← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7007/15, 10/10/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7007/15, 10/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7007/15 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΧΧΧ LIMITED
  2. ΧΧΧ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
  3. ΧΧΧ HOUSSEIN Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 10.10.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορουμένους 1 & 2: κος Γ. Δημητριάδης (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος 3: εμφανίζεται αυτοπροσώπως Κατηγορούμενοι 2 & 3: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορία παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Κεφ.105 (πρώτη και δεύτερη κατηγορία). Παράλληλα ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει κατηγορία παράνομης απασχόλησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 19

(1)(κ) και 20 του Κεφ.105 (Τρίτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, έκαστος από τους κατηγορουμένους 1 και 2 κατηγορείται ότι στις 08.06.15 στο υποστατικό επεξεργασίας μεταλλικών κατασκευών με την ονομασία 'ΧΧΧ Limited' που βρίσκεται στη βιομηχανική περιοχή Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου εργοδοτούσε τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος ενώ είναι αλλοδαπός από τη Συρία και βρισκόταν στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αιτητής πολιτικού ασύλου με την αίτηση του να τελεί υπό εξέταση, εργαζόταν για λογαριασμό αμφοτέρων κατηγορουμένων, χωρίς άδεια από το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από ένα μάρτυρα ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν τρία τεκμήρια. Επιπλέον κατατέθηκαν τα εξής παραδεχτά γεγονότα: (α) Η κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών, νομικά και δεόντως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ, η οποία ασχολείται με μεταλλικές κατασκευές με έδρα την επαρχία Πάφου. (β) Ο κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της κατηγορουμένης 1. (γ) Ο αστυφύλακας ΧΧΧ Γεωργίου από το Γραφείο Μικροπαραβάσεων Αστυνομίας Πάφου στις 08.06.15 με τη βοήθεια υπηρεσιών διερμηνέα έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος μέσα από το περιεχόμενο της έδωσε την εκδοχή του. (δ) Την ίδια ημέρα ο πιο πάνω αστυφύλακας έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος μέσα από το περιεχόμενο της έδωσε την εκδοχή του. (ε) Επίσης την ίδια ημέρα κατηγορήθηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι με τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου σε σχετικό αστυνομικό έντυπο, επί του οποίου οι εν λόγω κατηγορούμενοι κατέγραψαν ότι τις αρνούνται. Το σύνολο της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν θεωρώ σκόπιμο να το επαναδιατυπώσω. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί απαραίτητο θα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2 ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τους αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι παρόλο ότι η κατηγορούσα αρχή ισχυρίζεται εργοδότηση του κατηγορουμένου 3 εντούτοις δεν προσκόμισε μαρτυρία που να υποδεικνύει ποιος είναι αυτός ο εργοδότης καθώς και πως προκύπτει αυτό. Σύμφωνα ακόμη με τον εν λόγω συνήγορο απουσιάζουν και άλλα κατά τη γνώμη του στοιχεία που περιβάλλουν μία σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου, πράγμα που ο ίδιος θεωρεί ότι καταρρίπτει ισχυρισμό εργοδότησης του κατηγορουμένου 3 είτε από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία είτε από τον κατηγορούμενο 2. Ο δε κατηγορούμενος 3 στη δική του αγόρευση αρνήθηκε ότι εργαζόταν για οποιονδήποτε κατά τον ουσιώδη για την υπόθεση αυτή χρόνο και ανάφερε ότι μετέβηκε στο επίδικο μέρος με σκοπό να κόψει ένα μέταλλο για να το χρησιμοποιήσει στην οικία του. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε είναι τέτοια που χρήζει αξιολόγησης και εφόσον δεν είναι αντινομική αλλά ούτε και απέχει από τη λογική δικαιολογείται η κλήση όλων των κατηγορουμένων σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν προκειμένου να δώσουν εξηγήσεις για τις πράξεις και γενικότερα συμπεριφορά που τους αποδίδονται. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 851 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να κληθούν σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου είναι η παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού από πρόσωπο και η παράνομη απασχόληση αλλοδαπού προς όφελος και για λογαριασμό άλλου ατόμου. Το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 14Β του Κεφ.105, μελέτη των οποίων καθιστά αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα εξής: (α) οι κατηγορούμενοι 1 και 2 εργοδοτούν με την έννοια που προσδίδει στον όρο "εργοδότηση" το Κεφ. 105 και η νομολογία, (β) τον κατηγορούμενο 3 που θεωρείται αλλοδαπός εν τη εννοία του Κεφ.105, (γ) χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια ή (δ) κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή (ε) κατά παράβαση νόμου ή κανονισμού. Το δε αδίκημα της παράνομης απασχόλησης αλλοδαπού ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 19
(1)(κ) του Κεφ.105, μελέτη των οποίων καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα εξής: (α) ο κατηγορούμενος 3 να θεωρείται αλλοδαπός εν τη εννοία του Κεφ.105, (β) να είναι κάτοχος άδειας που του χορηγήθηκε βάσει νομοθεσίας ή κανονισμών και (γ) να παραβαίνει οποιοδήποτε όρο ή προϋπόθεση που περιέχεται σε τέτοια άδεια ή (δ) αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή. Κοινός παρονομαστής των δύο αδικημάτων είναι η ύπαρξη νομικού ή φυσικού προσώπου, προς όφελος και για λογαριασμό του οποίου προσλαμβάνεται ο αλλοδαπός, ο οποίος αναλαμβάνει την εργασία που του προσφέρεται χωρίς γι' αυτό να έχει εκ των προτέρων εξασφαλιστεί σχετική άδεια εργασίας από την αρμόδια αρχή. Τόσο το πρόσωπο αυτό όσο και ο αλλοδαπός δύναται να διωχθούν. Ο μεν πρώτος για την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης και ο δε δεύτερος για την κατηγορία της παράνομης απασχόλησης. Περαιτέρω δύναται, με βάση το άρθρο 20 του Κεφ.154, να διωχθεί οποιοσδήποτε συνεργός ως αυτουργός. Σε ότι αφορά τη σύνταξη κατηγορητηρίου που αποτελεί έργο της κατηγορούσας αρχής μπορεί να λεχθεί ότι παρόλο που είναι επιθυμητό όπου η κατηγορούσα αρχή γνωρίζει εξ αρχής ότι ο ρόλος κατηγορουμένου ήταν ρόλος συνεργού να το εκθέτει αυτό για πληρέστερη ενημέρωση της υπεράσπισης, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο. Επ' αυτού παραπέμπω στην υπόθεση Ajini και άλλη v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.
  1. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση, μέσα από προκαταρκτική θεώρηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας στην όψη της και μόνο, εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι η παρουσία του κατηγορουμένου 3 στο επίμαχο υποστατικό κατά τον ουσιώδη χρόνο της αστυνομικής επιχείρησης, δεν αμφισβητείται. Επίσης εξόφθαλμα παρατηρώ ότι δεν αμφισβητούνται οι ενέργειες στις οποίες προέβαινε ο κατηγορούμενος 3 τη δεδομένη χρονική στιγμή του επεισοδίου. Από εκεί και πέρα όμως δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ως προς την ταυτότητα του κατ' ισχυρισμό εργοδότη του κατηγορουμένου
  2. Ο μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας της κατηγορούσας αρχής σε σχετική ερώτηση που του υπεβλήθηκε απάντησε κατηγορηματικά ότι δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος 3 εργαζόταν στην υπηρεσία είτε της κατηγορουμένης 1 εταιρείας, στην οποίαν ας σημειωθεί ότι είναι παραδεχτό γεγονός ότι μοναδικός διευθυντής της είναι ο κατηγορούμενος 2, είτε του κατηγορουμένου 2 υπό την προσωπική του ιδιότητα. Παράλληλα δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που έστω να τείνει να καταδείξει συνέργεια τόσο από μέρους της κατηγορουμένης 1 εταιρείας όσο και από τον κατηγορούμενο 2 σε αδίκημα παράνομης εργοδότησης του κατηγορουμένου
