← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. DUMITRU MIHINDA κ.α., Υπόθεση Αρ.: 7602/16, 4/4/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. DUMITRU MIHINDA κ.α., Υπόθεση Αρ.: 7602/16, 4/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B48 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΏΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 7602/16 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και

  1. DUMITRU MIHINDA
  2. CONSTANTIN ACHITEI
  3. MARIUS COSMIN CIRA Κατηγορουμένων ------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 04/04/
  4. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τους Κατηγορούμενους αρ. 1,2 και 3 : κ. Ν. Δημοσθένους. Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, 2 και 3 έχουν κριθεί ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής σε μια κατηγορία που έκαστος αντιμετωπίζει και αφορά το αδίκημα της κλοπής από γραμματείς και υπηρέτες, κατά παράβαση του άρθρου 268 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (βλ. κατηγορίες αρ. 1, 2 και 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, αυτοί μεταξύ των ημερομηνιών 1/11/2016 - 20/12/2016, στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου, ενώ ήταν υπάλληλοι της υπεραγοράς Παπαντωνίου, έκλεψαν 40 μπουκάλια ζιβανία των 200 ml συνολικής αξίας €130, ιδιοκτησία της προαναφερθείσας υπεραγοράς. Τα γεγονότα έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και έχουν ως ακολούθως: Στις 20.12.2016 καταγγέλθηκε στο Τ.Α.Ε. Πάφου από τον Α. Παπαονησιφόρου, διευθυντή της υπεραγοράς Παπαντωνίου στο χωριό Χλώρακα στην Πάφο, ότι κατά τα έτη 2014 και 2016 μετά από καταμέτρηση του εμπορεύματος τους, διαπιστώθηκε ότι έλειπαν από την αποθήκη της υπεραγοράς μεγάλος αριθμός μπουκαλιών ζιβανίας των 200ml. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι για το έτος 2014 έλειπαν 2551 μπουκάλια και άλλη ποσότητα για το κάθε έτος πολύ μεγαλύτερη από αυτή που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Κατόπιν τούτου, αρχές Νοεμβρίου του 2016 τοποθετήθηκε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης στην αποθήκη και μετά από έλεγχο που έκαναν διαπιστώθηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος η ώρα 16:05 φαίνεται να εισέρχεται στην αποθήκη, να πλησιάζει το ράφι που βρίσκονταν τα κιβώτια με τις ζιβανίες και φάνηκε να κλέβει αριθμό μπουκαλιών, να τις βάζει μέσα στο παντελόνι του και να φεύγει. Στις 30.11.2016 και η ώρα 16:36 φαίνεται στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης ο 2ος κατηγορούμενος να πλησιάζει το ράφι και να κλέβει αριθμό μπουκαλιών και να φεύγει. Στις 30.11.2016 και ώρα 19:02 φαίνεται στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης ο 3ος κατηγορούμενος να πλησιάζει το πιο πάνω ράφι και να κλέβει αριθμό μπουκαλιών ζιβανίας, να τις βάζει στο παντελόνι του και να φεύγει. Οι τρείς ύποπτοι κλήθηκαν στο Τ.Α.Ε. Πάφου όπου προφορικά παραδέχθηκαν ότι εδώ και ένα μήνα περίπου όταν δούλευαν συνεννοούνταν και έπαιρναν από την αποθήκη ένα - δυο μπουκάλια ζιβανία Loel 200ml τα οποία κατανάλωναν ενώ εργάζονταν. Όσον αφορά τις ποσότητες που αναφέρθηκαν προηγουμένως και ήταν πολύ μεγαλύτερες από αυτές που κατηγορούνται, αρνήθηκαν οποιαδήποτε ανάμειξη. Ακολούθως, στις 20.12.2016 οι κατηγορούμενοι αφού συνελήφθησαν τους επιστήθηκε η προσοχή τους στο Νόμο, κατηγορήθηκαν γραπτώς και απάντησαν όλοι ότι δεν έκλεψαν για τόσα χρόνια. Στις καταθέσεις που έδωσαν παραδέχθηκαν ενοχή για τις κατηγορίες όπως αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Τέλος, αναφέρθηκε ότι δεν υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες, ούτε και έξοδα. Ένας ψηφιακός δίσκος που υπάρχει ως τεκμήριο, ζητήθηκε να επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εξέφρασε την απολογία και μεταμέλεια των κατηγορουμένων. Ανάφερε ότι τους έχει εξηγήσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν και την έχουν κατανοήσει. Τόνισε το λευκό τους ποινικό μητρώο και είπε ότι δεν έχουν απασχολήσει τη δικαιοσύνη τόσο πριν όσο και μετά τη διάπραξη των αδικημάτων αυτών. Ζήτησε επίσης να ληφθεί υπόψη η ομολογία τους και συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές από την πρώτη στιγμή και ότι παραδέχθηκαν ότι έκλεψαν τις συγκεκριμένες ποσότητες ζιβανιών που αναφέρονται στις κατηγορίες. Αναφορικά με τις περιστάσεις διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων, είπε ότι οι κατηγορούμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργάζονταν στην υπεραγορά Παπαντωνίου στην αποθήκη προϊόντων. Όντως έπαιρναν τα εν λόγω μπουκάλια όχι όμως για να τα βγάλουν έξω από την υπεραγορά και να έχουν οικονομικό όφελος. Ο σκοπός που τα έπαιρναν ήταν για να τα καταναλώνουν στο χώρο εργασίας τους και ουδέποτε τα έβγαλαν έξω από αυτό με σκοπό να αποκομίσουν κέρδος ή άλλο οικονομικό όφελος. Ενέργησαν επιπόλαια και απερίσκεπτα και η όλη συμπεριφορά τους αποτελούσε ένα μεμονωμένο περιστατικό στη ζωή τους. Επίσης, αναφέρθηκε και στην αξία της κλαπείσας περιουσίας για να πει ότι αυτή είναι πολύ μικρή και οι ιδιοκτήτες της υπεραγοράς έχουν αποζημιωθεί πλήρως για αυτήν καταθέτοντας στο Δικαστήριο σχετική βεβαίωση (βλ. τεκμήριο Α). Αναφορικά με τις προσωπικές τους συνθήκες, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν σχετικές Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, οι οποίες ετοιμάστηκαν κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, το περιεχόμενο των οποίων υιοθετήθηκε από το συνήγορο των κατηγορουμένων. Σε σχέση με τον 1ον κατηγορούμενο, στην εν λόγω Έκθεση αναφέρεται ότι αυτός είναι ηλικίας 31 χρόνων και κατάγεται από την Ρουμανία. Ήρθε στην Κύπρο το 2008 για μια καλύτερη ζωή και για σκοπούς εργασίας. Σύμφωνα με βεβαίωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων εργάζεται σταθερά από το 2008 μέχρι σήμερα. Στο παρόν στάδιο εργάζεται ως οδηγός φορτηγού σε ιδιωτική εταιρεία με μηνιαίες απολαβές €
  5. Το 2013 σύνηψε σχέση με Βουλγάρα, υπάλληλο υπεραγοράς στη Χλώρακα με εισοδήματα €900 μηνιαίως με την οποία διαμένει μαζί της μέχρι σήμερα. Δεν έχει χρέη ενώ έχει αυτοκίνητο αξίας €2,000 περίπου. Υπάρχει ενοίκιο για το σπίτι που διαμένουν ύψους €
  6. Τέλος, στην έκθεση αναφέρεται ότι δηλώνει μεταμέλεια για το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Σε σχέση με τον 2ον κατηγορούμενο, στην εν λόγω Έκθεση αναφέρεται ότι αυτός είναι ηλικίας 30 χρόνων, κατάγεται από τη Ρουμανία και είναι υπάλληλος σε πρατήριο βενζίνης στη Χλώρακα σήμερα με μηνιαίες απολαβές ύψους €
  7. Ήρθε στην Κύπρο το 2009 για σκοπούς εργασίας και σύμφωνα με βεβαίωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων έκτοτε μέχρι και σήμερα εργάζεται σταθερά. Το 2016 σύνηψε σχέση με ομοεθνή του και έκτοτε διαμένουν μαζί. Η συμβία του εργάζεται με μερική απασχόληση σε πιτσαρία και έχει μηνιαίες απολαβές ύψους €
  8. Διαμένει μαζί με τη συμβία του, τη διαζευγμένη αδελφή του και τα δύο ανήλικα τέκνα της σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων και καταβάλλουν μηνιαίο ενοίκιο ύψους €
  9. Ο κατηγορούμενος αναφέρεται επίσης δεν έχει χρέη και έχει ένα αυτοκίνητο αξίας €
  10. Τέλος, αναφέρεται ότι, σύμφωνα με τη αδελφή του, ο κατηγορούμενος είναι άτομο συνεργάσιμο, εργατικό και δεν δημιουργεί προβλήματα. Για το αδίκημα το οποίο κατηγορείται, ο ίδιος δηλώνει μεταμέλεια. Σε σχέση με τον 3ον κατηγορούμενο, στην εν λόγω Έκθεση αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 33 χρόνων, κατάγεται από τη Ρουμανία και σήμερα εργάζεται ως υπάλληλος σε φρουταρία με μηνιαίες απολαβές ύψους €
