← Κύπρος

Αστυνομίας ν. Δ. Α., Αρ. Υπόθεσης: 15353/13, 4/10/2018

Αστυνομίας ν. Δ. Α., Αρ. Υπόθεσης: 15353/13, 4/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B73 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15353/13 Μεταξύ: Αστυνομίας εναντίον Δ. Α. Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 4 Οκτωβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος - παρών ------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος, μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, αντιμετωπίζει 10 κατηγορίες (κατηγορίες με αρ.84 - 93) οι οποίες διαιρούνται ισάριθμα σε δύο ειδών αδικήματα. Συγκεκριμένα είναι αντιμέτωπος με πέντε κατηγορίες άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 151 του Κεφ.154 και πέντε κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2 και 10 του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Νόμου, Ν.87(Ι)/2007(στο εξής «Ν.87

(1)/2007»). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο Κατηγορούμενος σε πολλές περιπτώσεις μεταξύ των μηνών Μαρτίου - Νοεμβρίου 2013 είτε αυνανίστηκε στην παρουσία της Παραπονούμενης ηλικίας 15 ½ ετών αγγίζοντας την σε διάφορα μέρη του σώματος της, είτε την εξανάγκασε να του κάνει στοματικό έρωτα. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης κάλεσε εννέα μάρτυρες και συγκεκριμένα τους Λοχ. XXXXX0 (Μ.Κ.1), Αστ.XXXXX5 (Μ.Κ.2), Γ/Αστ.XXXXX5 (Μ.Κ.3), Γ/Αστ.XXXXX1 (Μ.Κ.4), Η. Μ. (Μ.Κ.5), S. P. (M.K.6), XXXXX Χρυσοστόμου (Μ.Κ.7), Παραπονούμενη (Μ.Κ.8) και τη Δρ. XXXXX Δημοσθένους (Μ.Κ.9). Ο Κατηγορούμενος, μετά την κλήση του σε απολογία, κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης την XXXXX Βάσου (Μ.Υ.1). Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν 29 Τεκμήρια. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου κατά τις τελικές τους αγορεύσεις επικεντρώθηκαν στον σχολιασμό της ποιότητας της προσαχθείσας μαρτυρίας παραθέτοντας επιχειρήματα προς υποστήριξη των εκ διαμέτρου αντίθετων εκδοχών τους. Μοναδική εξαίρεση, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, αποτέλεσε η μαρτυρία της Μ.Υ.1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων μελετήθηκε στο σύνολο του και αναφορά σε αυτές θα γίνει μόνο εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μετά την παράθεση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα ακολουθεί η αξιολόγηση του. Η σειρά αυτή ωστόσο δεν ακολουθήθηκε για πρακτικούς λόγους σε σχέση με τους Μ.Κ.1 - 4 και Μ.Κ.7 και 9. Για τους προαναφερόμενους μάρτυρες προτιμήθηκε να γίνει η παράθεση της μαρτυρίας τους συνεχόμενα και ακολούθως η αξιολόγηση τους. Η αξιολόγηση αυτή δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Ο Μ.Κ.1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση του - Τεκμήριο
  1. Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 10.12.13 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο υπό μορφή ερωτοαπαντήσεων, την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Επίσης, ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 06.12.13, η οποία, όπως και το Τεκμήριο 2, λήφθηκε υπό μορφή ερωτοαπαντήσεων. Επιπρόσθετα, ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Δέσμη Τεκμηρίου 4 δύο φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζεται το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης και συγκεκριμένα η εισερχόμενη κλήση που δέχθηκε στις 05.12.13 από το κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου. Ερωτηθείς σε σχέση με τα πρόσωπα στα οποία η Παραπονούμενη εκμυστηρεύτηκε τους ισχυρισμούς της, απάντησε ότι ανέφερε τα ισχυριζόμενα αδικήματα στην παιδοψυχολόγο και την παιδοψυχίατρο του Γ.Ν. ΧΧΧΧΧ (Μ.Κ. 7 και 9 αντίστοιχα), καθώς και στη φίλη της Ν. Κ., η κατάθεση της οποίας παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
  3. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 8 την απομαγνητοφωνημένη κατάθεση της Παραπονούμενης και δήλωσε ότι αντίγραφο της δόθηκε στη μητέρα της, η οποία ήταν και το πρόσωπο που έδωσε συγκατάθεση για να ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη. Η γραπτή συγκατάθεση της μητέρας της Παραπονούμενης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.1 ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι το ημερολόγιο ενεργείας - Τεκμήριο 6 αναφέρεται στη διερεύνηση του ισχυρισμού που προέβαλε ο Κατηγορούμενος ότι ένα περίπου μήνα πριν την επίδικη καταγγελία, είχε εντοπίσει την Παραπονούμενη μαζί με κάποιον άλλο μαθητή να είναι γυμνοί στο λεωφορείο. Δεν διερεύνησε ωστόσο περαιτέρω το εν λόγω ζήτημα ενόψει της θέσης της Παραπονούμενης ότι ουδέποτε συνέβη τέτοιο περιστατικό. Η Παραπονούμενη το μόνο που ανέφερε σχετικά ήταν ότι όταν επέστρεφε κάποια μέρα από το σχολείο με το λεωφορείο κάποιος γνωστός της την φίλησε στο στόμα. Δεν ζήτησε από την Παραπονούμενη να τον πληροφορήσει για το όνομα του εν λόγω μαθητή, ούτε και ζήτησε να του προσδιορίσει χρονικά πότε συνέβη το ισχυριζόμενο περιστατικό με το φιλί, αφ' ης στιγμής η Παραπονούμενη είπε ότι δεν είχε οποιοδήποτε παράπονο από το εν λόγω περιστατικό. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 την κατάθεση της επισκέπτριας υγείας του σχολείου (Μ.Υ.1) στο οποίο φοιτούσε η Παραπονούμενη και δήλωσε ότι δεν έκρινε σκόπιμο να ρωτήσει τη διευθύντρια του σχολείου τι λέχθηκε στη συνάντηση που είχε με την Παραπονούμενη. Επεξήγησε ότι θεώρησε ως πιο σημαντικό να λάβει καταθέσεις από την παιδοψυχολόγο και την παιδοψυχίατρο του Γ.Ν. ΧΧΧΧ (Μ.Κ.7 και 9 αντίστοιχα) στις οποίες η Παραπονούμενη εκμυστηρεύτηκε τα ισχυριζόμενα αδικήματα. Ο κ. Αλεξάνδρου υπέδειξε επίσης ότι στην κατάθεση της Μ.Υ.1 (Τεκμήριο 12), η τελευταία αναφέρει ότι πληροφορήθηκε από τη φίλη της Παραπονούμενης, Ν. Κ., ότι η Παραπονούμενη υπέστη βιασμό από τον Κατηγορούμενο, ισχυρισμός ο οποίος βρίσκεται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Παραπονούμενης. Ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι στην κατάθεση της Ν. Κ. δεν αναφέρεται οτιδήποτε περί βιασμού, καθώς και στις καταθέσεις των Μ.Κ.7 και
  5. Όσον αφορά το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης, ο Μ.Κ.1 είπε ότι έλεγξε τις εισερχόμενες και τις εξερχόμενες κλήσεις μίας συγκεκριμένης ημερομηνίας και φωτογράφησε μόνο την εισερχόμενη κλήση που έγινε από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 4). Συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι ο τελευταίος στην κατάθεση του (Τεκμήριο 2) πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι τη συγκεκριμένη ημέρα είχε αναπάντητες κλήσεις από πολλούς μαθητές και τους καλούσε πίσω χωρίς να ξέρει ποιοι ήταν, ωστόσο δεν θεώρησε σκόπιμο να ελέγξει και το κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου για να διαπιστώσει κατά πόσο ευσταθούσε ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του. Σε ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου κατά πόσο επιθεώρησε το λεωφορείο εντός του οποίου διαπράχθηκαν τα ισχυριζόμενα αδικήματα, ο Μ.Κ.1 απάντησε αρνητικά. Αναφορικά με τον τόπο της ισχυριζόμενης διάπραξης, ο Μ.Κ.1 είπε ότι τα επίδικα περιστατικά έλαβαν χώρα στον ανοιχτό χώρο στάθμευσης που βρίσκεται απέναντι από την καφετέρια με την ονομασία "XXXXX". Διευκρίνισε μάλιστα ότι ο εν λόγω χώρος στάθμευσης δεν χρησιμοποιείται μόνο από τα λεωφορεία του ΧΧΧΧΧ, αλλά είναι ανοιχτός δημοτικός χώρος στάθμευσης και διαφέρει από τον χώρο έξω από το γραφείο του ΧΧΧΧΧ, όπου συνήθως σταθμεύουν τα λεωφορεία για να αποβιβαστούν οι επιβάτες. Μεταξύ του χώρου στάθμευσης έξω από το γραφείο του ΧΧΧΧΧ και του ανοιχτού χώρου στάθμευσης όπου έγιναν τα ισχυριζόμενα αδικήματα υπάρχει απόσταση περί τα 50 - 60 μέτρα. Επίσης, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο κόσμος που κινείται στον περιβάλλοντα χώρo είναι λίγος, αφού οι επιβάτες που αποβιβάζονται από τα λεωφορεία επιβιβάζονται σε άλλα για να κατευθυνθούν είτε προς τον ΧXΧΧΧ, είτε προς τον ΧΧΧΧΧ. Ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι δεν εξέτασε την επίδικη υπόθεση με τη δέουσα σοβαρότητα, καθώς και ότι παρέλειψε να λάβει καταθέσεις από πρόσωπα που είχαν να προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες. Τέλος, ο κ. Αλεξάνδρου υπέβαλε ότι στο κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου υπήρχαν αναπάντητες κλήσεις από το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης, με τον Μ.Κ.1 να απαντά ότι δεν έλεγξε το κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου. Μετά το πέρας της επανεξέτασης σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσο διενήργησε έλεγχο για τις εξερχόμενες κλήσεις που έγιναν από το κινητό της Παραπονούμενης, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι απλώς φωτογράφισε την εισερχόμενη κλήση του Κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο χειριστής της συσκευής οπτικογράφησης με την οποία καταγράφηκε η κατάθεση της Παραπονούμενης. Υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση του (Τεκμήριο 15). Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 06.12.13 και μεταξύ των ωρών 13:35 - 13:55 λήφθηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης από την Αστ.921 (Μ.Κ.4) στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού ΧXΧΧΧ. Ο ίδιος βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο από το οποίο χειριζόταν τη συσκευή οπτικογράφησης. Μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης σφράγισε με ειδική ταινία τις δύο πρωτότυπες βιντεοκασέτες και η κάθε ταινία φέρει τη δική του υπογραφή, καθώς και την υπογραφή της Μ.Κ.
  6. Στη συνέχεια παρέδωσε τις κασέτες στην Αστ.1505 (Μ.Κ.3). Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε επαφή είτε με την Παραπονούμενη, είτε με τη μητέρα της και κατέθεσε ως Τεκμήρια 16Α και 16Β τις δύο πρωτότυπες βιντεοκασέτες και ως Τεκμήριο 17 την κασέτα ραδιοφώνου στην οποία είναι καταγραμμένη η κατάθεση της Παραπονούμενης. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε επίσης ότι οι προαναφερόμενες κασέτες (Τεκμήρια 16Α, 16Β και 17) αποδίδουν πιστά την κατάθεση της Παραπονούμενης και επιβεβαίωσε ότι δεν έγινε οποιαδήποτε αφαίρεση, προσθήκη, ή αλλοίωση σε αυτές. Η οπτικογραφημένη κατάθεση (Τεκμήριο 16Β) προβλήθηκε στο Δικαστήριο, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της Παραπονούμενης δυνάμει των προνοιών των άρθρων 9 και 10 του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου, Ν.95(Ι)/2001, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Ν.95(Ι)/2001»). Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να σημειώσω ότι θεωρώ ορθότερο για σκοπούς ευκολότερης παρακολούθησης και συνοχής να αναφερθώ στο περιεχόμενο της οπτικογραφημένης κατάθεσης κατά την παράθεση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης. Κλείνοντας την πιο πάνω παρένθεση και επανερχόμενος στη μαρτυρία του Μ.Κ.2, ο τελευταίος μετά από σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής διευκρίνισε ότι η ώρα που καταγράφεται στη βιντεοκασέτα (Τεκμήριο 16Β) είναι κατά 8 λεπτά πίσω από την πραγματική και για αυτόν τον λόγο εμφανίζεται η διαφορά στον χρόνο έναρξης και λήξης της λήψης της κατάθεσης στα Τεκμήρια 8 και 16Β. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κατά την ημέρα της κατάθεσης του στο Δικαστήριο περιήλθε ξανά στην κατοχή του ο φάκελος στον οποίο βρίσκονταν τα Τεκμήρια 16Α, 16Β και
  7. Περαιτέρω, ανέφερε ότι εξ' όσων γνωρίζει η βιντεοκασέτα - Τεκμήριο 16Α αποσφραγίστηκε σε κάποια στιγμή για να γίνει αντίγραφο και να δοθεί στην υπεράσπιση. Όταν ειδοποιήθηκε για την οπτικογραφημένη κατάθεση μετέβηκε απευθείας στο δωμάτιο που βρίσκονται τα μηχανήματα οπτικογράφησης και η Παραπονούμενη ήδη βρισκόταν εντός του ειδικού δωματίου. Με τη συμπλήρωση της οπτικογραφημένης κατάθεσης, η Μ.Κ.4 εισήλθε στο δωμάτιο που βρισκόταν ο ίδιος και στην παρουσία της σφράγισε με την ειδική ταινία τα Τεκμήρια 16Α και 16Β και υπέγραψαν και οι δύο επ' αυτής. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η Αστ. XXXXX5 η οποία κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ. Η Μ.Κ.3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 την κατάθεσή της - Τεκμήριο
  8. Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 06.12.2013 στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧΧ παρέλαβε ως Τεκμήρια από τον Μ.Κ.2 δύο βιντεοκασέτες και μία κασέτα ραδιοφώνου (Τεκμήρια 16Α, 16Β και 17 αντίστοιχα) τα οποία τοποθέτησε στην αποθήκη τεκμηρίων του Αστυνομικού Σταθμού ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ. Η Μ.Κ.3 ανέφερε επίσης ότι ήταν το πρόσωπο που έλαβε την κατάθεση της Ν. Κ. (Τεκμήριο 7), καθώς επίσης και τις καταθέσεις των Μ.Κ.7 και 9, Τεκμήρια 13 και 14 αντίστοιχα. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υπέδειξε στη Μ.Κ.3 την απομαγνητοφωνημένη κατάθεση της Παραπονουμένης (Τεκμήριο 8) με τη Μ.Κ.3 να αναφέρει ότι η απομαγνητοφώνηση και η καταγραφή των όσων λέχθηκαν από την Παραπονούμενη στην οπτικογραφημένη κατάθεση έγινε από την ίδια. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι παρέλαβε από τον Μ.Κ.2 την κασέτα ραδιοφώνου την οποία άκουσε από κασετόφωνο και κατέγραψε ό,τι είχε ακούσει μέσω του κασετοφώνου. Με το πέρας της απομαγνητοφώνησης τοποθέτησε τόσο την κασέτα ραδιοφώνου (Τεκμήριο 17) όσο και τις βιντεοκασέτες (Τεκμήρια 16Α και 16Β) στην αποθήκη τεκμηρίων του Αστυνομικού Σταθμού ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ. Η Μ.Κ.3 αναγνώρισε την καταγραφή υπ' αριθμό 1 η οποία περιλαμβάνεται στο ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 6) λέγοντας ότι κατέγραψε όσα της ανέφερε η Παραπονούμενη στις 09.12.2013, η οποία συνοδευόταν κατά την εν λόγω ημέρα από τη μητέρα της (Μ.Κ.6). Κατά την αντεξέταση της και σχετικά με το Τεκμήριο 6 ανέφερε ότι κάλεσε την Παραπονούμενη στον Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ μετά από υπόδειξη του Μ.Κ.1 ο οποίος της ζήτησε να ενημερώσει την Παραπονούμενη και να λάβει τη θέση της σε σχέση με τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι ένα περίπου μήνα πριν την ημερομηνία καταγγελίας την βρήκε γυμνή στο λεωφορείο μαζί με κάποιον άλλο μαθητή. Αναφορικά με την απάντηση που έλαβε από την Παραπονούμενη ότι το μοναδικό περιστατικό που συνέβηκε ήταν ότι κάποιος γνωστός της την φίλησε στο στόμα, η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι ρώτησε την Παραπονούμενη για το ποιος ήταν ο εν λόγω γνωστός της, αλλά η τελευταία απάντησε ότι δεν ήθελε να της αποκαλύψει ποιο ήταν το συγκεκριμένο πρόσωπο. Περαιτέρω, η Μ.Κ.3 διευκρίνισε ότι η Παραπονούμενη δεν προσδιόρισε κατά πόσο το πρόσωπο που τη φίλησε στο στόμα ήταν μαθητής, ούτε και αν το ισχυριζόμενο περιστατικό έλαβε χώρα ενώ το λεωφορείο ήταν σε κίνηση ή ήταν σταματημένο. Ερωτηθείσα από τον κ. Αλεξάνδρου για ποιο λόγο δεν λήφθηκε κατάθεση από την Παραπονούμενη αλλά απλώς περιορίστηκε στην καταγραφή των όσων ειπώθηκαν σε ημερολόγιο ενεργείας, η Μ.Κ.3 απάντησε ότι για να ληφθεί κατάθεση αυτή θα έπρεπε να ήταν οπτικογραφημένη και τη δεδομένη στιγμή η Παραπονούμενη κλήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ ενώ για να ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση αυτό θα έπρεπε να γίνει στην ΧΧΧΧ. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι οι οδηγίες που είχε από τον Μ.Κ.1 ήταν να καλέσει την Παραπονούμενη για να της διευκρινίσει το ζήτημα που εγέρθηκε από τον Κατηγορούμενο και όχι να λάβει κατάθεση. Κατά τον χρόνο λήψης της κατάθεσης της Ν. Κ. (Τεκμήριο 7) δεν ήταν σε γνώση της η κατάθεση της Μ.Υ.1 (Τεκμήριο 12), ούτε και είχε ενημερωθεί από τον Μ.Κ.1 ότι στην κατάθεση - Τεκμήριο 12 προβάλλεται μία διαφορετική εκδοχή από αυτή που προβάλλει η Ν. Κ. στο Τεκμήριο
  9. Επίσης διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο διερευνήθηκαν οι διαφορετικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται στις δύο προαναφερόμενες καταθέσεις. Μετά το πέρας της αντεξέτασης ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δεν προέβη σε οποιαδήποτε ερώτηση στα πλαίσια της επανεξέτασης και το Δικαστήριο προχώρησε στην υποβολή διευκρινιστικής ερώτησης στη Μ.Κ.3 αναφορικά με τον λόγο που επικαλέστηκε η Παραπονούμενη για την άρνηση της να αποκαλύψει το όνομα του προσώπου που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της την φίλησε στο στόμα. Η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι η Παραπονούμενη της απάντησε ότι «δεν έχει σημασία». Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε η Αστ. 921 η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧ και η οποία επίσης υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεσή της (Τεκμήριο 19), δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.
  10. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 06.12.2013 έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων του Αστυνομικού Σταθμού ΧΧΧΧ. Η Μ.Κ.4 αναγνώρισε το Τεκμήριο 9 λέγοντας ότι είναι η ίδια που έλαβε την εν λόγω συγκατάθεση από τη Μ.Κ.6, καθώς επίσης και το Τεκμήριο 10 που αποτελεί τη δήλωση ανακριτή προς συνοδό πριν την οπτικογράφηση. Επιπρόσθετα, αναγνώρισε τα Τεκμήρια 16Α και 16Β υποδεικνύοντας ότι στην ταινία σφράγισης τους παρουσιάζεται η υπογραφή της. Σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Συμεού ανέφερε ότι από τον χρόνο λήψης της γραπτής συγκατάθεσης μέχρι και την ώρα έναρξης της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης βρισκόταν στο γραφείο της και δεν είχε οποιαδήποτε συζήτηση ή επαφή με την Παραπονούμενη ή τη Μ.Κ.
