αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων είναι ότι κατηγορούμενος και Μ.Κ.2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και είναι γείτονες και είχαν διάφορες προστριβές. Αιτία αυτών ήταν η κατ' ισχυρισμό θέση του Μ.Κ.2 ότι ο κατηγορούμενος ασχολείτο ή είχε μανία με τις μοτοσυκλέτες και περνώντας έξω από την οικία του Μ.Κ.2 παραπονουμένου προκαλούσε θόρυβο και ανησυχία. Επίσης, κατά τον ουσιώδη χρόνο εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου άλλη υπόθεση η οποία αφορούσε κατ΄ ισχυρισμό επίθεση που δέχθηκε ο γιος του παραπονουμένου από τον κατηγορούμενο και άλλα μέλη της οικογένειας του. Πέραν των πιο πάνω και όσο αφορά το επίδικο περιστατικό, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η ακόλουθη μαρτυρία: Ο Μ.Κ.1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και ανάφερε τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Ουσιαστικά είπε ότι στις 12/09/2014 έλαβε ανακριτική κατάθεση και κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα που αντιμετωπίζει και του απάντησε: «Δεν παραδέχομαι. Έτσι πράμα δεν είπα.» Κατάθεσε στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση και την γραπτή κατηγορία οι οποίες σημειώθηκαν ως τεκμήρια 1 και
  3. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο παραπονούμενος και ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του που έδωσε στην Αστυνομία για το επίδικο συμβάν και αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης πλην ενός μέρους αυτής για το οποίο είπε ότι δεν το είπε (βλ. έγγραφο 2). Συγκεκριμένα είπε ότι στην 11ην γραμμή εκεί που αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος στεκόταν στην άκρη του δρόμου μαζί με ένα μικρό λεπτόσωμο σε σωματική διάπλαση ηλικίας περίπου 12 χρόνων, αυτό δεν το είπε και αυτό που είπε ήταν ότι ο κατηγορούμενος στεκόταν εκεί με μια μικρή κοπελίτσα λεπτόσωμη ηλικίας 12 χρόνων. Στην εν λόγω κατάθεση του ο μάρτυρας αναφέρει ότι στις 16/05/2014 και περί ώρα 12:00 το μεσημέρι που πήγαινε στο σπίτι του, κατεβαίνοντας στο σπίτι του άκουσε τον ήχο της γνωστής μοτόρας των γειτόνων του και συγκεκριμένα της οικογένειας Χριστοδούλου. Βγήκε έξω από το σπίτι του για να δει ποιος ήταν ο αναβάτης και διέκρινε καθαρά τον κατηγορούμενο που οδηγούσε μια μοτόρα μεσαίου κυβισμού. Να σημειωθεί ότι προηγουμένως ο μάρτυρας στην κατάθεση του αναφέρει ότι την προηγούμενη νύκτα 15/05/2014 και περί ώρα έντεκα παρά δέκα το βράδυ ειδοποίησε την Αστυνομία καθότι ενοχλήθηκε πολύ από μια μοτόρα που εκινείτο με εκκωφαντικό θόρυβο στην οδό Καντάρας. Όπως του αναφέρθηκε το συγκεκριμένο πρόσωπο καταδιώχθηκε αλλά δεν έγινε κατορθωτή η σύλληψη του. Συνεχίζοντας στην κατάθεση του, ο μάρτυρας αναφέρει ότι ξεκίνησε με το αυτοκίνητο του να πηγαίνει προς το σπίτι της οικογένειας Σάββα Χριστοδούλου όπου στην άκρη του δρόμου, έξω από το σπίτι, στεκόταν ο κατηγορούμενος μαζί με την νεαρή κοπελίτσα που αναφέρθηκε ανωτέρω. Σταμάτησε και είπε στον κατηγορούμενο ότι είπε ψέματα την προηγούμενη φορά που έκανε καταγγελία στον κ. Φοινικαρίδη της Τροχαίας Πάφου ότι τον ενόχλησε. Ο κατηγορούμενος τότε του είπε σε οργίλο και αναιδές ύφος ότι δεν σε «φοούμαι» και είμαι θυμωμένος γιατί είσαι ο αίτιος που η Τροχαία Πάφου μου κατάσχε την μοτόρα μου και είμαι πολύ θυμωμένος γιατί εσύ με κατάγγειλες και έχασα την μοτόρα μου. Ο ίδιος του απάντησε ότι θα μπει φυλακή αν συνεχίσει να συμπεριφέρεται με αυτό τον τρόπο. Η απάντηση του ήταν «δεν φοβούμαι τίποτε και το μόνο που θα καταφέρεις είναι να πιάσεις την βίλλα μου». Πιο κάτω αναφέρει ότι πράγματι την μοτόρα του κατηγορουμένου την έπιασε η Αστυνομία μετά από καταγγελία που έκανε πριν ενάμιση περίπου μήνα. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι στο παρελθόν είχαν πολύ καλή σχέση με την οικογένεια Χριστοδούλου και τους βοήθησε. Είπε επίσης ότι γνώριζε πολύ καλά το θόρυβο της μοτόρας του κατηγορούμενου καθότι την άκουσε πολλές φορές που έκανε θόρυβο. Την μέρα εκείνη είπε περαιτέρω ότι τον είδε που την οδηγούσε. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι ο κατηγορούμενος είχε 2 - 3 μοτόρες οι οποίες κάνουν θόρυβο όλες καθότι δεν έχουν σιγαστήρα. Όπως του ανάφερε ο πατέρας του κατηγορούμενου, αυτός είναι μανιακός με τις μοτόρες, τις έχει στο δωμάτιο του και μπορούσε να τις ξηλώσει και να τις στήσει. Περαιτέρω, είπε ότι όταν πήγε εκεί στο σπίτι του κατηγορούμενου του ανάφερε ότι είπε ψέματα στον κ. Φοινικαρίδη, του οποίου υποσχέθηκε ότι δεν θα κάνει θόρυβο με την μοτόρα και ότι στην τροχαία την ημέρα εκείνη είπε πολλά ψέματα. Αρνήθηκε ότι η καταγγελία του είναι ψεύτικη και εκδικητική και επέμενε ότι όταν πήγε εκεί στο σπίτι του κατηγορούμενου, ο τελευταίος τον έβρισε. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος στην γραπτή του κατάθεση, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέταση (βλ. έγγραφο 3) αναφέρει ότι είναι κάτοχος τριών μοτοποδηλάτων τα οποία περιγράφει και αναφέρει τους αριθμούς εγγραφής τους. Το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΕΒΖ 147 βρίσκεται στην τροχαία από τις 29/03/2014 γιατί είχε μετατροπές στην μηχανή του. Τα άλλα δύο βρίσκονται στο σπίτι του αλλά δεν τα οδηγεί διότι τα ξήλωσε για να μην μπαίνει στον πειρασμό να τα οδηγεί και να τον καταγγέλλει η Αστυνομία. Πιο κάτω, αναφέρει ότι στις 20/05/2014 τον ενημέρωσαν από την τροχαία ότι υπάρχει καταγγελία εναντίον του από τον γείτονα του και παραπονούμενο ότι στις 16/05/2014 και ώρα 12:00 οδηγούσε μοτοποδήλατο στη γειτονιά του και έκανε θόρυβο. Είναι η θέση του ότι την ημέρα εκείνη δεν οδήγησε κανένα μοτοποδήλατο και ότι αυτά ήταν ξηλωμένα στην αυλή του σπιτιού του και μπορούσαν να πάνε να τα δουν. Την ημέρα εκείνη, αναφέρει, ήταν στο σπίτι του και συγκεκριμένα κάτω στο υπόγειο του σπιτιού του με τον φίλο του Μάριο Παπανικολάου, 18 ετών, όταν πήγε ο παραπονούμενος, γείτονας τους, με το αυτοκίνητο του και σταμάτησε έξω από το σπίτι του και φώναζε ότι θα τον στείλει φυλακή και γελούσε δυνατά σε έντονο ύφος. Ο ίδιος τότε του είπε όπου θέλει να πάει και δεν φοβάται τίποτε γιατί δεν φταίει. Αμέσως μετά έφυγε από εκεί χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Τέλος, αναφέρει ότι με τον παραπονούμενο είχαν προηγούμενα από ένα καυγά που είχαν και η υπόθεση βρίσκεται στο Δικαστήριο. Σε περαιτέρω εξέταση του, είπε ότι ο παραπονούμενος έχει εμμονή και όταν ακούσει θόρυβο από όχημα, θεωρεί ότι πάντα είναι αυτός. Έχουν διαφορές και ήταν στο Δικαστήριο διότι ισχυρίζονταν ότι κτύπησαν τον γιο του. Δεν τον έβρισε αλλά του είπε ενώ ήταν στο σπίτι του ότι δεν έκανε κάτι και να πάει όπου θέλει. Αναφέρθηκε και για τους άλλους γείτονες του, τον Γιάννη Κιττή και Γιώργο Παπασάββα για να πει ότι δεν είχε πρόβλημα μαζί τους, κατ' αντίθεση με τα όσα ο παραπονούμενος