  11. Είναι παντρεμένος και πατέρας δύο ανήλικων τέκνων ηλικίας 11 και 12 χρόνων, τα οποία διαμένουν στην Ρουμανία με τους γονείς του. Ήρθε στην Κύπρο το 2008 για σκοπούς εργασίας και σύμφωνα με βεβαίωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων έκτοτε εργάζεται σταθερά. Οι γονείς του αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας και δεν εργάζονται ενώ ο μικρότερος του αδελφός πάσχει από επιληψία και ο κατηγορούμενος έχει αναλάβει την κάλυψη των προσωπικών τους εξόδων. Η σύζυγος του εργάζεται ως καμαριέρα με μηνιαίες απολαβές ύψους €750 και διαμένουν μαζί καθώς επίσης και με ένα ξάδελφο του κατηγορούμενου σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Χλώρακα για το οποίο καταβάλλουν μηνιαίο ενοίκιο ύψους €
  12. Αναφέρεται επίσης στην έκθεση ότι από πληροφορίες που λήφθηκαν από τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος που διαμένει ο κατηγορούμενος, αυτός είναι τυπικός με την καταβολή του ενοικίου και δεν δημιουργεί προβλήματα με τη διαμονή του στην πολυκατοικία. Τέλος, όσον αφορά το αδίκημα, αναφέρεται στην έκθεση ότι ο κατηγορούμενος δηλώνει μεταμέλεια. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος των κατηγορουμένων κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος, την έμπρακτη μεταμέλεια των κατηγορουμένων, την παραδοχή τους, το λευκό τους ποινικό μητρώο και τις προσωπικές τους συνθήκες και σε περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας των κατηγορουμένων, τότε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για αναστολή εκτέλεσης της καθότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις. Αναμφίβολα το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου είναι ιδιαίτερα σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από την προβλεπόμενη στο άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ποινή, το οποίο προνοεί ποινή φυλάκισης 14 χρόνων. Η ιδιαίτερη σοβαρότητα του αδικήματος αυτού έγκειται στο γεγονός ότι ο παραβάτης εκμεταλλεύεται τη σχέση εμπιστοσύνης, η οποία υπάρχει μεταξύ του και του εργοδότη του και είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα εκεί όπου ο εργοδότης βασίζεται στην αφοσίωση και ειλικρίνεια του εργοδοτουμένου του (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd Edition, p. 141 - 142). Eπίσης, στην Τhe Attorney General v. Neophytos Nicola Vassiliotis alias Kaizer a.o

(1967)2 C.L.R. 20 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Stealing by servant tends to undermine the basis, upon which hundreds of people carry on their business as employers, or earn their living as employees. The relationship of trust and confidence which must always exist between them, is of great importance; and is entitled to adequate protection from the law." Mεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επανέλαβαν τη σοβαρότητα του αδικήματος αυτού και κατέδειξαν ότι τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά με την επιβολή κατά κανόνα ποινής φυλάκισης (βλ. Πολυδώρου v. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 48, Aristotelous v. Police
(1985)2 C.L.R. 212, Κατσούρης v. Αστυνομίας
(1988)2 C.L.R. 180, Αργυρού v. Αστυνομίας
(1993)2 A.A.Δ. 434 και Αθανασιάδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 701). Πέραν των πιο πάνω, στην Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219, αφού αναφέρθηκαν κάποιες κατευθυντήριες γραμμές που ακολουθούνται στην Αγγλία για τέτοιας φύσης αδίκημα, λέχθηκε ότι δεν θα ήταν ορθό να παραγνωρίζονται τα σωρευτικά αποτελέσματα του συνόλου της εγκληματικής δραστηριότητας για την οποία ο κατηγορούμενος βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση αυτή, ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ηλικίας 31 ετών, οικογενειάρχη με τρία μικρά παιδιά ο οποίος έκλεψε συνολικά το ποσό των £36,000 ενώ ήταν υπάλληλος της ΣΠΕ Πολεμιδιών μειώθηκε σε 18 μήνες κατ' έφεση. Στην Αθανσιάδης v. Αστυνομίας (ανωτέρω) η οποία αφορούσε ομοειδές αδίκημα, αυτό της κλοπής υπό αντιπροσώπου, ποινή φυλάκισης 12 μηνών που επιβλήθηκε πρωτόδικα επικυρώθηκε κατ' έφεση. Να σημειωθεί ότι στην υπόθεση αυτή λήφθηκε υπόψη το μεγάλο χρονικό διάστημα από την διάπραξη των αδικημάτων, η αποζημίωση του θύματος και η άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι δεδομένη και αντικατοπτρίζεται από τα πιο πάνω που αναφέρθηκαν. Περαιτέρω, στην παρούσα περίπτωση λαμβάνω υπόψη μου ότι οι κατηγορούμενοι για μια περίοδο περίπου 2 μηνών, ενώ εργοδοτούνταν από τους παραπονούμενους ως υπεύθυνοι αποθήκης στην υπεραγορά τους, έκλεψαν συνολικά 40 μπουκάλια ζιβανία των 200 ml έκαστος, περιουσία των εργοδοτών τους. Προκύπτει δηλαδή, ότι ενώ οι εργοδότες τους εμπιστεύτηκαν την πιο πάνω θέση στην επιχείρηση τους και τους παρείχαν εργασία, την οποία όπως προκύπτει την είχαν ανάγκη αφού ήρθαν στην Κύπρο γι αυτό το σκοπό και για ένα καλύτερο μέλλον, αντί να το σεβαστούν, έκλεβαν και οικειοποιούνταν διάφορα μπουκάλια ζιβανία από την αποθήκη στην οποία είχαν πρόσβαση στα πλαίσια της εργασίας τους. Η ενέργεια τους αυτή είναι άκρως απαράδεκτη, καταρρίπτει την βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου και την εμπιστοσύνη που πρέπει να διακατέχει μια τέτοια σχέση. Δεν παραγνωρίζω τους λόγους που τους ώθησαν να διαπράξουν τα εν λόγω αδικήματα και να συμπεριφερθούν με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκαν κα συγκεκριμένα ότι χρησιμοποιούσαν τα εν λόγω ποτά για δική τους κατανάλωση και δεν είχαν οποιοδήποτε οικονομικό όφελος αλλά αυτό δεν μπορεί να αποτελεί επαρκή δικαιολογία και εξήγηση για τις πράξεις του αυτές. Ουδείς έχει δικαίωμα να οικειοποιείται περιουσία η οποία δεν του ανήκει για οποιονδήποτε λόγο και αν γίνεται αυτό, πόσο μάλλον όταν η περιουσία αυτή ανήκει στον εργοδότη του ο οποίος για την άσκηση της επιχείρησης του επέδειξε εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του δίνοντας του το δικαίωμα να έχει πρόσβαση στην αποθήκη που διατηρούσε τα προϊόντα του. Μια τέτοια συμπεριφορά είναι άκρως σοβαρή και καταδικαστέα και το Δικαστήριο έχει καθήκον σε τέτοιες περιπτώσεις να επιβάλλει αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές. Παρά τα πιο πάνω όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (βλ. Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Η εξατομίκευση της ποινής όμως, δεν θα πρέπει να εξουδετερώνει ούτε τη σοβαρότητα του εγκλήματος, ούτε το στοιχείο της αποτροπής και να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Προς όφελος των κατηγορουμένων και για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος τους ανέφερε στο Δικαστήριο και ειδικότερα τα κάτωθι: 1) Την παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου. 2) Την συνεργασία τους με τις Αστυνομικές Αρχές μετά τη σύλληψη τους και την ομολογία τους, αν και η αποκάλυψη των αδικημάτων δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από αυτήν. Θα δοθεί όμως στον παράγοντα αυτό η ανάλογη βαρύτητα αφού βοήθησε στην ταχεία εξιχνίαση της υπόθεσης και τη συγκεκριμενοποίηση της ποσότητας των μπουκαλιών που κλάπηκαν. 3) Την απολογία και μεταμέλεια τους όπως αυτή εκφράστηκε μέσω του συνηγόρου τους. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου την αποζημίωση τους προς τον εργοδότη τους και την καταβολή της αξίας των κλοπιμαίων μπουκαλιών. 4) Το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων, στοιχείο που τους δίνει το δικαίωμα να αιτούνται την επιείκεια του Δικαστηρίου. 5) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους συνθήκες όπως αυτές φαίνονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως, ότι σε σοβαρά αδικήματα τα οποία μάλιστα βρίσκονται σε έξαρση και επιβάλλεται η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Αlarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 11 και Ψύλλος v. Aστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430). Περαιτέρω, στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Έχει αποφασιστεί ότι σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, ανκαι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας». 6) Το είδος και την αξία της κλοπιμαίας περιουσίας, η οποία ήταν πολύ μικρή, με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Επρόκειτο για 40 μπουκάλια ζιβανία αξίας €130 για έκαστο από τους κατηγορούμενους. 7) Περαιτέρω, θα λάβω υπόψη μου την μεταμέλεια των κατηγορουμένων η οποία αποδεικνύεται από όλα τα πιο πάνω να είναι έμπρακτη και ότι έχουν συνειδητοποιήσει την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη μου τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και τη σοβαρότητα τους από την μια και όλα τα ελαφρυντικά των κατηγορουμένων από την άλλη, κρίνω ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί. Οποιαδήποτε άλλη ποινή θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες και δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου. Ως εκ τούτου και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο των κατηγορουμένων, επιβάλλονται σε αυτούς οι ακόλουθες ποινές: 1) Στην 1ην κατηγορία, στον 1ον κατηγορούμενο, ποινή φυλάκισης 9 μηνών. 2) Στην 2ην κατηγορία, στον 2ον κατηγορούμενο, ποινή φυλάκισης 9 μηνών. 3) Στην 3ην κατηγορία, στον 3ον κατηγορούμενο, ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Έχοντας καταλήξει στις πιο πάνω ποινές φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή τους, όπως ήταν και η εισήγηση της υπεράσπισης. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 . Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλ. επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Πέραν των πιο πάνω, στην πρόσφατη απόφαση Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017, Ημερ. 21/09/2017 έγινε αναφορά στον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Στην παρούσα περίπτωση, το αδίκημα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα σοβαρό, το ίδιο και οι περιστάσεις διάπραξης του, αφού αυτοί συστηματικά και για περίοδο 2 σχεδόν μηνών έκλεβαν από την αποθήκη των παραπονουμένων - εργοδοτών τους μπουκάλια ζιβανία. Θα λάβω υπόψη μου για σκοπούς του σταδίου αυτού ότι το κίνητρο τους στην διάπραξη του εν λόγω αδικήματος δεν ήταν η αποκόμιση κέρδους ή χρηματικού οφέλους με την έννοια ότι έκλεβαν τα εν λόγω μπουκάλια και τα πωλούσαν σε άλλα άτομα. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου τέτοια γεγονότα και η θέση της υπεράσπισης ότι ο λόγος που έκλεβαν τα εν λόγω μπουκάλια ζιβανία ήταν για να τα καταναλώνουν κατά τη διάρκεια της εργασίας τους, δεν έτυχε αμφισβήτησης. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό τους ποινικό μητρώο, κάτι το οποίο τους δίνει το δικαίωμα να έχουν καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι αποζημιώθηκαν την αξία των εν λόγω μπουκαλιών πλήρως. Περαιτέρω, θα λάβω υπόψη μου το είδος, την ποσότητα και την αξία της κλαπείσας περιουσίας η οποία είναι πολύ μικρή. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου την έμπρακτη μεταμέλεια των κατηγορουμένων, η οποία καταδεικνύεται από τη συνεργασία τους με τις αστυνομικές αρχές μετά από τη σύλληψη τους, την ομολογία τους για τη διάπραξη των αδικημάτων στην έκταση την οποία κατηγορούνται, την παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου και την απολογία τους καθώς επίσης και την αποζημίωση των παραπονουμένων. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου και τη συνειδητοποίηση της σοβαρότητας του αδικήματος που διέπραξαν. Θα λάβω περαιτέρω υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες των κατηγορουμένων όπως αναφέρονται στις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας. Εκείνο το οποίο αναφύεται ως γενική εικόνα είναι ότι οι κατηγορούμενοι από το 2008 και 2009 που ήρθαν στην Κύπρο με σκοπό ένα καλύτερο μέλλον, εργάζονται σταθερά, είναι τυπικοί στις υποχρεώσεις τους, δεν δημιουργούν οποιοδήποτε πρόβλημα και δεν έχουν απασχολήσει τις αρχές τόσο πριν όσο και μετά τη διάπραξη του αδικήματος της παρούσας υπόθεσης. Προκύπτει επίσης οι οικονομικές τους δυνατότητες να είναι περιορισμένες ενώ ο 3ος κατηγορούμενος βοηθά οικονομικά τους γονείς του και τον άρρωστο αδελφό του. Πέραν των πιο πάνω και πέραν από την απώλεια της εργασίας τους, που ήταν το φυσικό επακόλουθο της συμπεριφοράς τους και που δεν έχουν να μέμφονται κανένα άλλο πλην του εαυτού τους, στιγματίστηκαν και από το περιβάλλον τους για την εν λόγω συμπεριφορά τους. Δεδομένων των ανωτέρω και των υπόλοιπων που έχουν αναφερθεί σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων έχω ιδιαίτερα προβληματιστεί κατά πόσο στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος των κατηγορουμένων και να αναστείλει τις ποινές φυλάκισης που τους επιβλήθηκαν. Και τούτο, διότι όπως αναφύεται από όλα τα πιο πάνω αλλά και τη σχετική νομολογία το αδίκημα το οποίο οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν είναι ιδιαίτερα σοβαρό, χαρακτηρίζεται από ανεντιμότητα και κατάχρηση εμπιστοσύνης και υπάρχει ανάγκη για αποτροπή. Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Παρασκευούλας Στυλιανού v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 225/2017, Ημερομηνίας 20/03/2018, ένα σημαντικό ζήτημα είναι κατά πόσο η αναστολή της ποινής θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Συνεχίζοντας όμως το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε, «Χωρίς τούτο να σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει ή είναι ορθό να περιορίζεται στο αποτρεπτικό της ποινής. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε σφάλμα.» Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρα και ιδιαίτερα τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος από τους κατηγορούμενους, το κίνητρο και σκοπό τους, το είδος και τη μικρή αξία της κλαπείσας περιουσίας σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα ελαφρυντικά τους όπως έχουν αναφερθεί ανωτέρω, τις προσωπικές τους συνθήκες και το χαρακτήρα τους όπως αναφύεται από τις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η διάπραξη των αδικημάτων αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό στη ζωή τους έχω καταλήξει όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματος τους για αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλακίσεων που τους επιβλήθηκαν. Θεωρώ, υπό τις περιστάσεις, ότι δεν εξουδετερώνεται η ανάγκη για αποτροπή διάπραξης τέτοιας φύσεως αδίκημα. Από την άλλη επίσης κρίνω ότι κατ' αυτό τον τρόπο λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων και τους δίνεται η ευχέρεια να συνεχίσουν με τη ζωή τους αντιλαμβανόμενοι την ανάγκη για αποφυγή στο μέλλον διάπραξης τέτοιου είδους ή οποιονδήποτε άλλων συναφών αδικημάτων και την ανάγκη που υπάρχει να σέβονται τους εργοδότες τους, οι οποίοι τους περιβάλλουν με την εμπιστοσύνη τους και τους παρέχουν εργασία για να ζουν μια αξιοπρεπή ζωή και να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους δυσκολίες. Ως εκ τούτου οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν αναστέλλονται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Ένας ψηφιακός δίσκος που κατέχεται από την Αστυνομία ως τεκμήριο να επιστραφεί στον νόμιμο ιδιοκτήτη ή δικαιούχο του. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.