Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μιλτιάδους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8315/14, 15/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8315/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v.
- ΧΧXΧΧ Μιλτιάδους
- ΧΧXΧΧ Σόλωνος
- ΧΧXΧΧ Αγαθαγγέλου
- ΧΧXΧΧ Δημοσθένους
- ΧΧXΧΧ Βρυωνίδης Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 15/10/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους. Για τους κατηγορούμενους αρ. 1,3 και 5: κ. Ε. Κορακίδης μαζί με κ. Μ. Μιλτιάδους. Για τους Κατηγορούμενους αρ. 2 και 4: κ. Α. Π΄΄Χαραλάμπους. Κατηγορούμενοι 1 - 5 : παρόντες. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αρ. 1 αντιμετωπίζει δύο
(2)κατηγορίες Κατάχρησης εξουσίας από Δημόσιο Λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ. κατηγορίες αρ. 1 και 2) και μια
(1)κατηγορία Ανυπακοής σε διατάξεις νόμων που επιβάλλουν καθήκον, κατά παράβαση του άρθρου 136 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία αρ. 3). Οι δε κατηγορούμενοι αρ. 2 - 5 αντιμετωπίζουν από μια κατηγορία έκαστος Κατάχρησης εξουσίας από Δημόσιο Λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ. κατηγορίες αρ. 4 - 7). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας όπως τροποποιήθηκαν, ο 1ος κατηγορούμενος από τον μήνα Νοέμβριο του 2009 μέχρι 24/06/2010, ενώ ήταν Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXXX, ανάθεσε στην XXXXX Λοϊζίδου της εταιρείας ISOTECH LTD, την εργασία του ανεξάρτητου συμβούλου για το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα «SUSTAIN», χωρίς την προκήρυξη διαγωνισμού προσφορών όπως ορίζει ο Νόμος. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας, ο 1ος κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία του έτους 2010 στα XXXX της επαρχίας Πάφου, ενώ ήταν Κοινοτάρχης του χωριού XXXXX δεν τηρούσε ή φρόντισε να τηρούνται ορθά τα πρακτικά σε κάθε συνεδρία του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXXX. Όσον αφορά τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών αρ. 2 και 4 - 7, ο 1ος κατηγορούμενος ως Πρόεδρος και οι κατηγορούμενοι αρ. 2 - 5 ως μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXXX, προχώρησαν στην πρόσληψη της XXXXX Μιλτιάδους ως σύμβουλο για το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα «SUSTAIN», χωρίς την προκήρυξη διαγωνισμού προσφορών όπως ορίζει ο Νόμος. Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν όλες τις πιο πάνω κατηγορίες και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τέσσερις
(4)μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον Α/Αστ. XXXXX Παπαριστοδήμου (Μ.Κ.1), τον Υπαστυνόμο XXXXX Σταμάτη (Μ.Κ.2), τον κ. XXXXX Σόλωνος (Μ.Κ.3) και τον κ. XXXXX Κώστα (Μ.Κ.4). Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν επίσης 26 συνολικά τεκμήρια, μεταξύ αυτών και πρακτικά συνεδριάσεων του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXXX (βλέπε τεκμήρια 1 Α - 1Ι). Όπως προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία, η όλη υπόθεση για την κατηγορούσα αρχή προέκυψε μετά από καταγγελία του νέου τότε Κοινοτάρχη XXXXX XXXXX Σόλωνος (Μ.Κ.4) ημερομηνίας 18/07/2012 ότι το προηγούμενο Κοινοτικό Συμβούλιο και ο Πρόεδρος του, διέπραξαν ποινικά αδικήματα σε σχέση με τη λειτουργία και διαχείριση του Ευρωπαϊκού Προγράμματος «SUSTAIN», το οποίο σχετιζόταν με περιβαλλοντικά ζητήματα. Μετά από έρευνα που έκανε ιδιώτης ερευνητής που διόρισε το νέο Κοινοτικό Συμβούλιο και διαπιστώθηκε η μη σωστή λειτουργία του εν λόγω προγράμματος και κακοδιαχείριση χρημάτων, αποφάσισαν και διέκοψαν το εν λόγω πρόγραμμα και κατάγγειλαν την υπόθεση στα αρμόδια όργανα του κράτους και στον Γενικό Εισαγγελέα. Με βάση τα στοιχεία που προέκυψαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι για την εξασφάλιση των υπηρεσιών ανεξάρτητου συμβούλου για το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα «SUSTAIN» απαιτείτο o διαγωνισμός προσφορών με βάση το άρθρο 84 του Περί Συντονισμού Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Προμηθειών Έργων και Υπηρεσιών Νόμου Ν. 12
(1)/
- Το Κοινοτικό Συμβούλιο βγήκε σε προσφορές για την εξασφάλιση των εν λόγω υπηρεσιών την 01/06/2010 μέσω της επίσημης ιστοσελίδας της Δημοκρατίας Eu-procurement και μοναδικός προσφοροδότης ήταν η εταιρεία ISOTECH στην οποία η προσφορά κατακυρώθηκε στις 18/06/2010 και υπογράφηκε σχετική συμφωνία τις 24/06/2010 (βλ. τεκμήριο 26). Η θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι πριν να προβεί στην πιο πάνω διαδικασία, ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXXX, κατηγορούμενος αρ. 1 προχώρησε και διόρισε ως προσωρινή ανεξάρτητο σύμβουλο για το εν λόγω Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα της κα XXXXX Λοϊζίδου για την περίοδο μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουνίου του 2010 καταβάλλοντας και το ποσό των €13,193.87 με μεταχρονολογημένες επιταγές του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXXX. Για να τεκμηριώσει τη θέση της η Αστυνομία για τα πιο πάνω, βασίστηκε σε τιμολόγια, αποδείξεις και επιταγές καθώς επίσης και σε αλληλογραφία που καταδεικνύουν ότι η εν λόγω XXXXX Λοϊζίδου και η εταιρεία ISOTECH ενεργούσαν ως προσωρινοί σύμβουλοι για την εν λόγω περίοδο. Συγκεκριμένα, κατατέθηκαν δύο τιμολόγια της εταιρείας ISOTECH, τα τεκμήρια 2 α) και 2 β) τα οποία φέρουν ημερομηνία 26/12/2010 και 27/12/2010 για ποσά ύψους €9,200 και €2,300 αντίστοιχα. Το μεν τεκμήριο 2 α) αναφέρεται σε αμοιβές ομάδας έργου για components 1, 2 και 3 της δεύτερης περιόδου εργασίας (εργασία από 1η Ιουλίου μέχρι 30 Δεκεμβρίου 2010) σύμφωνα με τα επισυναπτόμενα φύλλα εργασίας και το δε τεκμήριο 2 β) αναφέρεται σε αμοιβές έργου για τις μεταφράσεις που απαιτήθηκαν για το component 2 της δεύτερης περιόδου (εργασία από 1η Ιουλίου μέχρι 30 Δεκεμβρίου 2011). Κατατέθηκαν επίσης οι επιταγές, τεκμήρια 5 και 6 για το ποσό των €9,200 και €2,300 που σύμφωνα με τη θέση της κατηγορούσας αρχής αντιστοιχούσαν στα πιο πάνω τιμολόγια. Για να υποστηριχθεί επίσης η θέση του εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ.2 ότι οι εργασίες αυτές παρασχέθηκαν πριν την κατακύρωση της προσφοράς, ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες και τούτο προκύπτει από τις αποδείξεις τεκμήρια 3 α) και 3 β). Αυτές αναφέρονται στις εργασίες των πιο πάνω τιμολογίων και στις ανωτέρω επιταγές αλλά φέρουν ημερομηνία έκδοσης την 16ην/02/
- Πέραν των πιο πάνω, κατατέθηκε και το τεκμήριο 7 ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. τεκμήρια 7 α) - ε). Τα τεκμήρια 7 α) - γ) είναι τιμολόγια εκδιδόμενα από το ξενοδοχείο Intercontinental προς την εταιρεία ISOTECH και αφορούν διαμονές μεταξύ των ημερομηνιών 22/02/2010 - 25/02/2010 και το τεκμήριο 7 ε) αφορά απόδειξη πληρωμής καυσίμων. Το τεκμήριο 7 δ) φαίνεται να επεξηγεί τα έξοδα αυτά και να σχετίζονται με το πρόγραμμα «SUSTAIN» και να αφορούν τις πιο πάνω ημερομηνίες Φεβρουαρίου του 2010 και να συμποσούνται στο ποσό των €1,693.