ανάφερε. Αντεξεταζόμενος, είπε ότι τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα ο ίδιος δεν άκουσε θόρυβο ή αντιλήφθηκε να πέρασε οποιοδήποτε αυτοκίνητο ή μοτόρα από την περιοχή. Παραδέχθηκε ότι σε σχέση με την επίθεση εναντίον του γιου του παραπονουμένου, πλήρωσαν το ποσό των €15,000 σε υπόθεση που εκκρεμούσε εναντίον τους στο Δικαστήριο αλλά επέμενε ότι δεν τον κτύπησαν. Όσον αφορά τους πιο πάνω αναφερόμενους γείτονες του, παραδέχθηκε ότι έκαναν και αυτοί καταγγελία εναντίον του και παράπονο για τα μοτοποδήλατα του ενώ πιο κάτω είπε ότι δεν γνωρίζει αν τον κατάγγειλαν και ότι του ιδίου δεν του έκαναν παράπονο προσωπικά. Αρνήθηκε ότι οδηγούσε μοτοποδήλατο προκαλώντας θόρυβο κατά τον ουσιώδη χρόνο και επέμενε ότι δεν είχε μοτοποδήλατο το χρόνο εκείνο διότι ήταν ξηλωμένα αφήνοντας αιχμές κατά της Αστυνομίας και συγκεκριμένα ότι δεν πήγαν να ελέγξουν τον ισχυρισμό αυτό, όπως τους ενημέρωσε. Του υποβλήθηκε η θέση ότι στην κατάθεση του με την οποία προβάλλει τον ισχυρισμό αυτό τον έδωσε τέσσερις μέρες μετά το επεισόδιο και ότι ο ίδιος ξήλωσε τα εν λόγω μοτοποδήλατα έτσι ώστε όταν θα πήγαινε η Αστυνομία να τους αποδείξει ότι δεν είχε μοτοποδήλατα για να οδηγήσει, με τον κατηγορούμενο να απαντά ότι τη συγκεκριμένη μέρα ήταν στο σπίτι του με τον φίλο του τον Παπανικολάου. Πιο κάτω, του υποβλήθηκε η θέση ότι στις 20/05/2014 και περί ώρα 14:15 επισκέφθηκε την οικία του ο Αστ. 4121 και έλεγξε τον ισχυρισμό του με τον κατηγορούμενο να απαντά ότι δεν θυμάται αλλά να συμφωνεί ότι το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο ήταν χωρίς μηχανή και ελαστικά. Πιο κάτω, είπε ότι η Αστυνομία τον επισκεπτόταν συχνά και του έλεγε να μην κάνει θόρυβο με την μοτοσυκλέτα του και παραδέχθηκε ότι πράγματι προκαλούσε ενόχληση με το θόρυβο της μοτοσυκλέτας του αλλά είπε ότι ήταν ο «φυσικός» θόρυβος που έκανε. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 ανάφερε τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και δεν έχω διακρίνει κάτι το μεμπτό στη μαρτυρία του, ούτε αυτή έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο παραπονούμενος και βασικός μάρτυρας κατηγορίας στην παρούσα υπόθεση. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν καθώς επίσης και την εικόνα που απεκόμισα γι αυτόν κατά την προφορική του κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο της μαρτυρίας του σε αντιδιαστολή με αυτό του κατηγορουμένου. Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο πράγματι ο μάρτυρας αυτός οδηγώντας το αυτοκίνητο του μετέβηκε έξω από την οικία του κατηγορούμενου. Η διάσταση που υπάρχει μεταξύ των δύο εκδοχών είναι ο λόγος που ο παραπονούμενος προέβηκε σε αυτήν την ενέργεια. Ο ίδιος ανάφερε στη μαρτυρία του ότι το έπραξε διότι ο κατηγορούμενος αμέσως προηγουμένως προκαλούσε θόρυβο οδηγώντας την μοτοσυκλέτα του και πήγε για να του πει ότι αθέτησε την υπόσχεση που έδωσε στην αστυνομικό σε προηγούμενη καταγγελία του, δηλαδή ότι δεν θα προκαλούσε ξανά θόρυβο και ότι την ημέρα εκείνη είπε στην αστυνομία πολλά ψέματα. Ο κατηγορούμενος από την άλλη είπε ότι ενώ βρισκόταν στο υπόγειο της οικίας του με ένα φίλο του και χωρίς να είχε προηγουμένως οδηγήσει μοτοποδήλατο, πήγε ο κατηγορούμενος με το αυτοκίνητο του και του φώναζε ότι θα τον στείλει φυλακή και γελούσε δυνατά σε έντονο ύφος. Διάσταση υπάρχει επίσης και στην επίμαχη φράση που λέχθηκε από τον κατηγορούμενο τη στιγμή εκείνη. Ο παραπονούμενος είπε ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι «Δεν φοβούμαι τίποτε και το μόνο που θα καταφέρεις είναι να πιάσεις την βίλλα μου» ενώ ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι του είπε όπου θέλει να πάει και δεν φοβάται τίποτα γιατί δεν φταίει. Βασικό επίδικο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος ανάφερε στον παραπονούμενο την φράση που ο τελευταίος ισχυρίστηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο ή αυτή που ανάφερε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στο Δικαστήριο. Δεν εξετάζεται στην παρούσα υπόθεση κατά πόσο ο κατηγορούμενος αμέσως προηγουμένως οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του και προκαλούσε θόρυβο ή όχι καθότι δεν είναι επίδικο ζήτημα. Παρά ταύτα όλες οι επιμέρους πτυχές της υπόθεσης θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς αξιολόγηση των εκδοχών των μερών για να διαφανεί το αληθές ή μη των ισχυρισμών τους. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω επισημάνσεις και γενικότερα όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι μπορώ να δώσω βαρύτητα στην εκδοχή που ο παραπονούμενος εξέφρασε στο Δικαστήριο αναφορικά με το τι διαμείφθηκε μεταξύ του ιδίου και του κατηγορουμένου τη δεδομένη στιγμή και ότι ο κατηγορούμενος πράγματι του εκστόμισε την πιο πάνω αναφερόμενη φράση. Δεν παραγνωρίζω ότι μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου αλλά και ευρύτερα με την οικογένεια του υπήρχαν προστριβές και διαφορές από προηγούμενα επεισόδια που έλαβαν χώρα μεταξύ τους, αλλά δεν έχω διαπιστώσει ότι τη δεδομένη στιγμή ο κατηγορούμενος δεν εκστόμισε την επίμαχη φράση και ότι η καταγγελία του παραπονούμενου ήταν ψεύτικη. Ο ίδιος φάνηκε κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο να ένοιωθε έντονα εναντίον του κατηγορουμένου και της οικογένειας του και σε κάποιο στάδιο να αναφέρεται και σε διάφορα άλλα επεισόδια αλλά σε καμία περίπτωση έχει διαφανεί ότι η παρούσα καταγγελία καθοδηγείται από εκδικητικά κίνητρα και ότι δεν έλαβε χώρα ένα τέτοιο επεισόδιο. Η θέση του για την επίμαχη φράση ήταν σταθερή και ουδέποτε διαφοροποίησε την εκδοχή του αυτή, τόσο σε σχέση με τον χώρο που αυτή έλαβε χώρα όσο και σε σχέση με το περιεχόμενο της. Πέραν των πιο πάνω, εκείνο το οποίο διαφάνηκε από τη μαρτυρία του παραπονουμένου είναι ότι αυτός ήταν αγανακτισμένος σε σχέση με τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου έναντι του αλλά και έναντι των υπόλοιπων ανθρώπων στην γειτονιά αφού κατ' επανάληψη προκαλούσε θόρυβο με τη μοτοσυκλέτα του. Το ότι κάτι τέτοιο λάμβανε χώρα είναι εμμέσως πλην σαφώς παραδεκτό και από τον κατηγορούμενο, παρά την προσπάθεια του να αποποιηθεί τις κατηγορίες αυτές. Ο ίδιος είπε ότι συχνά δεχόταν παρατηρήσεις από την Αστυνομία για να μην κάνει θόρυβο, είπε ότι στις 29/03/2014 η Αστυνομία του κατάσχε την μοτοσυκλέτα του διότι είχε μετατροπές και ότι προκαλούσε θόρυβο η μοτοσυκλέτα του, αλλά ήταν το «φυσικό» της όπως είπε. Σε κάθε περίπτωση αποδέχομαι τη θέση του παραπονούμενου για το θέμα αυτό αφού δεν κλονίστηκε η μαρτυρία του καθοιονδήποτε στάδιο. Ούτε υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να καταρρίπτει αυτή του τη θέση. Όσον αφορά τη συγκεκριμένη ημέρα, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του ότι αμέσως προηγουμένως ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μοτοσυκλέτα του και προκαλούσε θόρυβο, κάτι που ώθησε τον παραπονούμενο να πάει με το αυτοκίνητο του έξω από την οικία του κατηγορούμενου. Δεν παραγνωρίζω ότι η εκδοχή του για το τι ακριβώς προηγήθηκε παρουσιάζει κάποιες ανακρίβειες αλλά αυτό με κανένα τρόπο δεν είναι ικανό να κλονίσει τη θέση του ότι πράγματι ο κατηγορούμενος τη δεδομένη στιγμή οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του και προκαλούσε εκ νέου θόρυβο ενώ είχε υποσχεθεί στην αστυνομία σε προηγούμενη καταγγελία του παραπονούμενου ότι δεν θα το έπραττε ξανά. Αυτός θεωρώ ήταν και ο λόγος που ο παραπονούμενος προχώρησε και πήγε προς το σπίτι του κατηγορούμενου για να ζητήσει το λόγο γιατί εξακολουθεί να προκαλεί φασαρία παρά τις υποσχέσεις του. Δεν έχω διακρίνει ότι ενδεχομένως ο κατηγορούμενος εντελώς απρόκλητα να προέβηκε σε μια τέτοια ενέργεια, όπως ήταν η εκδοχή του κατηγορουμένου. Ούτε η θέση που επιχείρησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ότι δεν είχε μοτοποδήλατο τη συγκεκριμένη μέρα πείθει ή μπορεί να αναιρέσει τα όσα ο παραπονούμενο ανάφερε περί οδήγησης μοτοσυκλέτας τη δεδομένη στιγμή. Ο παραπονούμενος ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν μανιακός με τις μοτοσυκλέτες και τις ξήλωνε και τις έστηνε συνεχώς, θέση που δεν έτυχε αμφισβήτησης. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στα όσα ο παραπονούμενος ανάφερε σε σχέση με το επίδικο επεισόδιο και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Τυχόν αδυναμίες ή ανακρίβειες στην μαρτυρία του σε παρεμφερή ζητήματα της παρούσας υπόθεσης δεν είναι ικανά να κλονίσουν την εκδοχή του για τον τρόπο που εκτυλίχθηκε το όλο επεισόδιο και στο τι ο κατηγορούμενος του εκστόμισε. Επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι επιχείρησε να παρουσιάσει τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να απαλλαχθεί από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η μαρτυρία του παρουσιάζει αδυναμίες και αντιφάσεις και έχω διαπιστώσει ότι με πολλή ευκολία άλλαζε τους ισχυρισμούς που έδωσε κατά την κυρίως του εξέταση, στο στάδιο της αντεξέτασης του. Επιχείρησε να προβάλει τη θέση ότι τη συγκεκριμένη ημέρα δεν είχε μοτοποδήλατο για να οδηγήσει με απώτερο σκοπό να καταρρίψει και να διαψεύσει την εκδοχή του παραπονούμενου, μη διστάζοντας μάλιστα να αφήσει αιχμές και κατά της αστυνομίας ότι δεν έκανε καλά τη δουλειά της και δεν πήγε να ελέγξει ενώ είχε προβάλει αυτό τον ισχυρισμό. Κατά το αμέσως επόμενο στάδιο και όταν του υποβλήθηκε ότι στις 20/05/2014 και μετά την κατάθεση του επισκέφθηκε την οικία του συγκεκριμένος αστυνομικός απάντησε ότι δεν θυμάται αλλά συμφώνησε με τη διαπίστωση του ότι η μοτοσυκλέτα του ήταν ξηλωμένη. Το γεγονός αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κατά τις 16/05/2014, δηλαδή 4 μέρες πριν δώσει την κατάθεση του για την υπόθεση αυτή και της προβολής του ισχυρισμού αυτού, δεν είχε μοτοποδήλατο στημένο και άρα δεν μπορούσε να οδηγήσει. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος μπορούσε να ξηλώνει και να στήνει ο ίδιος τα μοτοποδήλατα του, κάτι άλλωστε που ενισχύεται και από τα όσα ο ίδιος ανάφερε σχετικά με τις μετατροπές που είχαν τα μοτοποδήλατα του. Επίσης, ενώ, ουσιαστικά, πρόβαλε τη θέση ότι δεν κτύπησαν τον γιο του παραπονούμενο παραδέχθηκε ότι σε σχετική δικαστική διαδικασία κατέβαλαν το ποσό των €15,000 ως αποζημίωση εξακολουθώντας όμως να επιμένει ότι δεν τον κτύπησαν. Δεν παραγνωρίζω ότι δεν τέθηκαν ενώπιον μου περισσότερα στοιχεία και λεπτομέρειες της εν λόγω διαδικασίας αλλά είναι προφανές ότι αυτή αφορούσε το συγκεκριμένο επεισόδιο και γεννιέται το ερώτημα πώς είναι δυνατό να καταβάλλεται ένα τέτοιο ποσό χωρίς να υπάρχει ευθύνη. Περαιτέρω, ενώ επιχείρησε να παρουσιάσει την θέση ότι ο κατηγορούμενος έχει εμμονή και ότι οποιοδήποτε όχημα περάσει έξω από την οικία του διαμαρτύρεται και ενοχλείται, σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του παραδέχθηκε ότι η μοτοσυκλέτα του προκαλούσε θόρυβο και φασαρία αλλά όπως είπε ήταν το «φυσικό» της εννοώντας προφανώς ότι δεν ευθύνεται ο ίδιος. Προκύπτει όμως και από την ίδια την μαρτυρία του ότι 1 ½ μήνα προηγουμένως η Αστυνομίας του κατάσχε μια εκ των μοτοσυκλετών του διότι αυτή είχε μετατροπές. Σε σχέση με το επίμαχο συμβάν, παραδέχτηκε ότι ο παραπονούμενος πήγε έξω από την οικία του με το αυτοκίνητο του και ισχυρίζεται ότι ο ίδιος του είπε όπου θέλει να πάει και δεν φοβάται τίποτε διότι δεν φταίει. Τοποθετεί τον εαυτόν του επίσης στο υπόγειο μαζί με συγκεκριμένο φίλο του και κατά τη μαρτυρία του επικαλείται και μάρτυρες και προφανώς το εν λόγω άτομο. Παρά ταύτα, ουδέποτε προσκόμισε οποιαδήποτε τέτοια μαρτυρία που να το επιβεβαιώνει. Ανεξαρτήτως τούτου όμως και χωρίς να απαιτείται για το ζήτημα αυτό επιπρόσθετη μαρτυρία, η εκδοχή του αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στα πλαίσια της ευρύτερης αξιολόγησης της μαρτυρίας του και της αξιοπιστίας του. Δεν φαντάζει λογικό, υπό τις περιστάσεις, ο παραπονούμενος απρόκλητα και αναίτια να μετέβηκε στο συγκεκριμένο σημείο για να απειλήσει τον κατηγορούμενο. Η θέση του παραπονούμενο για τον λόγο που τον ώθησε να προβεί στην ενέργεια αυτή, παρουσιάζει συνοχή και λογική σε αντίθεση με αυτή του κατηγορουμένου. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και την εντύπωση που ο κατηγορούμενος μου δημιούργησε από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του και ως εκ τούτου, αυτή απορρίπτεται στην ολότητα της. Λαμβανομένου υπόψη μου της πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και της μαρτυρίας η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και είναι γείτονες και μεταξύ τους υπήρχαν διαφορές και προστριβές. Ο κατηγορούμενος ήταν μανιακός με τις μοτοσυκλέτες, τις οποίες μπορούσε να ξηλώνει και να στήνει. Οι μοτοσυκλέτες του είχαν μετατροπές και οδηγούνταν χωρίς σιγαστήρα με αποτέλεσμα να προκαλεί θόρυβο και φασαρία και να ενοχλεί τους γείτονες, μεταξύ αυτών και τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος 1 ½ μήνα πριν το επίδικο συμβάν είχε καταγγείλει τον κατηγορούμενο στην Αστυνομία καθότι προκαλούσε οχληρία με τη μοτοσυκλέτα του και ο κατηγορούμενος είχε υποσχεθεί στην Αστυνομία ότι δεν θα το έπραττε ξανά. Επίσης, κατ΄ εκείνο το χρονικό διάστημα η Αστυνομία είχε κατάσχει τη μοτοσυκλέτα του κατηγορουμένου καθότι είχε μετατροπές. Στις 16/05/2014 και περί ώρα 12:00 ο κατηγορούμενος οδηγούσε μοτοσυκλέτα μεσαίου κυβισμού προκαλώντας θόρυβο και φασαρία. Ο παραπονούμενος, οδηγώντας το αυτοκίνητο του, κατευθύνθηκε στην οικία του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα έξω από αυτή, στην οδό Καντάρας στην Πάφο, στην άκρια του δρόμου όπου στεκόταν ο κατηγορούμενος μαζί με μια νεαρή κοπέλα. Ο παραπονούμενος είπε στον κατηγορούμενο ότι είπε ψέματα στον αστυνομικό κ. Φοινικαρίδη την προηγούμενη φόρα, εννοώντας ότι δεν τήρησε την υπόσχεση του να μην κάνει ξανά θόρυβο και φασαρία με την μοτοσυκλέτα του. Ο κατηγορούμενος αντιδρώντας άρχισε να διαμαρτύρεται στον παραπονούμενο ότι αυτός είναι ο υπαίτιος που η αστυνομία του κατάσχε την μοτοσυκλέτα του. Ο παραπονούμενος του είπε ότι αν συνεχίσει με αυτή τη συμπεριφορά θα πάει στη φυλακή και τότε ο κατηγορούμενος είπε στον παραπονούμενο «Δεν φοβούμαι τίποτε και το μόνο που θα καταφέρεις είναι να πιάσεις τη βίλλα μου». Ακολούθως, ο παραπονούμενος προχώρησε σε καταγγελία στην Αστυνομία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος καθορίζεται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα που έχει ως ακολούθως: «99. Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος...». Από την ανάγνωση του κειμένου του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: · η εξύβριση άλλου προσώπου, · σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και · κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297 "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it". Επίσης, στην Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό, ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ Γ. Ε ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 και Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.» Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα πραγματικά γεγονότα θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου και τη μαρτυρία η οποία κρίθηκε αξιόπιστη είπε στον παραπονούμενο, όταν ο τελευταίος στάθμευσε το όχημα του έξω από το σπίτι του κατηγορούμενου και του έκανε παρατήρηση διότι εξακολουθεί να προκαλεί θόρυβο και φασαρία στη γειτονιά με την μοτοσυκλέτα του και ότι αν συνεχίσει έτσι θα πάει φυλακή «Δεν φοβούμαι τίποτε και το μόνο που θα καταφέρεις είναι να πιάσεις την βίλλα μου». Η πιο πάνω φράση αντικειμενικά ειδωμένη και υπό το πρίσμα όλων των γεγονότων, αναμφίβολα αποτελεί εξύβριση. Ειδικότερα το μέρος αυτής που αναφέρεται ότι «το μόνο που θα καταφέρεις είναι να πιάσεις την βίλλα μου», είναι κατάφωρα υβριστικό και εκφράζει δυσαρέσκεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου (βλ. Γεώργιος Λουκαϊδης v. Aστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 36/2014, Ημερ. 09/12/2014). Δεν χρειάζεται η εννοιολογική ανάλυση των επίμαχων λέξεων καθότι είναι τοις πάσοι γνωστό τί αυτές σημαίνουν και υπό τις περιστάσεις συνιστούσαν εξύβριση. Επίσης, προκύπτει ότι υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν τη δεδομένη στιγμή και τις σχέσεις παραπονούμενου και κατηγορούμενου, αναμφίβολα η πιο πάνω φράση και εξύβριση ήταν δυνατό να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Στο σημείο αυτό υπήρχε ακόμη ένα πρόσωπο και το όλο περιστατικό έλαβε χώρα σε δημόσιο δρόμο. Αντικειμενικά ειδωμένη η επίμαχη φράση και κάτω υπό τις περιστάσεις ενδέχετο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Περαιτέρω, η εν λόγω εξύβριση έλαβε χώρα σε δημόσιο χώρο και συγκεκριμένα στην άκρη της οδού Καντάρας στην Πάφο, η οποία αποτελεί δημόσιο δρόμο. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία αρ. 1 που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).......... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.