← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΥΓΟΥΣΤΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 7291/15, 22/8/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΥΓΟΥΣΤΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 7291/15, 22/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7291/15 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
  2. XXXXX ΛΕΑΝΤΖΗΣ
  3. XXXXX ΦΩΤΙΟΥ
  4. XXXXX ΑΥΓΟΥΣΤΗΣ
  5. XXXXX ΧΕΙΛΕΤΗΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22.10.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος 4: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 4 (στο εξής ο 'κατηγορούμενος') αντιμετωπίζει κατηγορία συγκέντρωσης μαζί με άλλα άτομα σε υποστατικό με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία κατά παράβαση προνοιών του περί Κυβείας Νόμος (Κεφ.151) και άρθρο 20 του Κεφ.154, αμφότερες νομοθεσίες μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 18.03.15 συγκεντρώθηκε μαζί με άλλα άτομα σε υποστατικό στην Πάφο με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία (στο εξής το 'επίμαχο υποστατικό'). Σε σχέση με τους κατηγορουμένους 1 και 3, αυτοί προέβησαν σε παραδοχή των κατηγοριών που τους αφορούσαν πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και τους επιβλήθηκε ποινή. Αναφορικά με τους κατηγορουμένους 2 και 5 η κατηγορούσα αρχή προέβηκε σε διακοπή της κατηγορίας που τους αφορούσε με αποτέλεσμα αυτοί να απαλλαγούν από αυτή. Ενόψει της μη παραδοχής του κατηγορουμένου 4 στην κατηγορία 3 που τον αφορούσε η παρούσα υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση αναφορικά με τον εν λόγω κατηγορούμενο. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από ένα μάρτυρα ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν δύο τεκμήρια. Ο αστυνομικός Ταπακούδης ήταν ο μοναδικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής. Μέρος της μαρτυρίας του αποτελεί η γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 18.03.15, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
  6. Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα μπορεί να λεχθεί ότι, κατόπιν πληροφορίες που η αστυνομία κατείχε πως στο επίδικο υποστατικό διεξαγόταν κυβεία, στις 18.03.15 διεξήχθη αστυνομική επιχείρηση στο χώρο εκείνο. Κατά την είσοδο των μελών της αστυνομίας στο επίμαχο υποστατικό, ένας εκ των οποίων ήταν ο πιο πάνω μάρτυρας, εντοπίστηκαν ένα τραπέζι με πράσινη τσόχα πάνω στο οποίο υπήρχαν 86 τραπουλόχαρτα. Επίσης εντός του υποστατικού εντοπίστηκαν διάφορα άτομα να είναι περιμετρικά του εν λόγω τραπεζιού. Ένας εξ' αυτών ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος βρισκόταν δίπλα από καρέκλα σε απόσταση 1-1,5 μέτρα από το τραπέζι. Ο εν λόγω μάρτυρας επέστησε την προσοχή των θαμώνων στο νόμο και ακολούθως κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, ο οποίος απάντησε επί λέξει 'Δεν παραδέχομαι. Η Αστυνομία με είδε από έξω'. Αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας εναντίον του κατηγορουμένου ημερομηνίας 18.03.15 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και με γνώμονα ότι ο κατηγορούμενος εκπροσωπεί τον εαυτό του χωρίς να είναι δικηγόρος, το δικαστήριο αυτεπάγγελτα εξετάζει εάν έχει ή όχι αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Στα πλαίσια των καθηκόντων του το δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο εκ πρώτης όψεως στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που περιλαμβάνεται στην εν λόγω κατηγορία έτσι ώστε να δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Αφήνοντας το ζήτημα στην κρίση του δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος επανέλαβε τη θέση του ως προς το λόγο που ο ίδιος βρισκόταν στον επίδικο χώρο τη στιγμή της αστυνομικής επιχείρησης. Στην αγόρευση της η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Όπως η κυρία