- Το ποσό αυτό, σύμφωνα με τη θέση της κατηγορούσας αρχής, καταβλήθηκε στην εταιρεία ISOTECH με την επιταγή ημερομηνίας 30/06/2010 (βλ. τεκμήριο 4) η οποία επίσης σύμφωνα με τη θέση της εκδόθηκε μεταχρονολογημένη. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.2 συμφώνησε ότι η κα Λοϊζίδου εμπλάκηκε και σε άλλα Ευρωπαϊκά Προγράμματα που εξασφάλισε το Κοινοτικό Συμβούλιο XXXXX προγενέστερα και συγκεκριμένα εργαζόταν στο πρόγραμμα Quality Coast και συμφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης του 1ου κατηγορούμενου ότι θα ήταν λογικό να ζητηθεί βοήθεια από το πιο πάνω πρόσωπο για να καταστεί δυνατή η εξασφάλιση του προγράμματος «SUSTAIN» αλλά ισχυρίστηκε ότι έπρεπε να ακολουθηθούν οι νενομισμένες διαδικασίες που τάσσει το άρθρο 84 του Νόμου 12
(1)/
- Αναφορικά με το χρόνο εξασφάλισης του προγράμματος «SUSTAIN» ο μάρτυρας είπε ότι δεν γνωρίζει πότε έγινε αλλά είπε ότι η έναρξη των εργασιών του έγινε τον Φεβρουάριο του 2010 και για να λειτουργήσει έπρεπε να γίνει η πρόσληψη συμβούλων. Το Κοινοτικό Συμβούλιο είπε και ο κατηγορούμενος 1 από τον Φεβρουάριο του 2010 μέχρι τον Ιουνίου του 2010 εξασφάλισε τις υπηρεσίες των συμβούλων αυτών χωρίς προσφορές για την εν λόγω περίοδο. Είπε περαιτέρω, ότι η συνεισφορά του Κοινοτικού Συμβουλίου στον εν λόγω πρόγραμμα θα ήταν της τάξης του 20%. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο δεν υπέστηκε οποιαδήποτε ζημία εξαιτίας του διορισμού της εν λόγω XXXXX Λοϊζίδου και της ISOTECH ως προσωρινού σύμβουλου, αλλά υπέστηκε ζημιά είπε μετά τον τερματισμό του προγράμματος που έγινε από τον νέο Κοινοτάρχη. Είπε περαιτέρω ότι ο νέος Κοινοτάρχης του ανάφερε ότι το πρόγραμμα αυτό αναλήφθηκε με σκοπό να πηγαίνουν ταξίδια κάποια μέλη του Συμβουλίου δωρεάν και να εργοδοτηθούν κάποιοι σύμβουλοι αλλά αυτό δεν προκύπτει από οποιαδήποτε στοιχεία και ήταν μια προσωπική του άποψη. Περαιτέρω, ανάφερε ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο βγήκε σε προσφορές για το ζήτημα του λογιστή σε σχέση με τον εν λόγω πρόγραμμα τον Μάρτιο του 2010 ενώ για το ζήτημα του ανεξαρτήτου συμβούλου την 1ην/06/2010 και ο μοναδικός προσφοροδότης ήταν η εταιρεία ISOTECH στην οποία κατακυρώθηκε η προσφορά. Όσον αφορά το χρόνο παροχής των υπηρεσιών που αναγράφεται στα τιμολόγια και την πληρωμή τους, ο μάρτυρας είπε ότι οι επιταγές τεκμήρια 4, 5 και 6 εξαργυρώθηκαν μετά που κατακυρώθηκε η προσφορά αλλά η θέση του ήταν ότι αυτές εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες για εργασίες που έγιναν πριν την κατακύρωση της προσφοράς και αυτό το βασίζει στις αναφορές του 1ου κατηγορούμενου στην κατάθεση του και της κας XXXXX Λοϊζίδου, η οποία λέει ότι οι αποδείξεις εκδόθηκαν για εργασίες που έγιναν πριν την κατακύρωση της προσφοράς. Ο 1ος κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 07/11/2012 (τεκμήριο 8Α) αναφέρει ότι δεν υπήρχε καμία προσυνεννόηση με την εταιρεία ISOTECH για το πρόγραμμα SUSTAIN και την κατακύρωση της προσφοράς και η εμπλοκή της πριν την εν λόγω κατακύρωση ήταν για να βοηθήσει και καθοδηγήσει το Κοινοτικό Συμβούλιο, ως συνεργάτης του που ήταν για άλλα προγράμματα, στην διαδικασία συμμετοχής του στο εν λόγω πρόγραμμα. Η επίσημη έναρξη του προγράμματος αναφέρει ξεκίνησε στις 23/02/2010 με σχετική απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου ημερομηνίας 02/02/
- Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι στις 16/02/2010 σε σχετική συνεδρία του Συμβουλίου αποφασίστηκε η ενοικίαση ενός λεωφορείου για την μετακίνηση των συνέδρων καθώς και η δεξίωση τους στις 22-23/02/
- Αρχές Μαρτίου του 2010 μετά από συμβουλή του γραφείου προγραμματισμού προχώρησαν σε προκήρυξη προσφορών για εργοδότηση ελεγκτικού γραφείου για έλεγχο των δαπανών του προγράμματος SUSTAIN και εν τέλει η προσφορά κατακυρώθηκε στην εταιρεία KPMG. Περαιτέρω, στην ανακριτική του κατάθεση του ημερομηνίας 11/06/2013 (βλ. τεκμήριο 8Β), ο 1ος κατηγορούμενος αναφέρει ότι η συμφωνία με την κα Λοϊζίδου ήταν να συνεχίσει να είναι προσωρινή σύμβουλος όπως ήταν για τα άλλα προγράμματα και να βγουν προσφορές. Η συμφωνία αμοιβής της θα ήταν ανάλογα με το κόστος παροχής υπηρεσιών που θα πρόσφερε. Τα χρήματα που θα της καταβάλλονταν θα προέρχονταν από το Κοινοτικό Συμβούλιο μέχρι να εγκρίνονταν τα ποσά από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Σημαντικό επίσης από την κατάθεση του κατηγορούμενου είναι ότι ο ίδιος παραδέχεται ότι οι επιταγές και αποδείξεις που αναφέρθηκε ο εξεταστής αφορούν εργασίες που έγιναν πριν την κατακύρωση της προσφοράς. Όσον αφορά την πρόσληψη της κας XXXXX άλλως XXXXX Μιλτιάδους, η θέση του Μ.Κ.2 και της κατηγορούσας αρχής είναι ότι αυτή έγινε χωρίς να προκηρυχθούν καν προσφορές από το Κοινοτικό Συμβούλιο και τους κατηγορουμένους ως όφειλαν και είχαν υποχρέωση δυνάμει του Νόμου 12
(1)/2006. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, με βάση το πρακτικό συνεδριάσεως του Κοινοτικού Συμβουλίου ημερομηνίας 29/06/2010 με αύξων αριθμό 16/2010 (βλ. τεκμήριο 1(ι)) αποφασίστηκε η εργοδότηση της κας XXXXX Μιλτιάδους, θυγατέρας του κατηγορούμενου 1 για περίοδο τριών χρόνων όσο και η διάρκεια του Ευρωπαϊκού προγράμματος SUSTAIN με μισθό €560 μηνιαίως συν Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Επίσης, από την έρευνα προκύπτει ότι το εν λόγω πρακτικό δεν ανευρέθηκε ποτέ υπογεγραμμένο από όλα τα μέλη ούτε αυτό αποστάληκε στον Έπαρχο για επικύρωση και έλεγχο της νομιμότητας. Παραδόθηκε μόνο από τον γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXXX το πρακτικό με αύξων αριθμό 16/10 το οποίο είναι ανυπόγραφο. Περαιτέρω, με βάση το πρακτικό ημερομηνίας 20/07/2010 και αύξων αριθμό 17/10 (βλ. τεκμήριο 1(στ)) προκύπτει να επικυρώθηκε το πρακτικό με αύξων αριθμό 16/10 το οποίο ουδέποτε ανευρέθηκε υπογραμμένο. Ο Μ.Κ.2 ανάφερε ότι σύμφωνα με το άρθρο 42 του Περί Κοινοτήτων Νόμου Ν. 86
(1)/1999 αποτελεί καθήκον του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου να τηρούνται ορθά τα πρακτικά, δηλαδή να καταχωρούνται σε ειδικό βιβλίο και να επικυρώνονται στην επόμενη συνεδρία του συμβουλίου. Μετά την επικύρωση υπογράφονται από τον Κοινοτάρχη και τα μέλη που βρίσκονται παρόντα στις συνεδρίες και αποστέλλονται στον Έπαρχο, ο οποίος έχει την εξουσία να ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων των Κοινοτικών Συμβουλίων. Στην παρούσα περίπτωση τα πρακτικά με αρ. 16/10 δεν φέρουν υπογραφές ενώ τόσο αυτά όσο και τα πρακτικά με αρ. 17/10 δεν στάλθηκαν στον Έπαρχο Πάφου. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.2 αναφέρθηκε και σε δύο πρακτικά ημερομηνίας 17/11/2009 με αύξων αριθμό 26/2009, τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια 1(η) και 1(θ). Το τεκμήριο 1(θ), το οποίο όπως προκύπτει από περιεχόμενο του είπε, αναφέρεται σε 12 θέματα, μεταξύ αυτών και το θέμα αρ. 9 το οποίο σχετίζεται με το πρόγραμμα SUSTAIN και είναι ανυπόγραφο. To τεκμήριο 1(η) το οποίο είναι υπογραμμένο περιλαμβάνει 8 θέματα και δεν περιλαμβάνεται το θέμα αρ. 9 που αφορά το εν λόγω ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Το εν λόγω τεκμήριο είναι αυτό που αποστάληκε στον Έπαρχο για έλεγχο της νομιμότητας. Επειδή όμως έλειπαν και άλλα τρία θέματα, εκτός από το θέμα που αφορούσε το ευρωπαϊκό πρόγραμμα δεν προκύπτει να έγινε εσκεμμένη παραποίηση των πρακτικών. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αυτός σε σχέση με την ορθή τήρηση των πρακτικών, είπε ότι η προώθηση των εν λόγω πρακτικών στον Έπαρχο μπορεί να γινόταν από τον γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου αλλά ο ίδιος ο Κοινοτάρχης όφειλε να βεβαιωθεί ότι αυτά τηρούνταν ορθά. Περαιτέρω, διαφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι πριν από την κατακύρωση της θέσης της XXXXX Μιλτιάδους είχε αναρτηθεί στα καφενεία του χωριού σχετική προκήρυξη διότι από έρευνες που έγιναν δεν διαπιστώθηκε κάτι τέτοιο. Επίσης, ανάφερε ότι και αν ακόμα έγινε αυτό, δεν ήταν η ενδεδειγμένη διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί. Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Κ.2 κατά τη αντεξέταση του από το συνήγορο των κατηγορουμένων αρ. 2 και 4, είπε ότι την απόφαση για πρόσληψη της XXXXX Μιλτιάδους την πήρε τον Κοινοτικό Συμβούλιο το οποίο αποτελείτο από τους κατηγορούμενους και το εν λόγω συμβούλιο δεν είναι κατηγορούμενο καθότι τέτοιες οδηγίες λήφθηκαν από την νομική υπηρεσία. Επίσης, παρά την αντεξέταση του μάρτυρα αυτού από το συνήγορο των κατηγορουμένων αρ. 2 και 4 ότι δεν πάρθηκε οποιαδήποτε απόφαση για πρόσληψη της XXXXX Μιλτιάδους στη βάση του πρακτικού τεκμήριο 1(ι), εν τέλει δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός από όλους τους κατηγορούμενους ότι η απόφαση για την εν λόγω πρόσληψη έγινε στις 29/06/
- Πέραν των πιο πάνω, ήταν η θέση των κατηγορουμένων αρ. 2 και 4 ότι ο κατηγορούμενος αρ. 1 τους ανάφερε σε σχετική συνεδρία ότι η κόρη του ήταν η μόνη που πληρούσε τα προσόντα για τη θέση και ότι δεν υπήρχε άλλο ενδιαφέρον και περαιτέρω ότι βεβαιώθηκαν από τον γραμματέα ότι τηρήθηκαν όλες οι διαδικασίες και ότι σε περίπτωση που υπήρχε οποιοδήποτε θέμα νομιμότητας της συγκεκριμένης απόφασης ο Έπαρχος θα ενημέρωνε το Κοινοτικό Συμβούλιο, με τον μάρτυρα να μην γνωρίζει να απαντήσει. Ο Μ.Κ.4 κατάθεσε ως γραμματέας Κεντρικής Υπηρεσίας Κοινοτικών Συμβουλίων Πάφου της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ανάφερε στο Δικαστήριο ότι το πρακτικό του Κοινοτικού Συμβουλίου ημερομηνίας 29/06/2010 με αύξων αριθμό 16/2010 το οποίο είναι και ανυπόγραφο και το πρακτικό ημερομηνίας 20/07/2010 με αύξων αριθμό 17/10, ουδέποτε παρουσιάστηκαν στην Επαρχιακή Διοίκηση με σκοπό να τύχουν του προβλεπόμενου από το Νόμο ελέγχου νομιμότητας. Όσον αφορά την απόφαση του Συμβουλίου για την πρόσληψη της XXXXX Μιλτιάδους, η θέση του ήταν ότι πριν την λήψη της εν λόγω απόφασης το Συμβούλιο είχε υποχρέωση να ακολουθήσει τις προβλεπόμενες από το Νόμο των Προσφορών και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου διαδικασίες. Συγκεκριμένα, είπε ότι έπρεπε να ζητηθούν προσφορές, να γίνει αξιολόγηση των υποψηφίων και να προχωρήσει η πρόσληψη. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι αν τα εν λόγω πρακτικά που αφορούσαν την απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου για πρόσληψη του πιο πάνω προσώπου κοινοποιούνταν στον Έπαρχο Πάφο για έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αυτής, δεν θα εγκρίνονταν και θα καλείτο το Συμβούλιο να επανέλθει και να δώσει λεπτομέρειες και/ή στοιχεία όσον αφορά στο κατά πόσο έχουν ζητηθεί προσφορές και αν υποβλήθηκαν αιτήσεις από ενδιαφερόμενους. Περαιτέρω, είπε ότι σύμφωνα με το Νόμο και συγκεκριμένα το άρθρο 42 του Περί Κοινοτήτων Νόμου, η υποχρέωση κοινοποίησης των πρακτικών προς τον Έπαρχο βαραίνει τον Κοινοτάρχη αλλά συνήθως αυτά κοινοποιούνταν μέσω του γραμματέα στην παρούσα περίπτωση ή άλλου υπαλλήλου του Κοινοτικού Συμβουλίου. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο το Συμβούλιο πριν από την εν λόγω πρόσληψη έκανε τη διαδικασία προσφορών. Αντεξεταζόμενος είπε ότι ο ίδιος έλαβε γνώση για την εν λόγω πρόσληψη όταν πήγε η Αστυνομία να του λάβει κατάθεση και εξ' όσον γνωρίζει η πρόσληψη αυτή δεν ακυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο. Είπε επίσης ότι η εν λόγω πρόσληψη αφορά αγορά υπηρεσιών και όχι εργοδότηση βασιζόμενος στο περιεχόμενο του ιδίου του πρακτικού. Ο 1ος κατηγορούμενος στην κατάθεση του τεκμήριο 8Α αναφέρει ότι στα πλαίσια του προγράμματος έπρεπε να προσληφθεί από την Κοινότητα διαχειριστής του έργου γι αυτό έγινε προκήρυξη της συγκεκριμένης θέσης για αγορά υπηρεσιών συμβούλου διαχειριστή του προγράμματος με ανάρτηση σχετικής ανακοίνωσης στα καφενεία του χωριού και η μόνη που ενδιαφέρθηκε και είχε τα προσόντα ήταν η κόρη του η οποία έχει πτυχίο διαχείρισης περιβάλλοντος και μεταπτυχιακό μηχανικού περιβάλλοντος. Ο 2ος κατηγορούμενος στην κατάθεση του τεκμήριο 10 αναφέρει ότι το θέμα της πρόσληψης της XXXXX Μιλτιάδους συζητήθηκε σε συνεδρία του Κοινοτικού Συμβουλίου και ο 1ος κατηγορούμενος επέμενε ότι η κόρη του ήταν η μόνη που διέθετε πτυχιακό τίτλο που είχε σχέση με το πρόγραμμα SUSTAIN και ζήτησε να γίνει η πρόσληψη της και ότι ο μισθός της θα καταβαλλόταν εξ' ολοκλήρου από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι είναι σίγουρος ότι η συγκεκριμένη θέση δεν ανακοινώθηκε με ανάρτηση στα καφενεία του χωριού. Τα πιο πάνω τα επαναλαμβάνει και στην ανακριτική του κατάθεση τεκμήριο 11 και επίσης αναφέρει ότι σχετικά με την απόφαση αυτή, ο Κοινοτάρχης σε συνεδρία τους είπε ότι η απόφαση τους θα ήταν νόμιμη και ότι θα ζητείτο έγκριση του Επάρχου και σε περίπτωση που δεν ήταν νόμιμη δεν θα εγκρινόταν. Δεν τους ανάφερε λέει τίποτε για προσφορές και αφού τους διαβεβαίωσε τόσο ο Κοινοτάρχης όσο και ο γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου για την ορθότητα της διαδικασίας πρόσληψης αποφάσισαν. Τέλος, αναφέρει ότι παραπλανήθηκε από τους πιο πάνω. Ο 3ος κατηγορούμενος στην κατάθεση του τεκμήριο 13 αναφέρει ότι από ότι θυμάται δεν προκηρύχθηκαν προσφορές για τη θέση της XXXXX Μιλτιάδους γιατί ήταν χαμηλή η θέση και χαμηλός ο μισθός. Στην ανακριτική του κατάθεση τεκμήριο 14 αναφέρει ότι η μόνη που πληρούσε τα προσόντα για την πιο πάνω θέση ήταν η ΧΧΧXΧ Μιλτιάδους και δεν θυμάται να δημοσιεύτηκε η θέση στις δημόσιες προσφορές. Ο 4ος κατηγορούμενος αναφέρει στην κατάθεση του τεκμήριο 16 ότι αποφάσισαν την πρόσληψη της XΧΧΧΧ Μιλτιάδους μετά από πρόταση του Κοινοτάρχη ο οποίος επέμενε καθότι ήταν η μόνη που είχε πτυχίο μηχανικού περιβάλλοντος μέσα στην Κοινότητα και τους ανάφερε ότι η αμοιβή της θα καλυπτόταν μέσω του προγράμματος. Τα ίδια επαναλαμβάνει και στην ανακριτική του κατάθεση τεκμήριο 17 και επιπρόσθετα αναφέρει ότι ο Κοινοτάρχης δεν τους είπε ότι θα προκηρυσσόταν διαγωνισμός για τη θέση αυτή. Αναφέρει επίσης ότι είχε την εντύπωση ότι η πρόσληψη εγκρίθηκε από τον Έπαρχο Πάφου, γι αυτό και δεν την κατάγγειλε. Τέλος ο 5ος κατηγορούμενος αναφέρει στην κατάθεση του τεκμήριο 19 ότι απ' ότι θυμάται δεν έγινε προκήρυξη της θέσης της ΧΧXΧΧ Μιλτιάδους στα καφενεία του χωριού. Στην ανακριτική του κατάθεση τεκμήριο 20 αναφέρει ότι ο Κοινοτάρχης του ανάφερε ότι προσλήφθηκε η κόρη του διότι ήταν η μόνη που σπούδασε μηχανικός περιβάλλοντος αλλά δεν γνωρίζει αν βγήκε σε προσφορές και ότι δεν γνώριζε ότι ήταν παράνομη η πρόσληψη. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, η πλευρά των κατηγορούμενων ήγειρε θέμα μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικές αγορεύσεις, τις οποίες έχω μελετήσει επισταμένα και τις λαμβάνω υπόψη μου. Συνοπτικά όμως, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων αρ. 1, 2 και 5 στην εισήγηση του αναφέρει ότι όσον αφορά την 1ην κατηγορία που αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος, ο ρόλος της κας Λοϊζίδου για την περίοδο για την οποία κατηγορείται ήταν βοηθητικός και η εμπλοκή της αφορούσε προπαρασκευαστικές πράξεις για συμμετοχή του κοινοτικού συμβουλίου στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα Sustain εν όψει της συνεχιζόμενης συνεργασίας που είχε με το Κοινοτικό Συμβούλιο σε άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα. Το γεγονός αυτό αναφέρει ήταν εν γνώσει του Κοινοτικού Συμβουλίου. Δεν μπορεί συνεχίζει η εισήγηση η αποδοχή τέτοιας βοήθειας να χαρακτηριστεί ως αυθαίρετη πράξη. Πέραν τούτου, αναφέρει η εισήγηση, οι πληρωμές που έγιναν αφορούσαν την ομάδα έργου που ήταν η εταιρεία ISOTECH και έγιναν για εργασίες μετά την κατακύρωση της προσφοράς. Προφανώς οι αποδείξεις που φέρουν προγενέστερη ημερομηνία της κατακύρωσης της προσφορά είναι λανθασμένες και οι εν λόγω πληρωμές δεν γίνονται προς την κα Λοϊζίδου. Επιπρόσθετα, ο κ. Κορακίδης ισχυρίζεται, με αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 105 και στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος καθώς και με παραπομπή σε νομολογία ότι δεν τεκμηριώνεται η κατάχρηση εξουσίας ή πράξη αυθαίρετη η οποία να παράβλεψε τα δικαιώματα άλλου. Προχωρώντας, ισχυρίζεται ότι η νομοθεσία για τις Δημόσιες Συμβάσεις επί της οποίας στηρίζεται η κατηγορούσα αρχή δεν καθιστά αδίκημα την μη προκήρυξη προσφοράς και ότι δεν υπάρχει έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα σύμφωνα με το άρθρο 106 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 για να ασκηθεί Ποινική δίωξη εναντίον των κατηγορουμένων για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 105 του Κεφ.
- Όσον αφορά τις κατηγορίες αρ. 2 και 4 - 7, ο συνήγορος ισχυρίζεται ότι αυτές αφορούν την πρόσληψη της ΧΧXΧΧ Μιλτιάδους η οποία έγινε με απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου. Είναι η θέση του ότι πρόκειται για εκτελεστή διοικητική πράξη για την οποία του Ποινικό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ελέγξει την νομιμότητα της, παρά μόνο στις περιπτώσεις νόσφισης εξουσίας που δεν είναι η περίπτωση μας. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής παραπέμπει σε σχετική νομολογία επί του ζητήματος. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, αποτέλεσε θέση του ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε κατάχρηση εξουσίας ούτε και βλάβη δικαιωμάτων. Σε σχέση με την 3ην κατηγορία, η θέση του συνηγόρου ήταν ότι με βάση των Περί Κοινοτήτων Νόμο, ο νομοθέτης δεν επεδίωξε την ποινικοποίηση οποιασδήποτε παράλειψης εκτέλεσης καθήκοντος. Αντιθέτως, ο νομοθέτης προβλέπει συγκεκριμένα τι μπορεί να γίνει σε περίπτωση τέτοιας παράλειψης και παραπέμπει στις πρόνοιες του άρθρου 45 του εν λόγω Νόμου. Επομένως, ισχυρίζεται ο συνήγορος δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το άρθρο 136 του Ποινικού Κώδικα με την γενικότητα των διατάξεων του. Τέλος, ισχυρίζεται ότι οι λεπτομέρειες της κατηγορίας αρ. 3 δεν συγκεκριμενοποιούν για ποια παράλειψη κατηγορείται ο κατηγορούμενος 1, δηλαδή για ποια συνεδρία του 2010 παρέλειψε να φροντίσει να τηρηθούν πρακτικά. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων αρ. 2 και 4 προβάλει τα ίδια ζητήματα με τα πιο πάνω που ανάφερε ο συνήγορος των κατηγορουμένων 1, 3 και 5 σε σχέση με τις κατηγορίες που αφορούν τους κατηγορούμενους 2 και
- Ισχυρίζεται, με αναφορά στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ότι με την μαρτυρία που έχει προσαχθεί από πλευράς κατηγορούσας αρχής δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε αυθαίρετη πράξη των κατηγορουμένων 2 και 4 που να παραβλάπτει τα δικαιώματα οποιουδήποτε ατόμου. Ούτε τίθεται ζήτημα ενεργειών κατά κατάχρηση της εξουσίας τους. Πέραν των πιο πάνω, ισχυρίζεται και αυτός ότι η απόφαση για πρόσληψη της εν λόγω ΧΧXΧΧ Μιλτιάδους λήφθηκε από το Κοινοτικό Συμβούλιο το οποίο είναι πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αποτελεί διοικητικό όργανο το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Η εν λόγω απόφαση του συνεχίζει αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη που εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δίκαιου και μπορεί να προσβληθεί αποκλειστικά και μόνο με προσφυγή. Κατά συνέπεια το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τη νομιμότητα και εγκυρότητα της. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο Νόμος που διέπει τις Δημόσιες Συμβάσεις δεν καθιστά ως ποινικό αδίκημα την μη προκήρυξη διαγωνισμού προσφορών. Τέλος, είναι η θέση του ότι δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα για την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 4 σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 106 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Mετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση έτσι ώστε να χρειάζεται να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Στην Δικαστική Πρακτική του 1962 [1962] 1 ALL ER 448 η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, o όρος « εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει μια προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή την απόδειξη της υπόθεσης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα (βλ. Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250). Επίσης, να αναφερθεί ότι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, ο Δικαστής δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και το Δικαστήριο προβαίνει σε μια αντικειμενική θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 λέχθηκε ότι η απαλλαγή του Κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνο όταν: « (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου.» Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου,
(2002)2 ΑΑΔ 9). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πική και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή έγκειται στη δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Περαιτέρω, στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Δράκου κ.α, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 5/2012, 6/2012, 7/2012, 8/2012 και 9/2012), Ημερ. 11/12/2012, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το εκ πρώτης όψεως στάδιο: «Αρχίζω υπενθυμίζοντας ότι το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου,(Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας καθορίζεται στο άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 έχει ως ακολούθως: «105. ∆ηµόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντά του, ενεργεί ή διατάσσει την ενέργεια οποιασδήποτε αυθαίρετης πράξης που παραβλάπτει τα δικαιώµατα άλλου, είναι ένοχος πληµµελήµατος. Αν ο υπαίτιος απέβλεπε µε τέτοια πράξη σε κέρδος, είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) ο κατηγορούμενος να είναι δημόσιος λειτουργός, β) η πράξη να συνιστά κατάχρηση της εξουσίας του, γ) η πράξη να είναι αυθαίρετη, δ) η πράξη να παράβλαψε τα δικαιώματα άλλων. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Θεοχάρη Κελβερη
(1996)2 Α.Α.Δ. 103). Τα άρθρα 42 και 45 του Περί Κοινοτήτων Νόμου Ν. 86(Ι)/1999έχουν ως ακολούθως: «42.—
(1)Αποτελεί καθήκον του κοινοτάρχη να τηρεί ή να φροντίζει να τηρούνται πρακτικά σε κάθε συνεδρία του Συµβουλίου. Τα πρακτικά καταχωρίζονται σε ειδικό βιβλίο που τηρείται για το σκοπό αυτό και επικυρώνονται στην επόµενη συνεδρία του Συµβουλίου. Μετά την επικύρωση υπογράφονται από τον κοινοτάρχη ή το µέλος που προεδρεύει της συνεδρίας και αµέσως µετά την υπογραφή τους τα πρακτικά γίνονται αποδεκτά ως µαρτυρία χωρίς παραπέρα απόδειξη. Ο κοινοτάρχης υποχρεούται να κοινοποιεί τα πρακτικά της συνεδρίας του Συµβουλίου σε όλα τα µέλη του και στον Έπαρχο πριν από την επόµενη τακτική συνεδρία και εν πάση περιπτώσει µέσα σε δεκαπέντε µέρες από τη συνεδρία: Νοείται ότι ο Έπαρχος έχει την εξουσία να ασκεί έλεγχο νοµιµότητας των αποφάσεων του Συµβουλίου.» «45. Σε περίπτωση κατά την οποία ο κοινοτάρχης και το Συµβούλιο παραλείπουν να εκτελέσουν οποιοδήποτε επιβαλλόµενο από τον παρόντα Νόµο καθήκον ή να εφαρµόσουν οποιαδήποτε διάταξή του, ο Υπουργός δύναται να καλέσει τον κοινοτάρχη και το Συµβούλιο να εκτελέσουν µέσα σε εύλογη προθεσµία το καθήκον αυτό ή να προβούν στην εφαρµογή της διάταξης του παρόντος Νόµου. Σε περίπτωση µη συµµόρφωσης, ο Υπουργός έχει την εξουσία να διορίσει τον Έπαρχο αρµόδιο για την εκτέλεση ή την εφαρµογή των πιο πάνω και το Συµβούλιο επιβαρύνεται µε τα αναγκαία για το σκοπό αυτό έξοδα.» Το δε άρθρο 84 του Περί του Συντονισµού των ∆ιαδικασιών Σύναψης ∆ηµόσιων Συµβάσεων Προµηθειών, Έργων και Υπηρεσιών και για Συναφή Θέµατα Νόµου Ν. 12
(1)/2006 έχει ως ακολούθως: «84-
(1)Για δηµόσιες συµβάσεις, των οποίων η εκτιµώµενη αξία, εκτός Φ.Π.Α, δεν υπερβαίνει- (α) Τις 2.000 ευρώ, η αναθέτουσα αρχή δύναται να αναθέτει απευθείας τη σύµβαση χωρίς να προηγηθεί η προβλεπόµενη από τον παρόντα Νόµο διαδικασία σύναψης σύµβασης· (β) τις 15.000 ευρώ, η αναθέτουσα αρχή δύναται να ζητά την υποβολή γραπτών ή προφορικών προσφορών από περιορισµένο, κατά την κρίση της, αριθµό οικονοµικών φορέων· (γ) τις 50.000 ευρώ, ή τα κατώτατα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 19 όταν πρόκειται για δηµόσιες συµβάσεις προµηθειών και υπηρεσιών και τις 850.000 ευρώ όταν πρόκειται για δηµόσιες συµβάσεις έργων, που προορίζονται να καλύψουν ανάγκες εκτός της επικράτειας της ∆ηµοκρατίας, η αναθέτουσα αρχή δύναται να αναθέτει τη σύµβαση χωρίς δηµοσίευση προκήρυξης µε βάση την ακόλουθη διαδικασία: (i)Η αναθέτουσα αρχή καταρτίζει τα αναγκαία έγγραφα του διαγωνισµού, τα οποία αποστέλλει, όπου είναι εφικτό, σε τουλάχιστον τέσσερις οικονοµικούς φορείς της αιτιολογηµένης επιλογής της. Η αποστολή των εγγράφων του διαγωνισµού σε λιγότερους από τέσσερις οικονοµικούς φορείς πρέπει να δικαιολογείται επαρκώς. (ii) Η προθεσµία για την υποβολή των προσφορών δεν δύναται να είναι µικρότερη των επτά
(7)ηµερών από την ηµεροµηνία αποστολής της σχετικής πρόσκλησης. (iii) Οι προσφορές υποβάλλονται στη διεύθυνση της αναθέτουσας αρχής µέχρι την καθορισµένη ηµεροµηνία και ώρα που αναφέρεται στην πρόσκληση για την υποβολή των προσφορών.» Πέραν των πιο πάνω και σε σχέση με την κατηγορία αρ. 3 την οποία αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος, το άρθρο 136 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, έχει ως ακολούθως: «
- Όποιος εσκεµµένα ανυπακούει σε νόµο για τη διενέργεια πράξης απαγορευµένης από αυτό ή µε την παράλειψη πράξης που επιβάλλεται από αυτό, η οποία αφορά το κοινό ή µέρος του κοινού, είναι ένοχος πληµµελήµατος και εκτός αν προκύπτει από αυτό το νόµο πρόθεση του νοµοθέτη για επιβολή κάποιας άλλης ποινής, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τη μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον μου θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, λαμβάνοντας υπόψη μου και τις εισηγήσεις και θέσεις των συνηγόρων υπεράσπισης ως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα εξετάσει την μαρτυρία της στην όψη της και μόνο και κατά πόσο αυτή είναι επαρκής για να εγείρει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, η οποία δεν εξισούται με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατ' αρχή θα πρέπει να λεχθεί ευθύς εξ' αρχής ότι η θέση των συνηγόρων υπεράσπισης που άπτεται του ζητήματος της συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον των κατηγορούμενων στη βάση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα, δεν ευσταθεί. Και τούτο, διότι όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου το κατηγορητήριο συνοδεύεται από μια τέτοια συγκατάθεση σύμφωνα με το άρθρο 106 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Θα προχωρήσω λοιπόν να εξετάσω την ουσία των κατηγοριών στη βάση της προσφερθείσας μαρτυρίας. Σε σχέση λοιπόν με την 1ην κατηγορία και τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, αποτέλεσε εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος 1 διόρισε ως προσωρινό ανεξάρτητο σύμβουλο του προγράμματος Sustain την κα ΧΧXΧΧ Λοϊζίδου για την περίοδο από 24/11/2009 μέχρι 24/06/2010 χωρίς να προκηρυχθούν προσφορές για την εν λόγω θέση ως τάσσει ο σχετικός Νόμος. Έχει προκύψει ότι το εν λόγω πρόγραμμα, κατά τη θέση του εξεταστή είχε εξασφαλιστεί και άρχισε να λειτουργεί από τον Φεβρουάριο του 2010 ενώ σύμφωνα με υποβολή της υπεράσπισης αυτό έγινε από τον Νοέμβριο του
- Επίσης, προκύπτει από όλη την ενώπιον μου μαρτυρία η εμπλοκή της εν λόγω ΧΧΧΧX Λοϊζίδου πριν από την κατακύρωση της προσφοράς προς την εταιρεία Isotech Ltd και με αναφορές του ιδίου του κατηγορούμενου στις καταθέσεις του η εκτέλεση εργασιών εκ μέρους της το διάστημα αυτό οι οποίες πληρώθηκαν με μεταχρονολογημένες επιταγές. Έλαβα υπόψη μου τη θέση της υπεράσπισης ότι η εμπλοκή της κας Λοϊζίδου αφορούσε προπαρασκευαστικές πράξεις για συμμετοχή του Κοινοτικού Συμβουλίου στο εν λόγω πρόγραμμα λόγω της συνεργασίας που είχαν με αυτή και ότι δεν αποδείχθηκε από την κατηγορούσα αρχή ποιες εργασίες διεκπεραίωσε για την περίοδο εκείνη και ότι οι εργασίες για τις οποίες έγιναν οι πληρωμές αφορούσαν εργασίες της ομάδας του έργου που έγιναν μετά την κατακύρωση της προσφοράς και οι σχετικές αποδείξεις είναι προφανώς λανθασμένες. Θεωρώ ότι τα εν λόγω ζητήματα και ποια τελικά ήταν η εμπλοκή της κας Λοϊζίδου πριν την κατακύρωση της εν λόγω προσφοράς είναι ζητήματα τα οποία θα προκύψουν μόνο μετά από αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν είναι του παρόντος. Για σκοπούς του σταδίου αυτού, κρίνω ότι υπάρχει επαρκής μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η εμπλοκή του εν λόγω προσώπου χωρίς να έχει προηγουμένως προκηρυχθεί ο σχετικός διαγωνισμός. Προκύπτει, περαιτέρω να έγινε η πρόσληψη της ΧΧΧXΧ Μιλτιάδους από τον Κοινοτικό Συμβούλιο με την εμπλοκή και συγκατάθεση όλων των κατηγορουμένων χωρίς η εν λόγω θέση για την οποία προσλήφθηκε να είχε προκηρυχθεί ως τάσσει ο Νόμος σύμφωνα με τη θέση της κατηγορούσας αρχής. Ήταν η θέση της υπεράσπισης όλων των κατηγορουμένων σε σχέση τις κατηγορίες της κατάχρησης εξουσίας που όλοι αντιμετωπίζουν και αφορούν την πρόσληψη της κας ΧXΧΧΧ Μιλτιάδους, ότι δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα κατάχρησης εξουσίας ή αυθαίρετης πράξης αφού πρόκειται για ισχυρή εκτελεστή διοικητική πράξη, την νομιμότητα της οποίας δεν μπορεί να ελέγξει το ποινικό δικαστήριο αλλά μόνο το διοικητικό κατόπιν προσφυγής. Προς υποστήριξη της θέσης τους περί αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να εξετάσει την νομιμότητα της εν λόγω απόφασης παραπέμπουν σε νομολογία όπως είναι Γενικός Εισαγγελέας v. Κrashias Footwear Industry Limited, Ποινική Έφεση Αρ. 332/2015, ημερ. 30/04/2018 και Τakis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424. Με όλο το σεβασμό προς την πιο πάνω θέση των συνηγόρων, κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να ευσταθεί υπό τις περιστάσεις. Στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο δεν πρόκειται να εξετάσει την νομιμότητα της διοικητικής πράξης και της απόφασης του Κοινοτικού Συμβουλίου για την πρόσληψη της κας ΧXΧΧΧ Μιλτιάδους. Η εν λόγω απόφαση από την στιγμή που είναι άμεσα εκτελεστή και δεν έχει προσβληθεί, καθορίζει και τα δικαιώματα των επηρεαζομένων όπως της εν λόγω ΧΧΧXΧ Μιλτιάδους και του Κοινοτικού Συμβουλίου. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις της βεβαίωσης του Φ.Π.Α. και των οφειλόμενων Κοινωνικών Ασφαλίσεων όπως στην περίπτωση της νομολογίας που αναφέρθηκαν οι συνήγοροι. Το Δικαστήριο σε εκείνες τις περιπτώσεις δεν θα υπεισέλθει να εξετάσει κατά πόσο οι εν λόγω αποφάσεις των διοικητικών οργάνων είναι ορθές παρά μόνο κατά πόσο στη βάση αυτών οι οποίες καθορίζουν και τα δικαιώματα των επηρεαζομένων και δη τις υποχρεώσεις του διοικούμενου έχει διαπραχθεί το αδίκημα της μη καταβολής τους. Εδώ το Δικαστήριο δεν καλείται να εξετάσει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των επηρεαζομένων στη βάση μιας εκτελεστής διοικητικής πράξης αλλά συγκεκριμένο αδίκημα το οποίο φέρεται να έχει διαπραχθεί κατά την άσκηση των καθηκόντων των κατηγορούμενων και των ενεργειών τους κατά τη λήψη αυτής της απόφασης. Με άλλα λόγια καλείται να εξετάσει κατά πόσο κατά τη λήψη της εν λόγω απόφασης, οι κατηγορούμενοι διέπραξαν ποινικά αδικήματα και δη το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, το οποίο έχει συγκεκριμένα συστατικά στοιχεία και όχι να ασκήσει έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης τους με βάση τις αρχές του διοικητικού δικαίου. Με βάση το άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα ποινικοποιείται συγκεκριμένη συμπεριφορά δημοσίων λειτουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και όχι ανεξάρτητα από αυτά. Επομένως, εκείνο που πρέπει να εξετάζεται είναι αν στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους διέπραξαν ή όχι το συγκεκριμένο αδίκημα. Πιο συγκεκριμένα θα πρέπει να εξετάζονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Οι ενέργειες τους οι οποίες εξετάζονται δεν είναι αυτές που ανάγονται στα πραγματικά τους καθήκοντα αλλά αυτές οι οποίες είναι πέραν από αυτά και γίνονται με συγκεκριμένο τρόπο που αποτελούν το αδίκημα για το οποίο δικαιοδοσία να εξετάσει έχει φυσικά το ποινικό δικαστήριο. Επομένως, θεωρώ ότι αυτή η εισήγηση των συνηγόρων δεν ευσταθεί. Πέραν των πιο πάνω και εξετάζοντας τα συστατικά στοιχεία του αδίκηματος του άρθρου 105, παρατηρώ ότι εκ πρώτης όψεως η μαρτυρία που έχει προσαχθεί ικανοποιεί το γεγονός ότι όλοι οι κατηγορούμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν δημόσιοι λειτουργοί εν τη εννοία του Νόμου και συγκεκριμένα του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και ότι η ενέργεια της πρόσληψης της ΧΧXΧΧ Μιλτιάδους ανάγετο στα καθήκοντα τους. Άλλωστε τα ζητήματα αυτά δεν αμφισβητούνται από την υπεράσπιση. Περαιτέρω, τους αποδίδεται ότι καταχράστηκαν την εξουσία τους και αυθαίρετα αποφάσισαν την εν λόγω πρόσληψη καθότι δεν προκηρύχθηκαν προσφορές. Το γεγονός ότι δεν προκηρύχθηκαν προσφορές είναι κάτι που ουσιαστικά δεν αμφισβητείται από τους κατηγορούμενους, χωρίς φυσικά να παραγνωρίζω τις θέσεις τους περί τούτου όπως αναφέρονται στις καταθέσεις τους και ότι ενδεχομένως η θέση αυτή να είχε προκηρυχθεί με ανάρτηση στα καφενεία, κάτι φυσικά που θα τύχει αξιολόγησης στο κατάλληλο στάδιο. Η κατηγορούσα αρχή για να τεκμηριώσει την κατάχρηση της εξουσίας των κατηγορουμένων και το αυθαίρετο της πράξης τους, βασίστηκε στις πρόνοιες του άρθρου 84 του Νόμου 12
(1)/2006, το οποίο προδιαγράφει συγκεκριμένη διαδικασία που όφειλαν να ακολουθήσουν υπό τις περιστάσεις αλλά και σε παρεμφερείς ενέργειες τους που κυρίως αφορούσαν το ζήτημα της μη κοινοποίησης των σχετικών πρακτικών στον Έπαρχο από τον 1ον κατηγορούμενο. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε λεπτομερή ανάλυση της μαρτυρίας και όλων των γεγονότων που αφορούν την κατηγορία αυτή και τις ενέργειες των κατηγορουμένων, θεωρώ ότι για σκοπούς του σταδίου αυτού είναι επαρκής για να στοιχειοθετήσει, τόσο την κατάχρηση της εξουσίας των κατηγορουμένων όσο το αυθαίρετο της πράξης τους. Το κατά πόσο στο τέλος της υπόθεσης και μετά από λεπτομερή ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που αφορά την εμπλοκή και ενέργειες έκαστου κατηγορούμενου θα καταδειχθεί το αυθαίρετο της πράξης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δεν είναι του παρόντος. Τέθηκε επίσης το θέμα από την υπεράσπιση ότι το άρθρο 84 του Νόμου 12
(1)/2006 δεν ποινικοποιεί την μη προκήρυξη προσφορών και η κατηγορούσα αρχή επιχείρησε να καταδείξει ότι υπήρξε παραβίαση της εν λόγω νομοθεσίας. Επί αυτού του θέματος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατηγορούνται ότι παρέλειψαν να προκηρύξουν προσφορές αλλά ότι καταχράστηκαν την εξουσία τους. Ασφαλώς όταν εξετάζεται η διάπραξη ενός ποινικού αδικήματος δυνάμει κάποιου νομοθετήματος, θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο δημιουργείται ένα τέτοιο αδίκημα από το εν λόγω νομοθέτημα και ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να δημιουργήσει ένα τέτοιο αδίκημα όπως έχει αναφερθεί στην Αναφορικά με την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 69/2017, ημερομηνίας 06/12/2017, στην οποία γίνεται αναφορά από το συνήγορο των κατηγορουμένων 1, 3 και
- Στην παρούσα περίπτωση οι κατηγορούμενοι δεν κατηγορούνται δυνάμει του πιο πάνω Νόμου που διαγράφει απλώς την υποχρέωση τους και τον τρόπο που πρέπει να ενεργούν, χωρίς να ποινικοποιεί τυχόν παραβίαση του. Κατηγορούνται για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας το οποίο, μεταξύ άλλων απαιτεί και την απόδειξη του αυθαίρετου της πράξης τους. Η αναφορά στις πρόνοιες της πιο πάνω νομοθεσίας που διαγράφει τον τρόπο που πρέπει να ενεργούν οι δημόσιοι οργανισμοί είναι να για να καταδειχθεί το αυθαίρετο της πράξης των κατηγορουμένων και όχι για να αποδειχθεί η διάπραξη ενδεχόμενου άλλου αδικήματος και συγκεκριμένα αυτού της μη προκήρυξης προσφορών. Σύμφωνα με το λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ΄ έκδοση «αυθαίρετος» ορίζεται ως
- Αυτός που δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο που προβλέπουν οι νόμοι, αλλά σύμφωνα με προσωπικές επιθυμίες και προτιμήσεις‧(γενικότ.) αυτός που δεν υπακούει στις αρχές που ισχύουν σε δεδομένο τόπο και χρόνο, αλλά ενεργεί κατά το δοκούν :». Επομένως, θεωρώ ότι η μη ποινικοποιήση της μη προκήρυξη προσφορών με βάση το Νόμο 12
(1)/2006 δεν επηρεάζει την απόδειξη της κατηγορίας της κατάχρησης εξουσίας που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Δεν εξετάζεται συγκεκριμένο αδίκημα δυνάμει εκείνου του Νόμου αλλά το αδίκημα του άρθρου
- Επιπρόσθετα, οι συνήγοροι ισχυρίζονται ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενέργεια και πράξη των κατηγορουμένων επηρέασε τα δικαιώματα άλλου, απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου
- Παρά το ότι δεν είναι του παρόντος να γίνει μια λεπτομερής ανάλυση αυτού του συστατικού στοιχείου του αδικήματος, εντούτοις μπορούν να λεχθούν τα ακόλουθα: «Παραβλάπτει» σημαίνει προκαλεί ζημιά σε άλλον, βλάπτει, ζημιώνει τα δικαιώματα άλλου. Η λέξη «δικαιώματα» σημαίνει τις ελευθερίες και δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το νόμο σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα να ενεργούν προς ικανοποίηση των συμφερόντων τους και σε ένα δεύτερο επίπεδο αυτά τα οποία δικαιούται κάποιος. Δεν θεωρώ ότι η αναφορά στο Νόμο σε δικαιώματα άλλου θα πρέπει να ερμηνεύεται σε πρόσωπο συγκεκριμένο αλλά θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο εκ του αποτελέσματος των πράξεων ζημιώνει κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή βλάπτονται τα δικαιώματα του ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Στην παρούσα περίπτωση, σύμφωνα πάντα με την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής και το άρθρο 84(γ) του Νόμου 12
(1)/2006 το Κοινοτικό Συμβούλιο έπρεπε να ζητήσει προσφορές τουλάχιστον από τέσσερις οργανισμούς ή άτομα για τις εν λόγω υπηρεσίες. Δηλαδή, τουλάχιστον τέσσερα άτομα ως ανωτέρω αναφέρθηκε με συγκεκριμένα προσόντα θα αποκτούσαν τουλάχιστον δικαίωμα να προσφοροδοτήσουν για την εν λόγω θέση. Η ενέργεια των κατηγορουμένων να μην προκηρύξουν προσφορές εκ του αποτελέσματος αποστέρησαν το εν λόγω δικαίωμα από τα πιο πάνω πρόσωπα. Επομένως, προκύπτει για σκοπούς πάντα του σταδίου αυτού ότι οι κατ' ισχυρισμό ενέργειες και πράξεις των κατηγορουμένων ζήμιωσαν ή έβλαψαν τα δικαιώματα άλλων. Περαιτέρω, επειδή έγινε αναφορά από τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων στην απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΧΧΧ Ιωάννου, Ποιν. Υπόθεση Αρ. 1714/2015 Ε.Δ. Πάφου, Ημερομηνίας 17/04/2018, θα πρέπει να αναφέρω ότι τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης διαφοροποιούνται από αυτά της παρούσας. Δεν προέκυπτε εκεί να υπήρχε ζημιά σε οποιοδήποτε πρόσωπο αλλά ουσιαστικά ζημία στο κοινό και στο δημόσιο συμφέρον κάτι που εκφεύγει του σκοπού του άρθρου αυτού. Εδώ τα γεγονότα καταδεικνύουν, πάντοτε για σκοπούς του σταδίου αυτού ότι εκ του αποτελέσματος ζήμιωσαν ή βλάφτηκαν τα δικαιώματα άλλων, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω σε σχέση με το θέμα αυτό της ζημιάς στα δικαιώματα άλλων ισχύουν και για τα γεγονότα της 1ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος. Περαιτέρω και σε σχέση με εκείνη την κατηγορία προκύπτει εκ πρώτης όψεως να ικανοποιούνται και τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Το κατά πόσο εν τέλει ο 1ος κατηγορούμενος καταχράστηκε την εξουσία του και η πράξη του να εμπλέξει την κα Λοϊζίδου στη διαχείριση του υπό κρίση ευρωπαϊκού προγράμματος χωρίς να προκηρύξει προσφορές για την συγκεκριμένη περίοδο ήταν αυθαίρετη, είναι ζητήματα που θα εξεταστούν μετά από ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας και των εκατέρωθεν εκδοχών στο τέλος. Πέραν των πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του 1ου κατηγορουμένου και στην 3ην κατηγορία η οποία αφορά την μη τήρηση ή ορθή τήρηση των πρακτικών. Σύμφωνα με την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής και όπως προκύπτει, το καθήκον του αυτό διαγράφεται από τις πρόνοιες του άρθρου 42 του Περί Κοινοτήτων Νόμου, αναφορά αυτούσιου έγινε ανωτέρω. Έχει προκύψει από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι τα πρακτικά της συνεδρίασης ημερομηνίας 29/06/2010 με αύξων αριθμό 16/10 κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση για την εν λόγω πρόσληψη δεν υπογράφηκαν ποτέ από τους κατηγορούμενους, δεν ανευρέθηκαν ποτέ τέτοια πρακτικά υπογραμμένα και ούτε αποστάληκαν στον Έπαρχο για έλεγχο της νομιμότητας τους. Επίσης τα πρακτικά με αύξων αριθμό 26/09 διαφέρουν μεταξύ τους με την έννοια ότι δεν περιλαμβάνονται και στα δύο αυτά όλα τα θέματα. Να σημειωθεί ότι ο Μ.