  11. Η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι στα πλαίσια των καθηκόντων της έλαβε αρκετές οπτικογραφημένες καταθέσεις και στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με την πείρα της, οι ερωτήσεις που χρειάστηκε να υποβάλει στην Παραπονούμενη κατά την οπτικογραφημένη κατάθεση της ήταν σχετικά λίγες. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι εξ' όσων θυμάται κατά την ημερομηνία που προσήλθε η Παραπονούμενη για να δώσει οπτικογραφημένη κατάθεση δεν συνοδευόταν από λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας και συμφώνησε με τη θέση του κ. Αλεξάνδρου ότι σε περίπτωση που συνοδευόταν από λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας θα το κατέγραφε στην κατάθεση της. Στην επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι η συγκατάθεση από τη Μ.Κ.6 λήφθηκε περί ώρα 12:15, ενώ η οπτικογραφημένη κατάθεση ξεκίνησε στις 13:35, η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι εξ' όσων θυμάται ανέμεναν τον Μ.Κ.2 ο οποίος δεν υπηρετούσε στην ίδια διεύθυνση στην οποία βρισκόταν το ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο για λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων. Ο κ. Αλεξάνδρου υπέβαλε στη Μ.Κ.4 ότι κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης υπέβαλε καθοδηγητικές ερωτήσεις, με την τελευταία να αρνείται τη συγκεκριμένη θέση. Αναφορικά με την απουσία της Μ.Κ.6 από το δωμάτιο στο οποίο λήφθηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση, η Μ.Κ.4 είπε ότι ήταν επιθυμία της Παραπονούμενης όπως η κατάθεση δοθεί στην απουσία της. Τέλος, στην ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου κατά πόσο στο χρονικό διάστημα που ανέμεναν η Παραπονούμενη και η Μ.Κ.6 για τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης είχε επαφή μαζί τους οποιοσδήποτε αστυνομικός, η Μ.Κ.4 απάντησε ότι δεν γνωρίζει καθώς η ίδια βρισκόταν στο γραφείο της. Οι μάρτυρες Μ.Κ.1 - 4 κατέθεσαν σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες έκαστος εξ αυτών προέβη κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Θεωρώ ότι όλοι οι μάρτυρες κατέθεσαν με ειλικρίνεια και μετέφεραν στο Δικαστήριο με αντικειμενικό τρόπο όσα έπραξαν στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων τους. Από το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους δεν προκύπτει ότι ενήργησαν κατά τρόπο μεροληπτικό εις βάρος του Κατηγορούμενου ή υπέρ της Παραπονούμενης, ούτε και διαφάνηκε ότι είχαν οποιοδήποτε λόγο ή συμφέρουν για να βλάψουν τον Κατηγορούμενο ή να ευνοήσουν την Παραπονούμενη. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 τέθηκε έντονα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου η θέση ότι η έρευνα της Αστυνομίας υπήρξε πλημμελής. Ο κ. Αλεξάνδρου στήριξε τη θέση του κυρίως στο ότι δεν κατακρατήθηκε ως τεκμήριο το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης και δεν έγινε έλεγχος στα μηνύματα και στις εξερχόμενες κλήσεις που πραγματοποίησε, ούτε και έγινε έλεγχος στο κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου. Αυτό, κατά τον κ. Αλεξάνδρου, είχε ως αποτέλεσμα να μην γίνει έλεγχος του ισχυρισμού του Κατηγορούμενου ότι κάλεσε την Παραπονούμενη λόγω αναπάντητης κλήσης που είχε δεχθεί προηγουμένως στο κινητό του τηλέφωνο από την Παραπονούμενη. Επίσης, η έρευνα της Αστυνομίας ήταν πλημμελής διότι δεν διερευνήθηκε ενδελεχώς η θέση του Κατηγορούμενου ότι εντόπισε γυμνή την Παραπονούμενη μαζί με άλλο μαθητή στο λεωφορείο έναν περίπου μήνα πριν την καταγγελία της παρούσας υπόθεσης, αφού περιορίστηκαν στην εξήγηση που τους έδωσε η Παραπονούμενη χωρίς να επιμένουν στην αποκάλυψη της ταυτότητας του μαθητή που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, την φίλησε. Θα ξεκινήσω από το ζήτημα των κινητών τηλεφώνων της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου. Είναι ορθό ότι η Αστυνομία θα μπορούσε να προβεί σε πληρέστερη διερεύνηση του εν λόγω ζητήματος ελέγχοντας για παράδειγμα τις εξερχόμενες κλήσεις που πραγματοποιήθηκαν από το κινητό της Παραπονούμενης. Η προαναφερόμενη ωστόσο παράλειψη δεν μπορεί να επηρεάσει τη θετική εικόνα που οι Μ.Κ.1 - 4 άφησαν στο Δικαστήριο, ιδιαιτέρως από τη στιγμή που δεν καταδεικνύεται ότι η εν λόγω παράλειψη οφείλεται σε εκ προθέσεως επιλήψιμη ενέργεια των μαρτύρων. Ασφαλώς θα ήταν προτιμότερο η Αστυνομία να διερευνήσει πλήρως όλα τα δεδομένα. Παρά ταύτα, η σημειωθείσα παράλειψη θεωρώ ότι δεν έχει καταλυτική σημασία στην υπεράσπιση του Κατηγορούμενου. Αυτό διότι, ακόμα και αν η κλήση του Κατηγορούμενου προς την Παραπονούμενη έγινε στα πλαίσια προηγηθείσας αναπάντητης κλήσης, δεν επηρεάζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Πέραν τούτου σημειώνω ότι ο Κατηγορούμενος ούτε στις καταθέσεις του (Τεκμήρια 2 και 3), ούτε και στη δια ζώσης μαρτυρία του υποστήριξε ότι υπέδειξε επί του κινητού του τηλεφώνου αναπάντητη κλήση εκ μέρους της Παραπονούμενης την οποία η Αστυνομία αγνόησε. Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα που έθιξε ο κ. Αλεξάνδρου θεωρώ ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράλειψη εκ μέρους της Αστυνομίας. Ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου διερευνήθηκε (Τεκμήριο 6) και η Παραπονούμενη έδωσε τη δική της εκδοχή η οποία διαφέρει από αυτή του Κατηγορούμενου. Υπενθυμίζω ότι ρωτήθηκε για το όνομα του μαθητή που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της τη φίλησε και δεν θέλησε να το αποκαλύψει. Στη βάση αυτών των δεδομένων θεωρώ ότι η Αστυνομία έπραξε ό,τι όφειλε υπό τις περιστάσεις να πράξει. Σημειώνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν ισχυρίστηκε ότι έδωσε περαιτέρω πληροφορίες ή στοιχεία για τον εν λόγω μαθητή τις οποίες η Αστυνομία δεν αξιοποίησε. Επισημαίνω δε, ότι ο Κατηγορούμενος στη μαρτυρία του ανέφερε ότι γνωρίζει φυσιογνωμικά τον εν λόγω μαθητή και τον πατέρα του. Παρά ταύτα, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι δεν έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία στις ανακριτικές αρχές. Όσον αφορά τώρα τις διαφορές που εντόπισε ο κ. Αλεξάνδρου στις καταθέσεις που έλαβε η Αστυνομία, όπως για παράδειγμα τη διαφορά που παρατηρείται ως προς τον χρόνο λήξης των ισχυριζόμενων αδικημάτων μεταξύ των καταθέσεων των Μ.Κ.7 και 9 από τη μια (Τεκμήρια 13 και 14 αντίστοιχα) και της Παραπονούμενης από την άλλη (Τεκμήριο 8), περιορίζομαι να αναφέρω ότι δεν αποτελεί έργο της Αστυνομίας η υποβολή ερωτήσεων υπό τύπο αντεξέτασης στους διαφόρους μάρτυρες. Η Αστυνομία ενήργησε ορθά, περιοριζόμενη στον ρόλο της και στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης έλαβε, ως όφειλε, καταθέσεις από τους εμπλεκόμενους. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία των Μ.Κ.1 - 4 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο πατριός της Παραπονούμενης, XXXXX Μιχαήλ, κατέθεσε ως Μ.Κ.
  12. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 την κατάθεση του, Τεκμήριο
  13. Σε αυτήν αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι από το 2004 είναι νυμφευμένος με τη Μ.Κ.6 και η Παραπονούμενη έκτοτε διαμένει μαζί τους. Οι σχέσεις του με την Παραπονούμενη είναι εξαιρετικές, αφού τον βλέπει σαν να είναι ο πατέρας της. Η Παραπονούμενη μέχρι τη σχολική χρονιά 2011 - 2012 φοιτούσε στο Γυμνάσιο της ΧΧΧΧΧΧΧ, στο οποίο όμως αντιμετώπιζε προβλήματα, αφού δύο φορές χτυπήθηκε από συμμαθήτριες της. Συνεπεία των εν λόγω προβλημάτων προέβη σε διαβήματα έτσι ώστε να αλλάξει σχολείο και όντως από τη σχολική χρονιά 2012 - 2013 μετακινήθηκε στο Γυμνάσιο ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ στην ΧΧΧΧ. Παράλληλα παρακολουθείτο από τη σύμβουλο του σχολείου, η οποία εισηγήθηκε όπως η Παραπονούμενη τύχει υποστήριξης και από παιδοψυχολόγο. Από τον Δεκέμβριο του 2012 η Παραπονούμενη παρακολουθείται από τη Μ.Κ.
  14. Στις 05.12.13 η Παραπονούμενη και η Μ.Κ.6 κλήθηκαν από την προαναφερόμενη ψυχολόγο σε μη προγραμματισμένο ραντεβού. Αρχικά στο γραφείο της Μ.Κ.7 εισήλθε μόνη της η Παραπονούμενη. Ο ίδιος ήταν με τη Μ.Κ.6, η οποία είχε στην κατοχή της το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης. Σε κάποια στιγμή χτύπησε το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης και η Μ.Κ.6, του το έδωσε για να το απαντήσει. Όταν απάντησε το τηλέφωνο άκουσε μία ανδρική φωνή η οποία ζήτησε να μιλήσει με τον ΧΧΧΧΧ. Απάντησε ότι ήταν λάθος και τότε έκλεισε το τηλέφωνο. Ωστόσο επειδή του φάνηκε γνωστή η φωνή, έλεγξε μέσω του μενού του δικού του τηλεφώνου τον εν λόγω αριθμό και διαπίστωσε ότι αυτός ανήκε στον Κατηγορούμενο. Ακολούθως η Μ.Κ.7 ζήτησε και από τη Μ.Κ.6 να εισέλθει στο γραφείο της. Όταν ολοκληρώθηκε η συνάντηση και με τη Μ.Κ.6, η τελευταία του ανέφερε ότι η Παραπονούμενη δέχθηκε παρενόχληση από τον Κατηγορούμενο, χωρίς να του πει περισσότερες λεπτομέρειες. Τότε εισήλθε στο γραφείο της Μ.Κ.7 και της ανέφερε το περιστατικό που έλαβε χώρα νωρίτερα με την κλήση του Κατηγορούμενου στο κινητό της Παραπονούμενης. Η Μ.Κ.7 ενημέρωσε σχετικά τη Μ.Κ.9 η οποία, κάλεσε ξανά την Παραπονούμενη με την οποία συνομίλησε για 40 περίπου λεπτά στην παρουσία μόνο της Μ.Κ.
  15. Στη συνέχεια κλήθηκαν ο ίδιος και η Μ.Κ.6 και στην παρουσία της Παραπονούμενης, η Μ.Κ.9 τους πληροφόρησε ότι η Παραπονούμενη υπέστη σεξουαλική παρενόχληση από τον Κατηγορούμενο και ότι πρέπει να γίνει καταγγελία στην Αστυνομία. Με τον Κατηγορούμενο γνωρίζεται αρκετά χρόνια, αλλά το περασμένο καλοκαίρι άρχισε να επισκέπτεται την οικία τους. Στη δια ζώσης μαρτυρία του αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό με κάποιο συγχωριανό τους ονόματι ΧΧΧΧΧ, ο οποίος κάποια μέρα που η Παραπονούμενη περπατούσε στο χωριό της ζήτησε να κάνουν έρωτα. Το εν λόγω περιστατικό το πληροφορήθηκε από τη Μ.Κ.6 και την επόμενη μέρα μετέβηκε στο Γραφείο Ευημερίας στην ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ για να το καταγγείλει, επειδή γνώριζε ότι ο προαναφερόμενος ΧΧΧΧΧΧ παρακολουθείτο από το Γραφείο Ευημερίας. Το προαναφερόμενο περιστατικό το ανέφερε στον Κατηγορούμενο σε κάποια επίσκεψη του στο σπίτι τους. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ο Μ.Κ.5 είπε ότι η ψυχολογική κατάσταση της Παραπονούμενης όταν αποκάλυψε στις Μ.Κ.7 και 9 την ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση ήταν πολύ άσχημη και έκλαιγε συνεχώς. Περαιτέρω, είπε ότι δεν γνωρίζει τους ισχυρισμούς που η Παραπονούμενη προέβαλε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, ούτε και γνωρίζει λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης σεξουαλικής κακοποίησης. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.5 δήλωσε ότι τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα έλαβαν χώρα από τον Μάρτη ή Απρίλη του 2013 μέχρι και τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, όπως τον πληροφόρησαν οι Μ.Κ.6 και Μ.Κ.
  16. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου για το πότε πληροφορήθηκε από τη σύζυγο του για τη χρονική περίοδο που δεχόταν σεξουαλική κακοποίηση η Παραπονούμενη, ο Μ.Κ.5 απάντησε ότι συζήτησαν με τη σύζυγο του μετά τη λήψη των καταθέσεων τους. Περαιτέρω, εξήγησε ότι ο ίδιος δεν ζήτησε να μάθει περαιτέρω λεπτομέρειες διότι δεν ήξερε πως θα αντιδρούσε εάν μάθαινε τις ακριβείς λεπτομέρειες. Ο Μ.Κ.5 αρνήθηκε τις υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι οι καθηγητές της Παραπονούμενης στο Γυμνάσιο ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ τον είχαν ενημερώσει για συγκεκριμένα προβλήματα που είχε η Παραπονούμενη στο σχολείο, καθώς επίσης και ότι ήταν το ίδιο το σχολείο που ήθελε να τη διώξει διότι η Παραπονούμενη προκαλούσε με ανήθικο τρόπο συμμαθητές της. Σε σχέση με το περιστατικό που περιγράφει στο Τεκμήριο 20 και την επέμβαση του Κατηγορούμενου όταν η Παραπονούμενη ενοχλήθηκε από συμμαθητές της, ο Μ.Κ.5 ανέφερε ότι το εν λόγω περιστατικό το πληροφορήθηκε τόσο από την Παραπονούμενη όσο και από τον Κατηγορούμενο. Η ενόχληση που δέχθηκε η Παραπονούμενη ήταν λεκτική, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει ακριβείς λεπτομέρειες. Ερωτηθείς για τη δήλωση του που επίσης περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 20 σε σχέση με την ύβρη που εκστόμιζε ο Κατηγορούμενος όταν τον έβλεπε να είναι σταθμευμένος και να αναμένει να παραλάβει την Παραπονούμενη, ο Μ.Κ.5 είπε ότι πληροφορήθηκε το εν λόγω γεγονός μετά την καταγγελία που έγινε εις βάρος του Κατηγορούμενου. Συμφώνησε με τον κ. Αλεξάνδρου ότι ο Κατηγορούμενος βοήθησε τη σύζυγο του να προσληφθεί στο ξενοδοχείο "ΧΧΧΧΧΧ" και ότι αυτό συνέβη τον Ιούνιο του
  17. Η σύζυγος του εργάστηκε εν τέλει στο εν λόγω ξενοδοχείο μόνο για δύο μέρες. Αρνήθηκε ωστόσο ότι στη συνέχεια ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να μεσολαβήσει για να προσληφθεί η σύζυγος του στην υπεραγορά «ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ». Επίσης αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος επισκεπτόταν την οικία του κατόπιν προσκλήσεων του ιδίου και της συζύγου του, λέγοντας ότι είναι μόνος του που ερχόταν καθώς η οικία τους βρίσκεται κοντά στο «Συνεργατικό» και ο Κατηγορούμενος μετέβαινε εκεί για να αγοράσει τσιγάρα. Κατά τις εν λόγω μεταβάσεις του περνώντας έξω από την οικία και βλέποντας τον ίδιο στην αυλή της οικίας του εισερχόταν σε αυτήν για να συνομιλήσουν. Ερωτηθείς για την πρώτη φορά που ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε την οικία τους, είπε ότι αυτή ήταν το καλοκαίρι πριν την καταγγελία και ο Κατηγορούμενος ήρθε προφασιζόμενος ότι ήθελε να μάθει από την Παραπονούμενη το τηλέφωνο κάποιας μαθήτριας που υποψιαζόταν ότι είχε κλέψει το πορτοφόλι του. Για το συγκεκριμένο μάλιστα ζήτημα, σε μία επίσκεψη που πραγματοποίησε ο ίδιος στην οικία του Κατηγορούμενου, ρώτησε και τους τρεις υιούς του εάν ο Κατηγορούμενος βρήκε το πορτοφόλι του και η απάντηση που έλαβε από αυτούς ήταν ότι ουδέποτε το έχασε. Ακολούθως κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού κάθε δύο με τρεις μέρες επισκεπτόταν την οικία τους. Αρνήθηκε τη θέση του κ. Αλεξάνδρου ότι οι επισκέψεις ήταν πολύ πιο αραιές και ότι αυτές έλαβαν χώρα κατά την περίοδο που του ζήτησαν να μεσολαβήσει για την πρόσληψη της συζύγου του αρχικά στο "XXXXX" και στη συνέχεια στην υπεραγορά «ΧΧΧΧΧΧ». Κατά τις επισκέψεις του Κατηγορούμενου ορισμένες φορές ήταν παρούσα και η Παραπονούμενη, ωστόσο υπήρχαν και περιπτώσεις που ήταν στο δωμάτιο της και δεν ήθελε να εξέλθει από αυτό. Αυτό το γνωρίζει διότι σε κάποιες περιπτώσεις είχε ζητήσει από τη Μ.Κ.6 να φωνάξει της Παραπονούμενης για να έρθει μαζί τους στην αυλή, αλλά η Παραπονούμενη είπε ότι δεν ήθελε. Στην ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου για ποιο λόγο δεν ανέφερε στο Τεκμήριο 20 το περιστατικό μεταξύ της Παραπονούμενης και του ΧΧΧΧΧΧ, ο Μ.Κ.5 είπε ότι δεν το θεώρησε σημαντικό για να το αναφέρει διότι η κατάθεση του δόθηκε σε σχέση με τα επίδικα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο. Επίσης ανέφερε ότι επειδή δεν το θεώρησε ως σημαντικό γι' αυτό και δεν το κατήγγειλε στην Αστυνομία περιοριζόμενος να το αναφέρει στο Γραφείο Ευημερίας και συγκεκριμένα στην κα XXXXX Ευριπίδου. Κληθείς δε να προσδιορίσει χρονικά πότε έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, ο Μ.Κ.5 ανέφερε ότι ήταν εντός του
  18. Στην θέση του κ. Αλεξάνδρου ότι ουδέποτε ανέφερε στον Κατηγορούμενο το ισχυριζόμενο περιστατικό, ο Μ.Κ.5 επέμενε ότι πληροφόρησε σχετικά τον Κατηγορούμενο. Σε σχέση με το ραντεβού με τη Μ.Κ.7 στις 05.12.2013, ο Μ.Κ.5 διευκρίνισε ότι αρχικά συναντήθηκε η Παραπονούμενη με τη Μ.Κ.7 η οποία είπε στη Μ.Κ.6 ότι όταν θα τέλειωνε η συνάντηση με την Παραπονούμενη ήθελε να μιλήσει και μαζί της. Η συνάντηση με την Παραπονούμενη διήρκησε περίπου μισή ώρα και ακολούθως εξήλθε η Παραπονούμενη, η οποία παρέμεινε μαζί του και εισήλθε στο γραφείο της Μ.Κ.7 η Μ.Κ.
  19. Σε αυτό το διάστημα η Παραπονούμενη δεν ανέφερε οτιδήποτε για τα επίδικα θέματα στον ίδιο λέγοντας του απλώς ότι η Μ.Κ.7 την ρώτησε γενικά για το σχολείο. Όταν εξήλθε η Μ.Κ.6 από το γραφείο της Μ.Κ.7 και ενώ η Παραπονούμενη τη δεδομένη στιγμή ήταν απούσα, του ανέφερε ότι η Παραπονούμενη δέχθηκε παρενόχληση από τον Κατηγορούμενο. Τότε εισήλθε ο ίδιος στο γραφείο της Μ.Κ.7 πληροφορώντας την για την κλήση του Κατηγορούμενου στο κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης. Η Μ.Κ.7 ενημέρωσε τη Μ.Κ.9, η οποία του ζήτησε να καλέσει την Παραπονούμενη να εισέλθει ξανά στο γραφείο της Μ.Κ.
  20. Η δεύτερη αυτή συνάντηση διήρκησε 45 περίπου λεπτά και κατά τη διάρκεια της, η Παραπονούμενη βρισκόταν μόνη της στο γραφείο της Μ.Κ.7 με τις Μ.Κ.7 και
  21. Σε αυτό το χρονικό διάστημα, η Μ.Κ.6, του ανέφερε περαιτέρω ότι η Παραπονούμενη ρωτήθηκε για την ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση από τη Μ.Κ.7 και αρνήθηκε ότι συνέβηκε οτιδήποτε. Ο Μ.Κ.5 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι η καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου είναι το προϊόν μίας ψεύτικης ιστορίας, καθώς επίσης και ότι πριν δώσει την κατάθεση του (Τεκμήριο 20) γνώριζε αρκετά πράγματα για το παράπονο και τους ισχυρισμούς της Παραπονούμενης. Τέλος, αρνήθηκε τη θέση του κ. Αλεξάνδρου ότι όταν απάντησε το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος ζήτησε τον ΧΧΧΧΧΧΧ, επαναλαμβάνοντας ότι το όνομα που ζήτησε ο Κατηγορούμενος ήταν ΧΧΧΧ. Μετά το πέρας της επανεξέτασης σε σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ο Μ.Κ.5 ανέφερε ότι οι συχνές επισκέψεις που ισχυρίζεται ότι γίνονταν από τον Κατηγορούμενο στην οικία τους ήταν την περίοδο Ιουνίου - Αυγούστου. Ο Μ.Κ.5 θεωρώ ότι υπήρξε ειλικρινής μάρτυρας και ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, στα ουσιώδη σημεία της, είναι εν πολλοίς παραδεκτό. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος το πλέον ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.5 εντοπίζεται στη συνάντηση της 05.12.13 όπου η Παραπονούμενη ανέφερε στις Μ.Κ.7 και 9 τον ισχυρισμό ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον Κατηγορούμενο. Το ότι ο Μ.Κ.5 με τη Μ.Κ.6 μετέφεραν την Παραπονούμενη την εν λόγω ημερομηνία στο Γ.Ν. ΧΧΧΧ, δεν αμφισβητήθηκε, όπως και το ότι την εν λόγω ημερομηνία ευρισκόμενος στο Γ.Ν. ΧΧΧΧ και ενώ ήταν σε εξέλιξη το ραντεβού της Παραπονούμενης με τη Μ.Κ.7 απάντησε την κλήση που πραγματοποίησε ο Κατηγορούμενος στο κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης. Ο Μ.Κ.5 παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι το όνομα που ζήτησε ο Κατηγορούμενος όταν απάντησε το τηλεφώνημα του ήταν ΧΧΧΧΧ και όχι ΧΧΧΧΧ. Τη θέση αυτή την εξέφρασε ο Μ.Κ.5 εξαρχής και καταγράφεται στην κατάθεση του (Τεκμήριο 20), η οποία δόθηκε στις 08.12.13, πριν τη συμπληρωματική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2) η οποία δόθηκε στις 10.12.13 και όπου ο τελευταίος παραδέχθηκε ότι πραγματοποίησε κλήση στο τηλέφωνο της Παραπονούμενης προβάλλοντας ωστόσο τον ισχυρισμό ότι το όνομα που ζήτησε ήταν ΧΧΧΧΧ. Άλλο επίσης ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του ήταν η δήλωση του ότι ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να επισκέπτεται την οικία τους το καλοκαίρι του
  22. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας του Μ.Κ.5 είναι το ότι δεν δίστασε να δεχθεί ότι ο Κατηγορούμενος μεσολάβησε για να προσληφθεί η Μ.Κ.6 σε ξενοδοχείο. Ταυτόχρονα παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι ουδέποτε ζήτησε τη μεσολάβηση του Κατηγορούμενου, μετά που η Μ.Κ.6 σταμάτησε να εργάζεται στο ξενοδοχείο, για να προσληφθεί σε υπεραγορά. Σημειώνω ότι η σχετική θέση της Υπεράσπισης παρέμεινε σε επίπεδο υποβολών, αφού δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να ενισχύει την εν λόγω θέση. Δεν παραβλέπω ότι παρατηρείται, μεταξύ του Μ.Κ.5 αφενός και των Μ.Κ.6 και 8 αφετέρου, διαφοροποίηση αναφορικά με τον χρόνο έναρξης των επισκέψεων του Κατηγορούμενου στην οικία τους. Ο Μ.Κ.5, ως ήδη αναφέρθηκε τοποθέτησε χρονικά τις επισκέψεις το καλοκαίρι του 2013, ενώ οι Μ.Κ.6 και 8 τον Μάρτη - Απρίλη του
  23. Θεωρώ ότι δεν πρόκειται για ουσιώδη διάσταση, καθώς το σημαντικό είναι ότι οι επισκέψεις του Κατηγορούμενου ξεκινούν και συνεχίζονται εντός της περιόδου της ισχυριζόμενης σεξουαλικής κακοποίησης. Διαφοροποιήσεις επίσης παρατηρούνται και όσον αφορά τη σειρά κατά την οποία εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα στο Γ.Ν. ΧΧΧΧ στις 05.12.
  24. Οι εκδοχές που έχουν παραθέσει οι Μ.Κ.5, 6 ,7 και 9, όπως θα διαφανεί και κατά την παράθεση της μαρτυρίας των Μ.Κ.6, 7 και 9, παρουσιάζουν κάποιες διαφοροποιήσεις. Συγκεκριμένα οι Μ.Κ.5, 6 και 9 ισχυρίστηκαν ότι η Παραπονούμενη αναφέρθηκε στη σεξουαλική κακοποίηση όταν παρούσα στο ραντεβού ήταν και η Μ.Κ.9 και αφού δόθηκε η πληροφορία για το τηλεφώνημα του Κατηγορούμενου στο κινητό της Παραπονούμενης. Η Μ.Κ.7 αντιθέτως ισχυρίζεται ότι η Παραπονούμενη μίλησε για τη σεξουαλική κακοποίηση όταν ήταν μόνες τους, πριν ενημερωθεί για το τηλεφώνημα του Κατηγορούμενου, και στη συνέχεια όταν κλήθηκε η Μ.Κ.9 επανέλαβε όσα της είχε πει. Η Μ.Κ.6 τώρα προσθέτει ότι η Μ.Κ.7 την κάλεσε στο γραφείο της όπου λάμβανε χώρα το ραντεβού της με την Παραπονούμενη και στη δική της παρουσία η Παραπονούμενη αρνείτο να πει οτιδήποτε. Ο Μ.Κ.5 ισχυρίστηκε ότι η Μ.Κ.6 εισήλθε στο γραφείο της Μ.Κ.7 μετά που εξήλθε η Παραπονούμενη, προτού εισέλθει η Μ.Κ.9 και τον πληροφόρησε ότι η Παραπονούμενη αρνείτο στη Μ.Κ.7 ότι δέχθηκε σεξουαλική παρενόχληση. Από την άλλη η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι ενώ βρισκόταν στο γραφείο της είδε σε κάποια στιγμή αναστατωμένους τους Μ.Κ.5 και 6 να κατευθύνονται στο γραφείο της Μ.Κ.7 κρατώντας το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης και τότε επενέβη η ίδια και αφού πληροφορήθηκε τι συνέβη πήρε το τηλέφωνο και εισήλθε στο γραφείο της Μ.Κ.
  25. Πρόκειται ασφαλώς για διαφοροποιήσεις οι οποίες όμως, κατά την κρίση μου, δεν μπορούν από μόνες τους να χαρακτηριστούν ως ουσιώδεις έτσι ώστε να κλονίσουν τον πυρήνα της αξιοπιστίας των προαναφερόμενων μαρτύρων. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία των εν λόγω προσώπων τα όσα εκτυλίχθηκαν τη συγκεκριμένη ημέρα στο Γ.Ν. ΧΧΧΧ προκάλεσαν αναστάτωση και ένταση. Συνεπώς είναι, κατά την άποψη μου, αναμενόμενο όταν πρόσωπα που βιώνουν τέτοια συναισθήματα και περιγράφουν κάποια γεγονότα στα οποία ήταν μεν όλοι παρόντες, χωρίς όμως να βρίσκονται ταυτόχρονα όλοι μαζί στον ίδιο χώρο (η Μ.Κ.7 ήταν στο γραφείο της με την Παραπονούμενη, οι Μ.Κ.5 και 6 στον χώρο αναμονής και η Μ.Κ.9 στο δικό της γραφείο) να υπάρχουν διαφοροποιήσεις. Στην υπόθεση Αχτάρ ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 397 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε τα ακόλουθα: «Αν η μαρτυρία ήταν ταυτόσημη και χωρίς αποκλίσεις, τότε αυτή θα ήταν ενδεχομένως διάτρητη και θα έθετε το Δικαστήριο σε εγρήγορση ως προς την ποιότητα της. Αυτό όμως δεν συνέβη εδώ. Ο κάθε μάρτυρας, όπως εύστοχα σημείωσε το Δικαστήριο, αντιλαμβανόταν τα όσα διαδραματίζονταν από τη θέση που βρισκόταν και από το δικό του οπτικό πεδίο. Έχοντας αναγνώσει τη μαρτυρία, όπως αυτή αποτυπώθηκε στα πρακτικά, το τι αναδύεται χωρίς αμφιβολία είναι ένας κοινός κορμός δεδομένων, με γεγονότα που συγκλίνουν ως προς την ουσιαστική υφή τους.» Στην προκείμενη περίπτωση η ουσία παραμένει ότι υπήρξε κλήση στο κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης από τον Κατηγορούμενο και ότι η Παραπονούμενη αναφέρθηκε τελικά κατά την εν λόγω συνάντηση στην ισχυριζόμενη κακοποίηση της. Το κατά πόσο αυτό έγινε πριν ή μετά που ενημερώθηκε για την εν λόγω κλήση, όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.7 και 9, δεν διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο. Πρόκειται επομένως για αντιφάσεις επί επουσιωδών λεπτομερειών. Σύμφωνα δε με τη νομολογία αντιφάσεις και ασυνέπειες στη μαρτυρία μαρτύρων ενισχύουν την αξιοπιστία τους αφού αποτελεί ένδειξη περί έλλειψης προσυνεννόησης των μαρτύρων (Λ.Κ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547). Ταυτοχρόνως επισημαίνεται ότι είναι αντιφάσεις, επί ουσιαστικών θεμάτων, που τείνουν να καταδείξουν αναλήθεια και όχι αντιφάσεις επί επουσιωδών λεπτομερειών. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.5 δεν μπορώ ωστόσο να δεχθώ τον ισχυρισμό του ότι πληροφορήθηκε από τη Μ.Κ.7 ότι η σεξουαλική παρενόχληση συνεχιζόταν μέχρι την καταγγελία της υπόθεσης. Αυτό διότι κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία της Μ.Κ.7, η οποία δεν ανέφερε σε οποιοδήποτε σημείο ότι η Παραπονούμενη της είπε ότι η παρενόχληση της λάμβανε χώρα μέχρι τον Δεκέμβριο. Με εξαίρεση επομένως το προαναφερόμενο σημείο, η μαρτυρία του Μ.Κ.5 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Η μητέρα της Παραπονούμενης κατέθεσε ως Μ.Κ.
  1. Κατά την κυρίως εξέταση της υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 21). Σε αυτήν αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι μετά τον Οκτώβριο του 2012 η Παραπονούμενη μετακινήθηκε από το Γυμνάσιο της ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ στο Γυμνάσιο ΧΧΧΧΧΧ στην ΧΧΧΧΧΧ, καθώς αντιμετώπιζε προβλήματα στο πρώτο σχολείο με κάποιους συμμαθητές της που έλεγαν «κακά» λόγια για αυτήν. Ο Κατηγορούμενος είναι φίλος του Μ.Κ.5, ο οποίος διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις και με τους δύο υιούς του Κατηγορούμενου. Οι επισκέψεις του στην οικία τους ξεκίνησαν μετά τον Μάρτη - Απρίλη του
  2. Μέσα στο Πάσχα επισκέφθηκε την οικία τους διότι ήθελε να μάθει από την Παραπονούμενη τον αριθμό τηλεφώνου κάποιας κοπέλας ονόματι ΧΧΧΧΧ, διότι υποψιαζόταν ότι του είχε κλέψει το πορτοφόλι του. Το καλοκαίρι του 2013 περί τα τέλη Ιουνίου ο Κατηγορούμενος, σε μία επίσκεψη του στην οικία τους, ζήτησε από την Παραπονούμενη να του μάθει να στέλνει μηνύματα με το κινητό τηλέφωνο του, πράγμα το οποίο έπραξε. Μετά από μία ή δύο μέρες ξαναήλθε και απευθυνόμενος στην Παραπονούμενη την ρώτησε γιατί δεν του απάντησε στο μήνυμα που της έστειλε. Τότε αντέδρασε και τον ρώτησε πώς γνωρίζει τον αριθμό τηλεφώνου της Παραπονούμενης. Ταράχθηκε μετά από την ερώτηση της και της απάντησε ότι από κάπου τον έμαθε. Όταν έφυγε ο Κατηγορούμενος ρώτησε την Παραπονούμενη κατά πόσο την φλερτάρει και η τελευταία απάντησε ότι δεν συμβαίνει οτιδήποτε. Μετά τα προαναφερόμενα περιστατικά ζήτησε από την Παραπονούμενη όταν επισκέπτεται την οικία τους ο Κατηγορούμενος να παραμένει στο δωμάτιο της. Ο Κατηγορούμενος όσες φορές επισκεπτόταν την οικία τους και δεν έβλεπε την Παραπονούμενη ρωτούσε που βρίσκεται. Πληροφορήθηκε την ισχυριζόμενη κακοποίηση που υφίστατο η Παραπονούμενη όταν η Μ.Κ.7 της ζήτησε να συνοδεύσει την Παραπονούμενη στο ραντεβού της 05.12.
  3. Συγκεκριμένα η Παραπονούμενη εισήλθε μόνη της στο γραφείο της Μ.Κ.7 και η ίδια με τον Μ.Κ.5 περίμεναν έξω. Σε κάποια στιγμή χτύπησε το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης και επειδή ο αριθμός δεν ήταν αποθηκευμένος και δεν εμφάνιζε όνομα, το έδωσε στον Μ.Κ.5 να το απαντήσει. Ο τελευταίος το απάντησε και της είπε ότι η κλήση έγινε κατά λάθος διότι κάποιος άντρας ζήτησε να μιλήσει με τον Αντρέα. Ωστόσο, επειδή η φωνή που άκουσε στο τηλέφωνο του φάνηκε γνωστή, έψαξε στο δικό του τηλέφωνο για να δει κατά πόσο είχε αποθηκευμένο τον συγκεκριμένο αριθμό και τότε ανακάλυψε ότι ο εν λόγω αριθμός ανήκει στον Κατηγορούμενο. Εκείνη τη στιγμή η Μ.Κ.7 την κάλεσε για να εισέλθει στο γραφείο της και την πληροφόρησε για τη συζήτηση που είχε με την Παραπονούμενη και ότι η τελευταία αρνείται ότι συνέβη οτιδήποτε. Παρά τις προσπάθειες της η Παραπονούμενη εξακολουθούσε να αρνείται και τότε εξήλθαν του γραφείου για να αποχωρήσουν. Η Παραπονούμενη μετέβη στην τουαλέτα και η ίδια ενημέρωσε τον Μ.Κ.5 για τα όσα της είπε η Μ.Κ.
  4. Αμέσως ο Μ.Κ.5 και η ίδια μετέβηκαν στο γραφείο της Μ.Κ.7 και την ενημέρωσαν για την κλήση που έγινε από τον Κατηγορούμενο στο τηλέφωνο της Παραπονούμενης. Στο γραφείο της Μ.Κ.7 ήλθε και η Μ.Κ.9, η οποία, αφού ενημερώθηκε, τους ζήτησε να εξέλθουν του γραφείου και να καλέσουν ξανά την Παραπονούμενη. Στη συνάντηση αυτή η Παραπονούμενη ανέφερε τελικά στις Μ.Κ.7 και 9 τι είχε συμβεί με τον Κατηγορούμενο. Ακολούθως, οι Μ.Κ.7 και 9 τούς ανέφεραν περιληπτικά τους ισχυρισμούς της Παραπονούμενης και κλήθηκε η Αστυνομία και το Γραφείο Ευημερίας. Στη δια ζώσης μαρτυρία της και σε σχέση με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Παραπονούμενη στο Γυμνάσιο ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, ανέφερε ότι η τελευταία διατηρούσε σχέση με κάποιο αγόρι στο οποίο έστειλε γυμνές φωτογραφίες. Το εν λόγω αγόρι απείλησε την Παραπονούμενη ότι αν δεν δεχόταν να κάνει έρωτα μαζί του θα δημοσίευε τις εν λόγω φωτογραφίες. Η Παραπονούμενη δεν δέχθηκε να κάνει έρωτα μαζί του και ο συγκεκριμένος δημοσίευσε τελικά γυμνές φωτογραφίες της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα διάφορα αγόρια να την φλερτάρουν και κορίτσια, τα οποία είχαν «σχέσεις» μαζί τους, αντιμετώπιζαν την Παραπονούμενη ως απειλή με αποτέλεσμα να της μιλούν άσχημα και σε δύο περιπτώσεις να την ξυλοκοπήσουν. Η μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω ότι κάποια μέρα που η Παραπονούμενη περπατούσε στο χωριό της κάποιος γείτονας τους ονόματι ΧΧΧΧΧ της πρότεινε να κάνουν έρωτα. Το ανέφερε στην ίδια και στον Μ.Κ.5 οι οποίοι απευθύνθηκαν στο Γραφείο Ευημερίας. Το εν λόγω περιστατικό το πληροφορήθηκε ο Κατηγορούμενος αφού του το ανέφερε ο Μ.Κ.5 στην παρουσία της. Ερωτηθείσα κατά πόσο οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του Κατηγορούμενου επισκέφθηκε την οικία τους μετά την καταγγελία, η μάρτυρας είπε ότι τους επισκέφθηκε αρχικά η σύζυγος του Κατηγορούμενου η οποία στην παρουσία της μίλησε με την Παραπονούμενη. Επίσης επισκέφθηκαν την οικία τους ο ένας εκ των υιών του Κατηγορούμενου μαζί με κάποιον θείο του Κατηγορούμενου οι οποίοι πρότειναν στον Μ.Κ.5 να τους δώσουν χρήματα για να βοηθήσουν την Παραπονούμενη και να αποσύρουν την καταγγελία. Η ίδια δεν θέλησε να είναι παρούσα στη συγκεκριμένη συζήτηση, ενώ αναφορικά με την πρόταση που τους έγινε είπε ότι τόσο η ίδια όσο και ο Μ.Κ.5 την απέρριψαν. Τέλος, ανέφερε ότι με την Παραπονούμενη μετέβηκε στην Αστυνομία δύο φορές. Η πρώτη ήταν μετά τη συνάντηση με τη Μ.Κ.7 και συγκεκριμένα στις 06.12.13 και η δεύτερη φορά ήταν στον Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ όπου τους κάλεσαν για να υποβάλουν κάποιες ερωτήσεις στην Παραπονούμενη. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ήταν τρείς τελικά οι επισκέψεις της στην Αστυνομία. Συγκεκριμένα η μία επίσκεψη ήταν στον Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧ την ημέρα που βιντεοσκοπήθηκε η κατάθεση της Παραπονούμενης, η δεύτερη όταν έδωσε κατάθεση η ίδια και ο Μ.Κ.5 και η τρίτη όταν κλήθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ για να τεθούν ερωτήσεις στην Παραπονούμενη. Όσον αφορά την επίσκεψη στον Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, δεν άκουσε τι ρώτησαν οι Αστυνομικοί την Παραπονούμενη λέγοντας ότι, εξ όσων κατάλαβε, αφορούσε το περιστατικό με τον ΧΧΧΧΧ. Ερωτηθείσα κατά πόσο συζήτησε με τους Αστυνομικούς για τον σκοπό επίσκεψης της Παραπονούμενης, απάντησε ότι μίλησε γενικά με κάποιον Αστυνομικό για την Παραπονούμενη, ωστόσο δεν θυμόταν το περιεχόμενο της συζήτησης και δεν ήταν σίγουρη εάν τελικά οι ερωτήσεις αφορούσαν την περίπτωση του γείτονα τους. Στην υποβληθείσα θέση ότι ο λόγος που κλήθηκε η Παραπονούμενη ήταν για διερεύνηση του ισχυρισμού του Κατηγορούμενου ότι την εντόπισε γυμνή στο λεωφορείο μαζί με κάποιο συμμαθητή της, απάντησε ότι ήταν η πρώτη φορά που άκουγε κάτι τέτοιο. Η επίσκεψη του υιού του Κατηγορούμενου και του θείου του στην οικία τους έλαβε χώρα περίπου μία με δύο εβδομάδες μετά την καταγγελία. Τον θείο του Κατηγορούμενου δεν τον γνωρίζει, ανέφερε ωστόσο ότι ήταν ηλικίας 60-70 ετών, και την πληροφόρησε ο Μ.Κ.5 ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν θείος του Κατηγορούμενου. Η Μ.Κ.6 αρνήθηκε την υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι το εν λόγω συμβάν είναι μία πλαστή ιστορία. Σε σχετικές ερωτήσεις του για την παράλειψη της να το αναφέρει στην Αστυνομία, απάντησε ότι το περιστατικό αυτό έλαβε χώρα μετά την κατάθεση που έδωσαν στην Αστυνομία και επειδή δεν δέχτηκε την προσφορά που τους έγινε δεν θεώρησε ότι έπρεπε να το αναφέρει στην Αστυνομία. Ο κ. Αλεξάνδρου επεσήμανε στη Μ.Κ.6 ότι το περιστατικό με την επίσκεψη της συζύγου του Κατηγορούμενου έλαβε χώρα πριν δώσει η ίδια κατάθεση στην Αστυνομία πράγμα με το οποίο η Μ.Κ.6 συμφώνησε. Στην ερώτηση γιατί δεν ανέφερε το εν λόγω περιστατικό όταν έδιδε κατάθεση στην Αστυνομία, απάντησε ότι ψυχολογικά ήταν πολύ αναστατωμένη και εκείνη τη στιγμή έλεγε οτιδήποτε της ερχόταν στο μυαλό επισημαίνοντας ότι είναι αδύνατο μέσα σε λίγο χρόνο να αναφέρεις όλα όσα έζησες. Επίσης ανέφερε ότι δεν θεώρησε ότι η συγκεκριμένη επίσκεψη είχε οποιαδήποτε σημασία για να την αναφέρει στην Αστυνομία. Αναφορικά τώρα με τη συνάντηση αυτή καθ' αυτήν, η μάρτυρας διευκρίνισε ότι η συζήτηση έγινε στην παρουσία της ίδιας και του Μ.Κ.5, καθώς και ότι η Παραπονούμενη αναφέρθηκε γενικά χωρίς λεπτομέρειες στα επίδικα περιστατικά λέγοντας συγκεκριμένα ότι την έκλεινε μέσα στο λεωφορείο και «την πίεζε να κάμει πράγματα». Στην ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου κατά πόσο ανέφερε η Παραπονούμενη τί «πράγματα» την πίεζε να κάμει, η Μ.Κ.6 απάντησε ότι δεν ανέφερε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν περιήλθε στην αντίληψη της η Παραπονούμενη να στέλνει μηνύματα μέσω κινητού τηλεφώνου σε αγόρια ζητώντας τους να ξαναβρεθούν για να τους κάνει στοματικό έρωτα, ούτε και περιήλθε στην αντίληψη της ότι παρενοχλούσε άλλα αγόρια τα οποία διατηρούσαν σχέσεις με άλλες κοπέλες. Επίσης η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι οι συγκρούσεις που είχε στο σχολείο και οι επιθέσεις που δέχθηκε δεν σχετίζονταν με παρενοχλήσεις της Παραπονούμενης προς αγόρια τα οποία διατηρούσαν δεσμό με άλλες κοπέλες. Ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να επισκέπτεται την οικία τους περί τον Μάρτιο - Απρίλιο και αφορμή για την πρώτη επίσκεψη του στάθηκε ο ισχυρισμός του ότι μία κοπέλα ονόματι ΧΧΧΧΧΧ είχε κλέψει το πορτοφόλι του. Ο Κατηγορούμενος είχε έλθει για να μάθει από την Παραπονούμενη τον αριθμό τηλεφώνου της εν λόγω κοπέλας. Ως τελευταία φορά που επισκέφθηκε την οικία τους, η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι πρέπει να ήταν τον Αύγουστο όταν ο Κατηγορούμενος ήταν με άδεια. Μάλιστα είχε προτείνει τότε στην Παραπονούμενη να την έπαιρνε μαζί του για ψώνια στην ΧΧΧΧ, η τελευταία όμως δεν πήγε. Η Μ.Κ.6 συμφώνησε με τον κ. Αλεξάνδρου ότι τόσο η ίδια όσο και ο Μ.Κ.5 ζήτησαν από τον Κατηγορούμενο να την βοηθήσει στην εξεύρεση εργασίας. Το εν λόγω συμβάν έλαβε χώρα την περίοδο που άρχισε ο Κατηγορούμενος να επισκέπτεται την οικία τους. Αρνήθηκε ωστόσο ότι ο λόγος για τον οποίο ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να επισκέπτεται την οικία τους ήταν διότι του ζήτησαν βοήθεια στην εξεύρεση εργασίας. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ήρθε από μόνος του, χωρίς προηγουμένως να του έχουν ζητήσει οτιδήποτε. Δήλωσε περαιτέρω ότι ο σκοπός των επισκέψεων του μπορεί να ήταν και για να φοβερίζει την Παραπονούμενη. Στην ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου αν αντιλήφθηκε οποιαδήποτε ενέργεια του Κατηγορούμενου η οποία να προκαλεί φόβο στην Παραπονούμενη, απάντησε ότι η παρουσία του και μόνο ήταν αρκετή, αφού παρατήρησε ότι η Παραπονούμενη ήταν «παράξενη» στην παρουσία του Κατηγορούμενου. Ερωτηθείσα για την ενημέρωση που έλαβε από τις Μ.Κ.7 και 9 στις 05.12.13, απάντησε ότι την πληροφόρησαν ότι η θυγατέρα της δέχθηκε σεξουαλική παρενόχληση. Στην ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου κατά πόσο της αναφέρθηκε η περίοδος που κάλυπτε η σεξουαλική παρενόχληση, είπε ότι δεν γνώριζαν πότε ακριβώς ξεκίνησε, πότε τελείωσε ή πόσες φορές έγινε. Στη συνέχεια ωστόσο είπε ότι δεν θυμόταν τι ακριβώς της ανέφεραν τα προαναφερόμενα πρόσωπα λέγοντας ότι το μόνο που θυμάται από τη συγκεκριμένη ημέρα είναι ότι η θυγατέρα της δέχθηκε σεξουαλική παρενόχληση από τον Κατηγορούμενο. Αναφορικά τώρα με ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην κατάθεση της - Τεκμήριο 21, διευκρίνισε ότι την πληροφορία ότι η Παραπονούμενη είχε δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση από τον Κατηγορούμενο την έλαβε από τη Μ.Κ.7 στην παρουσία της Παραπονούμενης. Όταν προσπάθησε και η ίδια να πείσει την Παραπονούμενη να τους αποκαλύψει τι συνέβηκε, η τελευταία απλώς έκλαιγε. Η αναφορά της στη σελ.6 του Τεκμηρίου 21 ότι αρνείτο, συνίστατο στο ότι η Παραπονούμενη παρά τις προσπάθειες της δεν μιλούσε, αλλά απλώς έκλαιγε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι πρώτη φορά λάμβανε γνώση της δήλωσης που περιλαμβάνεται στην κατάθεση της Μ.Υ.1 (Τεκμήριο 12), ότι δηλαδή η φίλη της Παραπονούμενης Ν. Κ. είπε στην Μ.Υ.1 ότι ο Κατηγορούμενος είχε χτυπήσει και βιάσει την Παραπονούμενη. Μετά που περιήλθαν στη γνώση της τα επίδικα περιστατικά, προσπάθησε αρκετές φορές να μιλήσει με την Παραπονούμενη για αυτά. Η Παραπονούμενη ωστόσο δεν της είπε ποτέ λεπτομέρειες. Στην ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου σε σχέση με το πότε τελείωσαν οι ισχυριζόμενες παρενοχλήσεις, η Μ.Κ.6 είπε ότι ήταν τον Νοέμβριο, δεν θυμόταν όμως αν τη συγκεκριμένη πληροφορία της την είπε η Παραπονούμενη ή τη διάβασε στην κατάθεση της. Στην απορία του κ. Αλεξάνδρου αν ρώτησε την Παραπονούμενη για ποιο λόγο μετά το πρώτο ισχυριζόμενο περιστατικό δεν κατέβαινε από το λεωφορείο για να αποφύγει με αυτόν τον τρόπο τον Κατηγορούμενο, η Μ.Κ.6 είπε ότι την ρώτησε και της απάντησε ότι φοβόταν τον Κατηγορούμενο. Τέλος, αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι οι ισχυρισμοί της Παραπονούμενης σε σχέση με τον Κατηγορούμενο δεν είναι αληθείς και έγιναν κατόπιν εξαναγκασμού από την ίδια και τη Μ.Κ.
  5. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δεν επανεξέτασε τη Μ.Κ.
  6. Ακολούθως η μάρτυρας σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου ως προς το τι εννοούσε όταν είπε ότι η Παραπονούμενη ήταν «παράξενη» όταν ήταν παρών ο Κατηγορούμενος, απάντησε ότι ήταν σαν φοβισμένη, σαν να προσπαθούσε να αποφύγει κάτι. Η εντύπωση που αποκόμισα από τη Μ.Κ.6 ήταν θετική. Δεν παραβλέπω ότι είναι η μητέρα της Παραπονούμενης και ότι το μητρικό ένστικτο θα μπορούσε να επενεργήσει στη μαρτυρία της προκειμένου να παραποιήσει γεγονότα προς όφελος της Παραπονούμενης θυγατέρας της. Προς τούτο έχω αντικρύσει με τη δέουσα επιφυλακτικότητα τη μαρτυρία της και δεν έχω αντιληφθεί ότι λόγω της σχέσης μητέρας - θυγατέρας η μαρτυρία της επηρεάστηκε εις βάρος της αλήθειας. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.5 επεσήμανα ότι το ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του αφορά τα διαδραματισθέντα στο Γ.Ν. ΧΧΧΧ, με τα κρίσιμα σημεία μάλιστα να είναι αποδεκτά. Το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία της Μ.Κ.
  7. Για τις διαφοροποιήσεις που έχουν παρατηρηθεί ως προς τη σειρά εξέλιξης των γεγονότων στο Γ.Ν. ΧΧΧΧ, παραπέμπω σε όσα ήδη ανέφερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.
  8. Άλλο σημαντικό στοιχείο της μαρτυρίας της Μ.Κ.6 αποτελεί το ζήτημα των επισκέψεων του Κατηγορούμενου στην οικία τους. Όπως ήδη ανέφερα κατά την αξιολόγηση του Μ.Κ.5, η μαρτυρία των Μ.Κ.5, 6 και 8 συμβαδίζει ως προς το ότι οι επισκέψεις του Κατηγορούμενου ξεκίνησαν και συνεχίστηκαν την περίοδο που γινόταν η ισχυριζόμενη σεξουαλική παρενόχληση της Παραπονούμενης. Συμπίπτουν επίσης οι μαρτυρίες των Μ.Κ.5 και 6 και ως προς το ότι αφορμή για την έναρξη των επισκέψεων του Κατηγορούμενου υπήρξε ο ισχυρισμός του ότι κάποια κοπέλα ονόματι ΧΧΧΧΧ έκλεψε το πορτοφόλι του. Η διάσταση που παρατηρείται ως προς το ακριβές χρονικό σημείο που ξεκίνησαν οι επισκέψεις, θεωρώ ότι αποτελεί δευτερεύων ζήτημα, καθώς το ουσιώδες είναι ότι οι επισκέψεις ξεκίνησαν και συνεχίστηκαν ενόσω ήταν σε εξέλιξη και η ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση. Επίσης, η Μ.Κ.6 ήταν σταθερή και πειστική στη θέση της ότι οι επισκέψεις του Κατηγορούμενου στην οικία τους δεν γίνονταν κατόπιν δικών τους προσκλήσεων, θέση η οποία συμβαδίζει και με όσα ανέφερε ο Μ.Κ.
  9. Ταυτόχρονα η Μ.Κ.6 με ειλικρίνεια συμφώνησε ότι ο Κατηγορούμενος την βοήθησε να προσληφθεί σε ξενοδοχείο. Επί του σημείου αυτού ο συνήγορος του Κατηγορούμενου πρόβαλε τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε την οικία τους μετά από δική τους πρόσκληση ακριβώς διότι επιθυμία τους ήταν να του ζητήσουν να βοηθήσει για να προσληφθεί στο ξενοδοχείο ή γενικότερα για την εξεύρεση εργασίας. Η απάντηση που έδωσε η μάρτυρας, ότι δηλαδή όταν άρχισε να επισκέπτεται την οικία τους βρήκαν την ευκαιρία να του μιλήσουν για το ζήτημα της εργασίας, εφόσον πλέον αναπτύχθηκε μία σχέση οικειότητας μεταξύ τους, θεωρώ ότι είναι απολύτως λογική. Περαιτέρω, σταθερή και πειστική ήταν η Μ.Κ.6 και στο πως περιήλθε στη γνώση του Κατηγορούμενου το περιστατικό με τον ΧΧΧΧΧΧ. Όπως ανέφερε η μάρτυρας ήταν παρούσα όταν ο Μ.Κ.5 ανέφερε στον Κατηγορούμενο το τι συνέβηκε με τον ΧΧΧΧΧ. Επιχειρήθηκε να πληγεί η αξιοπιστία της Μ.Κ.6 με αναφορά στο περιστατικό της επίσκεψης του θείου και του υιού του Κατηγορούμενου στην οικία τους. Ο κ. Αλεξάνδρου τόνισε ότι πρόκειται για μία πλαστή ιστορία και για αυτό δεν έγινε καταγγελία στην Αστυνομία και δεν καταγράφεται στο Τεκμήριο
  10. Καταρχάς, η μάρτυρας τοποθέτησε το εν λόγω περιστατικό σε ημερομηνία μεταγενέστερη της κατάθεσης της. Ως εκ τούτου δεν προκύπτει οτιδήποτε μεμπτό από το ότι δεν περιλαμβάνεται σε αυτήν. Από την άλλη, εάν όντως ήταν μία προσπάθεια της Μ.Κ.6 να πλήξει τον Κατηγορούμενο τότε θα υποστήριζε ότι η επίσκεψη έγινε με πρωτοβουλία του Κατηγορούμενου. Δεν ενέπλεξε ωστόσο με οποιοδήποτε τρόπο τον ίδιο τον Κατηγορούμενο στην εν λόγω επίσκεψη, αφού αναφέρθηκε μόνο στον υιό του Κατηγορούμενου και τον θείο του χωρίς να αφήνει να νοηθεί ότι η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε εν γνώσει και με τη σύμφωνη γνώμη του Κατηγορούμενου. Επιπρόσθετα, η θέση της Υπεράσπισης ότι πρόκειται για μία πλαστή ιστορία πέφτει στο κενό, ενόψει και της αναφοράς που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 27, ότι δηλαδή σε ανύποπτο χρόνο οι Μ.Κ.5 και 6 πληροφόρησαν τη Μ.Κ.7 για την προαναφερόμενη συνάντηση και το περιεχόμενο της (βλ. συνάντηση ημερ.23.01.14 σελ.38-39 Τεκμηρίου 27). Τέλος, δεν παραβλέπω ότι παρατηρείται διαφοροποίηση στη μαρτυρία των Μ.Κ.6 και 8 όσον αφορά την επίσκεψη τους στον Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ. Η Μ.Κ.8 υποστήριξε ότι αποκάλυψε σε μεταγενέστερο χρόνο στη Μ.Κ.6 τον λόγο για τον οποίο της ζητήθηκε να μεταβεί στις 09.12.13 στον Σταθμό. Αντιθέτως η Μ.Κ.6, στη σχετική υποβολή του κ. Αλεξάνδρου για το ισχυριζόμενο περιστατικό που ανέφερε ο Κατηγορούμενος ότι εκτυλίχθηκε στο λεωφορείο με την Παραπονούμενη και κάποιον μαθητή, είπε ότι ήταν η πρώτη φορά που το άκουγε. Το κατά πόσο η Μ.Κ.6 πληροφορήθηκε για τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου από την Παραπονούμενη θεωρώ ότι είναι επουσιώδους σημασίας και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε το γεγονός αυτό να πλήξει την αξιοπιστία της. Είτε γνώριζε η Μ.Κ.6 για τον εν λόγω ισχυρισμό, είτε όχι είναι ουδέτερης σημασίας για τα επίδικα θέματα και για την ποιότητα της μαρτυρίας της. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία της Μ.Κ.6 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Η Μ.Κ.7 είναι κλινική ψυχολόγος και εργάζεται στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων ΧΧΧΧ του Γ. Ν. ΧΧΧΧ από το 2012, ενώ από το 2006 υπηρετεί στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας και είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο ψυχολόγων Κύπρου. Στην καριέρα της ασχολήθηκε περί τις 10 - 15 φορές με περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Γνώρισε την Παραπονούμενη στα τέλη Δεκεμβρίου 2012, όταν παραπέμφθηκε στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων ΧΧΧΧ κατόπιν αιτήματος των γονέων της για να αξιολογηθεί η ψυχοσυναισθηματική κατάσταση της. Παρακολούθησε ως κλινική ψυχολόγος την Παραπονούμενη μέχρι τον Νοέμβριο του
  11. Κατά την περίοδο που παρακολουθούσε την Παραπονούμενη συναντήθηκε μαζί της περί τις 30 - 40 φορές σε τακτά χρονικά διαστήματα. Διευκρίνισε ότι οι συναντήσεις με την Παραπονούμενη ήταν ατομικές. Για τις συναντήσεις αυτές κρατούσε σημειώσεις, οι οποίες περιλαμβάνονται στον ιατρικό φάκελο της Παραπονούμενης ο οποίος και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  12. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι όταν ξεκίνησε τη συνεργασία της με την Παραπονούμενη διαπίστωσε ότι ήταν ψυχικά τραυματισμένη, είχε ευερέθιστη διάθεση, συναισθήματα θλίψης, χαμηλή αυτοεκτίμηση και προσπάθησε να αυτοκτονήσει 3 - 4 φορές. Δεχόταν σχολικό εκφοβισμό και συγκεκριμένα υπέστη σωματική κακοποίηση, ψυχολογική κακοποίηση και ηλεκτρονικό εκφοβισμό. Σε σχέση με τη σωματική κακοποίηση είχε υποστεί ξυλοδαρμό από συμμαθήτριες της. Αναφορικά με την ψυχολογική κακοποίηση διαδίδονταν φήμες ότι ήταν φορέας ηπατίτιδας και AIDS με αποτέλεσμα να χρειαστεί να πραγματοποιηθούν και πολυθεματικές συναντήσεις στο σχολείο. Σε σχέση με τον ηλεκτρονικό εκφοβισμό η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι ένα αγόρι με το οποίο διατηρούσε δεσμό η Παραπονούμενη την εκφόβισε με τη δημοσίευση φωτογραφιών της. Η Παραπονούμενη κατά την έναρξη της συνεργασίας τους δυσκολευόταν να την εμπιστευτεί και χρειάστηκε χρόνος για να δημιουργηθεί θεραπευτική σχέση και να μπορέσει να μιλήσει για την ισχυριζόμενη κακοποίηση που δεχόταν. Ειδικά τα παιδιά και οι έφηβοι με δυσκολία μιλούν άμεσα για σεξουαλική κακοποίηση που δέχονται. Στις 05.12.13, ημερομηνία κατά την οποία αποκάλυψε στην ίδια την ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση που δεχόταν από τον Κατηγορούμενο, έγινε διερεύνηση σχετικής πληροφορίας που η Παραπονούμενη είχε εκμυστηρευτεί σε φίλη της. Η Παραπονούμενη αναφέρθηκε στον Κατηγορούμενο σε δύο συναντήσεις, η μία ήταν στις 05.12.13 και η άλλη στις 23.12.
  13. Η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι μέσα από τα λεγόμενα της Παραπονούμενης για τον Κατηγορούμενο φαίνεται ότι ο τελευταίος ήταν ένας άνθρωπος που τον εμπιστευόταν και θεωρούσε ότι την προστάτευε. Στην αντεξέταση της η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην 1η σελίδα του Τεκμηρίου 27 λήφθηκαν από τη Μ.Κ.6 και καταγράφηκαν από νοσηλευτικό λειτουργό. Συμφώνησε ότι στην προαναφερόμενη σελίδα του Τεκμηρίου 27 τα προβλήματα που παρουσίαζε η Παραπονούμενη και ανέφερε η Μ.Κ.6 ήταν ότι είναι κλειστός χαρακτήρας, δεν μιλά για τα προσωπικά της, λέει ψέματα, είναι οξύθυμη και μιλά απότομα κάποιες φορές. Ερωτηθείσα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου κατά πόσο μέσα από τη δική της αξιολόγηση επιβεβαιώθηκαν ή όχι οι πιο πάνω πληροφορίες, η Μ.Κ.7 είπε ότι αυτό το οποίο η ίδια διαπίστωσε ψυχοδιαγνωστικά ήταν ότι η Παραπονούμενη είχε κατάθλιψη. Επίσης παρέπεμψε στη συνάντηση που είχε η ίδια με τη Μ.Κ.6 στις 28.12.12 (σελ.31 πίσω μέρος Τεκμηρίου 27) κατά την οποία η τελευταία ανέφερε ότι η Παραπονούμενη έλεγε ψέματα σε σχέση με τα μαθήματα της και συμπλήρωσε ότι σε παιδιά αυτής της ηλικίας συναντάται συχνά το φαινόμενο να λένε κάποια ψέματα. Ο κ. Αλεξάνδρου παρέπεμψε τη Μ.Κ.7 στη σελ.12 του Τεκμηρίου 27 στην οποία περιλαμβάνεται αναφορά σε πολυθεματική συνάντηση που έλαβε χώρα στις 27.02.13 στο σχολείο της Παραπονούμενης κατά την οποία συζητήθηκε η «υπερσεξουαλικότητα» της Παραπονούμενης (ισχυρισμός ότι φιλούσε στο στόμα κάθε διάλειμμα 8 - 10 μαθητές) και οι φήμες ότι ήταν φορέας του AIDS. H Μ.Κ.7 ανέφερε ότι διαπίστωσε ότι υπήρχε ρατσιστική διάθεση από μέρους της διεύθυνσης του σχολείου και των καθηγητών έναντι της Παραπονούμενης σε σχέση με το ότι παρουσίαζε «υπερσεξουαλικότητα», αλλά και τις φήμες που διακινούνταν ότι ήταν φορέας του AIDS. Όπως ανέφερε, η Παραπονούμενη ήταν ένα παιδί 14 ετών και η διεύθυνση του σχολείου όφειλε να την προστατεύσει από τον σχολικό εκφοβισμό που δεχόταν. Αντί αυτού χρειάστηκε να γίνουν πολυθεματικές συναντήσεις στις οποίες τέθηκαν από τη διεύθυνση τα πιο πάνω ζητήματα και ζητούσαν την απομάκρυνση της Παραπονούμενης από το σχολείο. Αναφορικά με την «υπερσεξουαλικότητα» και τους ισχυρισμούς ότι σε κάθε διάλειμμα φιλούσε 8 - 10 μαθητές στο στόμα, είπε ότι δεν ήταν στο σχολείο για να βλέπει ιδίοις όμμασι τι συνέβαινε, θεωρεί ωστόσο ότι οι συγκεκριμένες αναφορές ότι φιλούσε ουσιαστικά όποιον μαθητή έβρισκε μπροστά της είναι υπερβολικές. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι ακόμα και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, αυτό συνιστούσε μία κραυγή βοήθειας από το συγκεκριμένο παιδί που παρουσίαζε σοβαρές ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες. Σε ερωτήσεις του κ. Αλεξάνδρου κατά πόσο συζήτησε με την Παραπονούμενη αν είχε ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή, η Μ.Κ.7 απάντησε ότι συζητήθηκε στα πλαίσια των διαπροσωπικών της σχέσεων και της σεξουαλικής της ταυτότητας εφόσον, κατά τον χρόνο που την παρακολουθούσε, βρισκόταν στο στάδιο της εφηβείας. Από τις δικές της σημειώσεις επί του Τεκμηρίου 27, προκύπτει ότι η Παραπονούμενη δεν της είχε αναφέρει ότι είχε ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου παρέπεμψε την Μ.Κ.7 στη σελ.16 του Τεκμηρίου 27, όπου φαίνεται ότι σε συνάντηση που είχε η Παραπονούμενη με τη Μ.Κ.9 αποκάλυψε ότι είχε την πρώτη της ολοκληρωμένη σχέση με κάποιον 23χρονο και υπέβαλε στη μάρτυρα ότι το εν λόγω γεγονός σημαίνει ότι δεν της έλεγε αλήθεια όταν τη ρωτούσε για σεξουαλικά ζητήματα. Η Μ.Κ.7 αρνήθηκε, λέγοντας ότι δεν σημαίνει ότι της έλεγε ψέματα η Παραπονούμενη, αλλά ότι δεν είχε δημιουργηθεί ακόμα η κατάλληλη θεραπευτική σχέση για να της μιλήσει περισσότερο για τον εαυτό της και ειδικότερα για αυτό το ζήτημα. Σε ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου αν της ανέφερε οτιδήποτε η Παραπονούμενη σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα μέχρι και την ολοκλήρωση της παρακολούθησης της το 2015, η Μ.Κ.7 απάντησε αρνητικά. Επιπρόσθετα, ο κ. Αλεξάνδρου ρώτησε τη Μ.Κ.7 κατά πόσο η Παραπονούμενη της αποκάλυψε ότι είχε ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή με κάποιον Ευάνθη, πράγμα το οποίο ανέφερε στη Μ.Κ.9, με τη Μ.Κ.7 να απαντά ότι δεν της ανέφερε κάτι τέτοιο. Η μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω σε σχέση με τα σεξουαλικής φύσεως ζητήματα που εγέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου, ότι ο δικός της ρόλος δεν ήταν να εκμαιεύσει πληροφορίες που σχετίζονται με τη σεξουαλική ζωή της Παραπονούμενης. Ο ρόλος της ήταν θεραπευτικός και αυτό το οποίο διαπίστωσε μέσα από την κλινική εικόνα της Παραπονούμενης και την ψυχολογική της αξιολόγηση, ήταν ότι ενώπιον της είχε ένα παιδί που παρουσίαζε κατάθλιψη. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στα πλαίσια της διερεύνησης γίνονται ερωτήσεις και για σεξουαλικά ζητήματα εφόσον η Παραπονούμενη βρισκόταν στην εφηβεία της. Ωστόσο, η Παραπονούμενη δεν της ανέφερε εάν είχε σεξουαλική επαφή και πότε ήταν η πρώτη φορά που είχε τέτοια επαφή και επανέλαβε ότι ο λόγος για τον οποίο πιστεύει ότι δεν το έκανε ήταν διότι χρειαζόταν χρόνος για να δημιουργηθεί θεραπευτική σχέση μαζί της. Η μάρτυρας ανέφερε ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα που παρακολουθούσε την Παραπονούμενη, η τελευταία είχε συνεντεύξεις και με τη Μ.Κ.
  14. Η Μ.Κ.7 και η Μ.Κ.9 είχαν μεταξύ τους συναντήσεις κατά την περίοδο παρακολούθησης της Παραπονούμενης στα πλαίσια των οποίων ανταλλάσσαν απόψεις για την κλινική κατάσταση της. Το περιεχόμενο της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης δεν ήταν σε γνώση της. Ο κ. Αλεξάνδρου παρέπεμψε τη Μ.Κ.7 σε συγκεκριμένες αναφορές της Παραπονούμενης στην οπτικογραφημένη της κατάθεση και πιο συγκεκριμένα στον ισχυρισμό ότι η τελευταία φορά που υπέστη κακοποίηση από τον Κατηγορούμενο ήταν τον Νοέμβριο του 2013, και στον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος της έδωσε χρήματα μετά από στοματικό έρωτα και της πρόσφερε χρήματα προκειμένου να κάνουν έρωτα. Η Μ.Κ.7 είπε ότι η Παραπονούμενη ουδέποτε της ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος της έδωσε ή της πρόσφερε χρήματα, ενώ σε σχέση με το χρονικό διάστημα που διήρκησε η ισχυριζόμενη παρενόχληση η μάρτυρας είπε ότι δεν θεωρεί ότι η Παραπονούμενη είπε ψέματα είτε στην ίδια είτε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι η συναισθηματική φόρτιση και η αναστάτωση της Παραπονούμενης ήταν τέτοια που μπορεί να μην θυμόταν καλά πότε ξεκίνησε και πότε τελείωσε η ισχυριζόμενη παρενόχληση από τον Κατηγορούμενο. Σε σχέση με τη συνάντηση που είχε με την Παραπονούμενη στις 05.12.2013, η μάρτυρας ανέφερε ότι η συνάντηση είχε διάρκεια περίπου 45 λεπτά και η Παραπονούμενη ήταν μόνη της στο γραφείο της. Ξεκίνησε τη συνάντηση ως συνήθως, χωρίς δηλαδή να αναφέρει στην Παραπονούμενη ότι είχε πληροφορηθεί από το σχολείο για τον ισχυρισμό περί σεξουαλικής κακοποίησης από ενήλικο πρόσωπο. Η Παραπονούμενη φαινόταν προβληματισμένη και ξεκίνησαν τη συζήτηση ρωτώντας την για το πως αισθανόταν, πώς κύλησε η εβδομάδα της και ακολούθως άρχισε να τη ρωτά για τις σχέσεις της με τους συμμαθητές της και με τον φιλικό της περίγυρο. Στο σημείο αυτό η Παραπονούμενη αναφέρθηκε στη φίλη της Ν. Κ. και μετά από αυτή την αναφορά η μάρτυρας τη ρώτησε πως ήταν η σχέση της με τη Ν. Κ. και αν έχει μυστικά από τις φίλες της και συγκεκριμένα από τη Ν. Κ.. Επίσης τη ρώτησε κατά πόσο συμβαίνουν γεγονότα που την αναστατώνουν και που τη φέρνουν σε δύσκολη θέση. Σε αυτό το σημείο η Παραπονούμενη ξεκίνησε με αρκετό δισταγμό να περιγράφει ότι κάποιες φορές κατά την επιστροφή της από την ΧΧΧΧ προς την ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ την είχε προσεγγίσει ο οδηγός του λεωφορείου και τότε άρχισε και η ίδια να υποβάλλει περισσότερες ερωτήσεις για το συγκεκριμένο ζήτημα. Η Μ.Κ.7 διευκρίνισε ότι η αποκάλυψη της ισχυριζόμενης σεξουαλικής κακοποίησης έγινε από την Παραπονούμενη όταν ήταν παρούσα μόνο η ίδια και στη συνέχεια ενημέρωσε και την Μ.Κ.9, ως επιστημονική συντονίστρια του τμήματος. Όταν προσήλθε στη συνάντηση η Μ.Κ.9 ζήτησε από την Παραπονούμενη να αναφέρει ξανά όσα είχε πει προηγουμένως στην ίδια. Τους Μ.Κ.5 και 6 τους συνάντησε μετά την αποκάλυψη της Παραπονούμενης και τους ενημέρωσε ότι η Παραπονούμενη παρενοχλήθηκε σεξουαλικά. Όταν μάλιστα κλήθηκαν οι Μ.Κ.5 και 6 αναφέρθηκε από τους τελευταίους ότι ο Κατηγορούμενος είχε πραγματοποιήσει κλήση στο κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου υπέβαλε στη Μ.Κ.7 ότι ψεύδεται σε σχέση με το πως αποκαλύφθηκε η ισχυριζόμενη κακοποίηση της Παραπονούμενης και την παρέπεμψε προς τούτο στην επιστολή που υπογράφεται από την ίδια και τη Μ.Κ.9 (Τεκμήριο 26) στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι σε προγραμματισμένη συνάντηση που είχε με την έφηβη η ίδια αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με τον οδηγό του λεωφορείου και στη συνέχεια κλήθηκαν οι Μ.Κ.5, 6 και 9 διότι οι Μ.Κ.5 και 6 ανέφεραν ότι κατά τη διάρκεια της συνάντησης της Παραπονούμενης με την ίδια έγινε κλήση στο κινητό της τηλέφωνο από τον Κατηγορούμενο. Περαιτέρω, στην εν λόγω επιστολή καταγράφεται ότι υπήρξε κοινή συνάντηση της Παραπονούμενης με την ίδια και τη Μ.Κ.9 και εκεί η Παραπονούμενη με συστολή και δισταγμό άρχισε να περιγράφει τα γεγονότα. Η Μ.Κ. 7 αφού αναγνώρισε ότι είναι η ίδια που υπογράφει την προαναφερόμενη επιστολή, ανέφερε ότι η Παραπονούμενη στην αρχή ήταν αρνητική, στη συνέχεια όμως αναφέρθηκε στην ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση και γι' αυτό κάλεσε τη Μ.Κ.
  15. Ο κ. Αλεξάνδρου διερωτήθηκε για ποιο λόγο δεν κατέγραψε τα προαναφερόμενα στο Τεκμήριο 26 με τη μάρτυρα να απαντά ότι η επιστολή αποτελούσε ένα έγγραφο το οποίο απευθυνόταν στον Αρχηγό Αστυνομίας για να ενημερωθεί ότι έλαβαν χώρα τα συγκεκριμένα γεγονότα σε σχέση με την Παραπονούμενη. Ερωτηθείσα σχετικά με τη σημείωση της επί του Τεκμηρίου 27, ημερομηνίας 20.03.2015 (βλ. Τεκμήριο 27 σελ.40 πίσω μέρος), ότι η Παραπονούμενη συχνά ψεύδεται, και κατά πόσο η εν λόγω διαπίστωση προέκυψε μέσα από τις συναντήσεις που είχε με την Παραπονούμενη, η Μ.Κ.7 απάντησε ότι ήταν ένα κλινικό στοιχείο το οποίο κατέγραψε σε σχέση με τις αναφορές που έρχονταν από το σχολείο. Τα ψέματα τα οποία μπορεί να έλεγε η Παραπονούμενη, είχαν σχέση με τις απουσίες της από το σχολείο και όχι με τις αναφορές που έκανε στην ίδια. Συμφώνησε με τον κ. Αλεξάνδρου ότι δεν καταγράφει στη σημείωση της ότι τα ψέματα ήταν για το σχολείο, ωστόσο τόνισε ότι παρακολουθούσε η ίδια την Παραπονούμενη και γνωρίζει ότι η συγκεκριμένη σημείωση της ήταν για τα ζητήματα που αφορούσαν το σχολείο. Στην υποβολή του κ. Αλεξάνδρου ότι οτιδήποτε της ανέφερε η Παραπονούμενη στις 05.12.2013 δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα, η Μ.Κ.7 απάντησε ότι οι αναφορές της ήταν εντός πραγματικότητας καθώς υπήρχε ψυχική οργάνωση και δεν διαπίστωσε διαταραχές στη σκέψη και στην αντίληψη της Παραπονούμενης που να επηρεάζουν την πραγματικότητα, ούτε και είχε παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις. Αρνήθηκε επίσης την υποβληθείσα θέση ότι όσα ανέφερε η Παραπονούμενη ήταν μετά από ανάκριση, κατόπιν πίεσης και ήταν ψέματα, λέγοντας ότι στις κλινικές συνεντεύξεις δεν γίνεται ανάκριση. Επιπλέον η Μ.Κ.7 είπε ότι δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση στην Παραπονούμενη και διευκρίνισε ότι σε συνεντεύξεις με παιδιά υποβάλλονται ανοιχτές ερωτήσεις. Τέλος, δήλωσε ότι οι αναφορές της Παραπονούμενης ήταν σύντονες με αυτά που ένιωθε. Στο σημείο αυτό θα παρακάμψω την παράθεση της μαρτυρίας με βάση τη σειρά που κατέθεσαν οι μάρτυρες, καθώς θεωρώ ορθότερο για σκοπούς ευκολότερης παρακολούθησης να παραθέσω τη μαρτυρία της παιδοψυχιάτρου-Μ.Κ.9 πριν τη μαρτυρία της Παραπονούμενης. Η Μ.Κ.9 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση ημερομηνίας 06.12.13 (Τεκμήριο 14) στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως παιδοψυχίατρος στο Τμήμα Παιδιών και Εφήβων του Υπουργείου Υγείας και ήταν επιστημονική συντονίστρια του Παιδοψυχιατρικού Τμήματος της ΧΧΧΧ. Η Παραπονούμενη και η οικογένεια της από τον Δεκέμβριο του 2012 παρακολουθούνταν τόσο από την ίδια όσο και από τη Μ.Κ.7 λόγω σχολικού εκφοβισμού που δεχόταν η Παραπονούμενη. Ενημερώθηκε το Τμήμα από το σχολείο στο οποίο φοιτούσε η Παραπονούμενη ότι η τελευταία γινόταν θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης από τον οδηγό του λεωφορείου. Σε προγραμματισμένη συνάντηση στις 05.12.13 διερευνήθηκε η πιο πάνω πληροφορία και η Παραπονούμενη παραδέχθηκε ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης από τον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τις αναφορές της Παραπονούμενης η κακοποίηση ξεκίνησε από τον Απρίλιο - Μάιο 2013 μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς και με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς τον Σεπτέμβριο 2013 τον απέφευγε με οποιοδήποτε τρόπο και δεν μίλησε σε κανένα για την κακοποίηση που δεχόταν διότι φοβόταν. Στη δια ζώσης μαρτυρία της ανέφερε ότι ως επιστημονική συντονίστρια είχε εμπλοκή στο περιστατικό της Παραπονούμενης καθώς η Μ.Κ.7 τελούσε υπό την εποπτεία της. Η περίπτωση της Παραπονούμενης ήταν ένα πολύ σοβαρό περιστατικό, διότι η Παραπονούμενη είχε αποπειραθεί δύο φορές να αυτοκτονήσει μέχρι την ημερομηνία που παραπέμφθηκε στο Τμήμα της. Όταν ενημερώθηκαν από το σχολείο για την ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση της Παραπονούμενης η ίδια, χωρίς να δώσει λεπτομέρειες, ενημέρωσε τους Μ.Κ.5 και 6 ότι υπήρχε αυτή η υποψία. Κατά τη συνάντηση της 05.12.13 η Μ.Κ.7 θα προσπαθούσε να βοηθήσει την Παραπονούμενη να λεκτικοποιήσει το τραύμα της. Τη συγκεκριμένη ημέρα που η Μ.Κ.7 είχε την προγραμματισμένη συνάντηση με την Παραπονούμενη βρισκόταν και η ίδια στο Παιδοψυχιατρικό Τμήμα στο γραφείο της και σε κάποια στιγμή είδε τους Μ.Κ.5 και 6 να τρέχουν αναστατωμένοι για να εισέλθουν στο γραφείο της Μ.Κ.7 όπου γινόταν η συνάντηση με την Παραπονούμενη. Τους σταμάτησε και τότε ο Μ.Κ.5, ο οποίος κρατούσε το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης, της ανέφερε ότι υπήρξε κλήση στο τηλέφωνο της Παραπονούμενης από τον Κατηγορούμενο. Ακολούθως εισήλθε μόνη της στο γραφείο της Μ.Κ.
  16. Η Παραπονούμενη με συστολή, δισταγμό και κατόπιν ενθάρρυνσης, για την οποία αναλώθηκε χρόνος και χρειάστηκε η ψυχολογική υποστήριξη της, άρχισε να αποκαλύπτει τη σεξουαλική κακοποίηση που δεχόταν από τον Κατηγορούμενο. Όταν περιέγραφε τα γεγονότα διακατεχόταν από φόβο. Σε κάποια στιγμή μάλιστα άνοιξε την πόρτα του γραφείου της Μ.Κ.7 και έφυγε τρέχοντας πράγμα το οποίο δεικνύει τον πανικό, την ψυχική και συναισθηματική της αναστάτωση αλλά και τον φόβο που είχε γι' αυτό το οποίο της συνέβηκε. Ακολούθησαν την Παραπονούμενη οι Μ.Κ.5, 6 και
  17. Εν τέλει επέστρεψε στο γραφείο της Μ.Κ.7 όπου με πολλή στήριξη και αφού προσπάθησαν να την ηρεμήσουν, όσο αυτό ήταν δυνατό, άρχισε να διηγείται τα γεγονότα της κακοποίησής της. Η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εν λόγω συνάντησης η Παραπονούμενη διακατεχόταν από φόβο, θυμό και ντροπή. Σε σχέση με τον σχολικό εκφοβισμό που δεχόταν η Παραπονούμενη, ανέφερε ότι αυτός εκδηλώθηκε σε όλο του το μεγαλείο. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε περιστατικό κατά το οποίο συμμαθήτριες της, αφού την πήραν από τα χέρια και τα πόδια, τη σήκωσαν, την έβγαλαν εκτός του σχολείου και την ώρα που περνούσε διερχόμενο όχημα την πέταξαν στον δρόμο, αλλά ο οδηγός πρόλαβε και ακινητοποίησε το όχημα του χωρίς να την τραυματίσει. Η μάρτυρας ανέφερε ότι όταν περιστατικά αυτού του τύπου συμβαίνουν σε ένα παιδί, τότε διαλύεται η προσωπικότητα του. Ακόμα και όταν μετακινήθηκε από το σχολείο της ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ στην ΧΧΧΧ η υποδοχή που της επιφυλάχθηκε από τη διευθύντρια του νέου σχολείου δεν ήταν η καλύτερη δυνατή. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην πολυθεματική συνάντηση που έγινε στην οποία διατυπώθηκαν ισχυρισμοί ότι η Παραπονούμενη είχε σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα. Αναφέρθηκε επίσης στην πληροφορία που έλαβε από την Παραπονούμενη ότι προτού μεταγραφεί στο σχολείο στην ΧΧΧΧ είχε ολοκληρωμένη σεξουαλική σχέση με κάποιον νέο ηλικίας 23 ετών. Η προαναφερόμενη σχέση έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια που δεχόταν σχολικό εκφοβισμό στο σχολείο της ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ. Έκρινε ότι όφειλε να μην καταγγείλει το εν λόγω περιστατικό για να μην τραυματίσει περαιτέρω την Παραπονούμενη η οποία ήταν βαριά τραυματισμένη ψυχολογικά και συναισθηματικά. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι, εξ όσων θυμάται, μετά τις 05.12.13 δεν συναντήθηκε ξανά με την Παραπονούμενη. Ωστόσο είχε επαφή με το περιστατικό αφού επόπτευε τη Μ.Κ.7 με την οποία συζητούσαν για την Παραπονούμενη. Τις συναντήσεις και συζητήσεις που είχε με τη Μ.Κ.7 δεν τις κατάγραφε οπουδήποτε. Σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου κατά πόσο έχει ετοιμάσει οποιαδήποτε έκθεση στην οποία να καταγράφεται η ιατρική της άποψη σε σχέση με την Παραπονούμενη και τα επίδικα γεγονότα, η Μ.Κ.9 απάντησε ότι η έκθεση αυτή είναι το Τεκμήριο 26 στην οποία και καταγράφεται η επιστημονική της γνώμη. Η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι ο σχολικός εκφοβισμός θεωρείται ως μορφή κακοποίησης και στην περίπτωση της Παραπονούμενης είχε μία σοβαρή επιπλοκότητα υπό την έννοια του ότι η Παραπονούμενη αποπειράθηκε δύο φορές να αυτοκτονήσει. Στις περιπτώσεις του σχολικού εκφοβισμού εμφανίζεται ως συννοσηρότητα η κατάθλιψη. Η Παραπονούμενη, με βάση το ότι αποπειράθηκε δύο φορές να αυτοκτονήσει, δεν μπορούσε να διαχειριστεί την κατάθλιψη και αντί να βγάζει τον θυμό που είχε προς τα έξω τον ενδόβαλλε κακοποιώντας η ίδια τον εαυτό της. Αναφορικά με τις απόπειρες αυτοκτονίας διευκρίνισε ότι αυτές ήταν χειριστικού τύπου, δηλαδή δεν έγιναν με σκοπό να θέσει τέρμα στη ζωή της αλλά προκειμένου να προκαλέσει το ενδιαφέρον των προσώπων που ήταν γύρω της. Σε σχέση με την απόπειρα αυτοκτονίας που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης της από το Παιδοψυχιατρικό Τμήμα στις 11.02.13, η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι η εν λόγω απόπειρα έγινε διότι η Παραπονούμενη κακοποιείτο σεξουαλικά από τον Κατηγορούμενο και αυτό το αποκάλυψε η ίδια σε φίλη της. Στην υποβολή του κ. Αλεξάνδρου ότι η εν λόγω απόπειρα έγινε διότι η Παραπονούμενη τσακώθηκε με το αγόρι της η μάρτυρας απάντησε ότι αυτό καταγράφεται στις σημειώσεις της Μ.Κ.
  18. Αυτό όμως που η ίδια γνωρίζει είναι ότι η απόπειρα έγινε λόγω της σεξουαλικής κακοποίησης που δεχόταν από τον Κατηγορούμενο. Ερωτηθείσα για τη συνάντηση της 05.12.13 η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι μπήκε στο γραφείο που γινόταν η συνάντηση της Μ.Κ.7 με την Παραπονούμενη κρατώντας το κινητό τηλέφωνο της τελευταίας, αλλά δεν θυμάται τις ακριβείς λέξεις που χρησιμοποίησε όταν εισήλθε στο γραφείο. Σε σχετική ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου ανέφερε ότι δεν ζήτησε από τη Μ.Κ.7 να την πληροφορήσει τι είχε συζητήσει με την Παραπονούμενη κατά την ώρα της συνάντησης τους και πριν η ίδια εισέλθει στο γραφείο της. Η μάρτυρας διευκρίνισε ότι η αναφορά που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 26, ότι δηλαδή η Μ.Κ.7 είχε προγραμματισμένη συνάντηση με την Παραπονούμενη η οποία αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με τον Κατηγορούμενο, δεν είναι η συνάντηση της 05.12.13 αλλά η Μ.Κ.7 είχε άλλες συναντήσεις με την Παραπονούμενη στις οποίες η τελευταία δεν ανέφερε οτιδήποτε ενώ οι ίδιοι γνώριζαν ότι κακοποιείτο σεξουαλικά και ότι το είχε αποκαλύψει σε φίλη της. Ο κ. Αλεξάνδρου υπέβαλε ότι το Τεκμήριο 27 την διαψεύδει καθώς σε αυτό φαίνεται ότι η πρώτη φορά που τέθηκε ζήτημα σεξουαλικής κακοποίησης της Παραπονούμενης ήταν στις 05.12.13, με τη μάρτυρα να απαντά ότι καταθέτει στη βάση αυτών των οποίων γνωρίζει. Όσον αφορά τον χρόνο λήξης της ισχυριζόμενης παρενόχλησης, ο κ. Αλεξάνδρου παρέπεμψε τη μάρτυρα στην κατάθεση της (Τεκμήριο 14) στην οποία καταγράφεται ότι η κακοποίηση ξεκίνησε από τον Απρίλιο-Μάϊο του 2013 μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς. Η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι η προαναφερόμενη δήλωση έγινε από την ίδια την Παραπονούμενη η οποία επίσης ανέφερε ότι έκτοτε ήταν προσεκτική. Ο κ. Αλεξάνδρου προχώρησε και υπέδειξε ότι στο Τεκμήριο 14 αναφέρεται περαιτέρω ότι με την έναρξη της σχολικής χρονιάς, τον Σεπτέμβριο του 2013, η Παραπονούμενη απέφευγε τον Κατηγορούμενο παντί τρόπω. Η μάρτυρας απάντησε ότι δεν θυμάται αν υπέβαλε η ίδια σχετική ερώτηση στην Παραπονούμενη ή αν ήταν κάτι το οποίο της μετέφερε η Μ.Κ.7 στα πλαίσια της εποπτείας που της ασκούσε. Τόνισε δε ότι στις 05.12.13 η Παραπονούμενη ήταν σε κατάσταση σοκ και ο ρόλος ο δικός της ήταν τη συγκεκριμένη ημέρα να «μαζέψει» ένα ψυχικό όργανο το οποίο ήταν από κάθε πλευρά διαλυμένο. Για την ίδια ήταν δευτερεύων και τριτεύων το να ρωτήσει την Παραπονούμενη το τι έκανε κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και μετέπειτα για να αποφεύγει τον Κατηγορούμενο και προφανώς η συγκεκριμένη πληροφορία για να καταγράφεται στην κατάθεση της είναι πληροφορία η οποία της δόθηκε από τη Μ.Κ.7 διότι η ίδια τη δεδομένη στιγμή δεν θα έκανε τέτοια ερώτηση στην Παραπονούμενη. Ο κ. Αλεξάνδρου επισήμανε ότι η Παραπονούμενη στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, η οποία δόθηκε στις 06.12.13, ισχυρίστηκε ότι η σεξουαλική παρενόχληση λάμβανε χώρα μέχρι τον Νοέμβριο του 2013 και διερωτήθηκε κατά πόσο οι διαφορετικές εκδοχές που προέβαλε η Παραπονούμενη στην ίδια και τη Μ.Κ.7 από τη μία και στην Αστυνομία από την άλλη οφείλονται σε ψέματα της Παραπονούμενης. Η Μ.Κ.9 απάντησε ότι δεν της προξενεί εντύπωση το ότι η Παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να καθορίσει επακριβώς το χρονικό διάστημα διότι βρισκόταν σε σύγχυση και η σύγχυση αυτή δεν περνά σε μία ή δύο ημέρες. Καταληκτικά ο κ. Αλεξάνδρου υπέβαλε στη Μ.Κ.9 ότι όσα δήλωσε περί σεξουαλικής κακοποίησης της Παραπονούμενης αποτελούν εικασίες και αυθαιρεσίες, με τη Μ.Κ.9 να απαντά ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Μετά το πέρας της επανεξέτασης σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η μάρτυρας ανέφερε ότι διαπίστωσε πως η Παραπονούμενη βρισκόταν σε κατάθλιψη και τα συμπτώματα που παρουσίαζε ήταν ότι ήταν οξύθυμη, είχε κάνει μέχρι το σημείο εκείνο δύο απόπειρες αυτοκτονίας και η απόπειρα αποτελεί το ακραίο σημείο της κατάθλιψης. Σε σχέση με τη συνάντηση ημερομηνίας 05.12.13 διευκρίνισε ότι οι Μ.Κ.5 και 6 ήταν ενήμεροι ότι κάτι σοβαρότερο συμβαίνει με την Παραπονούμενη και ότι ήταν σημαντικό οι ίδιοι να σταθούν αρωγοί στην προσπάθεια του Τμήματος για να διερευνήσει το κατά πόσο συνέβαινε όντως κάτι σοβαρότερο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν θυμάται εάν είπε στους Μ.Κ.5 και 6 ότι υπήρχε πληροφορία ότι η Παραπονούμενη κακοποιείτο σεξουαλικά ή αν απλώς τους ανέφερε ότι συμβαίνει κάτι σοβαρότερο. Τέλος, ανέφερε ότι δεν θυμόταν πότε πριν τις 05.12.13 ενημέρωσε για τα πιο πάνω τους Μ.Κ.5 και
  19. Οι Μ.Κ.7 και 9 κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες, εφόσον η μαρτυρία τους ήταν άμεσα συνυφασμένη με την επαγγελματική τους ιδιότητα και ως εκ τούτου ήταν εξειδικευμένη και απαιτούσε ειδικές γνώσεις. Ως προς το καθήκον του εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα έναντι του Δικαστηρίου αναφέρονται τα ακόλουθα στο σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» σελ. 580-581: «Tο καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (Παναγρίτη ν Χαραλάμπους, ΠΕ320/08, ημ. 15.3.12, Σαρρής ν Καλλέγιας και Πιττάλης και Άλλων ν Ianira Enterprises Ltd και Άλλων
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 814, Philippou v Odysseos
(1989)1 CLR1).» Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποιν. Έφ. 176/13 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιος Ευριπίδου κ.ά., ημερομηνίας 06/04/15, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Υπενθυμίζουμε ότι με βάση καλά εδραιωμένες νομολογιακές αρχές, η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη [βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298]. Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας, δεν πρέπει επίσης να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του [βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 ΑΑΔ 1020].» Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας τους και ενόψει του ότι τόσο οι συνήγοροι με τις ερωτήσεις τους, όσο και οι μάρτυρες με τις απαντήσεις τους έθιξαν ζητήματα που αφορούσαν την αξιοπιστία της Παραπονούμενης τονίζω αυτό που είχα την ευκαιρία να αναφέρω και κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ότι δηλαδή η μαρτυρία των Μ.Κ.7 και 9 η οποία εμφιλοχώρησε εν τη ρύμη του λόγου και αφορά θέματα αξιοπιστίας της Παραπονούμενης συνιστά μη αποδεκτή μαρτυρία. Το προαναφερόμενο ζήτημα απασχόλησε πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 91/2017 ημερ. 02.05.18 και επαναβεβαιώθηκε η αρχή ότι η αξιολόγηση και η διατύπωση ευρήματος ως προς την αξιοπιστία συγκεκριμένου μάρτυρα εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Με την πιο πάνω επισήμανση προχωρώ στην αξιολόγηση των Μ.Κ.7 και 9 οι οποίες θεωρώ ότι κατέθεσαν με αντικειμενικό τρόπο και μετέφεραν στο Δικαστήριο τα ευρήματα τους αναφορικά με την ψυχολογική κατάσταση της Παραπονούμενης κατά τον χρόνο παρακολούθησης της από το τμήμα τους, παραθέτοντας προς τούτο και τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια. Ανοίγω εδώ μία παρένθεση για να αναφέρω ότι η Μ.Κ.9 σε ορισμένα σημεία της μαρτυρίας της ήταν συναισθηματικά φορτισμένη. Το γεγονός αυτό δεν θεωρώ ότι αφαιρεί από την αντικειμενικότητα της μαρτυρίας της και την αμεροληψία που πρέπει να τη διακρίνει ως εμπειρογνώμονα. Με άλλα λόγια η συναισθηματική φόρτιση δεν ήταν το αποτέλεσμα ιδιοτελών κινήτρων, αλλά, όπως διαφάνηκε από τη συνολική παρουσία της Μ.Κ.9 στο εδώλιο του μάρτυρα, ήταν έκφανση της προσωπικότητας της συγκεκριμένης μάρτυρος και της ευθύνης που ένιωθε ότι είχε προκειμένου να μεταφέρει στο Δικαστήριο τα όσα διαπίστωσε από την παρακολούθηση της Παραπονούμενης. Κλείνοντας την πιο πάνω παρένθεση σημειώνω ότι οι διαπιστώσεις των Μ.Κ.7 και 9 ως προς τη ψυχολογική κατάσταση της Παραπονούμενης ταυτίζονται, αφού και οι δύο διαπίστωσαν ότι έπασχε από κατάθλιψη η οποία μάλιστα ήταν σοβαρής μορφής εφόσον, μέχρι το σημείο που ξεκίνησε η παρακολούθηση της τον Δεκέμβριο του 2012, υπήρξαν και δύο απόπειρες αυτοκτονίας. Σημειώνω ότι το συγκεκριμένο εύρημα δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, όπως δεν αμφισβητήθηκε και η διαπίστωση τους ότι η Παραπονούμενη ήταν ψυχικά τραυματισμένη με χαμηλή αυτοεκτίμηση και ευάλωτη λόγω του σχολικού εκφοβισμού που δεχόταν, ο οποίος, σύμφωνα με όσα κατέθεσαν οι Μ.Κ7 και 9, αποτελεί μορφή κακοποίησης. Η Υπεράσπιση κάλεσε τις Μ.Κ.7 και 9 να αναφέρουν κατά πόσο μέσα από την παρακολούθηση της Παραπονούμενης διαπίστωσαν ότι έλεγε ψέματα, εφόσον πρόκειται για ένα ζήτημα που καταγράφεται στον ιατρικό της φάκελο (Τεκμήριο 27). Το όλο θέμα αναδείχθηκε από την Υπεράσπιση στην προσπάθεια της να καταδείξει ότι η Παραπονούμενη είχε ροπή προς το ψέμα και ότι κατ' επέκταση οι αναφορές της στις Μ.Κ.7 και 9 περί της ισχυριζόμενης σεξουαλικής κακοποίησης της αποτελούν ψέματα. Καταρχάς επαναλαμβάνω αυτό που αναφέρθηκε και πιο πάνω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης αποτελεί αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου. Ό,τι μπορεί επομένως να ληφθεί υπόψη είναι οι διαπιστώσεις των Μ.Κ.7 και 9 σε σχέση με το κατά πόσο η Παραπονούμενη παρουσίαζε μία παθολογική ροπή προς το ψεύδος, υπό την έννοια ότι είχε γενικά την τάση να ψεύδεται. Οι μάρτυρες ανέφεραν ότι δεν αποτελεί σπάνιο φαινόμενο παιδιά αυτής της ηλικίας να λένε κάποια ψέματα. Ειδικότερα η Μ.Κ.7 παρέπεμψε στη συνάντηση που είχε η ίδια με τη Μ.Κ.6, όπου της αναφέρθηκε ότι τα ψέματα της Παραπονούμενης είχαν σχέση κυρίως με το σχολείο. Αυτή η διαπίστωση, ότι δηλαδή τα ψέματα που έλεγε η Παραπονούμενη σχετίζονταν με το σχολείο, αφορά και τη δική της σημείωση επί του Τεκμηρίου 27 με ημερομηνία 20.03.15 στην οποία καταγράφει ότι συχνά ψεύδεται. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε συγκεκριμένο από την Υπεράσπιση το οποίο να κλονίζει αυτή τη θέση και να καταδεικνύει μία γενικότερη ροπή προς το ψέμα. Εξαίρεση αποτελεί το περιστατικό που καταγράφεται στο Τεκμήριο 27 ότι η Παραπονούμενη έλεγε ψέματα ότι θα συναντούσε κάποια φίλη της και τελικά συναντιόταν με κάποιο αγόρι. Το γεγονός αυτό όμως από μόνο του δεν αναιρεί τη θέση της Μ.Κ.7 ότι τα ψέματα που έλεγε η Παραπονούμενη σχετίζονταν με το σχολείο, καθώς επίσης και ότι η καταγραφή που παρουσιάζεται στις 20.03.15 ότι συχνά ψεύδεται προέρχεται από το σχολείο και αφορά θέματα του σχολείου. Επομένως, δεν έχει κλονιστεί η θέση των Μ.Κ.7 και 9 ότι τα ψέματα της Παραπονούμενης αφορούσαν κυρίως το σχολείο. Μέσα στα ίδια πλαίσια αναδείχθηκε και το θέμα των σεξουαλικών εμπειριών της Παραπονούμενης. Η Υπεράσπιση υπέδειξε ότι στη μεν Μ.Κ.9 η Παραπονούμενη ανέφερε ότι είχε ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις, ενώ στη Μ.Κ.7 δεν είπε κάτι τέτοιο παρά το ότι ρωτήθηκε σχετικά. Η Μ.Κ.7 επεξήγησε, και η εξήγηση της κρίνεται ως απολύτως λογική, ότι η Παραπονούμενη κατά τον χρόνο που ρωτήθηκε για το εν λόγω ζήτημα δεν είχε αναπτύξει μαζί της ακόμα εκείνη τη θεραπευτική σχέση έτσι ώστε να της αναφέρει τις σεξουαλικές εμπειρίες που είχε. Κατά συνέπεια το προαναφερόμενο γεγονός δεν καταδεικνύει ότι η Παραπονούμενη έλεγε ψέματα στη Μ.Κ.
  1. Ούτε και εξ αυτού συνάγεται ότι η Παραπονούμενη έλεγε γενικά ψέματα για τις σεξουαλικές της σχέσεις. Εάν πρόθεση της Παραπονούμενης ήταν να λέει ψέματα για τις σεξουαλικές της σχέσεις, τότε ασφαλώς δεν θα αποκάλυπτε όσα είπε στη Μ.Κ.
  2. Ένα άλλο ζήτημα για το οποίο έγινε αρκετός λόγος αφορά τη διάσταση που παρατηρείται ως προς τον χρόνο λήξης της ισχυριζόμενης κακοποίησης. Οι Μ.Κ.7 και 9 καταγράφουν ότι η Παραπονούμενη τους ανέφερε ότι με το τέλος της σχολικής χρονιάς, ήτοι τον Ιούνιο του 2013, δεν παρενοχλήθηκε ξανά από τον Κατηγορούμενο. Στην οπτικογραφημένη ωστόσο κατάθεση της (Τεκμήριο 8) η οποία δόθηκε την επόμενη μέρα της συνάντησης που είχε με τις Μ.Κ.7 και 9, ήτοι στις 06.12.13, ισχυρίστηκε ότι η κακοποίηση της συνεχιζόταν μέχρι τον Νοέμβριο του
  3. Αποδέχομαι την εξήγηση που έδωσαν οι Μ.Κ.7 και 9 για την παρατηρούμενη διάσταση υποστηρίζοντας ότι η Παραπονούμενη τελούσε σε σύγχυση. Συγκεκριμένα ανέφεραν ότι η Παραπονούμενη στις 05.12.13 βρισκόταν σε μεγάλη ψυχολογική αναστάτωση και χαρακτηριστικά η Μ.Κ.9 δήλωσε ότι η Παραπονούμενη ψυχολογικά ήταν στο ναδίρ και σε κατάσταση «σοκ». Οι εν λόγω αναφορές και γενικότερα η περιγραφή της ψυχολογικής κατάστασης της Παραπονούμενης στις 05.12.13 δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Η άσχημη ψυχολογική κατάσταση της Παραπονούμενης επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία των Μ.Κ.5 και 6 οι οποίοι ανέφεραν ότι η Παραπονούμενη έκλαιγε. Επομένως, στη βάση αυτής της ψυχολογικής κατάστασης, θεωρώ αναμενόμενη την ύπαρξη σύγχυσης. Επί τούτου σημειώνω και τη δήλωση της Μ.Κ.7 ότι σε περιπτώσεις τραυματικών εμπειριών, όπως αναμφίβολα είναι μία σεξουαλική κακοποίηση, μπορεί να παρουσιαστούν διαταραχές μνήμης. Το σημαντικότερο, κατά την άποψη μου, σκέλος της μαρτυρίας των Μ.Κ.7 και 9, πέραν της διαπίστωσης ότι η Παραπονούμενη έπασχε από κατάθλιψη και ήταν ψυχικά τραυματισμένη και ευάλωτη, έγκειται στην περιγραφή της ψυχικής και συναισθηματικής κατάστασης της στις 05.12.13 όταν και ανέφερε στις εν λόγω μάρτυρες τους ισχυρισμούς της για τη σεξουαλική παρενόχληση που δεχόταν από τον Κατηγορούμενο. Τόσο η Μ.Κ.7 όσο και η Μ.Κ.9 ανέφεραν ότι η Παραπονούμενη ήταν με δισταγμό που αναφέρθηκε στην ισχυριζόμενη κακοποίηση και μετά από ψυχολογική υποστήριξη και ενθάρρυνση. Δήλωσαν επίσης ότι διακατεχόταν από φόβο, ντροπή και θυμό, ήταν αναστατωμένη, έκρυβε το πρόσωπο της όταν έκλαιγε και με δυσκολία έβγαινε η φωνή της (βλ. Τεκμήριο 26). Επιπρόσθετα, επισήμαναν ότι μέσα από τα λεγόμενα της Παραπονούμενης διαφάνηκε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ένα πρόσωπο που το εμπιστευόταν διότι θεωρούσε ότι την προστάτευε. Αυτές τις διαπιστώσεις των Μ.Κ.7 και 9 δεν τις αμφισβήτησε η Υπεράσπιση, η οποία επικεντρώθηκε στο ότι ασκήθηκε πίεση στην Παραπονούμενη προκειμένου να αναφέρει τα περί σεξουαλικής της κακοποίησης. Ο κ. Αλεξάνδρου μάλιστα στην τελική του αγόρευση υποστήριξε ότι υπήρξε εγκλωβισμός και εκβιασμός της Παραπονούμενης. Καταρχάς δημιουργείται το ερώτημα για ποιο λόγο οι Μ.Κ.7 και 9 να ασκήσουν πίεση ή πολύ περισσότερο να εκβιάσουν την Παραπονούμενη για να δημιουργήσει η τελευταία μία φανταστική ιστορία περί σεξουαλικής κακοποίησης της από τον Κατηγορούμενο. Τι είχαν να κερδίσουν οι Μ.Κ.7 και 9 από μία τέτοια εξέλιξη; Από την άλλη, δεν τέθηκε στις Μ.Κ.7 και 9 ότι η ψυχολογική και συναισθηματική κατάσταση που παρουσίαζε η Παραπονούμενη μπορούσε να δημιουργηθεί, όχι λόγω της εξιστόρησης των ισχυρισμών της, αλλά λόγω της ισχυριζόμενης πίεσης που της ασκήθηκε για να πει ψευδώς ότι παρενοχλήθηκε από τον Κατηγορούμενο. Μάλιστα, όχι μόνο δεν προβλήθηκε το συγκεκριμένο επιχείρημα, αλλά παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη η θέση της Μ.Κ.7 ότι οι αναφορές της Παραπονούμενης ήταν σύντονες με τη συναισθηματική της κατάσταση. Έγινε επίσης αρκετή συζήτηση για το ότι οι Μ.Κ.5, 6 και 7 ακολούθησαν την Παραπονούμενη όταν άνοιξε την πόρτα του γραφείου της Μ.Κ.7 και έτρεξε έξω. Το εν λόγω συμβάν δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ασκήθηκε πίεση στην Παραπονούμενη προκειμένου να καταλογίσει στον Κατηγορούμενο τα ισχυριζόμενα αδικήματα. Όπως αναφέρθηκε, η Παραπονούμενη ήταν σε κατάσταση «σοκ» και ευρισκόμενη σε αυτή την κατάσταση άνοιξε την πόρτα του γραφείου της Μ.Κ.7 και άρχισε να τρέχει. Με αυτά τα δεδομένα τι πιο φυσιολογικό για τους γονείς (Μ.Κ.5 και 6) και την ψυχολόγο που την παρακολουθούσε (Μ.Κ.7) να ανησυχήσουν για την αντίδραση της και να την ακολουθήσουν. Έρχομαι τώρα στο ζήτημα των διαφοροποιήσεων που εντοπίζονται όσον αφορά τη σειρά κατά την οποία διαδραματίστηκαν τα γεγονότα στο Γ.Ν. ΧΧΧΧ στις 05.12.
  4. Για τις διαφοροποιήσεις παραπέμπω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.5 προς αποφυγή επαναλήψεων. Η Υπεράσπιση, όπως ανέφερα και πιο πάνω, επιχείρησε να κλονίσει την αξιοπιστία των μαρτύρων λέγοντας ότι ασκήθηκε πίεση στην Παραπονούμενη. Εφαλτήριο για αυτή τη θέση αποτέλεσε η νεφελώδης εικόνα ως προς το πότε περιήλθε σε γνώση της Παραπονούμενης το τηλεφώνημα του Κατηγορούμενου στο κινητό της τηλέφωνο (αν ήταν δηλαδή πριν αναφέρει στις Μ.Κ.7 και 9 την ισχυριζόμενη κακοποίηση ή μετά) και ο τρόπος που χρησιμοποιήθηκε το εν λόγω τηλεφώνημα για να προχωρήσει η Παραπονούμενη στις αποκαλύψεις των ισχυριζόμενων αδικημάτων. Οι εν λόγω διαφοροποιήσεις και το γεγονός ότι όντως δεν είναι ξεκάθαρο πότε περιήλθε στη γνώση της Παραπονούμενης το τηλεφώνημα που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο ουδόλως επηρεάζουν τον πυρήνα της μαρτυρίας των Μ.Κ.7 και 9, ο οποίος ως αναφέρθηκε στις αμέσως πιο πάνω παραγράφους, συνίσταται στην περιγραφή της ψυχικής και συναισθηματικής κατάστασης της Παραπονούμενης τόσο γενικά, όσο και ειδικά στις 05.12.
  5. Παράλληλα υπογραμμίζω ότι η θέση των Μ.Κ.7 και 9 ως προς το ότι δεν άσκησαν πίεση και δεν υπέβαλαν σε «ανάκριση» την Παραπονούμενη παρέμεινε ακλόνητη. Επίσης σημειώνεται ότι η θέση που προώθησε η Υπεράσπιση περί άσκησης πίεσης παραγνωρίζει την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ότι η Παραπονούμενη πριν τις 05.12.13 και συγκεκριμένα περί τον Οκτώβριο του 2013 είχε ήδη ισχυριστεί στη φίλη της Ν. Κ. ότι κακοποιείτο σεξουαλικά από τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 12 και μαρτυρία Μ.Υ.1). Περαιτέρω, η Υπεράσπιση υποστήριξε κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.9 ότι πουθενά δεν εμφαίνεται η διάγνωση της σε σχέση με την Παραπονούμενη και ειδικά σε σχέση με τις αναφορές της ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. Η πιο πάνω θέση της Υπεράσπισης παραγνωρίζει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  6. Όπως επεξήγησε η Μ.Κ.9 η ψυχιατρική έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες σε σχέση με άλλες ειδικότητες της ιατρικής επιστήμης. Μία από αυτές έγκειται στον τρόπο διατύπωσης της διάγνωσης ή των ευρημάτων των ψυχιάτρων. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η Μ.Κ.9 η δική της ειδικότητα δεν καλείται να περιγράψει ένα κάταγμα ή κάποια άλλη σωματική πάθηση, αλλά έχει να κάνει με το ψυχικό όργανο του ανθρώπου και αυτό που παρατηρεί είναι τις αντιδράσεις και τον λόγο του ασθενούς. Επομένως, το Τεκμήριο 26 μπορεί να μην παρουσιάζει την εικόνα ενός κλασικού ιατρικού πιστοποιητικού στο οποίο καταγράφονται οι διαπιστώσεις των ιατρών, όμως αποτελεί στην προκείμενη περίπτωση το έγγραφο όπου καταγράφονται οι επιστημονικές παρατηρήσεις των Μ.Κ.7 και 9 σε σχέση με τη συναισθηματική και ψυχολογική κατάσταση της Παραπονούμενης, δηλαδή τη συμπτωματολογία που παρουσίασε, όπως αυτή εκδηλώθηκε μέσα από τη συμπεριφορά της τη δεδομένη στιγμή. Ο κ. Αλεξάνδρου υποστήριξε στην τελική του αγόρευση ότι από τη στιγμή που αναφέρθηκε στην Παραπονούμενη ότι υπάρχουν πληροφορίες ότι παρενοχλείται, τότε πλέον δεν είχε αντιστάσεις και δεν μπορούσε να πει ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Με κάθε σεβασμό στον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου, θεωρώ ότι στερείται υποβάθρου η συγκεκριμένη εισήγηση, αφού τέτοια θέση δεν τέθηκε στις Μ.Κ.7 και 9 αφενός και αφετέρου δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι δεν προκύπτει ως ζήτημα κοινής λογικής και εμπειρίας ότι όποτε κάποιος ενήλικας αναφέρει σε έναν ανήλικο ότι διαθέτει πληροφορίες ότι κακοποιείται από κάποιο πρόσωπο, τότε ο ανήλικος δεν μπορεί παρά να δεχθεί την εν λόγω θέση. Ολοκληρώνοντας την αξιολόγηση των Μ.Κ.7 και 9 επισημαίνω ότι δεν παραβλέπω ότι στη μαρτυρία της Μ.Κ.9 υπήρξαν ορισμένες ασαφείς αναφορές. Συγκεκριμένα αναφέρομαι στον ισχυρισμό της ότι μετά τις 05.12.13 δεν συναντήθηκε ξανά με την Παραπονούμενη. Σε άλλο σημείο ωστόσο της μαρτυρίας της υποστήριξε ότι την είχε συναντήσει και ότι σε κάθε περίπτωση είχε επαφή με την Παραπονούμενη μέσω της εποπτείας που ασκούσε στη Μ.Κ.
  7. Επίσης εντοπίζονται σημεία που δεν επιβεβαιώνονται από το Τεκμήριο 27 και τη λοιπή μαρτυρία. Πιο συγκεκριμένα η θέση της M.K.9 ότι η απόπειρα αυτοκτονίας στις 11.02.13 έγινε λόγω της κακοποίησης που δεχόταν από τον Κατηγορούμενο. Η εν λόγω θέση της δεν επιβεβαιώνεται ούτε από το Τεκμήριο 27 (βλ. πίσω μέρος σελ.32), αλλά ούτε και από τις αναφορές της Παραπονούμενης ότι η κακοποίηση της ξεκίνησε περί τον Μάρτιο - Απρίλιο του
  8. Επιπρόσθετα, οι ισχυρισμοί της ότι η διερεύνηση της πληροφορίας περί σεξουαλικής κακοποίησης της Παραπονούμενης έγινε και σε άλλες συναντήσεις πριν τις 05.12.13, καθώς και ότι είχαν ενημερωθεί οι Μ.Κ.5 και 6 για το ότι υπάρχει υποψία ότι η Παραπονούμενη κακοποιείται σεξουαλικά, δεν επιβεβαιώνονται από το Τεκμήριο 27, αλλά ούτε και από τους Μ.Κ.5, 6 και
  9. Επομένως, στα προαναφερόμενα σημεία της μαρτυρίας της Μ.Κ.9 δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Το γεγονός αυτό δεν κλονίζει ωστόσο τη μαρτυρία της Μ.Κ.
  10. Πρόκειται για σημεία που δεν είναι ικανά να προκαλέσουν ρήγμα στη μαρτυρία της Μ.Κ.9, αφού είναι ουδέτερης σημασίας σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Ειδικά τα δύο τελευταία είναι προφανές ότι οφείλονται σε λανθασμένες αναφορές της Μ.Κ.9, η οποία είχε μεν την εποπτεία αλλά δεν ήταν επιφορτισμένη με την παρακολούθηση της Παραπονούμενης την κύρια ευθύνη της οποίας είχε η Μ.Κ.
  11. Όσον αφορά τη Μ.Κ.7 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό το εξής μέρος της μαρτυρίας της. Η Μ.Κ.7 κλήθηκε να εκφέρει την άποψη της σε σχέση με τις διαφοροποιήσεις που παρουσιάζει η κατάθεση της Ν. Κ. (Τεκμήριο 7) και η κατάθεση της Μ.Υ.1 (Τεκμήριο 12) στην οποία η τελευταία καταγράφει αυτά που της μετέφερε η Ν. Κ. ως πληροφορίες που έλαβε από την Παραπονούμενη. Ειδικότερα κλήθηκε να σχολιάσει κατά πόσο η Ν. Κ. θα μπορούσε να μεταφέρει στη Μ.Υ.1 κάτι διαφορετικό από όσα της είχε εκμυστηρευτεί η Παραπονούμενη. Το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας της Μ.Κ.7 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, διότι χαρακτηρίζεται από γενικές τοποθετήσεις. Όπως ανέφερε και η Μ.Κ.7 δεν συνάντησε τη Ν. Κ. και επομένως είναι παρακινδυνευμένο να γίνει αποδεκτή η άποψη της σε σχέση με τον τρόπο που θα μπορούσε να ενεργήσει το συγκεκριμένο πρόσωπο. Ως εκ των ανωτέρω, με εξαίρεση τα σημεία που έχουν προσδιοριστεί πιο πάνω ότι συνιστούν μη αποδεκτή μαρτυρία και τα σημεία στα οποία παρατηρούνται διαφοροποιήσεις στις μαρτυρίες των Μ.Κ.7 και 9 μεταξύ τους και με τις μαρτυρίες των Μ.Κ.5 και 6, η μαρτυρία των Μ.Κ.7 και 9 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, ανωτέρω). Η Παραπονούμενη με σχετική διαταγή του Δικαστηρίου θεωρήθηκε, δυνάμει των άρθρων 3
(4)και 4
(1)του Ν.95(Ι)/2001, ως μάρτυρας που χρήζει βοήθειας και η οπτικογραφημένη κατάθεση της έγινε δεκτή ως η κυρίως εξέταση της (Τεκμήρια 16Α και Β). Το Τεκμήριο 8 αποτελεί την απομαγνητοφωνημένη κατάθεση της Παραπονούμενης. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ένα μέρος της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης αυτούσιο, όπως αυτό έχει καταγραφεί στο Τεκμήριο 8: «Όλα εξεκίνησαν όταν ήμουν στην στάση, έπαιρνα το λεωφορείο και επήγαινα . είχα τσακωθεί με κάτι κορούες, οι κορούες τζιαμέ ήταν . εν τζιαι εμιλούσαμε υποτίθεται, τζιαι επειδή εμαλλώναμε κανονικά, εν εμιλούσαμε κανονικά ύστερα όταν ήρθε ο οδηγός του λεωφορείου, επειδή με γνωρίζει πολλά καλά τζιαι εν τζιαι φίλος του παπά μου εκατέβηκε κάτω τζιαι μας χώρισε. Τζιαι ύστερα ανέβηκα στο λεωφορείο τζιαι ερώταν με ντα που γίνηκε ντα που γίνηκε τζιαι εγώ εν του ελαλούσα τζιαι είπεν του ένας άλλος κάτι άλλα πράματα άσιημα ξέρω γω. Μετά έφτασα στην ΧΧΧΧΧΧ τζιαι όποτε επήαινα ΧΧΧΧΧΧ η τζι εν ήταν ο παπάς μου τζιαμέ άηνε με να κάθομαι στο λεωφορείο. Επειδή όποτε έφκαινα πόξω επειράζαν με τζι έτσι φάσεις. Τζι άηκε με στο λεωφορείο τζι επειδή εν εκατέβηκε τζιαμέ, έμεινα μες το λεωφορείο τζιαι οδήγησε το λεωφορείο κάτω που εν τω πάρκινγκ, τζια σαν εκάθουμουν εντελώς ομπρός τζιαμέ μαζί του, μου λέει να πάω πίσω και να κλείσω τις κουρτίνες. Τζιαι εγώ εφοήθηκα τζιείνη την ώραν, κάτι εκατάλαβα έμεινα τζιαμέ τζιαι λαλεί μου πήαινε κλεις τες κουρτίνες τζιαι εγώ είπα του έτσι για αστείο τάχα άηστο να μπαίνει να μπαίνει τζιαι λλίο φως υποτίθεται, τζιαι ύστερα εσταμάτησε το λεωφορείο μες το πάρκινγκ, επάρκαρεν το κάπου όπου είσιεν άλλα δύο λεωφορεία εδώ τζιαι εν αφαίνετουν το λεωφορείο πολλά, τζιαι επήεν πίσω τζιαι έκλεισε τες κουρτίνες, τζιαι έκατσε σε μιαν θέση μόνος του. Τζι εγώ εκάθουμουν εντελώς ομπρός αλλά εν ετόλμησα να κοιτάξω πίσω. Μετά ήταν εντελώς ησυχία τζιαι λέω τζιαι εγώ, ίντα που κάμνει τζιαι εκοίταξα πίσω τζιαι εκάθετουν τζιαμέ μέσε μιαν θέση τζι ύστερα εγύρισα ομπρός. Τζι ήταν κλειστές οι πόρτες, ήταν κλειστό όλο το λεωφορείο, τα παράθυρα όλα τζιαι ήταν τζι οι κουρτίνες κλειστές τζιαι σε μιαν φάσην λέει μου «έννα τζιοιμηθούμεν, τι λέεις;» τζαι εγώ επήρα το υποτίθεται για αστείο τζιαι εν του απάντησα καν. Εκατάλαβα τζιείνην την ώρα τι εγινίσκετουν τζιαι αγχώθηκα, ήθελα να βκω πόξω τζι είπα του αν γίνεται να ανοίξει την πόρτα. Τζι λέει μου άηστην πόρταν κλειστήν εν τζιαι έννα σε φάει κανένας υποτίθεται; Μετά έρχεται λαλεί μου έλα πίσω τζιαι μεν φοάσαι τζιαι λέω του εγώ όϊ εν εντάξει, έννα μείνω δαμέ, ύστερα έρχεται ομπρός τζιαι λέει μου, έλα πίσω να σου μιλήσω δκυο λεπτά. Τζιε εγώ εν ήθελα να πάω τζιαι λέει μου έλα τζιαι μεν φοάσαι. Επήρεν με πίσω τζιαι έκατσεν όπως εν οι θέσεις έτσι δύο δαμέ δύο δαμέ τζιείνος έκατσεν έτσι τζαι εγώ ήμουν απέναντι του τζιαι λέει μου ότι «κοίταξε να εις» ακριβώς όπως έννα τα πω τωρά. .. Εγώ αγαπώ σε, προσέχω σε, προστατεύκω σε, είδες τι έκαμα στις άλλες τις κορούες τζιαμέ, ε ξέρω γω λέει μου τούτο που θέλω που σένα, είναι να την εφκάλω πόξω τζιαι να παίξω μόνον, τζιαι εγώ μονομιάς είπα του όϊ όϊ. Τζι είπεν μου εν τζιαι να κάμεις κάτι εσύ λέει μου, απλώς εγώ έννα παίζω τζιαι έννα σε θωρώ μόνον. Όϊ είπα του εν θέλω, τζι λέει μου μα γιατί; Εγώ εν τζιαι εννα εν τζιαι εννα πάω να πω τίποτε ή ξέρω γω λέω του όϊ εν δέχομαι, τζιαι λέει μου έννα την φκάλω τζιαι λέω του όϊ έννα φύω, τζιαι λέει μου μα ίνταλως έννα φύεις εν κλειστές οι πόρτες τζιαι εκοίταξα ύστερα εγώ τις πόρτες υποττίθεται τζι εν ήξερα τι να κάμω. Τζιαι γυρίζω τζιαι λαλεί έννα την φκάλω λέει μου τζιαι εμάσιετουν τζιαμέ τζι εγώ εγύρισα έτσι σαν τζιείνος έκαμνεν τι έκαμνεν τζιαμέ τζιαι έτζιιζε μου με το άλλο σιέρι πα στο πόϊ, πας στο σιέρι, πας τα μαλλιά, στο πρόσωπο, τζιαι λέει μου: Μα θέλω να με θωρείς τζιαι λαλώ του εγώ εν θέλω να θωρώ τζιαι λέει μου γύρισε να σε θωρώ, τζιαι εγώ εγύρισα να τον θωρώ τζιαι λέει μου θέλεις να κάμεις κάτι εσύ; Όϊ λέω του. Τζιαι ύστερα εκσπερμάτωσε στο χέρι μου τζιαι ύστερα εγώ εβούρησα ομπρός τζιαι εγύρευκα μες τα κουμπιά τζιαμέ λέω μπορεί να ανοίξω την πόρτα τζιαι λέει μου άσε τζιαι εννα ανοίξω εγώ την πόρταν. Μετά άνοιξεν την πόρταν τζιαι άρκεψεν τζιαι εμέτραν τον λοαρκασμόν τζιαμέ που τα ττίκετ τζιαι αυτά. Τζιαι ύστερα που ετέλιωσεν ήταν να πάει στο γραφείο πάνω να πάρει τα τούτα τζιαι ύστερα να ξανάρτει κάτω να πάρει το λεωφορείο πάνω. Μετά όταν τέλιωσεν με τα μετρά τζιαι ξέρω γω τζιαι ετοιμάστηκεν να πάει λέει μου: Κοίταξε να δεις εγώ δεν θα σε πιέσω, εν θα κάμω τίποτε χωρίς τη θέληση σου, τζιαι εγώ εν του απάντησα αφόσουν. τζιαι μετά όταν έφυεν, εσκέφτηκα τζιαι εγώ αφόσουν εν τω ήθελα πριν τζιαι έκαμνε με σαν να με πίεζεν..» Η παρενόχληση της ξεκίνησε περί τον Μάρτιο ή Απρίλιο και γινόταν κάθε φορά που ο Μ.Κ.5 δεν την περίμενε στον σταθμό των λεωφορείων στην ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ για να την παραλάβει. Οι παρενοχλήσεις γίνονταν σχεδόν κάθε μέρα, αρχικά με τον τρόπο που περιγράφηκε πιο πάνω και στη συνέχεια την πίεζε για στοματικό έρωτα, ενώ παράλληλα την ρωτούσε και πότε θα είχαν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή. Έκανε πολλές φορές στον Κατηγορούμενο στοματικό έρωτα, κατόπιν πίεσης αφού συνεχώς της το ζητούσε και κάποια στιγμή την έσπρωξε από πίσω στο κεφάλι. Η πίεση για να του κάνει στοματικό έρωτα άρχισε δυο - τρείς μέρες μετά την πρώτη φορά που αυνανίστηκε μπροστά της. Σε κάποια στιγμή της πρότεινε όπως της δώσει €50,00 για να έχουν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή, ενώ πιο παλιά της είχε δώσει €20,00 για στοματικό έρωτα που του έκανε. Η τελευταία φορά που την παρενόχλησε ήταν πριν ένα περίπου μήνα (δηλαδή περί τον Νοέμβριο του 2013), αφού πλέον όποτε την πλησιάζει τον αποφεύγει. Ωστόσο ο Κατηγορούμενος διαρκώς της τηλεφωνά. Ο Κατηγορούμενος είναι μακρινός συγγενής του Μ.Κ.5 και το σπίτι τους άρχισε να το επισκέπτεται μετά τις διακοπές του Πάσχα (προφανώς εννοεί τις διακοπές του Πάσχα 2013). Όταν ερχόταν σπίτι τους, την αποκαλούσε «καλή μου» και «αγάπη μου» και της πρότεινε να την παίρνει μαζί του στην ΧΧΧΧ. Μάλιστα, στην προσπάθεια του να αποκτήσει την εύνοια των γονέων της υποσχόταν στη Μ.Κ.6 ότι θα της έβρισκε εργασία, διότι ήταν άνεργη. Σε μία επίσκεψη του στην οικία τους είχε αναφέρει ότι η κοπέλα που είχε μαλώσει με την Παραπονούμενη του είχε κλέψει το πορτοφόλι του και ζήτησε από την Παραπονούμενη να μάθει τον αριθμό του τηλεφώνου της και να του τον πει. Ωστόσο όταν ο Μ.Κ.5 ρώτησε αργότερα τον υιό του Κατηγορούμενου κατά πόσο ο τελευταίος βρήκε το πορτοφόλι του, ο υιός του Κατηγορούμενου είπε του Μ.Κ.5 ότι δεν άκουσε τον Κατηγορούμενο να λέει ότι έχασε το πορτοφόλι του. Σε κάποια επίσκεψη του Κατηγορούμενου της ζήτησε να του μάθει να στέλνει μηνύματα από το κινητό του, πράγμα το οποίο έκανε. Την επόμενη μέρα επισκέφθηκε ξανά την οικία τους, όπου βρισκόταν μόνο η ίδια και η Μ.Κ.6 και στην παρουσία της την ρώτησε αν παρέλαβε το μήνυμα που της έστειλε. Τότε αντέδρασε η Μ.Κ.6 και τον ρώτησε πως γνωρίζει το τηλέφωνο της. Τις κακοποιήσεις που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο τις εκμυστηρεύτηκε στη φίλη της Ν. Κ., η οποία και ενημέρωσε τον σύμβουλο του σχολείου και αυτός με τη σειρά του την ψυχολόγο - Μ.Κ.
  1. Στη συνάντηση που είχε με τη Μ.Κ.7 αρνείτο στην αρχή ότι συνέβηκε οτιδήποτε με τον Κατηγορούμενο, διότι σε κανέναν δεν είχε αναφέρει κάτι. Ο Κατηγορούμενος της ζητούσε να μην αναφέρει οτιδήποτε σε κανέναν λέγοντας της ότι ο ίδιος την προστατεύει. Η ίδια ντρεπόταν να αναφέρει κάτι σε σχέση με όσα βίωνε. Μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου επιτράπηκε, μέσα στα πλαίσια του άρθρου 11 του Ν.95(Ι)/2001, η περαιτέρω κυρίως εξέταση της Παραπονούμενης. Συγκεκριμένα η Παραπονούμενη στη δια ζώσης μαρτυρία της είπε τα ακόλουθα: Το πρόσωπο που είχε πει άσχημα πράγματα στον Κατηγορούμενο για αυτήν ήταν κάποιος ΧΧΧΧΧΧΧ, ο οποίος είπε ότι ήταν ανήθικη. Η πρώτη φορά που ο Κατηγορούμενος ήλθε στην οικία τους ήταν την πρώτη μέρα που έγινε η ισχυριζόμενη κακοποίηση. Η ορθή αναφορά είναι ότι ο Κατηγορούμενος ήθελε να της προσφέρει €50 και όχι €5 για να έχει ερωτική επαφή μαζί του. Η Ν. Κ. βρίσκεται στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στη ΧΧΧΧΧΧΧ. Ο λόγος που νευρίασε και εκμυστηρεύτηκε στη φίλη της Ν. Κ. την ισχυριζόμενη κακοποίηση που δεχόταν από τον Κατηγορούμενο ήταν διότι ο τελευταίος της τηλεφωνούσε συχνά και τη συγκεκριμένη ημέρα η φίλη της είχε προσέξει ότι δεν ήταν καλά και τη ρωτούσε συχνά για ποιο λόγο δεν ήταν καλά. Τη συγκεκριμένη ημέρα τη στιγμή που την ρώτησε ήταν όταν της τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος και έτσι αγανάκτησε και της ανέφερε όσα συνέβαιναν. Ο λόγος που ένιωθε ντροπή ήταν για όσα συνέβαιναν διότι δεν μπορούσε εύκολα να μιλήσει για αυτά τα γεγονότα. Επίσης την είχαν στιγματίσει με διάφορες κατηγορίες, όπως για παράδειγμα ότι ήταν ανήθικη και δεν ήταν καλή κοπέλα, και αυτές οι κατηγορίες την έκαναν να ντρέπεται ακόμα περισσότερα. Οι ισχυριζόμενες σεξουαλικές παρενοχλήσεις λάμβαναν χώρα πάντοτε μέσα στο λεωφορείο και συγκεκριμένα στο μέσο του λεωφορείου και στο πίσω μέρος του. Περαιτέρω, δήλωσε ότι προτού αρχίσει η παρενόχληση της από τον Κατηγορούμενο είχε ολοκληρωμένη σεξουαλική σχέση σε ηλικία 14 ετών με κάποιον 23χρονο και ο λόγος που αποφάσισε να ολοκληρώσει τη σχέση της μαζί του ήταν διότι έτρεφε αισθήματα για αυτόν. Αναφορικά με το ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 6) η Παραπονούμενη δήλωσε ότι δεν είναι αληθής ο ισχυρισμός που προβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο και κατονόμασε το πρόσωπο που τη φίλησε στο στόμα λέγοντας ότι ήταν κάποιος ΧΧΧΧ. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν συνηθίζει να λέει ψέματα, όμως κατά την εφηβεία της συνήθιζε να κρύβει πράγματα τα οποία αφορούσαν κυρίως το σχολείο και τις απουσίες που έκανε. Ο κ. Αλεξάνδρου υπέδειξε στη μάρτυρα ότι επί του Τεκμηρίου 27 καταγράφεται ότι έλεγε ψέματα στη Μ.Κ.6 πως πήγαινε σε κάποια φίλη της ενώ στην πραγματικότητα πήγαινε να συναντήσει κάποιο αγόρι. Η Παραπονούμενη συμφώνησε ότι έλεγε ψέματα και ότι έκρυβε πράγματα που αφορούσαν το σχολείο και τα αγόρια και ο λόγος που το έκανε ήταν διότι ήταν κλειστός χαρακτήρας και δεν μπορούσε να μιλήσει. Προσδιόρισε ότι η ηλικία μέχρι την οποία έλεγε ψέματα για τους πιο πάνω λόγους ήταν περίπου στα 15-16 χρόνια της. Σε σχέση με το Τεκμήριο 6, ισχυρίστηκε ότι δεν αποκάλυψε το όνομα του προσώπου που τη φίλησε στο στόμα διότι δεν ήθελε να τον μπλέξει σε οτιδήποτε αφορά την παρούσα υπόθεση και αρνήθηκε ότι ο λόγος που δεν το ανέφερε ήταν διότι φοβόταν ότι θα αποκαλυπτόταν η αλήθεια. Μεταγενέστερα ανέφερε το όνομα του εν λόγω προσώπου στη μητέρα της και δήλωσε ότι το εν λόγω παιδί κατά την επίδικη περίοδο ήταν μαθητής και συγκεκριμένα ήταν κατά δύο χρόνια μεγαλύτερος της. Η μάρτυρας ερωτήθηκε σχετικά με κάποιο ΧΧΧΧΧΧ, τον οποίο ανέφερε ότι γνωρίζει διότι είναι φίλος του Μ.Κ.5 και η ηλικία του είναι μεταξύ 30 με 40 χρονών. Αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι με τον ΧΧΧΧΧΧ ορισμένες μέρες πριν τις 05.12.2013 είχε βρεθεί μαζί του όταν ήταν σταθμευμένο το λεωφορείο στον χώρο όπου σταθμεύουν τα λεωφορεία του ΧΧΧΧΧ στην ΧΧΧΧΧΧΧΧ. Επίσης δήλωσε ότι δεν είχε ερωτικές σχέσεις με τον ΧΧΧΧΧΧ. Η Παραπονούμενη ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τα διαμερίσματα με την ονομασία «ΧΧΧΧΧΧΧΧ» και αρνήθηκε τις θέσεις του κ. Αλεξάνδρου ότι στα εν λόγω διαμερίσματα σε νεαρή ηλικία παρέσυρε διάφορα αγόρια της περιοχής. Συγκεκριμένα αρνήθηκε ότι με δύο αγόρια με το όνομα ΧΧΧΧΧ και ΧΧΧΧΧ είχε ερωτικές σχέσεις και ότι μάλιστα την είχαν βιντεογραφήσει όταν έκανε έρωτα μαζί τους. Περαιτέρω, αρνήθηκε τις υποβληθείσες θέσεις ότι μέσω του κινητού της τηλεφώνου έστελνε μηνύματα σεξουαλικού περιεχομένου σε μαθητές και ότι ήταν για αυτούς τους λόγους που την χτύπησαν άλλες μαθήτριες. Ειδικότερα αρνήθηκε ότι παρενόχλησε τους υιούς του Κατηγορούμενου και πιο συγκεκριμένα ότι στον υιό του Κατηγορούμενου με το όνομα ΧΧΧΧΧ έστειλε μήνυμα ζητώντας του να δημιουργήσουν σχέση. Δεν γνώριζε τον λόγο της συνάντησης με τη Μ.Κ.7 στις 05.12.
  2. Στην εν λόγω συνάντηση η Μ.Κ.7 τη ρωτούσε σε σχέση με το κατά πόσο ανέφερε οποιοδήποτε μυστικό σε κάποια φίλη της ή αν της συμβαίνει οτιδήποτε τη δεδομένη χρονική περίοδο. Στις ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου κατά πόσο η Μ.Κ.7 τη ρώτησε και άλλα πιο συγκεκριμένα ζητήματα, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν θυμόταν. Στις δε ερωτήσεις που της έκανε η Μ.Κ.7 απαντούσε ότι δεν της συνέβαινε οτιδήποτε. Η συνάντηση που είχε με τη Μ.Κ. 7 στις 05.12.2013 διήρκησε περίπου μία ώρα και ο χρόνος αυτός ήταν μεγαλύτερος από τον χρόνο που συνήθως διαρκούσαν οι συναντήσεις τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου επέμεινε ως προς το κατά πόσο τέθηκαν συγκεκριμένες ερωτήσεις από τη Μ.Κ.7 και μάλιστα κατά πόσο ρωτήθηκε αν παρενοχλήθηκε σεξουαλικά από οδηγό λεωφορείου με τη μάρτυρα να απαντά ότι δεν θυμάται, αλλά ίσως έγινε με πιο γενικό τρόπο η συγκεκριμένη ερώτηση δηλαδή αν παρενοχλήθηκε σεξουαλικά τη συγκεκριμένη περίοδο. Στην υποβληθείσα θέση ότι η Μ.Κ.7 τη ρώτησε συγκεκριμένα για το επίδικο περιστατικό και η ίδια αρνήθηκε επίμονα ότι συνέβη οτιδήποτε, η μάρτυρας επανέλαβε ότι δεν θυμάται αν τη ρώτησε συγκεκριμένα για το επίδικο περιστατικό αλλά θυμάται ότι όντως αρνείτο γενικά ότι συνέβη οτιδήποτε. Επίσης η Παραπονούμενη δεν θυμόταν αν η Μ.Κ.7 της είχε αναφέρει το όνομα της φίλης της Ν. Κ.. Επιπρόσθετα δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί αν η Μ.Κ.6 ήταν παρούσα όταν ξεκίνησε να αναφέρεται στην ισχυριζόμενη κακοποίηση της από τον Κατηγορούμενο. Εξ' όσων θυμάται παρούσες ήταν οι Μ.Κ.7 και
  3. Δεν μπορούσε ωστόσο να θυμηθεί τι ερωτήσεις της έκανε η κάθε μία εκ των Μ.Κ.7 και 9 διότι βρισκόταν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Ο λόγος για τον οποίο δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί αρκετά πράγματα ήταν διότι ήθελε να ξεχάσει τα όσα συνέβηκαν. Δήλωσε μάλιστα ότι σε κάποια στιγμή, πριν ολοκληρωθεί η συνάντηση της με τη Μ.Κ.7, λύγισε και έφυγε από το γραφείο της. Αναφορικά με τον χρόνο που ξεκίνησε η ισχυριζόμενη σεξουαλική παρενόχληση, η μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν μεταξύ Μαρτίου ή Απριλίου. Στις επίμονες ερωτήσεις του κ. Αλεξάνδρου, η μάρτυρας επαναλάμβανε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει επ' ακριβείς ημερομηνίες όμως γνωρίζει ότι ξεκίνησε γύρω στον Μάρτη-Απρίλη, διότι τη μέρα που έγινε το πρώτο περιστατικό είχε μαλώσει με δύο φίλες της και τούτο έγινε τη συγκεκριμένη περίοδο. Σε σχέση τώρα με το πότε τελείωσε η ισχυριζόμενη παρενόχληση, η μάρτυρας είπε ότι ήταν τον Νοέμβριο του 2013 διότι θυμάται ότι λάμβανε χώρα η κακοποίηση της μέχρι και λίγο χρονικό διάστημα πριν καταγγελθεί η υπόθεση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου επισήμανε στη μάρτυρα ότι στη συνέντευξη της στις Μ.Κ.7 και 9 ανέφερε ότι η ισχυριζόμενη κακοποίηση τελείωσε τον Ιούνιο του
  4. Η Παραπονούμενη διαφώνησε λέγοντας ωστόσο ότι με την έναρξη της σχολικής χρονιάς τον Σεπτέμβριο βρήκε το θάρρος να αποφεύγει τον Κατηγορούμενο και συγκεκριμένα μερικές φορές με την πρώτη ευκαιρία έβγαινε από την πίσω πόρτα του λεωφορείου ανάμεσα στο πλήθος και καθόταν σε μία καφετέρια. Ο κ. Αλεξάνδρου ανέφερε επίσης στη μάρτυρα ότι δήλωσε στις Μ.Κ.7 και 9 πως με τη νέα σχολική χρονιά ζητούσε από κάποια κυρία να κάθεται δίπλα της στο λεωφορείο. Η μάρτυρας απάντησε ότι δεν θυμόταν αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, προσθέτοντας όμως ότι για να το πουν αυτό οι Μ.Κ.7 και 9 τότε πρέπει να συνέβαινε. Στην υποβολή του συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι δεν θυμόταν οτιδήποτε από όσα της έθεσε διότι οι κατηγορίες της είναι ψευδείς, η Παραπονούμενη απάντησε ότι δεν θα έλεγε ψέματα για ένα τέτοιο ζήτημα. Στην απορία του κ. Αλεξάνδρου γιατί ανέφερε στη Μ.Κ.7 ότι τελείωσε η ισχυριζόμενη κακοποίηση της τον Ιούνιο 2013, ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της συνεχίστηκε μέχρι τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, η μάρτυρας ανέφερε ότι ίσως το είπε διότι το καλοκαίρι δεν χρησιμοποιούσε λεωφορείο και διότι ήταν μπερδεμένη καθώς βρισκόταν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση όταν αποκάλυψε την ισχυριζόμενη κακοποίηση. Η μάρτυρας δήλωσε ότι με την πάροδο του χρόνου θυμόταν περισσότερα πράγματα τα οποία είχαν διαγραφεί από τη μνήμη της. Όταν κλήθηκε από τον κ. Αλεξάνδρου να πει συγκεκριμένα ποια ήταν αυτά τα πράγματα που θυμόταν με την πάροδο του χρόνου, η μάρτυρας απάντησε ότι κυρίως θυμήθηκε αυτά που γίνονταν στην αρχή, το πως ξεκίνησε, τι της είπε ο Κατηγορούμενος, ζητήματα τα οποία όσο περνούσε ο καιρός τα ξεχνούσε αλλά τώρα τα θυμάται. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει πότε τα θυμήθηκε διότι, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, αυτό το συμβάν το θυμάται σαν όνειρο. Ο κ. Αλεξάνδρου κάλεσε τη μάρτυρα να αναφέρει συγκεκριμένα τις λεπτομέρειες που θυμήθηκε και η μάρτυρας απάντησε ότι για την πρώτη φορά που έλαβε χώρα η ισχυριζόμενη κακοποίηση θυμήθηκε ότι την ώρα που εξερχόταν από το λεωφορείο ο Κατηγορούμενος γύρισε και της είπε «μην ανοίξεις ιστορίες, μην πεις οτιδήποτε, γιατί είμαι πελλός εγώ». Ερωτηθείσα σχετικά με την πρώτη φορά που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της δέχθηκε σεξουαλική κακοποίηση απάντησε ότι μετά το περιστατικό ο Κατηγορούμενος έφυγε από το λεωφορείο ενώ η ίδια παρέμεινε εντός του λεωφορείου. Ο κ. Αλεξάνδρου παρέπεμψε την Παραπονούμενη στο Τεκμήριο 27 και συγκεκριμένα στη συνάντηση που είχε με τη M.K.7 στις 23.12.2013 στην οποία ανέφερε ότι μετά την παρενόχληση που δέχθηκε εξήλθε του λεωφορείου και κατευθύνθηκε σε ένα περίπτερο. Η μάρτυρας ανέφερε ότι για να το δηλώσει αυτό το πράγμα στη Μ.Κ.7, σημαίνει ότι αυτό συνέβηκε, λέγοντας ότι είχε μπερδευτεί στην προηγούμενη απάντηση της διότι δεν θυμάται καλά το πως ακριβώς έλαβαν χώρα τα γεγονότα τη συγκεκριμένα ημέρα, διότι η πρώτη φορά ήταν η πιο σοκαριστική από όλες. Στην υποβληθείσα θέση ότι στην οπτικογραφημένη κατάθεση της δεν ισχυρίστηκε ότι κατέβηκε από το λεωφορείο, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν θυμόταν τι είπε στην κατάθεση της, ούτε το πως ενήργησε τη συγκεκριμένη ημέρα και πως αντιμετώπισε τη σεξουαλική επίθεση που δέχθηκε λέγοντας ότι ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, της ήταν πολύ δύσκολο να μιλήσει για αυτά τα πράγματα και απλώς ανέφερε την ουσία. Ο κ. Αλεξάνδρου κάλεσε τη μάρτυρα να αναφέρει στο Δικαστήριο κατά πόσο θυμάται αν συνέβη οτιδήποτε με τον Κατηγορούμενο τον Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη του 2013 με τη μάρτυρα να απαντά θετικά, ενώ για τους μήνες του καλοκαιριού, δηλαδή τον Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο ανέφερε ότι δεν συνέβη οτιδήποτε. Ειδικά για τον Ιούνιο του 2013 η μάρτυρας είπε ότι χρησιμοποιούσε μεν το λεωφορείο διότι ήταν η εξεταστική περίοδος, ωστόσο δεν έγινε οτιδήποτε διότι έφευγε πιο νωρίς από την ΧΧΧΧ με άλλο λεωφορείο ενώ τα ισχυριζόμενα περιστατικά με τον Κατηγορούμενο συνέβαιναν κυρίως το μεσημέρι. Ερωτηθείσα πότε έκανε για πρώτη φορά στοματικό έρωτα στον Κατηγορούμενο, η Παραπονούμενη απάντησε ότι περί τον Μάρτη-Απρίλη ξεκίνησαν τα περιστατικά με τη σεξουαλική κακοποίηση της και μετά από τις δύο-τρεις φορές που απλώς αυνανίστηκε μετά ζητούσε να του κάνει στοματικό έρωτα. Η Παραπονούμενη κλήθηκε από τον κ. Αλεξάνδρου να αναφέρει λεπτομέρειες σε σχέση με την τελευταία φορά που παρενοχλήθηκε από τον Κατηγορούμενο τον Νοέμβριο του
  5. Η Παραπονούμενη αρχικά απάντησε ότι δεν θυμόταν και στη συνέχεια δήλωσε ότι συνέβηκε αυτό το οποίο γινόταν κάθε φορά, δηλαδή ότι την έβαλε να του κάνει στοματικό έρωτα. Η Παραπονούμενη συμφώνησε ότι στο λεωφορείο που χρησιμοποιούσε και συγκεκριμένα κατά τη διαδρομή από ΧΧΧΧ προς ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ υπήρχε πάντοτε κόσμος εντός του λεωφορείου. Μετά την πρώτη παρενόχληση που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο και συγκεκριμένα για όλη την επόμενη περίοδο που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της δεχόταν παρενόχληση δεν κατέβαινε από το λεωφορείο μαζί με τους υπόλοιπους επιβάτες διότι στη στάση του λεωφορείου υπήρχαν παιδιά που την ενοχλούσαν. Η Παραπονούμενη ανέφερε ότι δεν γνώριζε με ποιο τρόπο θα έπρεπε να αντιμετωπίσει την κατάσταση που δημιουργήθηκε διότι αν έμενε εντός του λεωφορείου θα υπέφερε από τον Κατηγορούμενο, ενώ εάν εξερχόταν του λεωφορείου θα υπέφερε από το "μπούλινγκ" των παιδιών. Ένιωθε ότι δεν είχε επιλογή και ότι ήταν εγκλωβισμένη. Επίσης ένιωθε ότι αν κατέβαινε από το λεωφορείο θα θύμωνε ο Κατηγορούμενος και φοβόταν αυτό το ενδεχόμενο, καθώς είχε φτάσει σε σημείο να νιώθει υπόχρεα έναντι του επειδή ισχυριζόταν ότι την προστάτευε από τα υπόλοιπα παιδιά αφήνοντας την να παραμένει εντός του λεωφορείου. Η Παραπονούμενη διευκρίνισε ότι ο Κατηγορούμενος εξαρχή

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.