Παπαλαζάρου είπε, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε είναι τέτοια που χρήζει αξιολόγησης, κάτι που μπορεί να γίνει με την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 851 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για την κατηγορία που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Η κατηγορία που τελεί υπό εκδίκαση περιέχει το αδίκημα της συγκέντρωσης σε οίκο κυβείας με σκοπό την επίδοση σε κυβεία. Η κατηγορούσα αρχή ισχυρίζεται παραβίαση του άρθρου 4 του Κεφ.151 από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και καταγράφεται το συγκεκριμένο άρθρο στη νομική βάση της κατηγορίας. Οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, όπως ίσχυαν κατά τον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο, έχουν ως εξής: "Πρόσωπα τα οποία επιδίδονται σε κυβεία ή συγκεντρώνονται με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία σε οίκο κυβείας είναι ένοχα αδικήματος βάσει του Νόμου αυτού." Στην παλαιά υπόθεση Panayides and others v. The Police
(1985)2 C.L.R. 147 τονίστηκε ότι το άρθρο 4 του Κεφ.151 εμπεριέχει δύο ξεχωριστά αδικήματα, ήτοι αυτό που κάποιος επιδίδεται της σε κυβεία σε οίκο κυβείας και αυτό όταν κάποιοι συγκεντρώνονται σε οίκο κυβείας με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο είναι ότι συγκεντρώθηκε μαζί με άλλα άτομα σε οίκο κυβείας με σκοπό να επιδοθεί σε κυβεία. Πρόχειρη μελέτη των διατάξεων του άρθρου 4 του Κεφ.151, περιοριζόμενος στο μέρος που μας αφορά, καθιστά αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι:
(1)η συγκέντρωση του κατηγορουμένου,
(2)σε οίκο κυβείας,
(3)με σκοπό να επιδοθεί σε κυβεία. Προκαταρκτική θεώρηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας φανερώνει ότι το πρώτο συστατικό στοιχείο εξ' αντικειμένου στοιχειοθετείται. Ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε από μέλη της αστυνομίας να βρίσκεται εντός του επίμαχου υποστατικού μαζί με άλλα άτομα. Σε ότι αφορά το δεύτερο συστατικό στοιχείο ανάτρεξα στον ορισμό του 'οίκου κυβείας' που παρέχεται από το άρθρο 2, το οποίο είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.151. Σύμφωνα με αυτόν: " 'οίκος κυβείας' περιλαμβάνει οποιοδήποτε τόπο που διατηρείται ή χρησιμοποιείται για κυβεία και τόπος θα θεωρείται ότι χρησιμοποιείται για κυβεία αν αυτός χρησιμοποιείται για κυβεία έστω και για µια µόνο περίπτωση." Παράλληλα το άρθρο 12
(1)της κείμενης νομοθεσίας αναφέρει διάφορες περιπτώσεις όπου ένας τόπος τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, ότι αποτελεί οίκος κυβείας στην έννοια και σημασία που του αποδίδει το Κεφ.151. Μία από τις περιπτώσεις αυτές είναι να εντοπιστούν σε υποστατικό όργανα ή συσκευές κυβείας (άρθρο 12
(1)(α)). Στην παρούσα υπόθεση σημειώνεται ότι στην αστυνομική επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε στο επίμαχο υποστατικό εντοπίστηκαν ένα τραπέζι που έφερε πράσινη τσόχα και 86 τραπουλόχαρτα να βρίσκονται πάνω σ' αυτό. Πρόκειται για όργανα και αντικείμενα που χρησιμοποιούνται σε κυβεία. Για τη φύση αυτών των οργάνων και αντικειμένων και ως προς τον σκοπό που χρησιμοποιούνται αντλώ δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις κυβείας που τέθηκαν ενώπιον μου. Τα στοιχεία αυτά αρκούν για να ενεργοποιήσουν το προαναφερόμενο μαχητό τεκμήριο. Συνεπώς το επίμαχο υποστατικό τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως περί του αντιθέτου ότι αποτελεί οίκο κυβείας αφού εμπίπτει στην έννοια και σημασία ενός οίκου κυβείας που του αποδίδεται από το Κεφ.
  1. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι εξ' αντικειμένου στοιχειοθετείται και το δεύτερο συστατικό στοιχείο. Σχετικά με την εξ' αντικειμένου εξέταση του τρίτου συστατικού στοιχείου έχω ανατρέξει στην έννοια και σημασία του 'επιδίδομαι σε κυβεία' που παρέχονται στο ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.
  2. Με βάση τη διατύπωση που υπάρχει στην εν λόγω νομοθεσία: " 'επιδίδοµαι σε κυβεία' µε τις γραµµατικές του αλλαγές και συναφείς εκφράσεις, σηµαίνει παίζω, ή επιδίδοµαι σε οποιοδήποτε τυχερό παιγνίδι ή παιγνίδι µεικτό τύχης και δεξιότητας, για χρήµατα ή για αντάλλαγµα χρηµάτων: Νοείται ότι το παιγνίδι ή η επίδοση σε οποιοδήποτε τέτοιο παιγνίδι δεν θα θεωρείται επίδοση σε κυβεία αν το πρόσωπο που παίζει ή επιδίδεται σε αυτό, αποδείξει κατά τρόπο που ικανοποιεί το ∆ικαστήριο που εκδικάζει το αδίκηµα ότι, λαµβανοµένων υπόψη των περιστάσεων περιλαµβανοµένων των στοιχηµάτων, έπαιζε, ή επιδίδετο στο παιγνίδι αυτό για κοινωνική διασκέδαση και αναψυχή και όχι για κέρδος." Περαιτέρω το άρθρο 12
(2)του Κεφ.151 καθιστά μαχητό τεκμήριο ότι πρόσωπο που βρίσκεται σε οίκο κυβείας επιδίδεται ή έχει επιδοθεί σε κυβεία μέσα σε αυτό. Αυστηρή ερμηνεία των προνοιών του εν λόγω άρθρου καθιστά σαφές ότι ο εντοπισμός ενός ατόμου σε οίκο κυβείας συνδέεται μόνο με το ζήτημα της επίδοσης του σε κυβεία. Ένα άτομο που βρίσκεται εντός οίκου κυβείας τεκμαίρεται μέχρι να αποδειχτεί το αντίθετο ότι επιδίδεται ή έχει επιδοθεί σε κυβεία. Υιοθετώντας αυτήν την αυστηρή προσέγγιση θα έλεγα ότι το πιο πάνω μαχητό τεκμήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην περίπτωση της συγκέντρωσης ατόμων σε οίκο κυβείας με σκοπό να επιδοθούν σε κυβεία, παρά μόνο περιορίζεται σ' αυτό που ειδικά προνοείται στο συγκεκριμένο άρθρο της νομοθεσίας. Αν σκοπός του νομοθέτη ήταν να εντάξει στην εμβέλεια του μαχητού τεκμηρίου οτιδήποτε πέραν από αυτό που ρητά αναφέρεται θα το έπραττε συγκεκριμένα. Οι ποινικές διατάξεις νομοθεσιών ερμηνεύονται αυστηρά από το λεκτικό τους και δεν μπορεί να γίνονται εικασίες όσο λογικές και αν φαίνονται, με τις οποίες να επεκτείνεται στους ώμους ενός κατηγορουμένου το βάρος απόδειξης στη βάση μαρτυρικού υλικού ενός ζητουμένου στα πλαίσια ανατροπής μαχητού τεκμηρίου. Οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία αποφασίζεται υπέρ του κατηγορουμένου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Παπαλαζάρου κ.α.
(1995)2 Α.Α.Δ. 128, Migotto Silvano κ.α. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 25 και Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, στις οποίες και παραπέμπω. Από τα πιο πάνω, κατά την ταπεινή μου γνώμη, θεωρώ ότι δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 12
(2)για την παρούσα υπόθεση. Με βάση το σκεπτικό ότι ο εντοπισμός του κατηγορουμένου εντός του υποστατικού δεν τεκμαίρει πως αυτός σκόπευε να επιδοθεί σε κυβεία, παραμένει για εξ' αντικειμένου εξέταση το εν λόγω συστατικό στοιχείο. Αυτό που απαιτείται να εξακριβωθεί είναι αν ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να παίξει κάποιο παράνομο παιγνίδι χωρίς κατ' ανάγκη να προσδιορίζεται συγκεκριμένο παράνομο παιγνίδι (Pissourios and 11 others v. The Police
(1967)2 C.L.R. 147). Οι λεπτομέρειες της κατηγορίας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δεν αποδίδουν στον κατηγορούμενο ότι είχε σκοπό να παίξει συγκεκριμένο παράνομο παιγνίδι, το οποίο να κατονομάζει, παρά μόνο γενικά να επιδοθεί σε κυβεία. Για τη φύση του αδικήματος η κατηγορούσα αρχή δεν είχε υποχρέωση να προσδιορίσει το παράνομο παιγνίδι. Αρκεί αυτό που καταγράφεται στις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας. Αν υπήρχε διατύπωση για συγκεκριμένο παράνομο παιγνίδι τότε η αντικειμενική εξέταση της μαρτυρίας θα γινόταν με βάση αυτό το δεδομένο (Christofi v. The Police
(1979)2 C.L.R. 246). Ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται κάτι τέτοιο. Επομένως εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο στα πλαίσια αντικειμενικής εξέτασης αν ο κατηγορούμενος σκόπευε να επιδοθεί γενικά σε κυβεία. Προκαταρκτική θεώρηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας δεν αναφέρει καθόλου για εντοπισμό χρημάτων στο επίμαχο υποστατικό που να συνδέεται με το τραπέζι που είχε πράσινη τσόχα και τα τραπουλόχαρτα που υπήρχαν πάνω σ' αυτό. Παράλληλα δεν εντοπίστηκαν χρήματα πάνω ή κοντά στο τραπέζι με την πράσινη τσόχα και ειδικότερα στην πλευρά που αποδίδεται ότι βρισκόταν ο κατηγορούμενος όταν εντοπίστηκε εντός του υποστατικού. Ακόμη δεν υπάρχει μαρτυρία για εντοπισμό στο εν λόγω υποστατικό εγγράφων χρεώσεων-πιστώσεων που να συνδέονται με τη διεξαγωγή παράνομου παιγνιδιού. Επίσης δεν υπάρχει μαρτυρία για εντοπισμό φίσιων που θα μπορούσε να εκληφθεί ότι δύναται να ανταλλαχθούν με χρήματα. Ούτε υπάρχει μαρτυρία για εντοπισμό οτιδήποτε που θα μπορούσε να λεχθεί ότι δυνατό να αποτελούσε αντάλλαγμα χρημάτων. Επιπλέον δεν υπάρχει μαρτυρία για ύπαρξη ταμειακών μηχανών που αν υπήρχε, σε συνδυασμό με την ύπαρξη εγγράφων για χρεώσεις-πιστώσεις, φίσιων και χρημάτων, τα οποία αν υπήρχαν θα μπορούσαν να τείνουν να καταδείξουν ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να επιδοθεί σε κυβεία. Σε τελευταία ανάλυση δεν υπάρχει οτιδήποτε που να τείνει να συνηγορήσει ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο επίμαχο υποστατικό με πρόθεση να επιδοθεί σε κυβεία. Για το λόγο που έχει προηγουμένως εξηγηθεί απλά και μόνο η παρουσία του στο χώρο εκείνο που υπήρχε τραπέζι με τσόχα και τραπουλόχαρτα χωρίς όμως οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, δεν συνδέει εκ πρώτης όψεως τον κατηγορούμενο με πρόθεση να επιδοθεί σε κυβεία. Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι εξ' αντικειμένου δεν ικανοποιείται το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σε σχέση με το σημείο αυτό η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αντικειμενικά αδύνατη και ανεπαρκής περιέχοντας ουσιώδη κενά σε βαθμό που να μην μπορεί να καταστήσει την καταδίκη του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει μια πραγματική δυνατότητα. Όπως φαίνεται η μαρτυρία αυτή που προσκομίστηκε από μέρους της κατηγορούσας αρχής δεν τείνει να καταδείξει σύνδεση του εν λόγω κατηγορουμένου με την αξιόποινη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο, αντικειμενικά ιδωμένη στο σύνολο της και στην όψη της και μόνο, δεν συγκεντρώνει τους απαραίτητους παράγοντες έτσι ώστε να στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος και των συστατικών στοιχείων αυτού. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα το δικαστήριο κρίνει πως υπό τις περιστάσεις δεν δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία για την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Το δικαστήριο αισθάνεται πως αν ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες και τα ουσιώδη κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Κυβεία/Κεφ.151) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.