Κ.2 κατά την μαρτυρία του ανάφερε ότι σε σχέση με το ζήτημα αυτό δεν προέκυψε άλλη μαρτυρία ότι εσκεμμένα αυτά τα πρακτικά διαφέρουν μεταξύ τους. Ουσιαστικά διευκρίνισε ότι πέραν από τη διαφορά που παρουσιάζουν δεν πρόεκυψε οτιδήποτε άλλο. Επομένως, εκείνο το οποίο προκύπτει να επικεντρώνεται η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με τη κατηγορία αυτή, είναι η μη τήρηση ή ορθή τήρηση των πρακτικών συνεδρίασης που φέρεται να έγινε σε κάποια ημερομηνία κατά το έτος 2010 ή στις 29/06/2010 οπότε και αποφασίστηκε το ζήτημα της πρόσληψης της ΧΧΧXΧ Μιλτιάδους και ότι αυτά δεν κοινοποιήθηκαν ποτέ στον Έπαρχο. Η υπεράσπιση του 1ου κατηγορούμενου εισηγείται όσον αφορά την κατηγορία αυτή, ότι ο Περί Κοινοτήτων Νόμος δεν ποινικοποιεί την παράληψη τήρησης ή ορθής τήρησης των πρακτικών από τον Κοινοτάρχη, παρά μόνο σε αυτόν προνοούνται διοικητικές κυρώσεις στη βάση του άρθρου 45, στο οποίο επίσης έγινε αναφορά ανωτέρω. Έχω διεξέλθει τις πρόνοιες του άρθρου 136 του Κεφ. 154 και έλαβα υπόψη μου και τον πλαγιότιτλο του εν λόγω άρθρου το οποίο αναφέρει «Ανυπακοή σε διατάξεις νόµων που επιβάλλουν καθήκον.». Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος προκύπτει να είναι τα ακόλουθα:
- Εσκεμμένη ανυπακοή σε νόμο α) με τη διενέργεια απαγορευμένης από νόμο πράξης ή β) με την παράλειψη εκπλήρωσης επιβαλλόμενης από νόμο πράξης, και
- η οποία πράξη να αφορά το κοινό ή μέρος του κοινού. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η εσκεμμένη (willfully) ανυπακοή σε νόμο μπορεί να διενεργηθεί με δύο τρόπους μεταξύ των οποίων και η παράλειψη εκπλήρωσης επιβαλλόμενης από το νόμο πράξης. Στην παρούσα περίπτωση επιβάλλεται καθήκον στον Κοινοτάρχη δυνάμει των προνοιών του άρθρου 42 του Περί Κοινοτήτων Νόμου να τηρεί πρακτικά ή ορθά πρακτικά κατά τις συνεδριάσεις, αυτά να υπογράφονται και να αποστέλλονται στον Έπαρχο για έλεγχο νομιμότητας. Επομένως, η μη ποινικοποίηση αυτής καθεαυτής της παράλειψης του στην εκπλήρωση του πιο πάνω καθήκοντος του από το ίδιο το νομοθέτημα, δηλαδή τον Περί Κοινοτήτων Νόμο, δεν μπορεί από μόνο του να επηρεάζει την εφαρμογή του άρθρου 136 του Ποινικού Κώδικα. Όπως αναφέρεται και στη συνέχεια του άρθρου 136 το οποίο αναφέρεται στην ποινή που επιβάλλεται για το αδίκημα αυτό, προκύπτει ότι αυτή θα είναι ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες (το αντίστοιχο σε ευρώ) ή και στις δύο αυτές ποινές εκτός αν προνοείται κάποια άλλη ποινή στο ίδιο το νομοθέτημα. Δηλαδή, στις περιπτώσεις που στο ίδιο το νομοθέτημα προβλέπεται ποινή δεν επιβάλλεται ποινή με βάση το άρθρο αυτό. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι σε περίπτωση στην οποία προβλέπεται διοικητική διαδικασία με σκοπό τον εξαναγκασμό του Κοινοτάρχη για συμμόρφωση με τα καθήκοντα του, είναι ότι ενδεχομένως προτού καταδειχθεί το εσκεμμένο των πράξεων του, θα πρέπει να ενεργοποιείται η εν λόγω διαδικασία και να του εφιστάται η προσοχή του στην παράλειψη της τήρησης των καθηκόντων του που απορρέουν από το Νόμο. Στην παρούσα περίπτωση, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει να έγινε, εν όψει φυσικά και των γεγονότων και του σταδίου που προέκυψαν τα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση όμως και ανεξαρτήτως της μη ενεργοποίησης των προνοιών του άρθρου 45 του Νόμο εκείνου, επαφίεται στα γεγονότα της κάθε υπόθεσης να κριθεί το εσκεμμένο της μη συμμόρφωσης με τα καθήκοντα που αναφέρονται στο άρθρο 42 του Περί Κοινοτήτων Νόμου. Έχοντας υπόψη μου τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι αυτά είναι τέτοιας φύσεως που για σκοπούς του σταδίου αυτού ικανοποιούν το εσκεμμένο της μη τήρησης των συγκεκριμένων πρακτικών από τον 1ον κατηγορούμενο. Φυσικά, αυτό είναι ζήτημα που θα κριθεί στο τέλος της υπόθεσης μετά και από αξιολόγηση όλη της μαρτυρίας αλλά πάντοτε για σκοπούς του σταδίου αυτού, η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και γι αυτή την κατηγορία είναι αρκετή για να ικανοποιήσει το πιο πάνω αναφερόμενο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αλλά και των υπολοίπων χωρίς να χρειάζεται να γίνει οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά στο στάδιο αυτό. Τέλος, η υπεράσπιση του 1ου κατηγορούμενου εισηγείται ότι με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας δεν συγκεκριμενοποιείται για ποια παράληψη κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δηλαδή για ποια συνεδρία του 2010 παρέλειψε να φροντίσει να τηρηθούν πρακτικά. Πέραν από αυτή τη γενική εισήγηση, δεν τίθεται οτιδήποτε άλλο ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει για ποιο λόγο δεν θα πρέπει να κληθεί ο 1ος κατηγορούμενος σε απολογία και σε αυτή την κατηγορία και συγκεκριμένα κατά πόσο έτυχε οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού της υπεράσπισης του από την γενικότητα των λεπτομερειών της εν λόγω κατηγορίας. Επομένως, ο τρόπος με τον οποίο έχει τεθεί η θέση αυτή δεν καταδεικνύει οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να ασχοληθεί, τουλάχιστον στο στάδιο αυτό. Πέραν τούτου, θα πρέπει να λεχθεί ότι η υπεράσπιση του 1ου κατηγορούμενου ουδέποτε ζήτησε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία και εν πάση περιπτώση η μαρτυρία που έχει τεθεί σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία έχει αναφερθεί ανωτέρω και για σκοπούς του σταδίου αυτού είναι επαρκής για να τεκμηριώσει και αυτή την κατηγορία. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως απόφαση εναντίον όλων των κατηγορουμένων για όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και αυτοί θα πρέπει να κληθούν σε απολογία και καλούνται σε απολογία. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).......... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο