Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑ, Αρ. Υπόθεσης: 6726/14, 30/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6726/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30.04.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα (η ίδια μαζί με κα Χρ. Ανδρέου για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κα Ε. Ταλιώτου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 151 του Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι σε άγνωστη ημερομηνία της σχολικής χρονιάς 2013-2014 στο Νικολαΐδιο Γυμνάσιο της επαρχίας Πάφου παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε εναντίον της παραπονούμενης μαθήτριας. Επειδή η εν λόγω κατηγορία περικλείει σεξουαλικής φύσεως αδίκημα και λαμβάνοντας υπόψη ότι η παραπονούμενη ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι ανήλικη για σκοπούς προστασίας της οποιαδήποτε αναφορά σ' αυτήν ή τη μητέρα της θα γίνεται με τη χρήση των φράσεων 'η παραπονούμενη' και 'η μητέρα της παραπονούμενης'. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε εννέα μάρτυρες, ανάμεσα στους οποίους ήταν και η ανήλικη παραπονούμενη. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση καλώντας παράλληλα ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν δεκαεννέα τεκμήρια, εκ των οποίων δύο αντίγραφα μαγνητοσκοπημένης και ένα αντίγραφο ηχογραφημένης συνέντευξης της παραπονούμενης στην αστυνομία στην παρουσία της μητέρας της καθώς και το περιεχόμενο της απομαγνητοφωνημένης κατάθεσης της παραπονούμενης στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου που λήφθηκε στις 17.12.13 μεταξύ των ωρών 12:00 μ.μ. και 12:15 μ.μ., τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5 αντίστοιχα. ΜΚ1 ήταν ο αστυφύλακας 2902 Νεόφυτος Κουμπαρή, του οποίου η γραπτή κατάθεση, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 1, αποτέλεσε βασικά την κυρίως εξέταση του. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, ο εν λόγω μάρτυρας την 12.06.14 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, ο οποίος αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Το αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας παρουσιάστηκαν ως Τεκμήριο
- Στα πλαίσια της ένορκης μαρτυρίας του κατατέθηκαν τα προαναφερόμενα Τεκμήρια 2, 3, 4 και
- Η ενέργεια του να κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο καθώς επίσης η ασφαλή φύλαξη των Τεκμηρίων 2-5 καθορίζουν το πλαίσιο εμπλοκής του μάρτυρα στην υπόθεση αυτή. ΜΚ2 ήταν η Δώρα Ζάγγουλου, λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Πάφου. Μέρος της μαρτυρίας της αποτέλεσε η γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 17.12.13, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Όπως σημειώνεται στο έγγραφο αυτό, στις 17.12.13 η παραπονούμενη την επισκέφθηκε συνοδευόμενη από τη μητέρα της λέγοντας της ότι ο κατηγορούμενος από την αρχή της σχολικής χρονιάς την άγγιζε στο στήθος και στα οπίσθια της, γεγονός για το οποίο ήταν ενήμερες η εκπαιδευτική σύμβουλος του σχολείου και η διευθύντρια. Όπως ακόμη σημειώνεται, ο κατηγορούμενος παρόλο ότι έτυχε παρατήρησης από τη διευθύντρια εντούτοις συνέχιζε να την παρενοχλεί. Μάλιστα την τελευταία φορά επειδή αυτή αντέδρασε όταν επιχείρησε να την αγγίξει, αυτός της θύμωσε και ήταν επιθετικός απειλώντας την ότι θα την οδηγήσει στην πειθαρχική επιτροπή και θα της μειώσει τη βαθμολογία. Επίσης καταγράφεται ότι η παραπονούμενη είχε αναφέρει στην εν λόγω μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος προβαίνει επιδεικνύει παρόμοια συμπεριφορά και σε άλλες συμμαθήτριες της χωρίς όμως να γνωρίζει αν αυτές το ανέφεραν στη διευθύντρια του σχολείου. Συνοψίζοντας τη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία της ΜΚ2 αυτό που μπορεί να λεχθεί είναι η δήλωση της ότι για κάποιο χρονικό διάστημα η παραπονούμενη έτυχε βοήθειας από την εκπαιδευτική ψυχολόγο του σχολείου της και από το Τμήμα Παιδιών και Εφήβων των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Η παραπονούμενη ακόμη έτυχε ψυχολογικής στήριξης από το Γραφείο Ευημερίας επειδή συνέχιζε να βρίσκεται στο ίδιο σχολείο με τον κατηγορούμενο, η οποία διήρκησε μέχρι τον Απρίλιο
- Η βοήθεια αυτή είχε τη μορφή τηλεφωνικών επικοινωνιών και προσωπικών επαφών του Γραφείου Ευημερίας με την παραπονούμενη. Η εν λόγω μάρτυρας σημείωσε ότι όταν την επισκέφθηκε η παραπονούμενη ήταν ανήσυχη και σε ένταση αναφέροντας της για αγγίγματα και σεξουαλικού τύπου υπονοούμενα σε λεκτική μορφή από τον κατηγορούμενο. Παράλληλα η παραπονούμενη μαζί με τη μητέρα της δυσανασχετούσαν επειδή το ζήτημα με τον κατηγορούμενο συνέβαινε για καιρό και παρόλο που το σχολείο ήταν ενήμερο δεν προέβαινε στη λήψη μέτρων προστασίας της παραπονούμενης. Όπως της λέχθηκε, υπήρχαν περιπτώσεις όπου η παραπονούμενη συναντούσε τον κατηγορούμενο στο χώρο των αποδυτηρίων. Την ίδια ημέρα η ΜΚ2 επικοινώνησε με τη σύμβουλο του σχολείου η οποία της είπε ότι γνώριζε όπως και η διευθύντρια για το θέμα αυτό. Ακολούθως η ΜΚ2 συνόδευσε την παραπονούμενη και τη μητέρα της στην αστυνομία για κατάθεση. Όταν στην πορεία των επαφών τους της λέχθηκε από την παραπονούμενη ότι οι ενέργειες του σχολείου δεν την προστάτευαν, η εν λόγω μάρτυρας με επιστολή της ημερομηνίας 08.02.14 που αποστάληκε στο Επαρχιακό Γραφείο Παιδείας Πάφου ζήτησε να ληφθούν από το σχολείο σχετικά μέτρα που να προστατεύουν την παραπονούμενη. ΜΚ3 ήταν η αστυφύλακας 921 Φωτιάνα Βασιλείου. Μέρος της μαρτυρίας της αποτέλεσε η γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 17.12.13, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στις 17.12.13 η εν λόγω αστυφύλακας έλαβε σε δύο πρωτότυπες βιντεοκασέτες οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης, τότε ηλικίας 13 ετών, στην παρουσία της μητέρας της σε ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου. Είχε προηγηθεί γραπτή δήλωση της ΜΚ3 προς τη μητέρα της παραπονούμενης για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης και εξασφάλιση γραπτής συγκατάθεσης της μητέρας της παραπονούμενης, έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 9 και
- Επίσης σημειώνεται ότι την ίδια ημέρα η εν λόγω μάρτυρας απομαγνητοφώνησε και δαχτυλογράφησε την ηχητική κασέτα (Τεκμήριο 4) σε κείμενο (Τεκμήριο 5), την οποίαν μαζί με τις δύο βιντεοκασέτες (Τεκμήρια 2 και 3) που στο μεταξύ είχαν σφραγιστεί από την αστυφύλακα 4670 Φρ. Ευθυμίου, παρέδωσε αυθημερόν στον ΜΚ
- Το περιεχόμενο της οπτικογραφημένης κατάθεσης διάρκειας 16 λεπτών και 47 δευτερολέπτων που προβλήθηκε δημόσια στο Δικαστήριο αποτέλεσε την κυρίως εξέταση της παραπονούμενης (ΜΚ4). Όπως σημειώνεται στο δαχτυλογραφημένο κείμενο της απομαγνητοφωνημένης κασέτας (Τεκμήριο 5), στις αρχές της σχολικής χρονιάς ο κατηγορούμενος κοίταζε παράξενα την παραπονούμενη από πάνω μέχρι κάτω. Στο μάθημα του ο κατηγορούμενος απαιτούσε την εκτέλεση μη διακριτικών ασκήσεων όπως άνοιγμα ποδιών, σκύψιμο κ.λ.π. Αργότερα σε μια περίπτωση ο κατηγορούμενος την άγγιξε στο στήθος με το χέρι του να καταλήγει πίσω από την πλάτη της. Το περιστατικό συνέβηκε στην αυλή εν ώρα μαθήματος με την παραπονούμενη να είχε φύγει από το μάθημα που είχε για να ρωτήσει τον παραπονούμενο πότε θα είχε προπόνηση. Τρεις ημέρες μετά το περιστατικό του αγγίγματος στο στήθος, η παραπονούμενη πήγε μαζί με μια φίλη της στο γραφείο του κατηγορουμένου και εκείνος χωρίς να δώσει σημασία στη φίλη της έδειξε ότι ήθελε να την πιάσει από τον ώμο. Μια άλλη φορά το χέρι του κατηγορουμένου πήγε λίγο πιο κάτω. Η παραπονούμενη προσπαθούσε να αποφεύγει τον κατηγορούμενο και δεν είπε σε κανένα για τα περιστατικά, εκτός σε μία φίλη της η οποία το ανάφερε σε ένα καθηγητή και αυτός το είπε στη σύμβουλο του σχολείου, η οποία ενημέρωσε τη διευθύντρια του σχολείου και αυτή του έκανε σχετική παρατήρηση. Τότε ο κατηγορούμενος έγινε αυστηρός μαζί της. Της έκανε συνέχεια παρατηρήσεις και την απέκλεισε από αγώνες παρόλο ότι έλαβε μέρος σε προπονήσεις. Την ημέρα που της ανακοίνωσε ότι δεν θα συμμετάσχει σε αγώνες της φώναζε μπροστά σε άλλα παιδιά και στη συνέχεια την έσπρωχνε αρπάζοντας την από τη φανέλα. Συνοψίζοντας τη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία της παραπονούμενης μπορεί να λεχθεί ότι η παραπονούμενη γεννήθηκε στις 28.03.
- Όταν συνέβηκαν αυτά που ισχυρίζεται η παραπονούμενη ήταν στη Β' Τάξη Γυμνασίου. Ο κατηγορούμενος τότε ήταν ο καθηγητής της στο μάθημα της γυμναστικής για δεύτερη συνεχή σχολική χρονιά. Η παραπονούμενη παρατήρησε ότι ο κατηγορούμενος εκδήλωνε ένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την ίδια και προς απόδειξη της αναφοράς αυτής έφερε ως παράδειγμα ερωτήσεις του κατηγορουμένου προς την ίδια για το τι έκανε τα σαββατοκύριακα και μετά τις σχολικές ώρες. Ωστόσο διευκρίνισε ότι δεν προέβηκε σε σεξουαλικού τύπου υπονοούμενα εις βάρος της. Συζητώντας το θέμα με μία φίλη της διαπίστωσε ότι τέτοιες ερωτήσεις δεν υπέβαλλε σε άλλα κορίτσια παρά μόνο στην ίδια. Μεταξύ Νοεμβρίου με αρχές Δεκεμβρίου των ετών 2013 και 2014 η παραπονούμενη, η οποία εν ώρα μαθήματος κατευθυνόταν στις τουαλέτες, συνάντησε τυχαία τον κατηγορούμενο. Όταν τον ρώτησε πότε θα άρχιζαν οι προπονήσεις για τους αγώνες ανώμαλου δρόμου ο κατηγορούμενος τοποθέτησε το χέρι του κάτω από τη μασχάλη και το δεξιό στήθος της παραπονούμενης κινώντας το προς τα κάτω. Η παραπονούμενη παραξενεύτηκε και ενοχλήθηκε με αποτέλεσμα να τρέξει και να φύγει. Μετά από καιρό η παραπονούμενη ανάφερε το πιο πάνω περιστατικό σε μία φίλη της, η οποία την παρότρυνε να το αναφέρει σ' ένα καθηγητή τους που ήλθε στο σχολείο τους ως αντικαταστάτης άλλης καθηγήτριας τους, πράγμα που η παραπονούμενη έπραξε. Ο εν λόγω καθηγητής την παρότρυνε να συζητήσει το θέμα αυτό με την εκπαιδευτική σύμβουλο του σχολείου, πράγμα που η παραπονούμενη έκανε. Αυτό που της λέχθηκε από τη σύμβουλο ήταν να αποφεύγει τον κατηγορούμενο και να μη παρακολουθεί το μάθημα του, πράγμα που η παραπονούμενη έπραξε. Παράλληλα η σύμβουλος του σχολείου είπε στην παραπονούμενη ότι θα έφερνε το θέμα αυτό εις γνώση της διευθύντριας. Η παραπονούμενη διαφωνούσε επειδή δεν επιθυμούσε να δημιουργηθούν αρνητικές συνέπειες εναντίον του κατηγορουμένου. Με τη σύμβουλο του σχολείου η παραπονούμενη είχε συχνή επαφή. Στην πορεία η παραπονούμενη παρατήρησε ότι ο κατηγορούμενος έγινε αυστηρός μαζί της και θεώρησε ότι η αλλαγή στάσης του οφείλεται στο ότι έμαθε για το παράπονο που αυτή υπέβαλε εναντίον του. Η παραπονούμενη θεωρεί τον κατηγορούμενο υπεύθυνο που δεν θα βρισκόταν στην αποστολή των αθλητών παρόλο ότι, εξ' όσον θυμάται, το όνομα της βρισκόταν στον κατάλογο των ονομάτων των μαθητών εκείνων που θα συμμετείχαν στους αγώνες ανωμάλου δρόμου. Όπως είπε, είχε ενημερωθεί ότι τελικά δεν θα λάμβανε μέρος στους αγώνες το πρωί της ημέρας που διαδραματίστηκε το επεισόδιο. ΜΚ5 ήταν η μητέρα της παραπονούμενης. Η γραπτή κατάθεση της η ημερομηνίας 17.12.13 που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 12 αποτέλεσε την κυρίως εξέταση της. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, η παραπονούμενη ήταν μαθήτρια στο Νικολαΐδιο Γυμνάσιο, η οποία περί τον Νοέμβριο 2013 της ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος την αντιμετώπιζε διαφορετικά από ότι τα άλλα παιδιά αγγίζοντας την πάνω στο στήθος και στη μέση της, κάτι που η ίδια δεν ήθελε. Παρόλο ότι η εν λόγω μάρτυρας ήθελε να το αναφέρει στη διευθύντρια του σχολείου, εντούτοις η παραπονούμενη την απέτρεψε επειδή δεν ήταν σίγουρη αν είχε διαγνώσει ορθά τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Ακολούθως στις 17.12.13 και περί ώρα 08:30 η μάρτυρας δέχτηκε τηλεφώνημα από τη διευθύντρια να έλθει να παραλάβει την παραπονούμενη από το σχολείο επειδή ήταν αναστατωμένη. Ερχόμενη η ΜΚ5 βρήκε την παραπονούμενη στην αυλή του σχολείου να κλαίει και μαζί μετέβησαν στο γραφείο της διευθύντριας. Ωστόσο δεν κατάφεραν να μιλήσουν με τη διευθύντρια επειδή εκείνη έπρεπε να αποχωρήσει. Στη συνέχεια η εν λόγω μάρτυρας μαζί με την παραπονούμενη μετέβησαν στο Γραφείο Ευημερίας και ακολούθως μαζί με την ΜΚ2 στην αστυνομία για καταγγελία. Στη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία της ΜΚ5 αυτό που συνοπτικά μπορεί να λεχθεί, πέραν του ότι βασικά επαναλαμβάνει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12, είναι η αναφορά της ότι ο κατηγορούμενος παρουσίασε περίεργη συμπεριφορά και έναντι της ιδίας όταν την ρώτησε αν είναι νυμφευμένη, αν συζεί με κάποιον αλλά και όταν την παρότρυνε να πει ψέματα στη διευθύντρια ότι δεν εργάζεται προκειμένου η παραπονούμενη να αποκτήσει περισσότερα δικαιώματα στο φαγητό. Περαιτέρω η εν λόγω μάρτυρας είπε ότι η ίδια έμαθε περισσότερες λεπτομέρειες για το επιδικο περιστατικό από τη σύμβουλο του σχολείου που επικοινώνησε μαζί της. Ήταν αυτή που της είπε ότι η παραπονούμενη είχε τακτική επαφή μαζί της, κατόπιν μεταξύ τους συνάντηση που πραγματοποιήθηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της 17.12.13 που η εν λόγω μάρτυρας ήλθε στο σχολείο και παρέλαβε την παραπονούμενη μετά που της το ζήτησε η διευθύντρια ένεκα του περιστατικού με τον κατηγορούμενο όταν ανακάλυψε ότι δεν θα συμμετείχε στους αγώνες ανωμάλου δρόμου. Όπως η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε, μέσα από τις επαφές της παραπονούμενης με την εκπαιδευτική σύμβουλο, η τελευταία παρέπεμψε την παραπονούμενη σε ψυχίατρο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, πράγμα που η παραπονούμενη έπραξε. Επιπλέον η εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως στις 17.12.13 που μετέβηκε στο σχολείο για να παραλάβει την παραπονούμενη η ίδια δέχτηκε τηλεφώνημα από συνάδελφο του κατηγορουμένου, ο οποίος απολογήθηκε για τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου απέναντι στην παραπονούμενη ζητώντας της παράλληλα να μην προβεί σε καταγγελία. ΜΚ6 ήταν η Καίτη Νικολάου Σουτζιή, κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθύντρια στο Νικολαΐδιο Γυμνάσιο. Οι δύο γραπτές καταθέσεις της εν λόγω μάρτυρας ημερομηνίας 18.12.13 και 19.12.13 αντίστοιχα, οι οποίες παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 13 και 14, αποτέλεσαν ουσιαστικά τη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου. Με βάση το περιεχόμενο τους, περί τα μέσα του τετραμήνου (προφανώς του πρώτου τετραμήνου της σχολικής χρονιάς) την επισκέφθηκε η παραπονούμενη μαζί με την καθηγήτρια συμβουλευτικής αγωγής όπου της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την κοίταζε παράξενα ενώ σε συγκεκριμένη περίπτωση την άγγιξε στην περιοχή του στήθους. Ωστόσο η παραπονούμενη της ζήτησε από την εν λόγω μάρτυρα να μην προχωρήσει σε οποιαδήποτε διαδικασία. Παρόλα αυτά η μάρτυρας κάλεσε τον κατηγορούμενο στο γραφείο της και χωρίς να αναφερθεί συγκεκριμένα στην περίπτωση της παραπονούμενης του έδωσε γενικές οδηγίες να είναι προσεκτικός και να μην αγγίζει τις μαθήτριες. Επίσης σημειώνεται ότι στις 17.12.13 την επισκέφθηκε εκ νέου η παραπονούμενη και της ζήτησε να της επιτρέψει να επιστρέψει στο σπίτι της επειδή ήταν στεναχωρημένη λόγω του ότι ο κατηγορούμενος είχε αποκλείσει τη συμμετοχή της από τους αγώνες ανώμαλου δρόμου. Τότε η μάρτυρας ειδοποίησε τη μητέρα της παραπονούμενης. Ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο γραφείο της ΜΚ6, εισήλθε ο κατηγορούμενος, ο οποίος μόλις είδε την παραπονούμενη της είπε ότι θα την οδηγήσει στο πειθαρχικό σώμα ένεκα της συμπεριφοράς της. Αμέσως η παραπονούμενη αντέδρασε λέγοντας του 'Εσύ έπιασες τον κώλο μου', προκαλώντας την αντίδραση του κατηγορουμένου που της απάντησε με τη φράση 'Ήθελες πολλά'. Ακολούθως η εν λόγω μάρτυρας προέβηκε σε παρατήρηση του κατηγορουμένου για την πιο πάνω συμπεριφορά του, ο οποίος δικαιολογήθηκε ότι θύμωσε επειδή αυτά που η παραπονούμενη ανάφερε δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. ΜΚ7 ήταν η Αναστασία Φωλίνα, κατά τον ουσιώδη χρόνο καθηγήτρια συμβουλευτικής και επαγγελματικού προσανατολισμού στο Νικολαΐδιο Γυμνάσιο. Μέρος της κυρίως εξέτασης της αποτέλεσε η γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία ημερομηνίας 18.12.13, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, περί τις αρχές Νοεμβρίου ο καθηγητής Δημήτρης Σωφρονίου που ήταν για αντικατάσταση φιλολόγου στο σχολείο της ανάφερε ότι η παραπονούμενη του εξέφρασε παράπονο πως ο κατηγορούμενος της συμπεριφερόταν ανάρμοστα. Ως αποτέλεσμα του πιο πάνω γεγονότος, η εν λόγω μάρτυρας διευθέτησε συνάντηση με την παραπονούμενη με σκοπό τη συζήτηση του θέματος. Μέσα από την πιο πάνω συζήτηση η παραπονούμενη είπε στην μάρτυρα αυτή ότι ο κατηγορούμενος την άγγιξε στο σουτιέν κάνοντας την να αισθανθεί άβολα. Ωστόσο δεν επιθυμούσε το θέμα αυτό να προχωρήσει επειδή φοβόταν την μετέπειτα συμπεριφορά του κατηγορουμένου απέναντι της καθώς επίσης και επιπτώσεις στη βαθμολογία της. Στην πορεία η παραπονούμενη ανάφερε στην μάρτυρα αυτή ότι είχε προσέξει αλλαγή στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου απέναντι της λέγοντας πως έγινε προκατειλημμένος και ότι την περιθωριοποίησε από αθλητικές δραστηριότητες. Επίσης της είπε ότι παρόλο που ο κατηγορούμενος την κοίταζε έντονα, εντούτοις δεν την είχε αγγίξει ξανά. Στο μεταξύ το περιστατικό είχε αναφερθεί στην τότε διευθύντρια του σχολείου (ΜΚ6). Συνοψίζοντας τη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία της ΜΚ7 μπορεί να λεχθεί ότι ο ρόλος της στο σχολείο ήταν να παρέχει συναισθηματική στήριξη στα παιδιά όταν αντιμετωπίζουν προβλήματα και επίσης ο επαγγελματισμός προσανατολισμός στις επιλογές των μαθητών για το μέλλον τους. Αναφερόμενη στο επίδικο περιστατικό από ότι της είχε λεχθεί από την παραπονούμενη, η εν λόγω μάρτυρας είπε ότι ο κατηγορούμενος τοποθέτησε το χέρι του κάτω από τη μασχάλη της με την παλάμη του να ακουμπά τα πλευρά της στο σημείο που φορούσε το σουτιέν της. Η εν λόγω μάρτυρας προσπάθησε να στηρίξει ψυχολογικά την παραπονούμενη επειδή αντιλήφθηκε ότι εξαιτίας του επιδίκου περιστατικού αισθανόταν άβολα και ντρεπόταν. Σύμφωνα με την εν λόγω μάρτυρα, η παραπονούμενη ήταν κλειστός χαρακτήρας, δεν ήταν ομιλητική και διατηρούσε χαμηλό προφίλ στο σχολείο. Επόμενος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Δημήτρης Σωφρονίου (ΜΚ8), ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν καθηγητής στο Νικολαΐδιο Γυμνάσιο που ήλθε για αντικατάσταση φιλολόγου. Η γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία ημερομηνίας 18.12.13 που προσκομίστηκε ως Τεκμήριο 16, αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του. Με βάση το περιεχόμενο της, ο εν λόγω μάρτυρας εργαζόταν ως αντικαταστάτης καθηγητής φιλολογίας στο Νικολαΐδιο Γυμνάσιο από τις αρχές Οκτωβρίου μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου (προφανώς της σχολικής χρονιάς 2013). Κατά τη διάρκεια συζήτησης στην τάξη του τμήματος Β1 για το μάθημα της γυμναστικής, αρκετά κορίτσια εξέφρασαν παράπονο για τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου που τη θεωρούσαν προσβλητική. Ακολούθως η παραπονούμενη τον προσέγγισε και του είπε ότι ο κατηγορούμενος την ακούμπησε στο σουτιέν, πράγμα για το οποίο αισθάνθηκε άβολα. Ευθύς ο εν λόγω μάρτυρας ενημέρωσε σχετικά την ΜΚ7 ως καθηγήτρια συμβουλευτικής που ήταν στο σχολείο. Τις επόμενες ημέρες που ρώτησε την παραπονούμενη αν υπήρξε οτιδήποτε άλλο σχετικά με τον κατηγορούμενο αυτή απάντησε αρνητικά. Ακόμη του λέχθηκε από την παραπονούμενη ότι μετά από συνεννόηση της με τη μητέρα της αποφάσισε να μην προχωρήσει το θέμα εκτός αν την ενοχλούσε ξανά στο μέλλον. Στη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία του ΜΚ8 αυτό που συνοπτικά μπορεί να λεχθεί είναι η αναφορά του ότι αισθάνθηκε υποχρέωση από τη στιγμή που μία μαθήτρια του ανάφερε ένα συγκεκριμένο περιστατικό να το θέσει υπόψη της συμβούλου του σχολείου. Όπως ο ίδιος δήλωσε, από εκεί και πέρα ήταν στην κρίση της συμβούλου να το θέσει υπόψη της διευθύντριας. Γι' αυτό ο ίδιος δεν ήλθε σε επαφή με τη διευθύντρια για το επίδικο ζήτημα αλλά ούτε και το συζήτησε με τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό, η παραπονούμενη όταν του ανάφερε το συγκεκριμένο θέμα φαινόταν ενοχλημένη χωρίς όμως να εκδηλώνεται ιδιαίτερα. Τελευταία μάρτυρας κατηγορίας ήταν η Νάντια Χρυσοστόμου (ΜΚ9), κλινική ψυχολόγος στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας στο Τμήμα Παιδιών και Εφήβων Πάφου. Συνοψίζοντας την μαρτυρία της μπορεί να λεχθεί ότι η εν λόγω μάρτυρας συναντήθηκε τρεις φορές με την παραπονούμενη, ήτοι στις 08.04.14, 08.05 14 και 21.05.
- Οι συναντήσεις διεξήχθηκαν στο Τμήμα Παιδιών και Εφήβων που στεγάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και κάθε μία είχε διάρκεια 45 λεπτών. Σε όλες τις φορές η παραπονούμενης, ηλικίας τότε 14 ετών, εμφανίστηκε μόνη της. Όπως ανάφερε η ΜΚ9, οι εν λόγω συναντήσεις περιλάμβαναν τρεις κλινικές ψυχοδιαγνωστικές συνεντεύξεις. Την πρώτη φορά η παραπονούμενη παρουσίαζε έντονο άγχος και είπε ότι τον Νοέμβριο 2013 ένας καθηγητής της στη γυμναστική την άγγιξε στο στήθος υποδεικνύοντας δειλά και στιγμιαία το σημείο επαφής. Στη δεύτερη συνάντηση η παραπονούμενη διακατεχόταν από αμηχανία και αυτό που είπε στην εν λόγω μάρτυρα είναι ότι πλέον δεν συμμετείχε στο μάθημα φυσικής αγωγής με τα κορίτσια αλλά ότι έκανε γυμναστική με τα αγόρια. Στην τελευταία συνάντηση η παραπονούμενη επανέλαβε ότι έκανε γυμναστική με τα αγόρια. Εκτιμώντας την παραπονούμενη η ΜΚ9 δήλωσε πως πρόκειται για συγκροτημένο άτομο που μπορούσε να διακρίνει τη φαντασία από την πραγματικότητα, ώριμο για την ηλικία της, το νοητικό της επίπεδο ήταν σε φυσιολογικά πλαίσια και που ανταποκρινόταν στο αναπτυξιακό της στάδιο χωρίς διαταραχές στη σκέψη ή την αντίληψη. Όπως η εν λόγω μάρτυρας παρατήρησε, ένεκα του περιστατικού η παραπονούμενη είχε έντονο άγχος και το συμβάν αυτό μαζί με το ότι ο κατηγορούμενος ήταν αρκετός οικείος μαζί της ήταν ζητήματα που την ενοχλούσαν. Μέσα από τις συναντήσεις θα εκπονείτο ένα θεραπευτικό πλάνο που σκοπό είχε τη διαχείριση άγχους που η παραπονούμενη αντιμετώπιζε. Σχετική εισήγηση υπεβλήθηκε στη μητέρα της παραπονούμενης, πλην όμως δεν συνεχίστηκε η συνεργασία τους με την εν λόγω μάρτυρα κατόπιν δικής τους επιθυμίας. Όπως ήδη λέχθηκε, ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία, ως ήταν δικαίωμα του. Μέρος της μαρτυρίας του αποτελεί η γραπτή ανακριτική κατάθεση του ημερομηνίας 18.12.13, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Με βάση το περιεχόμενο της ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο ήταν βοηθός διευθυντής στο Νικολαΐδιο Γυμνάσιο με ειδικότητα γυμναστή. Ήταν ένας από τους καθηγητές της παραπονούμενης. Απορρίπτοντας ως αναληθή όλα τα περιστατικά επιλήψιμης συμπεριφοράς που του αποδίδουν, ο κατηγορούμενος δήλωσε πως ουδέποτε στο παρελθόν υπήρξε εναντίον του καταγγελία ιδίας φύσεως όπως την επίδικη. Αναφερόμενος στο επίμαχο περιστατικό της διαμάχης που είχε με την παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος είπε ότι είχε συγκεντρωθεί σε γραφείο όλη η ομάδα που θα λάμβανε μέρος στον Παμπάφιο ανώμαλο δρόμο. Επρόκειτο για 7 αθλητές και 7 αθλήτριες. Ανάμεσα στους αθλητές ήταν και η παραπονούμενη, την οποίαν ο κατηγορούμενος πληροφόρησε ότι δεν θα συμμετείχε στους αγώνες επειδή απουσίαζε από τις προπονήσεις. Όπως σημειώνεται στο Τεκμήριο 11, η παραπονούμενη είπε στον κατηγορούμενο ότι δεν ερχόταν προπονήσεις προκειμένου να μην τον βλέπει και τότε αυτός της ανάφερε την πρόθεση του να την οδηγήσει στο πειθαρχικό σώμα και ότι θα την έδιωχνε από το σχολείο. Περιληπτική αναφορά της δια ζώσης μαρτυρίας του κατηγορουμένου σημειώνει ότι υπήρξε καθηγητής της παραπονούμενης στην Α' και Β' τάξη Γυμνασίου στο μάθημα της γυμναστικής. Ο ίδιος απορρίπτει κατηγορηματικά ότι είχε οποιαδήποτε ιδιαίτερη σχέση με την παραπονούμενη. Ειδικότερα απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί αγγίγματος στο στήθος, ότι συναντήθηκε με την παραπονούμενη στα αποδυτήρια αφού κάτι τέτοιο απαγορευόταν, ότι προέβηκε σε σεξουαλικού τύπου υπονοούμενα προς την παραπονούμενη και ότι η διευθύντρια του σχολείου τον κάλεσε σε κατ' ιδίαν συνάντηση για να του υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με το επίδικο περιστατικό. Αναφερόμενος στο επίδικο περιστατικό του ισχυριζόμενου αγγίγματος ο κατηγορούμενος δήλωσε πως η παραπονούμενη επιδίωξε να τον πλησιάσει προκειμένου να το δουν άλλοι μαθητές, χωρίς όμως ο ίδιος να την αγγίξει. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, το πρόβλημα της παραπονούμενης, για την οποίαν είπε ότι βοήθησε να λαμβάνει δωρεάν συσσίτιο στο σχολείο μετά που η μητέρα της απευθύνθηκε κοντά του λέγοντας πως είναι άπορη, ήταν ότι δεν είχε επιλεγεί για τους αγώνες του ανωμάλου δρόμου. Στις 16/12, ημέρα κατά την οποίαν ο κατηγορούμενος της ανακοίνωσε ότι δεν συμπεριλαμβανόταν στην ομάδα, αυτή επέμενε με αποτέλεσμα να οξυνθούν τα πνεύματα. Σύμφωνα πάντοτε με τον κατηγορούμενο, όταν αυτός της υπέδειξε ότι δεν συμπεριλήφθηκε στην αποστολή των αθλητών για τους παμπάφιους αγώνες ανωμάλου δρόμου, αυτή του απάντησε επί λέξει 'δεν ερχόμουν γιατί δεν μου αρέσει η φάτσα σου.' Αυτός τότε την άρπαξε από τα μανίκια της φανέλας και την τραβούσε αλλά τα χειρότερα αποσοβήθηκαν όταν επενέβη άλλος καθηγητής και απομάκρυνε την παραπονούμενη. Όπως επίσης ο κατηγορούμενος είπε, η παραπονούμενη συνέχισε να έρχεται στο μάθημα του και μετά την καταγγελία και ότι μερικές φορές επειδή ερχόταν στο μάθημα φορώντας καφέ μπότες αυτός την έδιωχνε από το μάθημα χρεώνοντας την με απουσία. Κατά τον κατηγορούμενο που ήταν ο άμεσα υπεύθυνος για τις αθλητικές δραστηριότητες του σχολείου, η παραπονούμενη ως αθλήτρια υστερούσε έναντι άλλων μαθητριών και γι' αυτό δεν είχε επιλεγεί για να εκπροσωπήσει το σχολείο της σε οποιοδήποτε άθλημα. Στα πλαίσια της ένορκης μαρτυρίας του ο κατηγορούμενος κατέθεσε τα εξής έγγραφα ως τεκμήρια: Τεκμήριο 17 - Έκθεση Αξιολόγησης κατηγορουμένου για τις περιόδους 2012- 2013 και 2014-2015 Τεκμήριο 18 - Πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου ημερομηνίας έκδοσης 15.01.18 Τεκμήριο 19 - Πιστοποιητικό λευκού μητρώου του κατηγορουμένου αναφορικά με ειδικά σεξουαλικής φύσεως αδικήματα που εμπίπτουν στον Ν.91(Ι)/2014 ημερομηνίας έκδοσης 15.01.
- Μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Νικόλας Όψιμος (ΜΥ), καθηγητής φυσικής αγωγής κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο στο ίδιο σχολείο με τον κατηγορούμενο. Συνοψίζοντας την ένορκη μαρτυρία του μπορεί να λεχθεί ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο για 30 χρόνια περίπου αφού ήταν συναθλητές, συνάδελφοι και ακολούθως ο κατηγορούμενος προϊστάμενος του. Γνωρίζοντας το χαρακτήρα του κατηγορουμένου ο εν λόγω μάρτυρας πιστεύει ότι η παρούσα υπόθεση είναι παρατραβηγμένη και ανύπαρκτη. Αυτό επίσης που γνωρίζει είναι ότι η παραπονούμενη σε κάποια φάση άρχισε να έρχεται στο δικό του μάθημα γυμναστικής, χωρίς όμως να θυμάται ακριβώς πότε. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν, με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με παραπομπή σε νομολογία, να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ως αναξιόπιστη και να στηριχθεί σ' αυτήν των μαρτύρων της δικής της πλευράς η οποία, όπως είπε, είναι ειλικρινής και αληθής. Σύμφωνα με την εν λόγω συνήγορο, μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχουν αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της άσεμνης επίθεσης που ο πελάτης της αντιμετωπίζει. Με βάση αυτό το σκεπτικό η κυρία Ταλιώτου ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση και απαλλαγή του κατηγορουμένου από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία ισχυρίστηκε ότι η μαρτυρία που η πλευρά της προσκόμισε ήταν απαλλαγμένη από κενά και αδυναμίες ενώ η μαρτυρία της υπεράσπισης ήταν καθ' όλα αντιφατική. Η κυρία Σάββα παρέθεσε παραδείγματα από την μαρτυρία του κατηγορουμένου και του μάρτυρα υπεράσπισης που κατά τη γνώμη της τεκμηριώνουν τον αντιφατικό της χαρακτήρα και ισχυρίστηκε ότι οι μαρτυρίες τους δεν θα πρέπει να γίνουν δεκτές. Είναι η θέση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι η ποιότητα και δυναμική του μαρτυρικού υλικού που η πλευρά της έχει παρουσιάσει είναι τέτοια που οδηγούν σε απόδειξη της κατηγορίας του κατηγορητηρίου στον απαιτούμενο βαθμό και γι' αυτό κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο ΜΚ1 ήταν ο αστυνομικός ανακριτής της υπόθεσης. Παρόλα αυτά οι ενέργειες που πραγματοποίησε στα πλαίσια άσκησης των αστυνομικών του καθηκόντων υπό την πιο πάνω ιδιότητα του ήταν περιορισμένες και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τον κατηγορούμενο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, η οποία περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έλαβε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 1 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ1 δέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή και στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής προέβηκε στις πιο κάτω συγκεκριμένες αλλά συνάμα αδιαμφισβήτητες ενέργειες, οι οποίες αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Είχε υπό την κατοχή και ασφαλή φύλαξη του τα Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5, τα οποία είχε προηγουμένως παραλάβει από την ΜΚ
- (β) Στις 12.06.14 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, ο οποίος αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται (Τεκμήριο 6). Η μαρτυρία της ΜΚ2 διαχωρίζεται σε δύο μέρη. Πρώτο μέρος αφορά το ρόλο που διαδραμάτισε στην παρούσα υπόθεση καθώς επίσης έκθεση γεγονότων και διαπιστώσεων που περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής της αντίληψης. Σε ότι αφορά την πτυχή αυτή η ΜΚ2 ήταν σαφής και επεξηγηματική. Οι αναφορές της αυτές δεν έχουν αμφισβητηθεί. Το δεύτερο κομμάτι της μαρτυρίας της ΜΚ2 αποτελείται από διάφορες τοποθετήσεις της, οι οποίες υποτίθεται ότι μεταφέρουν λεγόμενα της παραπονούμενης. Επειδή αυτά δεν επιβεβαιώνονται τόσο μέσα από την μαρτυρία της παραπονούμενης αλλά ούτε και από το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που έγινε αποδεκτό, η πτυχή αυτή της μαρτυρίας της ΜΚ2 χωρίς δεύτερη σκέψη δεν λαμβάνεται υπόψη. Πρέπει να λεχθεί όμως ότι σε καμία περίπτωση το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας της ΜΚ2 πλήττει το επίπεδο αξιοπιστίας της επειδή το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της είναι εντελώς ανεξάρτητο και, όπως ήδη λέχθηκε, επικεντρώνεται σε προσωπικές διαπιστώσεις της. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία της ΜΚ2 στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί πιο πάνω, περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης της που είναι το Τεκμήριο 7 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία της ΜΚ2 δέχομαι τα πιο κάτω που αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Στις 17.12.13 η παραπονούμενη, συνοδευόμενη από τη μητέρα της, επισκέφθηκε την ΜΚ2 που κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Πάφου λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε με τον κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη ήταν ανήσυχη και σε ένταση. Η ΜΚ2 συνόδευσε την παραπονούμενη και τη μητέρα της στην αστυνομία για κατάθεση. Η παραπονούμενη ακόμη έτυχε ψυχολογικής στήριξης από το Γραφείο Ευημερίας επειδή συνέχιζε να βρίσκεται στο ίδιο σχολείο με τον κατηγορούμενο, η οποία διήρκησε μέχρι τον Απρίλιο
- Η βοήθεια αυτή είχε τη μορφή τηλεφωνικών επικοινωνιών και προσωπικών επαφών του Γραφείου Ευημερίας με την παραπονούμενη. Στην πορεία η ΜΚ2 με επιστολή της ημερομηνίας 08.02.14 που αποστάληκε στο Επαρχιακό Γραφείο Παιδείας Πάφου ζήτησε να ληφθούν από το σχολείο σχετικά μέτρα που να προστατεύουν την παραπονούμενη. Η ΜΚ3 ήταν ένα άλλο μέλος της αστυνομίας που συμμετείχε στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Ήταν η αστυνομικός που ανέλαβε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες με σκοπό τη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την παραπονούμενη στην παρουσία της μητέρας της. Στα πλαίσια της αστυνομικής της ιδιότητας η εν λόγω μάρτυρας προέβηκε σε ενέργειες που ήταν επικουρικές των προσπαθειών του ΜΚ1 που κατέβαλλε ως εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Εκτός από το γεγονός ότι οι αναφορές της επιβεβαιώνονται από πραγματική μαρτυρία, στοιχεία που ενισχύουν την αξιοπιστία της, ο ρόλος της στην υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο, όπως ούτε αμφισβητήθηκαν οι ενέργειες που αυτή έλαβε. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 8 που είναι η γραπτή κατάθεση της. Ως μέρος της μαρτυρίας της αποδέχομαι και τα Τεκμήριο 9 και 10 ως ορθά και αληθή αφού το περιεχόμενο τους δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία της ΜΚ3 αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Μερίμνησε ώστε η παραπονούμενη, τότε ηλικίας 13 ετών, να βρεθεί μαζί με τη μητέρα της σε ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου. (β) Έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση από την παραπονούμενη σε δύο πρωτότυπες βιντεοκασέτες, η οποία επίσης καταγράφηκε και σε ηχητική κασέτα (Τεκμήρια 2, 3 και 4). (γ) Προς το σκοπό της λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης ετοίμασε σχετική γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 9), την οποία στις 17.12.13 διαβίβασε στη μητέρα της παραπονούμενης, από την οποίαν αυθημερόν εξασφάλισε τη γραπτή συγκατάθεση της (Τεκμήριο 10). (δ) Απομαγνητοφώνησε την ηχητική κασέτα και δαχτυλογράφησε το περιεχόμενο της σε κείμενο (Τεκμήριο 5). (ε) Παρέδωσε τα Τεκμήρια 2 και 3 που στο μεταξύ είχαν σφραγιστεί καθώς και τα Τεκμήρια 4 και 5 στον ΜΚ1 που ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Η μαρτυρία της ΜΚ6, η οποία είχε περιορισμένο ρόλο στην υπόθεση αυτή, παρέμεινε αναντίλεκτη. Τα όσα η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε πρόκειται για γεγονότα που εξελίχτηκαν στην παρουσία της. Αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 13 και 14 που αποτελούν μέρος αυτής. Συγκεκριμένα αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Κατά τον ουσιώδη χρόνο η ΜΚ6 ήταν η διευθύντρια του Νικολαϊδίου Γυμνασίου. Περί τα μέσα του τετραμήνου (προφανώς του πρώτου τετραμήνου της σχολικής χρονιάς 2013-2014) την επισκέφθηκε η παραπονούμενη μαζί με την καθηγήτρια συμβουλευτικής αγωγής (ΜΚ8) όπου της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την κοίταζε παράξενα ενώ σε συγκεκριμένη περίπτωση την άγγιξε στην περιοχή του στήθους. Ωστόσο η παραπονούμενη ζήτησε από την εν λόγω μάρτυρα να μην προχωρήσει σε οποιαδήποτε διαδικασία επειδή ήθελε πρώτα να βεβαιωθεί για τις αντιδράσεις του κατηγορουμένου έτσι ώστε να αποφύγει τον κίνδυνο να παρεξηγούσε τις προθέσεις του. Ακολούθως η ΜΚ6 κάλεσε τον κατηγορούμενο στο γραφείο της και χωρίς να αναφερθεί συγκεκριμένα στην περίπτωση της παραπονούμενης του έδωσε γενικές οδηγίες να είναι προσεκτικός με τους μαθητές και να μην αγγίζει τις μαθήτριες. Στις 17.12.13 η παραπονούμενη επισκέφθηκε εκ νέου το γραφείο της ΜΚ6 ζητώντας να της επιτραπεί να επιστρέψει στο σπίτι της επειδή ήταν στεναχωρημένη λόγω του ότι ο κατηγορούμενος είχε αποκλείσει τη συμμετοχή της από τους αγώνες ανώμαλου δρόμου. Η ΜΚ6 τότε ειδοποίησε τη μητέρα της παραπονούμενης. Ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο γραφείο της ΜΚ6, εισήλθε ο κατηγορούμενος, ο οποίος μόλις είδε την παραπονούμενη της είπε ότι θα την οδηγήσει στο πειθαρχικό σώμα ένεκα της συμπεριφοράς της στο περιστατικό που αμέσως προηγουμένως είχε διαδραματιστεί. Αμέσως η παραπονούμενη αντέδρασε λέγοντας του 'Εσύ έπιασες τον κώλο μου', προκαλώντας την αντίδραση του κατηγορουμένου που της απάντησε με τη φράση 'Ήθελες πολλά'. Ακολούθως η εν λόγω μάρτυρας προέβηκε σε παρατήρηση του κατηγορουμένου για την πιο πάνω συμπεριφορά του. Περιορισμένη ανάμιξη στην παρούσα υπόθεση είχε και ο ΜΚ
- Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν έτυχε αμφισβήτησης από τον κατηγορούμενο. Οι αναφορές του συγκεκριμένου μάρτυρα παραπέμπουν σε γεγονότα που εμπίπτουν στη σφαίρα της προσωπικής αντίληψης του. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να τις αποδεχτώ. Επομένως αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ8 στην ολότητα της, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 16 που αποτελεί μέρος της. Συγκεκριμένα αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: Από τις αρχές Οκτωβρίου μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου (προφανώς της σχολικής χρονιάς 2013) ο ΜΚ8 εργαζόταν ως αντικαταστάτης καθηγητής φιλολογίας στο Νικολαΐδιο Γυμνάσιο. Στο πλαίσιο μιας συζήτησης στην τάξη του τμήματος Β1 για το μάθημα της γυμναστικής όπου εκφράστηκαν παράπονα για προσβλητική συμπεριφορά με αποδέκτη τον κατηγορούμενο, η παραπονούμενη τον προσέγγισε και του είπε ότι ο κατηγορούμενος την ακούμπησε στο σουτιέν, πράγμα για το οποίο αισθάνθηκε άβολα. Ευθύς ο εν λόγω μάρτυρας ενημέρωσε σχετικά την ΜΚ7 ως καθηγήτρια συμβουλευτικής που ήταν στο σχολείο. Τις επόμενες ημέρες που ρώτησε την παραπονούμενη αν υπήρξε οτιδήποτε άλλο σχετικά με τον κατηγορούμενο αυτή απάντησε αρνητικά. Ακόμη του λέχθηκε από την παραπονούμενη ότι μετά από συνεννόηση της με τη μητέρα της αποφάσισε να μην προχωρήσει το θέμα εκτός αν την ενοχλούσε ξανά στο μέλλον. Ο ίδιος δεν ήλθε σε επαφή με τη διευθύντρια για το επίδικο ζήτημα αλλά ούτε και το συζήτησε με τον κατηγορούμενο. Η ΜΚ9 κατάθεσε υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα ως κλινική ψυχολόγος στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας στο Τμήμα Παιδιών και Εφήβων Πάφου. Η ειδικότητα της στην κλινική ψυχολογία ανηλίκων παιδιών καθώς και γενικότερα τα προσόντα, οι γνώσεις και η εμπειρία που αυτή διαθέτει στον τομέα αυτό δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Με δεδομένο αυτό και χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε που να θέτει υπό αμφισβήτηση την ειδικότητα, προσόντα, γνώσεις και εμπειρία της εν λόγω μάρτυρα, το Δικαστήριο την αποδέχεται ως εμπειρογνώμονα στην προαναφερόμενη ειδικότητα. Ως μάρτυρας δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η παρουσίαση της μαρτυρίας της έγινε με τρόπο θετικό, συγκροτημένο και πειστικό δίχως να παρέχεται περιθώριο αμφισβήτησης οποιονδήποτε πτυχών της. Χωρίς αμφιταλαντεύσεις επί των ζητημάτων με τα οποία ασχολήθηκε έδωσε σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν. Με καθαρότητα σκέψης περιέγραψε το σκοπό και τη διαδικασία των συναντήσεων που είχε με την παραπονούμενη. Με σαφήνεια κατέγραψε τα επιστημονικά ευρήματα της, τα οποία και εξήγησε και δικαιολόγησε στο Δικαστήριο. Μέσα από αυτά κατέληξε στα δικά της επιστημονικά συμπεράσματα που αφορούσαν την ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης, τα οποία επίσης εξήγησε στο Δικαστήριο. Στη βάση αυτών των συμπερασμάτων η ΜΚ9 εκπόνησε θεραπευτικό σχέδιο που αποσκοπούσε σε ψυχολογική αποκατάσταση της παραπονούμενης που ήταν βασικά η διαχείριση του άγχους που αισθανόταν ως έφηβη που ήταν, ένας από τους οποίους λόγους δημιουργίας του ήταν το επίδικο περιστατικό του στήθους. Η μαρτυρία της ΜΚ9 παρέμεινε συνεπής και ακλόνητα σταθερή μέχρι το τέλος, χωρίς να προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να μειώνει τη δυναμική της. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ9 στο σύνολο της. Συγκεκριμένα αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Η ΜΚ9 συναντήθηκε με την παραπονούμενη στις 08.04.14, 08.05 14 και 21.05.
- Οι συναντήσεις διεξήχθηκαν στο Τμήμα Παιδιών και Εφήβων που στεγάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και κάθε μία είχε διάρκεια 45 λεπτών. Οι εν λόγω συναντήσεις περιλάμβαναν τρεις κλινικές ψυχοδιαγνωστικές συνεντεύξεις. Την πρώτη φορά η παραπονούμενη παρουσίαζε έντονο άγχος και αυτό που της είχε αναφέρει είναι ότι τον Νοέμβριο 2013 ένας καθηγητής της στη γυμναστική την άγγιξε στο στήθος υποδεικνύοντας της δειλά και στιγμιαία το σημείο επαφής. Στη δεύτερη συνάντηση η παραπονούμενη διακατεχόταν από αμηχανία και αυτό που είπε στην εν λόγω μάρτυρα είναι ότι πλέον δεν συμμετείχε στο μάθημα φυσικής αγωγής με τα κορίτσια αλλά ότι έκανε γυμναστική με τα αγόρια. Στην τελευταία συνάντηση η παραπονούμενη επανέλαβε ότι έκανε γυμναστική με τα αγόρια. Προβαίνοντας σε εκτίμηση της ψυχολογικής κατάστασης της παραπονούμενης, η ΜΚ9 διαπίστωσε πως πρόκειται για συγκροτημένο άτομο που μπορούσε να διακρίνει τη φαντασία από την πραγματικότητα, ώριμο για την ηλικία της, το νοητικό της επίπεδο ήταν σε φυσιολογικά πλαίσια και που ανταποκρινόταν στο αναπτυξιακό της στάδιο χωρίς διαταραχές στη σκέψη ή την αντίληψη. Ένεκα του επιδίκου περιστατικού με το στήθος η παραπονούμενη είχε έντονο άγχος και το συμβάν αυτό μαζί με το ότι ο κατηγορούμενος ήταν αρκετός οικείος μαζί της ήταν ζητήματα που την ενοχλούσαν. Μέσα από τις συναντήσεις θα εκπονείτο ένα θεραπευτικό πλάνο που σκοπό είχε τη διαχείριση άγχους που η παραπονούμενη αντιμετώπιζε. Σχετική εισήγηση υπεβλήθηκε στη μητέρα της παραπονούμενης, πλην όμως δεν συνεχίστηκε η συνεργασία τους κατόπιν επιθυμίας της παραπονούμενης και της μητέρας της. Η ΜΚ7 ήταν ακόμη μία μάρτυρας που κατέθεσε υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα ως σύμβουλος αγωγής στο Νικολαΐδιο Γυμνάσιο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ούτε του ατόμου αυτού η ειδικότητα στον προαναφερόμενο τομέα καθώς επίσης τα προσόντα, οι γνώσεις και η εμπειρία που διαθέτει έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Με γνώμονα αυτό και χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε που να θέτει υπό αμφισβήτηση την ειδικότητα, προσόντα, γνώσεις και εμπειρία της εν λόγω μάρτυρος, το Δικαστήριο την αποδέχεται ως εμπειρογνώμονα στην προαναφερόμενη ειδικότητα. Πρόκειται για ένα πρόσωπο που μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν θετική και σαφής στις τοποθετήσεις της. Στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν απαντούσε ευθέως, επί της ουσίας τους και τεκμηριωμένα. Μέσα από τις επαφές που η ίδια είχε με την παραπονούμενη η εν λόγω μάρτυρας διαμόρφωσε προσωπικές απόψεις σχετικά με την ψυχολογική κατάσταση και το χαρακτήρα της παραπονούμενης, οι οποίες συγκλίνουν, αν όχι ταυτίζονται, με αυτές που εξέφρασε η ΜΚ9, η οποία κατέθεσε επίσης ως εμπειρογνώμονας. Μπροστά στη μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρας δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να την αντικρούει. Στη βάση των πιο πάνω και με γνώμονα ότι η ίδια δεν έχει υποπέσει σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα κλόνιζαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της, αποδέχομαι στο σύνολο της τη μαρτυρία της ΜΚ7 ως επιστημονικά ορθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 15 που αποτελεί μέρος αυτής. Ειδικότερα αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Περί τις αρχές Νοεμβρίου 2013 ο ΜΚ8 της ανάφερε ότι η παραπονούμενη του εξέφρασε παράπονο πως ο κατηγορούμενος της συμπεριφερόταν ανάρμοστα. Ως αποτέλεσμα του πιο πάνω γεγονότος, η εν λόγω μάρτυρας διευθέτησε συνάντηση με την παραπονούμενη με σκοπό τη συζήτηση του θέματος. Μέσα από την πιο πάνω συζήτηση η παραπονούμενη είπε στην ΜΚ7 ότι ο κατηγορούμενος τοποθέτησε το χέρι του κάτω από τη μασχάλη της με την παλάμη του να ακουμπά τα πλευρά της στο σημείο που φορούσε το σουτιέν της (την άγγιξε στο σουτιέν) κάνοντας την να αισθανθεί άβολα. Ωστόσο η παραπονούμενη δεν επιθυμούσε το θέμα αυτό να προχωρήσει επειδή φοβόταν την μετέπειτα συμπεριφορά του κατηγορουμένου απέναντι της καθώς επίσης και επιπτώσεις στη βαθμολογία της. Η ΜΚ7 προσπάθησε να στηρίξει ψυχολογικά την παραπονούμενη επειδή αντιλήφθηκε ότι εξαιτίας του επιδίκου περιστατικού αισθανόταν άβολα και ντρεπόταν. Η παραπονούμενη ήταν κλειστός χαρακτήρας, δεν ήταν ομιλητική και διατηρούσε χαμηλό προφίλ στο σχολείο. Μαζί με την παραπονούμενη η ΜΚ7 επισκέφθηκαν την ΜΚ6 την οποίαν ενημέρωσαν για το πιο πάνω επίδικο περιστατικό ως τότε διευθύντρια του σχολείου που ήταν. Ο ΜΥ έκανε πολύ φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό όχι για να πει την αλήθεια εξιστορώντας τα γεγονότα που περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης και πραγματικά διαδραματίστηκαν αλλά για να βοηθήσει την υπόθεση του κατηγορουμένου με τον οποίον γνωρίζεται εδώ και 30 χρόνια, υπήρξαν συναθλητές και αμφότεροι είναι συνάδελφοι καθηγητές στη φυσική αγωγή. Σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε ουσιαστικό επικαλούμενος πότε αδυναμία μνήμης προφασιζόμενος πονοκεφάλους που ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπιζε και πότε άγνοια. Σε ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν και αφορούσαν ζητήματα που δεν ήταν επίδικα, ο εν λόγω μάρτυρας δεν απαντούσε με θετικότητα, ευθύτητα και σαφήνεια. Οι διάφορες αναφορές του εκτός από γενικές και αόριστες που είναι, χαρακτηρίζονται από το στοιχείο της εικασίας, χωρίς έτσι να παρέχονται στοιχεία που να της τεκμηριώνουν. Επ' αυτού ενδεικτικά αναφέρω τις τοποθετήσεις του μάρτυρα ότι υποθέτει ότι η παρούσα υπόθεση είναι παρατραβηγμένη έως ανύπαρκτη και ότι εικάζει ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει σχέση μ' αυτήν. Ένα άλλο σημείο που χρήζει σχολιασμού είναι η προσπάθεια του ΜΥ να δημιουργήσει παραπλανητική εικόνα για το χαρακτήρα της παραπονούμενης και τη συμπεριφορά που αυτή επέδειξε κατά τον ουσιώδη χρόνο προκειμένου να βοηθήσει την εκδοχή του κατηγορουμένου εις βάρος της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, την οποία εικόνα στην πορεία ο ίδιος αναίρεσε. Ειδικότερα ενώ αρχικά χαρακτήρισε την παραπονούμενη ως άτομο που κατά την έκφραση του 'τσιλημπούρδιζε' με ασταθή χαρακτήρα που επιδίωκε να βρεθεί ανάμεσα σε αγόρια σε περίοδο γυμναστικής, τάξης που τη φυσική αγωγή των αγοριών είχε αναλάβει ο εν λόγω μάρτυρας, μέσα από την αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι το σχόλιο που έκαμε ήταν ατυχές επειδή όπως είπε δεν εννοούσε πως η παραπονούμενη ερωτοτροπούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο με αγόρια αλλά ότι της άρεσε να 'πειράζει με την καλή έννοια', κατά την έκφραση του, συμμαθητές και συμμαθήτριες της. Επίσης ενώ αρχικά ο μάρτυρας είπε ότι η παραπονούμενη αντιμετώπιζε προβλήματα, όταν στη συνέχεια του ζητήθηκε να αναφέρει ποια ήταν τα προβλήματα που επικαλείτο, αυτός δήλωσε άγνοια. Επιπλέον έμπρακτη βοήθεια στην εκδοχή του κατηγορουμένου αποτελεί η αναφορά του εν λόγω μάρτυρα ότι η παραπονούμενη ήταν εκτός της ομάδας των έξι μαθητών που είχαν επιλεγεί για τους αγώνες του ανωμάλου δρόμου. Η τοποθέτηση του αυτή συγκρούεται κάθετα με σχετική αναφορά του κατηγορουμένου μέσα από την ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 11) σύμφωνα με την οποίαν η αποστολή των αθλητών για τους αγώνες του ανωμάλου δρόμου αποτελείτο από εφτά μαθητές και εφτά μαθήτριες, ένα από τα μέλη της οποίας ήταν η παραπονούμενη (Απάντηση 26). Εξάλλου η μετάβαση της παραπονούμενης στο χώρο του σχολείου όπου τα υπόλοιπα μέλη της αποστολής είχαν συγκεντρωθεί για να ρωτήσει τον ΜΥ για ποιο λόγο τελικά η ίδια δεν θα λάμβανε μέρος στους αγώνες του ανώμαλου δρόμου, γεγονός που ο μάρτυρας λέει πως δεν θυμάται επικαλούμενος πονοκεφάλους που είχε, φανερώνει ότι σε αντίθεση με το τι ισχυρίστηκε ο εν λόγω μάρτυρας η παραπονούμενη ήταν μέλος της εφταμελούς ομάδας αθλητριών και την τελευταία στιγμή αποκλείστηκε από την αποστολή. Όλα τα πιο πάνω έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του συγκεκριμένου μάρτυρα, η οποία έχει εκμηδενιστεί. Η μητέρα της παραπονούμενης (ΜΚ5) δεν δημιούργησε καλή εικόνα στο Δικαστήριο. Η εν λόγω μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Εξ' ου και προς αυτή την κατεύθυνση ήταν οι αναφορές της. Η μαρτυρία της συγκρούεται με αυτή της παραπονούμενης. Αυτό δείχνει άγνοια επί των γεγονότων που επικαλείται ότι γνωρίζει. Συγκεκριμένα η αναφορά της ΜΚ5 ότι η παραπονούμενη την ενημέρωσε από τις αρχές Νοεμβρίου 2013 για τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου συγκρούεται με την τοποθέτηση της παραπονούμενης ότι για το επίδικο περιστατικό είχε μιλήσει μόνο σε μία φίλη της και αργότερα μετά από προτροπή της στον ΜΚ
- Επίσης ο λόγος που η μητέρα της παραπονούμενης προβάλλει προκειμένου να δικαιολογήσει την άρνηση της παραπονούμενης να συζητήσει το θέμα στο σχολείο, προφανώς με τη διευθύντρια, εκπίπτει αυτών που η ίδια προέβαλε και ήταν επειδή φοβόταν τη μετέπειτα συμπεριφορά του κατηγορουμένου απέναντι της και τυχόν επιπτώσεις στη βαθμολογία της. Επίσης η αναφορά από την ΜΚ5 στη δια ζώσης μαρτυρία της ότι στις 17.12.13 που δέχτηκε τηλεφώνημα από συνάδελφο του κατηγορουμένου προκειμένου να επέλθει συμβιβασμός στις εκδοχές τους είχε ενημερώσει την ΜΚ2, δεν επιβεβαιώνεται από την τελευταία. Δεν μου διαφεύγει ακόμη η εμφανής προσπάθεια της ΜΚ5 να πείσει το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος παρουσίασε περίεργη συμπεριφορά και απέναντι της. Ωστόσο τέτοια μαρτυρία είναι γενική και αόριστη, χωρίς να δίδονται λεπτομέρειες που να την προσδιορίζουν. Παράλληλα δεν εξηγείται γιατί το θέμα δεν είχε καταγγελθεί στην αστυνομία τότε που κατ' ισχυρισμό προέκυψε. Ούτε τέτοιο θέμα αναφέρεται στη γραπτή κατάθεση της ΜΚ5 (Τεκμήριο 12) ή σε άλλη συμπληρωματική κατάθεση τότε που τα γεγονότα ήταν νωπά στο μυαλό της, παρά μόνο σε ανύποπτη στιγμή αναφέρθηκε από την ίδια τέσσερα χρόνια μετά που το επίδικο περιστατικό είχε συμβεί μέσα από την ένορκη μαρτυρία της. Τα πιο πάνω έχουν κλονίσει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της ΜΚ
- Κάτω από αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως αληθή και αξιόπιστη τη μαρτυρία της ΜΚ5, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 12 που αποτελεί μέρος της. Αξιολογώντας την μαρτυρία της παραπονούμενης (ΜΚ4), έχοντας υπόψη μου ότι αυτή προέρχεται από ένα παιδί που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 13 ετών και κατά το χρόνο της ένορκης κατάθεσης της ήταν 17 ετών, καλούμαι να εξετάσω θέματα ειδικά για περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων όπως εδώ είναι η κατηγορία της άσεμνης επίθεσης και είναι αυτό του άμεσου (πρώτου) παραπόνου και της παρουσίασης ενισχυτικής μαρτυρίας, η οποία να είναι αξιόπιστη και να επαληθεύει την μαρτυρία της παραπονούμενης, που επίσης να κρίνεται αξιόπιστη (Παρμαξής v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 224 και Παπαδήμας v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 251). Οι λεπτομέρειες άμεσου παραπόνου δύναται να προσαχθούν ως απόδειξη από την κατηγορούσα αρχή. Τέτοια δυνατότητα έχει θεσμοθετηθεί και ειδικότερα παρέχεται μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 10 του Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Πρώτο παράπονο εντός της έννοιας του προαναφερόμενου άρθρου προϋποθέτει την προώθηση παραπόνου ή δήλωσης αμέσως μετά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος προς το πρόσωπο που θεωρείται ότι ήταν φυσικό η παραπονούμενη να αποταθεί. Τέτοιο παράπονο ή δήλωση πρέπει να έχει την ταυτότητα του αυθόρμητου και έτσι να γίνεται σε ανύποπτο χρόνο. Η σημασία του πρώτου παραπόνου τονίστηκε στην υπόθεση Γεωργιάδης v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 1 όπου λέχθηκαν τα εξής: "Ο νόμος, εκφραστής της αναμενόμενης ανθρώπινης συμπεριφοράς, αναμένει την άμεση αντίδραση και καταγγελία από το θύμα της παράνομης πράξης, ιδιαίτερα της σεξουαλικής. Η άμεση μάλιστα εκδήλωση παραπόνου θεωρείται τόσο σημαντική ώστε