  3. Πρόχειρη ανάγνωση του μαρτυρικού υλικού της κατηγορούσας αρχής αναδεικνύει αδυναμία προσδιορισμού εργοδότη του κατηγορουμένου 3, ως είναι ισχυρισμός της. Η αποτυχία προσκόμισης μαρτυρίας για την ύπαρξη πηγής εργοδότησης στον κατηγορούμενο 3 μοιραία συμπαρασύρει ισχυρισμό εργοδότησης του. Αυτό με τη σειρά του αφήνει μετέωρη τη θέση της κατηγορούσας αρχής περί απασχόλησης του κατηγορουμένου
  4. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να προσδιορίζει εργοδότη και να τείνει να καταδείξει εργοδότηση του κατηγορουμένου 3 τότε αυτόματα δεν τίθεται θέμα απασχόλησης του τελευταίου. Ο ισχυρισμός περί απασχόλησης του κατηγορουμένου 3 προϋποθέτει την ύπαρξη πηγής από την οποίαν ο εν λόγω κατηγορούμενος αναλαμβάνει εργασία. Η απασχόληση του κατηγορουμένου 3 είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με προσδιορισμό του εργοδότη του, κάτι που εδώ δεν υφίσταται λόγω ανυπαρξίας παντελούς τέτοιας μαρτυρίας. Στην προκειμένη περίπτωση ουδεμία μαρτυρία δόθηκε που εξ' αντικειμένου να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 3 ανέλαβε την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας προς όφελος και για λογαριασμό οποιουδήποτε ατόμου. Η προσκόμιση μαρτυρίας σύμφωνα με την οποίαν ο κατηγορούμενος 3 εντοπίστηκε να χειρίζεται μία μεταλλική λάμα σε υποστατικό με την ονομασία της κατηγορουμένης 1 εταιρείας, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου 2 που εκείνη τη στιγμή απουσίαζε από τον επίμαχο χώρο, δεν αναιρεί τα πιο πάνω, πάντοτε υπό το φως των προαναφερόμενων ουσιωδών κενών και αδυναμιών της μαρτυρίας του ΜΚ
  5. Το ενδεχόμενο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 να είναι ταυτόχρονα εργοδότες του κατηγορουμένου 3 είναι εξ' αντικειμένου αδύνατο. Την ίδια στιγμή ουδεμία μαρτυρία υπάρχει που να προσδιορίζει τον εργοδότη του κατηγορουμένου
  6. Κατ' ακρίβεια όχι μόνο δεν υπάρχει τέτοια θετική μαρτυρία αλλά αντίθετα αυτό που παρουσιάστηκε από το μοναδικό μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής είναι αδυναμία να συνδέσει τόσο την κατηγορούμενη 1 εταιρεία όσο και τον κατηγορούμενο 2 με την εργοδότηση του κατηγορουμένου 3 υπό την ιδιότητα του εργοδότη. Παράλληλα ουδεμία μαρτυρία υπάρχει που εκ πρώτης όψεως να εμπλέκει οποιοδήποτε από τους κατηγορουμένους 1 και 2 στην εργοδότηση του κατηγορουμένου 3 ως συνεργού. Στη βάση των πιο πάνω η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αντικειμενικά αδύνατη και ανεπαρκής περιέχοντας ουσιώδη κενά σε βαθμό που να μην μπορεί να καταστήσει την καταδίκη των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν μια πραγματική δυνατότητα. Όπως φαίνεται η μαρτυρία αυτή που προσκομίστηκε από μέρους της κατηγορούσας αρχής δεν τείνει να καταδείξει σύνδεση των εν λόγω κατηγορουμένων με την αξιόποινη συμπεριφορά που τους αποδίδεται. Αντίθετα στηρίζεται σε εικασίες και υποθετικές σκέψεις. Η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο, αντικειμενικά ιδωμένη στο σύνολο της και στην όψη της και μόνο, δεν συγκεντρώνει τους απαραίτητους παράγοντες έτσι ώστε να στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως η αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων και των συστατικών στοιχείων αυτών. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο κρίνει πως υπό τις περιστάσεις δεν δικαιολογείται η κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Το Δικαστήριο αισθάνεται πως αν οι κατηγορούμενοι κληθούν σε απολογία θα κληθούν όχι για να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, αλλά για να διορθώσουν τις ατέλειες και τα ουσιώδη κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον όλων των κατηγορουμένων, οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού/ Παράνομη απασχόληση αλλοδαπού/Άρθρα 14Β & 19
(1)(κ) Κεφ.154) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.