← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12379/13, 26/4/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12379/13, 26/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12379/13 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
  2. KRISTINA ASLANOVA
  3. ANETA JOANNA TARASKO
  4. MIHAELA GEORGIANA PITAROIU
  5. LAL NELA
  6. ANDREI FIERBINTEANU
  7. ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΥΛΟΥ
  8. ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
  9. ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
  10. ΕΥΕΛΘΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ
  11. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΛΕΝΟΣ
  12. DIANA CMAVDAROVA
  13. NIKOLAY ZAKIRSKI
  14. BANOV HRISTIYAN Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 26.04.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 1: κος Ε. Πίτρος (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενη 2: κος Κ. Σιαηλής (η κα Ι. Φιλίππου για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενοι 1 & 2: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται ότι διατηρούσαν οίκο κυβείας, ότι κατείχαν όργανα και συσκευές που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη διεξαγωγή κυβείας και ότι επέτρεψαν τη συνάθροιση με σκοπό τη διεξαγωγή κυβείας. Νομική βάση των κατηγοριών είναι ο περί Κυβείας Νόμος (Κεφ.151) μετά των συναφών τροποποιήσεων, διάφορες πρόνοιες του οποίου κατ' ισχυρισμό έχουν παραβιαστεί (κατηγορίες 1, 2, 3, 7, 9 και 10). Επίσης ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορία παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105) μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 4). Η δε κατηγορούμενη 2 επιπλέον αντιμετωπίζει κατηγορίες παράνομης παραμονής και απασχόλησης στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6

(1)(κ), 19(λ), 19
(1)(κ) και 20 του Κεφ.105 (κατηγορίες 5 και 6). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 13.08.13 και 14.08.13 διατηρούσαν και χρησιμοποιούσαν το υποστατικό με την ονομασία 'Julius Caesar Casino' που βρίσκεται στη λεωφόρο Χλώρακας με πάροδο Διγενή Ακρίτα 57 στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου ως οίκο κυβείας, του οποίου κατά τον ουσιώδη χρόνο ο μεν κατηγορούμενος 1 είχε τη χρήση ενώ η κατηγορούμενη 2 ήταν υπεύθυνη σ' αυτό. Ακόμη κατά τον ίδιο χρόνο οι εν λόγω κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι επέτρεψαν στους κατηγορουμένους 3-14 να συγκεντρωθούν στο προαναφερόμενο υποστατικό με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία και ότι στο υποστατικό εκείνο υπήρχε ένα τραπέζι που χρησιμοποιείτο για το τυχερό παιγνίδι της ρουλέτας, μία ρουλέτα με την μπίλια, τέσσερα άλλα τραπέζια κυβείας, 1832 φίσιες, 312 τραπουλόχαρτα και αριθμός καρεκλών. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης εργοδοτούσε την κατηγορούμενη 2 στο επίδικο υποστατικό χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, η οποία κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ότι ενώ είναι αλλοδαπή από τη Ρωσία και στις 05.09.12 υπέβαλε αίτηση για άδεια παραμονής και εργασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία απορρίφθηκε στις 22.05.13, παρέμεινε και απασχολείτο στην Κύπρο μέχρι τις 14.08.13 χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Σε σχέση με τους κατηγορουμένους 3, 5, 7, 8, 9, 10 και 11, αυτοί προέβησαν σε παραδοχή της κατηγορίας που τους αφορούσε πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και τους επιβλήθηκε ποινή. Αναφορικά με τους κατηγορουμένους 4, 6, 12, 13 και 14 η υπόθεση απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της. Ενόψει της μη παραδοχής των κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 9 και 10 η παρούσα υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση αναφορικά με τους εν λόγω κατηγορούμενους. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από πέντε μάρτυρες ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν δεκατρία τεκμήρια. Το σύνολο της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν θεωρώ σκόπιμο να το επαναδιατυπώσω. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί απαραίτητο θα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 1 ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του στις κατηγορίες 1, 2 και 3 που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι δεν έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που περιέχονται στις προαναφερόμενες κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Προς ενίσχυση του επιχειρήματος του ο κύριος Πίτρος προέβηκε σε σχολιασμό μέρους της προσαχθείσας μαρτυρίας. Σε ότι αφορά την κατηγορία 4 που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει, ουδεμία αναφορά υπήρξε από το συνήγορο του. Παρόλα αυτά το Δικαστήριο στα πλαίσια των καθηκόντων του θα εξετάσει αυτεπάγγελτα κατά πόσο εκ πρώτης όψεως στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που περιλαμβάνεται στην εν λόγω κατηγορία. Εισήγηση ότι δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της πελάτισσας του σχετικά με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει υπεβλήθηκε και από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορουμένης
  1. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, οι μαρτυρίες των δύο βασικών μαρτύρων υπεράσπισης, ήτοι ΜΚ3 και ΜΚ4, είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Δικαιολογώντας τη θέση του ο κύριος Σιαηλής είπε ότι ο ΜΚ3 δεν είπε την αλήθεια, η οποία βρίσκεται στην μαρτυρία του ΜΚ
  2. Επίσης ο εν λόγω συνήγορος επισήμανε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να προσδιορίζει τον εργοδότη της κατηγορουμένης 2 με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται η κατηγορία της παράνομης απασχόλησης που αντιμετωπίζει. Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, ο κύριος Σιαηλής ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση της κατηγορουμένης 2 από αυτό το στάδιο. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2, 3, 6, 7, 9 και 10 του κατηγορητηρίου με αποτέλεσμα να υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση σχετικά με τις εν λόγω κατηγορίες. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία και με αναφορά σε μαρτυρία που προσάχθηκε η κυρία Σάββα ευσεβάστως επισήμανε ότι η υπάρχουσα μαρτυρία είναι τέτοια που δικαιολογεί την κλήση αμφοτέρων κατηγορουμένων σε απολογία στις κατηγορίες αυτές που αντιμετωπίζουν προκειμένου να δώσουν εξηγήσεις για τις πράξεις και γενικότερα συμπεριφορά που τους αποδίδονται. Παράλληλα η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου της κατηγορουμένης 2 ότι μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία της πλευράς της δεν έχει αποδειχτεί σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου μεταξύ των κατηγορουμένων 1 και 2, πράγμα που οδηγεί σε μη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων της παράνομης εργοδότησης και απασχόλησης που περιέχονται στις κατηγορίες 4 και 5 και αφορούν τους κατηγορουμένους 1 και 2 αντίστοιχα. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους όλοι οι εμπλεκόμενοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Αμφότεροι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορία ότι επέτρεψαν στους κατηγορουμένους 3-14 να συναθροιστούν, δηλαδή να συγκεντρωθούν στο επίμαχο υποστατικό, με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία. Πρόκειται για τις κατηγορίες 3 και 7 του κατηγορητηρίου. Έχω μελετήσει με προσοχή τις πρόνοιες του Κεφ.151 επί της οποίας νομοθεσίας νομικά εδράζονται οι εν λόγω κατηγορίες και πουθενά σ' αυτήν καθορίζεται ότι είναι αδίκημα κάποιος να επιτρέπει τη συνάθροιση σε υποστατικό. Κάποιος ο οποίος επιδίδεται σε κυβεία ή συναθροίζεται με άλλα άτομα με σκοπό να συμμετάσχει σε κυβεία σε οίκο κυβείας διαπράττει, με βάση το άρθρο 4 του Κεφ.151, αδίκημα. Ωστόσο στο Κεφ.151 δεν υπάρχει αδίκημα κάποιος να επιτρέψει συγκέντρωση άλλων ατόμων σε υποστατικό με σκοπό τη διεξαγωγή κυβείας. Τα δε νομικά άρθρα στα οποία βασίζονται οι εν λόγω κατηγορίες δεν αποκαλύπτουν το αδίκημα που οι λεπτομέρειες επικαλούνται. Συνεπώς οι κατηγορίες 3 και 7 παραπέμπουν σε ανύπαρκτα, με βάσει το Κεφ. 151, αδικήματα, η διάπραξη των οποίων καταλογίζεται στους κατηγορουμένους 1 και
  1. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορία παράνομης εργοδότησης και η κατηγορούμενη 2 κατηγορία παράνομης απασχόλησης. Πρόκειται για τις κατηγορίες 4 και 5 του κατηγορητηρίου. Αυτό που τους αποδίδεται είναι ότι την περίοδο μεταξύ 13.08.13 και 14.08.13 ο κατηγορούμενος 1 εργοδοτούσε την κατηγορούμενη 2 στο επίμαχο υποστατικό, η οποία κατ' ισχυρισμό εργαζόταν για λογαριασμό του κατηγορουμένου 1 χωρίς σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή. Βασικό συστατικό στοιχείο της παράνομης εργοδότησης είναι η εργοδότηση αλλοδαπού, ο οποίος να απασχολείται στην υπηρεσία του εργοδότη του. Υπό αυτή την έννοια απαιτείται ανάθεση εργασίας από τον κατηγορούμενο 1 προς την κατηγορούμενη 2, η οποία αναλαμβάνει εργασία προς εκτέλεση. Παρόλο ότι δεν απαιτείται η απόδειξη σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου κάτω από την έννοια και στο επίπεδο που απαιτείται στο αστικό δίκαιο, εντούτοις κάποια μορφή επαγγελματικής σχέσης μεταξύ των κατηγορουμένων 1 και 2 χρειάζεται να καταδειχτεί ότι υπήρχε τη δεδομένη εκείνη χρονική στιγμή. Μέσα από προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής παρατηρώ ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να με οδηγεί προς την κατεύθυνση της ύπαρξης επαγγελματικής σχέσης μεταξύ των κατηγορουμένων 1 και 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ενώπιον μου δεν υπάρχουν στοιχεία που έστω να τείνουν να καταδείξουν ότι ο κατηγορούμενος 1 ανέθεσε συγκεκριμένη εργασία στην κατηγορούμενη 2, η οποία ανέλαβε να τη διεκπεραιώσει και ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν ο εργοδότης της κατηγορουμένης 2, η οποία εργαζόταν στην υπηρεσία του κατηγορουμένου
  2. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο, αντικειμενικά ιδωμένη στο σύνολο της και στην όψη της και μόνο, χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να αξιολογείται και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα, δεν συγκεντρώνει τους απαραίτητους παράγοντες έτσι ώστε να στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως η αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων της παράνομης εργοδότησης και απασχόλησης και των συστατικών στοιχείων αυτών. Σε ότι αφορά τις κατηγορίες 1 και 2 που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει καθώς επίσης σε σχέση με τις κατηγορίες 6, 9 και 10 που η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει, μέσα από αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας, επαναλαμβάνω χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα και αφού έλαβα υπόψη τις νομικές επιχειρηματολογίες των ευπαιδεύτων συνηγόρων, κρίνω ότι δικαιολογείται η κλήση αμφοτέρων κατηγορουμένων σε απολογία στις κατηγορίες που τους αφορούν. Ειδικότερα, ενδεικτικά και χωρίς να υπάρχει περιορισμός στα ακόλουθα στοιχεία, μαρτυρίες προερχόμενες από τους ΜΚ2, ΜΚ3, MK4 και ΜΚ5 σε συνδυασμό με τα Τεκμήρια 2, 3, 4, 5, 8, 9 και 12, οδηγούν προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Δεν μου διαφεύγει η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της κατηγορουμένης 2 περί αντιφατικής μαρτυρίας μεταξύ του ΜΚ3 και ΜΚ4, πλην όμως το σκεπτικό αυτής σχετίζεται με την ποιότητα και δυναμική της μαρτυρίας που προέρχεται από τους συγκεκριμένους μάρτυρες. Ειδικότερα η αναφορά του κυρίου Σιαηλή ότι ο ΜΚ4 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο ενώ η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα χωρίς δεύτερη σκέψη παραπέμπει σε αξιολόγηση μαρτυρίας, ζήτημα με το οποίο το Δικαστήριο δεν ασχολείται στο στάδιο αυτό αλλά κατά την αξιολόγηση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού που θα προσκομιστεί μετά την εκδίκαση της υπόθεσης. Συνεπώς από την προσαχθείσα μαρτυρία, πάντοτε εξεταζόμενη στην όψη της και μόνο, θεωρώ ότι εκ πρώτης όψεως υπάρχει υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 1 αναφορικά με τις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζει καθώς επίσης εναντίον της κατηγορουμένης 2 σχετικά με τις κατηγορίες 6, 9 και 10 που αυτή αντιμετωπίζει. Περαιτέρω η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση που να ανάγεται σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει επί οποιασδήποτε αξιολόγηση της στο σύνολο της. Παράλληλα το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω, κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σχετικά με την πρώτη και δεύτερη κατηγορία που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει καθώς επίσης στις κατηγορίες 6, 9 και 10 που η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει, στις οποίες το Δικαστήριο τους καλεί σε απολογία. Αντίθετα ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην τρίτη και τέταρτη κατηγορία καθώς επίσης η κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην πέμπτη και έβδομη κατηγορία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Κυβεία/Κεφ.151) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.