θεσμοθετημένη πρόνοια στον περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, άρθρο 10, να επιτρέπει, κατ' εξαίρεση του κανόνα της μη αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας, την κατάθεση στο Δικαστήριο του παραπόνου αυτού ως απόδειξη του καταγγελλόμενου γεγονότος ή και ενισχύσεως του. Και τούτο παρά τις επικρίσεις που δέχθηκε το πιο πάνω άρθρο σε πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Ποινική έφεση αρ. 7056 Λιασίδης ν. Αστυνομίας, ημερ. 30.9.02). Εκείνο που έχει σημασία είναι η σκέψη του νομοθέτη πίσω από τη σχετική πρόνοια." Προεκτείνοντας την έννοια του άμεσου παραπόνου έχει λεχθεί στην υπόθεση Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 ότι το Δικαστήριο πρέπει να είναι δεκτικό στην ολοένα και πλέον αποδεκτή και συγκλίνουσα θέση, ότι τα θύματα των σεξουαλικών επιθέσεων βιώνουν μια πληθώρα ψυχολογικών μετατραυματικών εμπειριών που αναμφίβολα επηρεάζουν και την δυνατότητα τους να υποβάλουν άμεσα το παράπονο τους, αλλά και τη δυνατότητα τους να λειτουργούν και να αντιδρούν πάντοτε κατά τρόπο που εκλογικευμένα θα θεωρείτο αναμενόμενος. Είναι γι' αυτό το λόγο που στην υπόθεση Brierley v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 101/2011, ημερομηνίας 19.07.12 παράπονο που υπεβλήθηκε εντός 15 ωρών από το βιασμό εντάχθηκε στην κατηγορία του πρώτου παραπόνου. Εκτός όμως από άμεσο παράπονο στα πλαίσια απόδειξης σεξουαλικών αδικημάτων, όπως οι υπό εκδίκαση κατηγορίες σεξουαλικής παρενόχλησης, χρειάζεται η προσκόμιση ενισχυτικής μαρτυρίας. Ενισχυτική μαρτυρία μπορεί να θεωρηθεί και το πρώτο παράπονο (Φιλίππου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 341). Τέτοια ενισχυτική μαρτυρία πρέπει να είναι ανεξάρτητη, αξιόπιστη, σχετική και δυνητικώς ενοχοποιητική για τον κατηγορούμενο. Η ενισχυτική μαρτυρία μπορεί να λάβει μορφή περιστατικών σχετικά με τη διάπραξη του αδικήματος, αναστατωμένης κατάστασης του θύματος, ψευδές άλλοθι, προηγούμενη παρόμοια συμπεριφορά του κατηγορουμένου και ψέματα του κατηγορουμένου είτε εντός είτε εκτός του Δικαστηρίου (κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Το Δίκαιο της Απόδειξης-Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές" των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη σελίδες 504-528). Παρόλα αυτά η ανάγκη ενίσχυσης της μαρτυρίας της παραπονούμενης από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία αποτελεί μόνο κανόνα πρακτικής και τέτοια μαρτυρία δεν απαιτείται από τη νομοθεσία. Έτσι η καταδίκη μπορεί να θεμελιωθεί στη βάση μόνο της μαρτυρίας της παραπονούμενης αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει ορθά και κατάλληλα τον εαυτό του για τους κινδύνους που ελλοχεύουν να κριθεί η ενοχή χωρίς ενισχυτική μαρτυρία (Ευμενίου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ. 321 και Aouad v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 90). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Πριν προχωρήσουμε στους λόγους εφέσεως θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι το Κακουργιοδικείο ορθά καθοδηγήθηκε ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης σεξουαλικών αδικημάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις η μαρτυρία της παραπονούμενης χρειάζεται ενίσχυση σαν θέμα πρακτικής (βλ. Μεϊτανής ν. Δημοκρατίας
(1967)2 Α.Α.Δ. σελ. 31, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(1972)Α.Α.Δ. σελ. 81, Πετεινός ν. Αστυνομίας
(1961)Α.Α.Δ. σελ. 330). Ωστόσο παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής η καταδίκη σε πρέπουσα υπόθεση μπορεί να θεμελειωθεί με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονούμενης (βλ. Θεοδώρου ν. Αστυνομίας
(1971)2 Α.Α.Δ. σελ. 245), αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που ενυπάρχει όταν βασίζεται μόνο πάνω στην χωρίς ενίσχυση μαρτυρία της παραπονούμενης (βλ. R. v. Henry and Manning [1969] Cr. App. R. (C.A.) 150)." Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, είμαι πεπεισμένος ότι η παραπονούμενη ήταν ειλικρινής και ότι επί της ουσίας της κατέθεσε την αλήθεια. Ως μάρτυρας η παραπονούμενη μου έκανε καλή εντύπωση. Υπήρξε θετική και υπομονετική. Δεν παραγνωρίζω ότι εντοπίζω ορισμένες αντιφάσεις στην μαρτυρία της, τις οποίες θεωρώ επουσιώδεις χωρίς έτσι να ανατρέπεται ο πυρήνας και η ουσία της εκδοχής της και αποδίδω στο άγχος που λογικά η παραπονούμενη θα αισθανόταν λόγω της πιεστικής αντεξέτασης που είχε καθώς και στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τότε που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέχρι τη στιγμή της ένορκης κατάθεσης της. Επ' αυτού έχω σημειώσει τα εξής:
(1)Ενώ αρχικά στην αντεξέταση της η παραπονούμενη είπε ότι δεν παρακολουθούσε το μάθημα της γυμναστικής που έκανε ο κατηγορούμενος στην τάξη της και μετά συνέβηκε το περιστατικό που της γνωστοποιήθηκε ότι δεν θα λάμβανε μέρος στους αγώνες του ανώμαλου δρόμου, στην πορεία διόρθωσε λέγοντας πως άρχισε να απέχει από το μάθημα του κατηγορουμένου αμέσως μετά το προαναφερόμενο περιστατικό.
(2)Ενώ στην οπτικογραφημένη κατάθεση της η παραπονούμενη είπε ότι προπονείτο για τους αγώνες του ανώμαλου δρόμου, στην αντεξέταση της διόρθωσε λέγοντας πως δεν είχε προπονηθεί.
(3)Η αναφορά της κατά την αντεξέταση της ότι μετά που την παρότρυνε ο ΜΚ8 να αναφέρει το παράπονο της σχετικά με το επίδικο περιστατικό του αγγίγματος στο στήθος στην εκπαιδευτική σύμβουλο του σχολείου (ΜΚ7) η ίδια ανταποκρίθηκε, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από την ΜΚ7 η οποία ανάφερε ότι αυτή ήταν που επιδίωξε συνάντηση με την παραπονούμενη αφού πρώτα έτυχε ενημέρωσης από τον ΜΚ8.
(4)Η αναφορά της παραπονούμενης ότι τρεις ημέρες μετά το επίδικο περιστατικό του αγγίγματος στο στήθος, όπου με βάση τα λεγόμενα της ενοχλήθηκε και προσπαθούσε να αποφεύγει συναντήσεις με τον κατηγορούμενο μετέβηκε στο γραφείο του μαζί με μία φίλη της, εκ πρώτης όψεως ξενίζει. Ωστόσο επειδή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε ο λόγος αλλά ούτε και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η παραπονούμενη βρέθηκε στο γραφείο του κατηγορουμένου αυτή η εκ πρώτης όψεως απορία παρέμεινε να αιωρείται. Επαναλαμβάνω οι πιο πάνω επουσιώδεις αντιφάσεις δεν επηρεάζουν την καλή ποιότητα και δυναμική της μαρτυρίας της παραπονούμενης, η αξιοπιστία της οποίας παρέμεινε ακλόνητη σε υψηλό επίπεδο. Σε ότι αφορά την ουσία της εκδοχής της παραπονούμενης, από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν δύναται να καθοριστεί η ακριβής ημερομηνία που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό με το άγγιγμα στο στήθος. Τα υφιστάμενα αποδεκτά δεδομένα παραπέμπουν το επίδικο περιστατικό να διαδραματίστηκε τη χρονική περίοδο μεταξύ μέσα Σεπτεμβρίου 2013 και μέσα Οκτωβρίου
- Πριν από τα τέλη Οκτωβρίου 2013 η παραπονούμενη φαίνεται να εκμυστηρεύτηκε το επίδικο περιστατικό στη φίλη και συμμαθήτρια της Ήρα Γεωργιάδου. Αυτό που επίσης διαπιστώνεται από τα ενώπιον μου δεδομένα είναι ότι περί τα τέλη Οκτωβρίου 2013 η παραπονούμενη ενημερώνει επιπλέον τον ΜΚ8 αναφορικά με το επίδικο περιστατικό. Από τα πιο πάνω δεδομένα διαπιστώνεται ότι η παραπονούμενη προέβηκε σε δήλωση σχετικά με το επίδικο περιστατικό όχι αυθημερόν αλλά σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά που αυτό συνέβηκε. Το πολύ νεαρό της ηλικίας της παραπονούμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο σε συνδυασμό με τον κλειστό χαρακτήρα που έχει μαζί με το χαμηλό προφίλ που διατηρούσε καθώς και τη ψυχολογική αναστάτωση που αισθάνθηκε συνεπεία του επιδίκου περιστατικού καθιστούν την περίοδο των ημερών που μεσολάβησε να μην συγκρούεται με το σκεπτικό του άμεσου παραπόνου. Το να αποταθεί στην κολλητή της φίλη για να της εκμυστηρευτεί το συμβάν με την οποίαν αισθανόταν άνετα να συζητήσει τέτοιου είδους θέματα και να μοιραστεί μαζί της μυστικά κρίνεται ως το πρόσωπο με την ιδιότητα του φυσικού αποδέκτη. Αν ήθελε θεωρηθεί ότι η Γεωργιάδου δεν εμπίπτει στην κατηγορία του φυσικού αποδέκτη ως ανήλικη που ήταν, το να αποταθεί η παραπονούμενη στον ΜΚ8 και να τον πληροφορήσει για το επίδικο περιστατικό στα πλαίσια μιας σχετικής και συνάμα ελεύθερης με το θέμα συζήτησης που γινόταν στην τάξη κάτω από συνθήκες άνεσης και ηρεμίας μπορεί να του προσδώσει την ιδιότητα του φυσικού αποδέκτη. Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό το παράπονο της παραπονούμενης εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 10 του Κεφ.
- Η εντύπωση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της είναι τόσο καλή οπότε έχοντας προειδοποιήσει τον εαυτό μου για τον κίνδυνο που ενυπάρχει να βασιστώ μόνο στη μαρτυρία της παραπονούμενης χωρίς ενίσχυση και αφού υπήρξε ο αναγκαίος προβληματισμός εκ μέρους μου πρέπει να αναφέρω ότι χωρίς δισταγμό αποδέχομαι τη εκδοχή της ως αληθή και αξιόπιστη χωρίς καμία επιφύλαξη και δίχως αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας. Ανεξαρτήτως όμως έχω ανατρέξει με σκοπό τον εντοπισμό τέτοιας ενισχυτικής μαρτυρίας. Η ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης όπως διαμορφώθηκε αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό παρέχει πέπλο ενίσχυσης στην εκδοχή της. Ειδικότερα ενοχλήθηκε και αισθάνθηκε άβολα και ντροπή. Έχω προειδοποιήσει τον εαυτό μου για τον κίνδυνο που ελλοχεύει να αποδεχτώ μαρτυρία της ιδίας της παραπονούμενης που αφορά την ψυχολογική κατάσταση της αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό και αυτή να είναι προσποιητή και κατασκευασμένη και κρίνω ότι είναι απόλυτα ασφαλές να το πράξω δεδομένου ότι αισθήματα ντροπής, άβολα, αμηχανίας και άγχους οφειλόμενα στο επίδικο περιστατικό διέγνωσαν μεταγενέστερα οι εμπειρογνώμονες ΜΚ7 και ΜΚ9, ως αποτέλεσμα του οποίου είχε ετοιμαστεί και σχετικό θεραπευτικό πλάνο για τη διαχείριση του άγχους, πράγμα που επαληθεύει τη μαρτυρία αυτή της παραπονούμενης και παράλληλα ενισχύει την εκδοχή της. Την ίδια στιγμή ο κατηγορούμενος στήριξε την εκδοχή του στο ότι η παραπονούμενη τον κατάγγειλε επειδή δεν της επέτρεψε να λάβει μέρος στους αγώνες του ανωμάλου δρόμου. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο η παραπονούμενη δεν ήταν μέλος της ομάδας των μαθητών που θα συμμετείχαν ως αθλητές στους αγώνες του ανωμάλου δρόμου. Ωστόσο τα υφιστάμενα δεδομένα υποδεικνύουν ότι οι θέσεις αυτές του κατηγορουμένου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος απορρίπτει τη θέση ότι η παραπονούμενη δεν ήταν μέλος της ομάδας αθλητών στη γραπτή ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 11) όπου στην απάντηση 26 που έδωσε στην αστυνομία ανάφερε ρητά ότι η ομάδα των αθλητών για τους αγώνες του ανωμάλου δρόμου αποτελείτο από 7 αθλητές και 7 αθλήτριες, μία εκ των οποίων ήταν η παραπονούμενη. Περαιτέρω αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι στις 16.12.13 η παραπονούμενη πληροφορήθηκε πως δεν θα μεταβεί μαζί με τους υπόλοιπους αθλητές στους αγώνες, πλην όμως το παράπονο είχε γίνει από τα τέλη Οκτωβρίου 2013 στον ΜΚ8 και αρχές Νοεμβρίου 2013 στην εκπαιδευτική σύμβουλο (ΜΚ7) και διευθύντρια του σχολείου (ΜΚ6), εν πάση δε περιπτώσει πολύ πριν το περιστατικό με τους αγώνες. Τα πιο πάνω στοιχεία καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Είναι φανερό ότι τα ψέματα του κατηγορουμένου ήταν σκόπιμα αφού προφανώς γνώριζε ότι αυτό που έκανε στην παραπονούμενη ήταν παράνομο οπότε το κίνητρο του να πει ψέματα είναι επίσης φανερό ότι ήταν η αντίληψη ενοχής και ο φόβος για την αλήθεια. Αυτό σαφώς παρέχει πλαίσιο ενίσχυσης της εκδοχής της παραπονούμενης. Οι μορφές της ενισχυτικής μαρτυρίας που διαπιστώνονται εδώ πληρούν όλα τα συστατικά στοιχεία αυτής. Επί της ουσίας των ζητημάτων η εκδοχή της παραπονούμενης είναι εξάλλου λογικότερη από την εκδοχή του κατηγορουμένου. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι η παραπονούμενη είναι αξιόπιστη μάρτυρας και ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 2, 3, 4 και 5 που αποτελούν μέρος της. Κύριοι λόγοι που η μαρτυρία της παραπονούμενης κρίνεται αξιόπιστη και ότι κατέθεσε την αλήθεια είναι άμεσα σχετικοί με την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορουμένου ως μάρτυρα καθώς επίσης και για τη ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης όπως διαμορφώθηκε αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό. Από τη μαρτυρία της παραπονούμενης αποδέχομαι τα εξής που αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Η παραπονούμενη γεννήθηκε στις 28.03.
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο η παραπονούμενη ήταν στη Β' Τάξη Γυμνασίου. Στις αρχές της σχολικής χρονιάς 2013-2014 ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν καθηγητής και δίδασκε το μάθημα της φυσικής αγωγής στα κορίτσια της τάξης της παραπονούμενης για δεύτερη συνεχή χρονιά κοίταζε παράξενα την παραπονούμενη από πάνω μέχρι κάτω και κατά τρόπο διαφορετικό από ότι προσέγγιζε τις υπόλοιπες μαθήτριες. Μεταξύ Σεπτεμβρίου 2013 και περί τα τέλη Οκτωβρίου 2013 η παραπονούμενη, η οποία εν ώρα μαθήματος κατευθυνόταν στις τουαλέτες, συνάντησε τυχαία τον κατηγορούμενο στην αυλή του σχολείου. Όταν τον ρώτησε πότε θα άρχιζαν οι προπονήσεις για τους αγώνες ανώμαλου δρόμου ο κατηγορούμενος τοποθέτησε το χέρι του κάτω από τη μασχάλη και το δεξιό στήθος της παραπονούμενης κινώντας το προς τα κάτω. Η παραπονούμενη παραξενεύτηκε και ενοχλήθηκε με αποτέλεσμα να τρέξει και να φύγει. Πριν από τα τέλη Οκτωβρίου 2013 η παραπονούμενη ανάφερε το πιο πάνω επίδικο περιστατικό στη φίλη και συμμαθήτρια της Ήρα Γεωργιάδου, η οποία την παρότρυνε να το αναφέρει στον ΜΚ8, πράγμα που αυτή έπραξε περί τα τέλη Οκτωβρίου
- Ακολούθως περί τις αρχές Νοεμβρίου 2013 ενημερώθηκε η ΜΚ7 και αμέσως στη συνέχεια η ΜΚ
- Στις 16.12.13 που η παραπονούμενη ενημερώθηκε ότι δεν θα λάμβανε μέρος στους παμπάφιους αγώνες ανωμάλου δρόμου μετέβηκε στο χώρο συγκέντρωσης των αθλητών και ζήτησε να ενημερωθεί το λόγο. Στην τοποθέτηση του κατηγορουμένου ότι ο λόγος που αποκλείστηκε είναι ότι δεν προπονείτο απάντησε με όχι κολακευτικά λόγια προς τον κατηγορούμενο με αποτέλεσμα το όλο θέμα να καταλήξει στο γραφείο της ΜΚ
- Ο κατηγορούμενος δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Αναφορικά με την υπόθεση αυτή με κάθε σεβασμό προς τον ίδιο δεν είπε την αλήθεια ούτε προηγουμένως στην αστυνομία κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αλλά ούτε και εκ των υστέρων στο Δικαστήριο. Κατ' αρχήν ο κατηγορούμενος δέχεται ότι η παραπονούμενη τον είχε συναντήσει στην αυλή κατά το επίδικο περιστατικό. Ωστόσο αρνήθηκε ότι την άγγιξε στο επίμαχο σημείο και προώθησε την εκδοχή ότι η παραπονούμενη τον είχε καταγγείλει επειδή δεν της επέτρεψε να λάβει μέρος στους αγώνες του ανωμάλου δρόμου. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο η παραπονούμενη δεν ήταν μέλος της ομάδας των μαθητών που θα συμμετείχαν ως αθλητές στους αγώνες του ανωμάλου δρόμου. Η εκδοχή αυτή που ο κατηγορούμενος προώθησε καταρρίφθηκε ως αναληθής. Για τους λόγους που κρίθηκε ότι η εκδοχή του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα παραπέμπω σ' αυτά που έχω αναφέρει προηγουμένως. Οι δε θέσεις που ο κατηγορούμενος παρουσίασε στερούνται λογικής. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να επιρρίψει ευθύνες σε άλλα πρόσωπα όπως για παράδειγμα στη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας και στην αστυνομία, προκειμένου να διασώσει τον εαυτό του. Δεν δίστασε ακόμη να αφήσει σκιές ως προς το ήθος και το χαρακτήρα της παραπονούμενης χωρίς όμως να διαθέτει τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη επιδίωξε επί σκοπού να συναντηθεί μαζί του χωρίς να αναφέρει ποιο ήταν το κίνητρο της γι' αυτό. Επίσης επέμεινε ότι ενώ η παραπονούμενη φοιτούσε σε άλλο σχολείο κατά διαστήματα επέστρεφε στο σχολείο που αυτός υπηρετούσε επιδιώκοντας να τον συναντήσει προκειμένου όπως ισχυρίστηκε, μετά από επιμονή του Δικαστηρίου για να ξεκαθαρίσει, για να τον νευριάσει. Παρέλειψε όμως να εξηγήσει γιατί κατά τη γνώμη του ένα νεαρό παιδί να θέλει να ασχοληθεί μαζί του σε σημείο μάλιστα να φεύγει από το δικό του σχολείο και να μεταβαίνει σε άλλο σχολείο για να τον συναντήσει. Πρόκειται για θέσεις που αντιστρατεύονται τη λογική. Όλα αυτά δείχνουν ένα άτομο που απεγνωσμένα προσπαθούσε να απομακρύνει την ευθύνη από πάνω του προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες της πράξης του. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι η αξιοπιστία του κατηγορουμένου έχει εκμηδενιστεί. Στην προσπάθεια του να απεγκλωβιστεί από το επίδικο περιστατικό, θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια ούτε στην αστυνομία αλλά ούτε και μεταγενέστερα στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του κατηγορουμένου ως αληθή και αξιόπιστη περιλαμβανομένου της γραπτής ανακριτικής κατάθεσης του (Τεκμήριο 11) που αποτελεί μέρος της και κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων. Σε ότι αφορά τα Τεκμήρια 17, 18 και 19, το περιεχόμενο τους δεν έχει αμφισβητηθεί, πλην όμως τα έγγραφα αυτά δεν μπορούν να ανατρέψουν το σκηνικό που έχει δημιουργηθεί σε σχέση με την φτωχή ποιότητα και δυναμική της μαρτυρίας του κατηγορουμένου καθώς και με το ανύπαρκτο επίπεδο αξιοπιστίας αυτού. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι ενώ ήταν καθηγητής της παραπονούμενης παράνομα και άσεμνα της επιτέθηκε. Αυτό που του αποδίδεται είναι ότι τοποθέτησε το χέρι του κάτω από τη μασχάλη και το δεξιό στήθος της παραπονούμενης κινώντας το προς τα κάτω. Το άρθρο 151 του Κεφ.154 πραγματεύεται το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης, οι πρόνοιες του οποίου αναφέρουν αυτούσια τα εξής: " Όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος επιτίθεται, (β) εναντίον της παραπονούμενης που είναι γυναίκα, (γ) παράνομα και (δ) άσεμνα Κατ' αρχήν δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παραπονούμενη είναι κορίτσι και εμπίπτει στον όρο 'γυναίκα' εν τη εννοία του Κεφ.154. Η άσεμνη πράξη πρέπει να πηγάζει μέσα από επίθεση στο θύμα. Μία άσεμνη επίθεση ορίζεται ως επίθεση που γίνεται κάτω από άσεμνες περιστάσεις. Θα πρέπει να αποδειχτεί ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα επιτέθηκε στο θύμα, εν γνώσει του άσεμνου των περιστάσεων ή απερίσκεπτα ως προς την ύπαρξη τους. Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση, έχοντας πάντοτε υπόψη μου ότι η ενισχυτική μαρτυρία που εντοπίστηκε έχει ενισχύσει τη μαρτυρία της παραπονούμενης προκειμένου να γίνει αποδεκτή, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η τοποθέτηση του χεριού του κατηγορουμένου από τον ίδιο κάτω από τη μασχάλη της παραπονούμενης έτσι ώστε να υπάρχει άγγιγμα από μέρους του στο δεξιό στήθος της παραπονούμενης εκεί που βρίσκεται το στηθόδεσμο, χωρίς τη θέληση ή συγκατάθεση της τελευταίας και η αντίδραση της παραπονούμενης να τρέξει και να φύγει ενοχλημένη αισθανόμενη άβολα και ντροπή, δεν αφήνουν ίχνος αμφιβολίας ότι πρόκειται για επίθεση κάτω από παράνομες και άσεμνες περιστάσεις. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται σωρευτική ικανοποίηση όλων των απαιτουμένων συστατικών στοιχείων του εν λόγω αδικήματος. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει, στην οποίαν ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment (Αναφορά: Ποινικό/Άσεμνη Επίθεση/Άρθρο 151 Κεφ.154/Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο