Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αντρέα Σάββα, Αρ. Υπόθεσης: 6814/17, 2/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B46 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6814/17 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Αντρέα Σάββα Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 2 Απριλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Κατηγορούμενος - παρών ------------- ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154 (1η κατηγορία) και της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ. 154 (2η κατηγορία). Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται στην έκθεση γεγονότων η οποία και κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α. Συνοπτικά στο Τεκμήριο Α αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος στις 06.06.2012 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Yilmaz Ashik από τον οποίο ζήτησε όπως μεταβούν σε υποσταθμό της ΑΗΚ κοντά στον ποταμό «Ξερός» στην Πάφο για να παραλάβουν παλιοσίδερα και να τα πωλήσουν. Ο Yilmaz Ashik ενημέρωσε τους Durmus Suleyman και Ibrahim Aziz και οι τρεις μετέβηκαν στο σημείο που υπέδειξε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήδη βρισκόταν εκεί και τους ανέμενε. Ο Κατηγορούμενος τους ανέφερε ότι το κτήριο θα κατεδαφιζόταν και τους είπε να φορτώσουν τα παλιοσίδερα που υπήρχαν στον χώρο για να τα πωλήσουν και να μοιραστούν τα κέρδη. Τα περισσότερα αντικείμενα φορτώθηκαν στο ημιφορτηγό όχημα με τουρκοκυπριακούς αριθμούς εγγραφής FZ 537, ενώ ο Κατηγορούμενος φόρτωσε στο δικό του όχημα χάλκινα καλώδια. Το ημιφορτηγό όχημα ανακόπηκε στον αυτοκινητόδρομο Πάφου - Λεμεσού και οι τρεις επιβαίνοντες σε αυτό δεν έδωσαν οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση σε σχέση με τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν στο όχημα. Στις 07.06.2012 καταγγέλθηκε από υπάλληλο της ΑΗΚ ότι κατά την επίσκεψη του στον υποσταθμό της ΑΗΚ που βρίσκεται στην περιοχή του ποταμού «Ξερός» στην Πάφο διαπίστωσε ότι κλάπηκαν διάφορα αντικείμενα συνολικής αξίας €5.
- Ο εν λόγω υπάλληλος αναγνώρισε τα αντικείμενα που βρίσκονταν στο ημιφορτηγό όχημα ως τα αντικείμενα που κλάπηκαν από τον υποσταθμό της ΑΗΚ, πλην ενός ανεμιστήρα και των χάλκινων καλωδίων τα οποία δεν βρίσκονταν στο προαναφερόμενο όχημα. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και οι Yilmaz Ashik, Durmus Suleyman και Ibrahim Aziz διώχθηκαν και συγκεκριμένα καταχωρήθηκε εναντίον τους η υπόθεση με αριθμό 1024/14 Ε.Δ. Πάφου, η οποία όμως απορρίφθηκε λόγω μη επίδοσης στον Κατηγορούμενο και λόγω αδυναμίας εκτέλεσης των ενταλμάτων σύλληψης εναντίον των υπόλοιπων τριών προσώπων. Εναντίον του Κατηγορούμενου καταχωρήθηκε και η υπόθεση με αρ. 3225/15 Ε.Δ. Πάφου, η οποία διακόπηκε λόγω αδυναμίας εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης. Τέλος ο κ. Συμεού ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο Κατηγορούμενος κατά τον μετριασμό της ποινής του ανέφερε ότι είναι άδικο που για την παρούσα υπόθεση βρίσκεται μόνο ο ίδιος ενώπιον της δικαιοσύνης. Όσον αφορά τις υποθέσεις που καταχωρήθηκαν προγενέστερα της παρούσας και αφορούσαν τα επίδικα αδικήματα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι περί τον Αύγουστο του 2013 αποφυλακίστηκε και μέχρι τις αρχές του 2016 υπέγραφε στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η αδυναμία της Κατηγορούσας Αρχής είτε να του επιδώσει, είτε να εκτελέσει το ένταλμα σύλληψης. Ως προς τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις υιοθέτησε την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας στην οποία, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρεται ότι προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης και συγκεκριμένα είναι ο τελευταίος από τα πέντε παιδιά της οικογένειας. Ο προτελευταίος αδελφός του σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα όταν ο ίδιος ήταν πέντε ετών και μετά τον θάνατο του αδελφού του ο πατέρας του παρουσίασε ημιπληγία. Λόγω της κατάστασης που επικρατούσε στην πατρική του οικογένεια οι Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας τον μετέφεραν σε παιδική στέγη σε ηλικία πέντε ετών όπου και παρέμεινε για έξι χρόνια, καθώς ένα χρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα του η μητέρα του ανέλαβε τη φροντίδα του. Φοίτησε μέχρι την τρίτη τάξη Γυμνασίου και ακολούθως διέκοψε τη φοίτηση του για να εργαστεί λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένεια του. Από την ηλικία των 17 ετών κατέφυγε σε εγκληματικές δραστηριότητες στην προσπάθεια του να καλύψει τις βασικές του ανάγκες. Σε ηλικία 19 ετών νυμφεύθηκε και απέκτησε το πρώτο του παιδί, ηλικίας σήμερα 15 ετών. Με την πρώτη σύζυγο του χώρισε λίγους μήνες μετά τον γάμο τους. Μετέπειτα νυμφεύθηκε εκ νέου και έχει αποκτήσει ακόμα ένα παιδί ηλικίας 2 ετών. Συντηρείται από το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των €450.- μηνιαίως. Επίσης στην έκθεση αναφέρεται ότι το 2013 και ενώ ήταν κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. Σε σχέση με το τελευταίο ζήτημα ο Κατηγορούμενος παρουσίασε και αντίγραφο έκθεσης της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ημερομηνίας 06.03.2014 (Τεκμήριο Β). Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος επί του παρόντος είναι κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές, ανέφερε ότι η παρούσα υπόθεση, η οποία αφορά αδίκημα του 2012, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια άλλων υποθέσεων για τις οποίες καταδικάστηκε. Όταν έγινε η εν λόγω αναφορά από τον Κατηγορούμενο, ο τελευταίος κλήθηκε να αναφέρει τους αριθμούς των υποθέσεων στις οποίες καταδικάστηκε. Δεν ήταν σε θέση να το πράξει και ως εκ τούτου το Δικαστήριο έκρινε ορθό να δώσει χρόνο στον Κατηγορούμενο αλλά και την Κατηγορούσα Αρχή για να παρουσιαστούν τα στοιχεία των εν λόγω υποθέσεων. Κατά την επόμενη δικάσιμο ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε στην υπόθεση με αρ.10507/13 Ε.Δ. Λεμεσού στην οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή, καθώς και στην υπόθεση με αρ.18239/17 Ε.Δ. Λεμεσού στην οποία του επιβλήθηκε η ποινή φυλάκισης των 2 ½ ετών την οποία εκτίει μέχρι σήμερα με χρόνο έναρξης της ποινής στις 23.11.
- Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής επιβεβαίωσε ότι η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της υπόθεσης με αρ.10507/13 Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία αφορούσε αδικήματα κλοπών και ψευδών παραστάσεων και στην οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο ετών με τριετή αναστολή. Ο κ. Συμεού δήλωσε ωστόσο ότι δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει κατά πόσο ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο όπως στα πλαίσια της προαναφερόμενης υπόθεσης ληφθεί υπόψη και η παρούσα. Όσον αφορά την υπόθεση με αρ. 18239/17 Ε.Δ. Λεμεσού ανέφερε ότι δεν αμφισβητεί την δήλωση του Κατηγορούμενου ότι στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης επιβλήθηκε η ποινή φυλάκισης που εκτίει. Ανοίγω στο σημείο αυτό μία παρένθεση για να σημειώσω ότι κατόπιν έρευνας του Δικαστηρίου στο διαδίκτυο και συγκεκριμένα στην ιστοσελίδα www.cylaw.org εντοπίστηκε η απόφαση στην υπόθεση με αρ. 18239/17 Ε.Δ. Λεμεσού. Η ποινή επιβλήθηκε στις 07.02.18 και συγκεκριμένα επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 και 2 ½ ετών και ως χρόνος έναρξης της ποινής καθορίστηκε η 23.11.
- Στην εν λόγω υπόθεση ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από παραδοχή του σε 19 κατηγορίες που αφορούσαν κλοπές, πλαστογραφίες, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, διάρρηξης κτιρίου και κλοπής, απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, ίδρυσης και λειτουργίας παροχής υπηρεσιών ασφάλειας χωρίς άδεια, παράνομης εισόδου σε περιουσία με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος και κλεπταποδοχής. Περαιτέρω, στα πλαίσια της υπό αναφορά υπόθεσης λήφθηκε υπόψη και η υπόθεση με αρ. 134/2018 του Ε.Δ. Λάρνακας που αφορούσε ομοειδή αδικήματα. Έχοντας κατά νου τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στην υπόθεση με αρ. 18239/17 Ε.Δ. Λεμεσού, θεωρώ ότι η παρούσα θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στην προαναφερόμενη εφόσον το ουσιαστικό αδίκημα για το οποίο διώκεται ο Κατηγορούμενος είναι το αδίκημα της κλοπής. Τα υπό τιμωρία αδικήματα είναι σοβαρά, αφού χαρακτηρίζονται από τον νομοθέτη ως κακουργήματα. Το άρθρο 371 του Κεφ.154 προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι επτά έτη ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση των επτά χρόνων, αυτή την κατώτερη ποινή. Στην εν λόγω περίπτωση ισχύει η προαναφερόμενη επιφύλαξη, αφού το κακούργημα της κλοπής κατά παράβαση του άρθρου 262 του Κεφ. 154 τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης 3 ετών. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1991)2 Α.Α.Δ 264). Η σοβαρότητα του υπό τιμωρία αδικήματος διαφαίνεται και μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 565, όπου το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινόμενου. Περαιτέρω, στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 587 λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Οι προαναφερόμενες επισημάνσεις επαναδιατυπώθηκαν και στις πιο πρόσφατες αποφάσεις Βέλιου ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 76 και ΠΑΛΛΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 109/16 ημερ. 20.09.16. Στην τελευταία υπόθεση αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έχει καθοδηγηθεί από τη νομολογία ως προς τη σοβαρότητα αδικημάτων που αφορούν διαρρήξεις και κλοπές. Όπως είχαμε την ευκαιρία πρόσφατα στην υπόθεση Bandits v. Αστυνομίας, ποιν. ECLI:CY:AD:2015:B696, υποθ. 94/15 ημερ. 21.10.2015 να επαναλάβουμε: «Οι κλοπές, διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης», οπότε η ποινή πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Παρά το ότι οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη δέον να λαμβάνονται υπόψη, αυτό δεν πρέπει να γίνεται στο βαθμό και κατά την έκταση που να εξουδετερώνει το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής.» Η σοβαρότητα επομένως του αδικήματος της κλοπής είναι δεδομένη, όπως και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Το γεγονός αυτό ωστόσο δεν εξουδετερώνει το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224). Άλλωστε αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 248). Εν προκειμένω λαμβάνω υπόψη μου προς μετριασμό της ποινής τα ακόλουθα: Την παραδοχή του Κατηγορούμενου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ 28). Τα δύσκολα παιδικά βιώματα του Κατηγορούμενου, τα οποία του στέρησαν την δυνατότητα να μεγαλώσει και να αναπτύξει την προσωπικότητα του σε ένα συγκροτημένο περιβάλλον, το οποίο θα του παρείχε και την κατάλληλη υποστήριξη που ο κάθε νέος άνθρωπος χρειάζεται. Σημειώνω ωστόσο ότι όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Ανδρέας Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 77, η δυστυχία που πλήττει έναν άνθρωπο στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί μόνιμη ασπίδα για συνέχιση της παρανομίας με ατιμωρησία. Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι υπέστη σεξουαλική κακοποίηση το 2013 κατά τη διάρκεια κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές και ιδίως το επιβεβαιωμένο γεγονός ότι συνεπεία του προαναφερόμενου ισχυρισμού επιχείρησε να θέσει τέρμα στη ζωή του (Τεκμήριο Β). Τη μεταβολή στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, καθώς μετά τη διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων απέκτησε δεύτερο παιδί ηλικίας σήμερα δύο ετών. Το γεγονός ότι οι συνεργοί του Κατηγορούμενου δεν περιλαμβάνονται στο παρόν κατηγορητήριο και δεν έχουν τιμωρηθεί. Δεν παραβλέπω ότι ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι οι υπόλοιποι συνεργοί διώχθηκαν στα πλαίσια της υπόθεσης με αρ.1024/14 Ε.Δ. Πάφου, η οποία εντέλει αποσύρθηκε λόγω αδυναμίας εκτέλεσης των ενταλμάτων σύλληψης που εκκρεμούσαν εναντίον τους. Σημειώνω όμως ότι η εν λόγω δήλωση αφορούσε την υπόθεση με αρ.1024/14 Ε.Δ. Πάφου και δεν υποστηρίχθηκε ότι ο λόγος για τον οποίο οι συνεργοί του Κατηγορούμενου δεν περιλαμβάνονται στο παρόν κατηγορητήριο είναι διότι δεν μπορούν και σήμερα να εντοπιστούν. Στην Κάττος κ.α ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498 αποφασίστηκε ότι η μη δίωξη συναυτουργού, παρόλο που δεν ελέγχεται δικαστικά, άπτεται της ίσης μεταχείρισης των παραβατών και λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας που δικαιολογεί τον μετριασμό της ποινής. Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε και πρόσφατα στην Φλούρου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 27/15, ημερομηνίας 29.06.16, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στην Georghiou & Others v. Republic
(1986)2 CLR 109 αποφασίστηκε και στην Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 115 επιβεβαιώθηκε ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν περιορίζεται μόνο στη μεταχείριση των παραβατών από το Δικαστήριο, αλλά περιλαμβάνει και τη μεταχείρισή τους από τις εισαγγελικές αρχές. Στην Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 498, η αρχή αυτή βρήκε εφαρμογή σε σχέση με την εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα για αναστολή ποινικής δίωξης συνεργού. Εξηγήθηκε ότι η απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα να διακόψει ποινική δίωξη δεν ελέγχεται και ο σκοπός του Δικαστηρίου όταν λαμβάνει υπόψη κατά την επιβολή της ποινής τέτοιο ζήτημα, δεν είναι για να αναθεωρήσει την απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα, αλλά για να αποτιμήσει τις συνέπειες της άσκησης τέτοιας εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέα στο δικό του έργο για επιμέτρηση της ποινής. Επί τούτου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το γεγονός ότι δεν ελέγχεται δικαστικά η άσκηση των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα βάσει του Άρθρου 113.2 δεν απαλλάττει τις δικαστικές αρχές από την υποχρέωση για αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, περιλαμβανομένης και της ισότητας που κατοχυρώνει το Άρθρο 28. Η μη δίωξη ή αναστολή της δίωξης ενός των συνεργών δεν αναιρεί το έγκλημα ούτε απαλλάσσει το δικαστήριο από την υποχρέωση επιβολής της πρέπουσας ποινής στους συνεργούς που καταδικάζονται. Επενεργεί όμως (η μη δίωξη) ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής ώστε, με την απάμβλυνση της ανισοσκέλιας στη μεταχείρηση των παραβατών, να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας το οποίο αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείρηση. Η ισότητα στη μεταχείρηση έχει ως λόγο την προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης και την τιμωρία όλων που συνήργησαν στο έγκλημα. Εφόσον η δίωξη των παραβατών είναι εκτός του ελέγχου των δικαστικών αρχών, η παράλειψη δίωξης ενός από αυτούς λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής των υπολοίπων προς απάμβλυνση του αισθήματος αδικίας που δημιουργεί η άνιση μεταχείρηση και προστασία του κοινού περί δικαίου αισθήματος.»» Το ότι ο Κατηγορούμενος ήδη εκτίει ποινή φυλάκισης και η παρούσα υπόθεση, σύμφωνα και με όσα ανέφερα πιο πάνω, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στην υπόθεση με αρ.18239/17 Ε.Δ. Λεμεσού αφού αφορά αδικήματα που περιλαμβάνονται στα αδικήματα της εν λόγω υπόθεσης. Επιπρόσθετα σημειώνω τη δήλωση του ευπαίδευτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η παρούσα θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη και στην υπόθεση με αρ.10507/13 Ε.Δ. Λεμεσού. Το γεγονός δε ότι η παρούσα υπόθεση δεν λήφθηκε υπόψη στα πλαίσια των υποθέσεων που αναφέρονται πιο πάνω δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να το προσμετρήσει στα πλαίσια της επιμέτρησης της ποινής (Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ 47). Στην υπόθεση Βέλιου ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 76 λέχθηκε ότι: «Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος.» Το χρονικό διάστημα των έξι σχεδόν ετών που μεσολάβησε από τη διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Αναφορικά με τον χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα, αυτός είναι αναμφίβολα μεγάλος. Δεν παραβλέπω ότι δόθηκε εξήγηση από την Κατηγορούσα Αρχή και συγκεκριμένα ότι πριν την παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκαν για τα επίδικα αδικήματα οι υποθέσεις με αρ.1024/14 και 3225/15 Ε.Δ. Πάφου, οι οποίες για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω διακόπηκαν. Παρά ταύτα παραμένει το αντικειμενικό δεδομένο ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή μετά πάροδο έξι περίπου ετών, στη διάρκεια των οποίων σημειώνω ότι μεταβλήθηκαν οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου καθώς απέκτησε και δεύτερο παιδί ηλικίας σήμερα 2 ετών. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Αποτιμώντας τους μετριαστικούς παράγοντες που εκτέθηκαν πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορούν να υπερκεράσουν τη σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων και την ανάγκη η ποινή να προσλάβει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Μπορούν να επιδράσουν στο ύψος, όχι όμως και στο είδος της ποινής. Η συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος ήταν ασφαλώς απαράδεκτη, καθώς συμπεριφορές αυτού του είδους πλήττουν το αίσθημα ασφάλειας που ο κάθε πολίτης αναμένει να απολαμβάνει σε σχέση με την περιουσία του σε μία ευνομούμενη πολιτεία. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου ο Κατηγορούμενος υπήρξε ο ιθύνων νους, καθώς ήταν το πρόσωπο που υποκίνησε και τους υπόλοιπους συνεργούς του στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Τα Δικαστήρια στα πλαίσια του ρόλου που έχουν να διαδραματίσουν στη διασφάλιση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών και της έννομης τάξης ευρύτερα, οφείλουν να στείλουν το μήνυμα ότι πράξεις, όπως οι υπό τιμωρία, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά. Συνεκτιμώντας επομένως όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και τούτο έχοντας κατά νου ότι η φυλάκιση επιβάλλεται μόνον εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια στον Κατηγορούμενο επιβάλλω στη δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στην πρώτη κατηγορία δεν θα επιβάλω ποινή. Αυτό διότι, όπως υποδείχθηκε στην Χασσάν ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ.196/13 ημερ. 10/10/14, δεν συνίσταται η επιβολή ποινής στο αδίκημα της συνωμοσίας και στα ουσιαστικά αδικήματα για τα οποία κατηγορείται κάποιος ότι συνωμότησε προς διάπραξη τους. Όπως αναφέρθηκε ο Κατηγορούμενος εκτίει ήδη ποινή φυλάκισης. Εγείρεται επομένως ζήτημα ως προς το κατά πόσο η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σήμερα θα είναι διαδοχική της ποινής που εκτίεται. Το άρθρο 117
(2)του Κεφ. 155 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.» Το κατά πόσο ποινή φυλάκισης θα είναι διαδοχική προς άλλη ποινή φυλάκισης που ήδη επιβλήθηκε ή θα συντρέχει με αυτή εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. άρθρο117
(2)του Κεφ. 155). Κατά κανόνα οι ποινές φυλάκισης συντρέχουν όταν αφορούν αδικήματα ίδιας φύσης, ή όταν αποτελούν μέρος μίας ενιαίας εγκληματικής ενέργειας. Η διαδοχικότητα όμως της ποινής θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την αρχή της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής, σε σχέση με την οποία επισημάνθηκε στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 443 ότι δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια και σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας. Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε όπως οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης συντρέχουν με ποινή φυλάκισης που έκτιε ο εφεσείων, αναφέροντας σχετικά τα ακόλουθα: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από το Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 Cr. App. R. (S.) 460, στην οποία μας ανέφερε ο κ. Πικής: "If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive." Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς το γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Όπως το έθεσε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, sectionA5-3A) (στην οποία επίσης μας ανέφερε ο κ. Πικής) υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου: "It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences." Και πάλι δε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Holderness, July 15, 1974 (αναφερόμενος στην ως άνω Encyclopaedia, section Α5-3Β): "... the step which this Court on numerous occasions has said should be taken, namely of standing back and looking at the overall effect of the sentences which had been passed."» Το γεγονός τώρα ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη εικόνα ως προς το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος ζήτησε όπως η παρούσα υπόθεση τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όταν επέβαλλε ποινή στην 18239/17 Ε.Δ. Λεμεσού, δεν μπορεί να επενεργήσει εις βάρος του. Αυτό διότι το όλο ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί μέσα στα πλαίσια της προεξάρχουσας αρχής της συνολικότητας της ποινής (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Στην υπόθεση Παραρέ ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 257 ειπώθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Συζητήθηκε σε έκταση πρωτοδίκως το Άρθρο 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, που επιτρέπει τη λήψη υπόψη άλλων αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος, των οποίων είτε δεν άρχισε ακόμη η δίωξη, είτε η δίκη επ' αυτών, και, τα οποία ο κατηγορούμενος ομολογεί ότι διέπραξε, ενώ έγινε αναφορά και στις υποθέσεις Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47, Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 και Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, για να διαπιστώσει το Δικαστήριο ότι δεν είχε ζητηθεί από καμιά πλευρά να ληφθεί υπόψη η παρούσα υπόθεση κατά την επιμέτρηση της ποινής που επεβλήθη από το Κακουργιοδικείο. Προχώρησε μάλιστα να καταγράψει ότι ασχέτως των λόγων που δεν ζητήθηκε να ληφθεί η υπόθεση υπόψη, ο εφεσείων μόνο τον εαυτό του θα έπρεπε να μέμφεται για το γεγονός ότι όντως δεν λήφθηκε υπόψη. Όμως η ταυτόχρονη διαπίστωση του κατά την παράθεση των λόγων που επιμέτρησαν προς όφελος του εφεσείοντος, ότι όντως θα μπορούσαν τα γεγονότα της υπό κρίση έφεσης να λαμβάνονταν υπόψη στην υπ' αρ. 3556/11 υπόθεση του Κακουργιοδικείου, αναιρεί τα πιο πάνω. Αυτή δε η διαπίστωση έπρεπε να προσμετρήσει ουσιωδώς στην όλη ποινική μεταχείριση του εφεσείοντος υπό το φως της έτερης και προεξάρχουσας αρχής ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τυγχάνει του ευεργετήματος να τιμωρείται μια και μόνο φορά για όλη την εγκληματική του συμπεριφορά την οποία παραδέχεται και ζητεί είτε ο ίδιος, είτε μέσω της κατηγορούσας αρχής, να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής.» Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στην υπόθεση με αρ. 18239/17 Ε.Δ. Λεμεσού περιλαμβάνονταν και αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά το έτος 2012, όπως επίσης και στην υπόθεση με αρ. 134/2018 του Ε.Δ. Λάρνακας, η οποία λήφθηκε υπόψη στην προαναφερόμενη. Επομένως, πέραν του ότι το ουσιαστικό αδίκημα της παρούσας είναι ομοειδές με αδικήματα των εν λόγω υποθέσεων, υπάρχει και χρονική εγγύτητα αφού και τα υπό τιμωρία αδικήματα τελέστηκαν το 2012. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή της συνολικότητας της ποινής και επομένως το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την εγκληματική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου στο σύνολο της. Θέτοντας επομένως το ερώτημα κατά πόσο η συνολική ποινή των 2 ετών και 10 μηνών που προκύπτει από τη διαδοχικότητα των ποινών είναι υπέρμετρη και δυσανάλογη σε σχέση με τη συνολική παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, θεωρώ ότι η απάντηση είναι καταφατική. Έχοντας ως δεδομένο την ποινή των 2 ½ ετών που το Δικαστήριο έκρινε ως το ορθό μέτρο στην υπόθεση 18239/17 Ε.Δ. Λεμεσού, στην οποία ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και 7 έτη (άρθρο 294(α) του Κεφ.154) δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο, στην περίπτωση που η παρούσα υπόθεση βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν επέβαλλε ποινή στην 18239/17 Ε.Δ. Λεμεσού, η ποινή των 2 ½ θα ήταν αισθητά διαφορετική. Ως εκ των ανωτέρω η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σήμερα θα συντρέχει με τις ήδη επιβληθείσες και εκτιόμενες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο στις 07.02.18 στην υπόθεση με αριθμό 18239/17 Ε.Δ. Λεμεσού με μεγαλύτερη ποινή εκείνη των 2 ½ ετών. Τα Τεκμήρια να επιστραφούν στον νόμιμο δικαιούχο τους. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο