Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 8497/14, 12/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8497/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧXXΧΧ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 12.10.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε τρεις κατηγορίες που αφορούσαν την είσοδο σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 280 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία), της πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324 του Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία) και της πρόκλησης ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία). Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο η κατηγορούσα αρχή διέκοψε την πρώτη και δεύτερη κατηγορία και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτές. Αντίθετα η τρίτη κατηγορία παρέμεινε αντικείμενο εκδίκασης μέχρι το τέλος της ακρόασης της υπόθεσης αυτής. Αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο μέσα από την κατηγορία αυτή είναι ότι στις 25.04.14 χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο στον Αστυνομικό Σταθμό Στρουμπιού κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου αναφορικά με την κατηγορία που τελικά αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση καλώντας παράλληλα δύο μάρτυρες υπεράσπισης Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν διάφορα έγγραφα ως δεκαεφτά τεκμήρια. ΜΚ1 ήταν ο αστυφύλακας ΧXXΧΧ Παπαγεωργίου, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού. Μέρος της μαρτυρίας του αποτελούν οι γραπτές καταθέσεις του ημερομηνίας 25.04.14, 26.04.14 και 06.06.14, οι οποίες παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 1, 2 και 3 αντίστοιχα. Συνοψίζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ1 μπορεί να λεχθεί ότι στις 25.04.14 προσήλθε στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού ο ΧXXΧΧ Πολυκάρπου όπου και του υπέβαλε παράπονο ότι κάποιος ή κάποιοι απέκοψαν από το τεμάχιο του στην περιοχή 'Κούπανος' έδαφος της κοινότητας Γιόλου 17 αμυγδαλιές. Για το περιστατικό αυτό ο Πολυκάρπου εξέφρασε υποψίες εναντίον του κατηγορουμένου με τον οποίον είχαν συνοριακές διαφορές ως ιδιοκτήτης γειτονικού τεμαχίου που ήταν. Στις 17.04.14 ο ΜΚ1 μετέβηκε μαζί με άλλο συνάδελφο του στην πιο πάνω περιοχή όπου εκεί ο Πολυκάρπου του υπέδειξε τα κομμένα δένδρα. Η περιοχή φωτογραφήθηκε από την αστυνομία. Δεκατρείς έγχρωμες φωτογραφίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6
(1)-6
(13). Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο κατηγορούμενος κλήθηκε επανειλημμένως να προσέλθει για να του ληφθεί κατάθεση αλλά απέφευγε να το πράξει. Όταν όμως ο ΜΚ1 τον προειδοποίησε ότι θα προχωρούσε με την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του αν συνέχιζε να μην εμφανιζόταν προκειμένου να προχωρήσει η διερεύνηση της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος στις 25.04.14 μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού για να δώσει γραπτή κατάθεση. Όπως ο ΜΚ1 ανάφερε, κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης του από τον ίδιο στο Γραφείο Παραπόνων του πιο πάνω αστυνομικού σταθμού, ο κατηγορούμενος άρχιζε να φωνάζει έντονα λέγοντας του 'Εν ηξαίρεις να κάμνεις τη δουλειά σου, τώρα να τηλεφωνήσω του μάστρου σου εν να χάσεις τη δουλειά σου'. Παρά την προειδοποίηση του ΜΚ1 να σταματήσει καθότι θα συλλαμβανόταν αυτόφωρα για διάπραξη του αδικήματος της ανησυχίας, ο κατηγορούμενος συνέχιζε να αντιδρά φωνάζοντας έντονα λέγοντας του 'Θα σε ξηλώσω εν εξαίρεις τη δουλειά σου, εν να χάσεις τη δουλειά σου λεβέντη μου' με αποτέλεσμα να συλληφθεί αυτόφωρα για πρόκληση ανησυχίας στον εν λόγω αστυνομικό σταθμό και οδηγήθηκε σε κρατητήριο. Όταν ο ΜΚ1 του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε 'Εν να χάσεις τη δουλειά σου λεβέντη μου'. Η γραπτή ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 26.04.14 παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Αργότερα της ίδιας ημέρας ο ΜΚ1 κατηγόρησε τον κατηγορούμενο με τις κατηγορίες πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς στην περιουσία του Πολυκάρπου, ότι προέβηκε σε υλοτομία χωρίς σχετική άδεια και πρόκλησης ανησυχίας στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού. Αστυνομικά έντυπα κατηγοριών κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5Α και 5Β. Περαιτέρω ο ΜΚ1 απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση του κατηγορουμένου ότι ενέργησε εκδικητικά λέγοντας πως δεν είχε οποιοδήποτε αλλότριο σκοπό και ούτε είχε οποιαδήποτε διαπλεκόμενα συμφέροντα με τον κατηγορούμενο. ΜΚ2 ήταν ο ΧΧΧXX Πολυκάρπου, εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/8XXXXX0, τεμάχιο αρ.XXXXX, τμήμα: 0, φύλλο/σχέδιο: 35/53, περιοχή 'Κούπανος', έδαφος κοινότητας Γιόλου. Αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής τεμαχίου αρ.XXXXX κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ουσιαστικά η ένορκη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα αποτελείται από τις γραπτές καταθέσεις του στην αστυνομία ημερομηνίας 25.04.14, 06.05.14 και 06.06.14, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε και που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου ως Τεκμήρια 7, 8 και
- Περίληψη της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα περιλαμβάνει καταγγελία που υπέβαλε στον ΜΚ1 για το ότι κάποιος μεταξύ των ωρών 15:00 της 14.04.14 και 18:00 της 15.04.14 απέκοψε 17 αμυγδαλιές που βρίσκονταν εντός του πιο πάνω τεμαχίου του. Ο ίδιος εξέφρασε υποψίες εναντίον του κατηγορουμένου που είναι ο ιδιοκτήτης του γειτονικού τεμαχίου αρ. 956 και με τον οποίον έχει συνοριακές διαφορές. Όπως ήδη λέχθηκε, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως παρουσιάζοντας τη δική του εκδοχή. Μέρος της μαρτυρίας του, εκτός από την γραπτή ανακριτικής φύσεως κατάθεση του ημερομηνίας 25.04.14 (Τεκμήριο 4), αποτελεί η γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ημερομηνίας 26.04.14, η οποία τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου ως Τεκμήριο
- Συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας της αναφέρει ότι η σύζυγος του ήταν συνιδιοκτήτρια μαζί με τον παραπονούμενο του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 7XXXXX8, τεμάχιο αρ. XXXXX, φύλλο/σχέδιο 35/53, τοποθεσία 'Κούπανος', έδαφος κοινότητας Γιόλου με μερίδια 2/3 και 1/3 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο εντός του τεμαχίου υπήρχαν αμυγδαλιές, τις οποίες είχε φυτέψει και καλλιεργούσε αποκλειστικά η πλευρά της συζύγου του κατηγορουμένου. Προσπάθεια του παραπονούμενου να πωληθεί το ακίνητο σε δημοπρασία έπεσαν στο κενό με αποτέλεσμα, κατόπιν σχετικής αίτησης από τη σύζυγο του κατηγορουμένου, το ακίνητο να διαχωριστεί δυνάμει καταναγκαστικής διανομής στα τεμάχια 9XXXXX6 και 9XXXXX
- Εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια επί του όλου του τεμαχίου 9XXXXX6 ήταν η σύζυγος του κατηγορουμένου ενώ επί του όλου του τεμαχίου 9XXXXX7 ήταν ο ΜΚ
- Σύμφωνα πάντοτε με τον κατηγορούμενο, πριν από την έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας στα πλαίσια καταναγκαστικού διαχωρισμού στα πιο πάνω τεμάχια, ο κατηγορούμενος προχώρησε σε εκκοπή προβληματικών αμυγδαλιών. Την ίδια στιγμή απορρίπτει κατηγορηματικά τη θέση ότι εκρίζωσε αμυγδαλιές μετά που ολοκληρώθηκε ο εν λόγω διαχωρισμός. Η διαφορετική άποψη του ΜΚ2 τον οδήγησε σε καταγγελία στην αστυνομία. Όπως ο κατηγορούμενος ανάφερε, στις 18.04.14 βρήκε αναπάντητη κλήση στο κινητό του τηλέφωνο από τηλέφωνο του αστυνομικού σταθμού Στρουμπιού. Την ίδια ημέρα μετέβηκε αυτοβούλως αλλά ήταν κλειστός. Ακολούθως ο ΜΚ1 επικοινώνησε μαζί του και διευθετήθηκε μεταξύ τους συνάντηση στις 22.04.14 σε καθορισμένη ώρα προκειμένου ο κατηγορούμενος να δώσει γραπτή κατάθεση. Ο κατηγορούμενος πήγε στο ραντεβού αλλά απουσίαζε ο ΜΚ1, ο οποίος αργότερα επικοινώνησε εκ νέου μαζί του και με θυμωμένο και επιτακτικό ύφος απαίτησε από τον κατηγορούμενο να προσέλθει στον αστυνομικό σταθμό απειλώντας πως σε διαφορετική περίπτωση θα εξέδιδε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Τότε ο κατηγορούμενος κατάγγειλε την απαράδεκτη συμπεριφορά του ΜΚ1 στον αξιωματικό υπηρεσίας, με την παρέμβαση του οποίου διευθετήθηκε νέο ραντεβού. Ο κατηγορούμενος μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό και μετά πάροδο δέκα λεπτών εμφανίστηκε ο ΜΚ
- Κατά τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης ο ΜΚ1 ήταν εκνευρισμένος επειδή προηγουμένως ο κατηγορούμενος είχε αποταθεί στον αξιωματικό υπηρεσίας. Ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι ο ΜΚ1 με τη στάση του τον θεωρούσε ένοχο στο κατ' ισχυρισμό αδίκημα που διερευνούσε. Επειδή ο κατηγορούμενος υπέδειξε στον ΜΚ1 ότι λανθασμένα τον θεωρούσε εκ των προτέρων ένοχο και επειδή ο κατηγορούμενος είπε στον ΜΚ1 να τον αφήσει να ετοιμάσει ο ίδιος την κατάθεση του για να είναι προϊόν δικών του αναφορών, ο ΜΚ1 εξοργίστηκε απειλώντας τον ότι προχωρούσε στη σύλληψη του. Περαιτέρω επειδή ο ΜΚ1 ήταν εχθρικός απέναντι του και ξέφευγε της αποστολής του, ο κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον αξιωματικό υπηρεσίας ενημερώνοντας τον για την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί. Τότε, σύμφωνα πάντοτε με τον κατηγορούμενο, ο ΜΚ1 βγήκε εκτός εαυτού και προχώρησε στη σύλληψη του. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι παραφέρθηκε ή φωνασκούσε και ισχυρίζεται ότι ακόμη και να ύψωσε τη φωνή του αυτό είναι δικαιολογημένο επειδή: (α) η κατηγορία που ο ΜΚ1 διερευνούσε εναντίον του ήταν αδικαιολόγητη, (β) ο ΜΚ1 σαν εξεταστής της υπόθεσης είχε αμάθεια ως προς το καθήκον διερεύνησης αφού: i. δεν αξιολόγησε όλο το μαρτυρικό που είχε ενώπιον του, ii. υιοθέτησε τη θέση του ΜΚ2 χωρίς να την εξετάσει και να τη διασταυρώσει, iii. δεν άκουσε τις θέσεις του κατηγορουμένου και ποια ήταν η εκδοχή του, iv. δεν εφάρμοσε τους κανόνες που διέπουν το ρόλο του. (γ) ο ΜΚ1 του προκάλεσε ταλαιπωρία, (δ) ο ΜΚ1 ήταν αυτός που τον συνέλαβε. Είναι ακόμη η θέση του κατηγορουμένου ότι η κατηγορία της 'ανησυχίας' που αντιμετωπίζει εφευρέθηκε εκ των υστέρων από τον ΜΚ1 με σκοπό να τον εκδικηθεί και να τον τιμωρήσει επειδή τον είχε καταγγείλει μετά που του είχε επισημάνει ότι θα έπρεπε να σέβεται τον πολίτη που είχε ενώπιον του και ότι θα έπρεπε να είχε υπόψη του ότι ήταν αθώος (ο κατηγορούμενος) μέχρι να αποδεχτεί το αντίθετο ενώπιον δικαστηρίου. Προς ενίσχυση των πιο πάνω θέσεων και αναφορών του ο κατηγορούμενος, στα πλαίσια της ένορκης μαρτυρίας του κατέθεσε τα εξής έγγραφα: Τεκμήριο 11 - Επιστολή ημερ. 25.06.18 του κατηγορουμένου στον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου Τεκμήριο 12 - Δέσμη διαφόρων εγγράφων που σχετίζονται με το ιστορικό της υπόθεσης Τεκμήριο 13 - Επιστολή ημερ. 27.04.14 του κατηγορουμένου στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας Τεκμήριο 14 - Επιστολή ημερ. 22.09.14 του κατηγορουμένου στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας Τεκμήριο 15 - Γραπτή κατάθεση ημερ. 26.04.14 του αστυφύλακα 1935 Ε. Λιάτσου Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο ΧXXΧΧ Ευσταθίου (ΜΥ1), ο οποίος κατέχει τη θέση του κτηματολογικού γραφέα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Η μαρτυρία του περιέχει αναφορές ως προς το διαχωρισμό του τεμαχίου υπ' αρ.
- Προς υποστήριξη τους ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 τον κτηματολογικό φάκελο υπ' αριθμό ΑΧ495/2004 που ανήκει στην υπηρεσία του στον οποίον περιέχονται διάφορα έγγραφα που παραπέμπουν στο ιστορικό του διαχωρισμού του πιο πάνω ακινήτου. Συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας του ΜΥ1 περιλαμβάνει αναφορά του ότι η σύζυγος του κατηγορουμένου, συνιδιοκτήτρια στο τεμάχιο υπ' αρ. 2XXXXX0, υπέβαλε αίτηση διαχωρισμού του. Επειδή η ίδια και ο ΜΚ2 που ήταν ο άλλος συνιδιοκτήτης, δεν συμφωνούσαν στον τρόπο διαχωρισμού του ακινήτου, το Τμήμα Κτηματολογίου ετοίμασε διάφορους τρόπους διαχωρισμού και ακολούθως προέβηκε σε κλήρωση όπου μέσα από αυτή προέκυψε η λύση ως υποχρεωτική διανομή του ακινήτου. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, τόσο η σύζυγος του κατηγορουμένου όσο και ο ΜΚ2 ενώ πληροφορήθηκαν για το αποτέλεσμα της κλήρωσης δεν υπέβαλαν ένσταση για τη λύση που επιλέγηκε. Αυτό οδήγησε στο να προχωρήσει και να ολοκληρωθεί η διαδικασία διαχωρισμού και να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας για τα νέα τεμάχια που προέκυψαν από το διαχωρισμό. Από το διαχωρισμό του ακινήτου υπ' αριθμό 2XXXXX0 προέκυψαν τα τεμάχια υπ' αριθμό 9XXXXX6 και 9XXXXX
- Ολόκληρο το μερίδιο του τεμαχίου υπ' αριθμό 9XXXXX7 εγγράφηκε αποκλειστικά στο όνομα του ΜΚ
- Αναγνώρισε το Τεκμήριο 10 ως το πιστοποιητικό με το οποίο στις 27.03.14 το τεμάχιο υπ' αριθμό 9XXXXX7 εγγράφηκε στο όνομα του ΜΚ
- Όπως ο μάρτυρας εξήγησε, ένα μέρος του τεμαχίου αυτού ήταν χωράφι (ξηρικό ακαλλιέργητο) και ένα μέρος του περιείχε φυτεία αμυγδαλιών. Ο εν λόγω μάρτυρας διαπίστωσε την κατάσταση αυτή στο διαχωρισμένο ακίνητο όταν πραγματοποίησε επιτόπια έρευνα. Έκτοτε όμως δεν γνωρίζει αν διατηρήθηκε αυτή η κατάσταση στο ακίνητο. Ειδικότερα ο ΜΥ1 ανάφερε πως δεν γνωρίζει αν στις 27.03.14 που εγγράφηκε το επίμαχο ακίνητο εξακολουθούσε να υπάρχουν αμυγδαλιές ή αν είχαν κοπεί. Σε ότι αφορά τον τίτλο ιδιοκτησίας ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι εκδόθηκε με βάση το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου, όπως αυτό προέκυψε από τον τρόπο διαχωρισμού στη βάση της επιτόπιας έρευνας. Ο δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο αστυφύλακας ΧΧXXΧ Λιάτσου (ΜΥ2), ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Στρουμπιού. Μέρος της μαρτυρίας του αποτελούν οι δύο γραπτές καταθέσεις του ημερομηνίας 26.04.14 (Τεκμήριο 15). Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της μπορεί να λεχθεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ΜΚ1 ήταν αυτός που εκτελούσε χρέη υπευθύνου του Αστυνομικού Σταθμού Στρουμπιού. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας στις 25.04.14 ο ίδιος εργαζόταν στον πιο πάνω αστυνομικό σταθμό με ωράριο εργασίας 19:00 και 07:00 της 26.04.
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό, ο κατηγορούμενος εισήλθε στον πιο πάνω αστυνομικό σταθμό στις 25.04.14 και ώρα 22:
- Ο ΜΥ2 βρισκόταν εντός του πιο αστυνομικού σταθμού. Ακολούθως στο χρονικό διάστημα μεταξύ μετά τις 22:00 και πριν από τις 22:40 όπου ο ΜΚ1 ανάκρινε τον κατηγορούμενο, ο ΜΥ2 που βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο αρχείου άκουσε φωνές από τον κατηγορούμενο που απευθύνονταν προς τον ΜΚ1 με τις οποίες ο πρώτος είπε στον τελευταίο ότι δεν γνώριζε πως να εκτελέσει την εργασία του και ότι θα την έχανε. Σύμφωνα ακόμη με τον εν λόγω μάρτυρα, ο ΜΚ1 τον προέτρεψε να χαμηλώσει τον τόνο τη φωνής του προειδοποιώντας τον ότι διέπραττε αδίκημα, πλην όμως ο κατηγορούμενος συνέχιζε να φωνάζει λέγοντας του ότι θα μεριμνούσε να απολυθεί από το αστυνομικό σώμα. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν σε θέση να ακούει όποια έντονη συνομιλία διεξαγόταν από το χώρο που βρισκόταν. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε, το δωμάτιο αρχείου του σταθμού στο οποίο βρισκόταν όταν συνέβηκε το επεισόδιο είναι διαφορετικός χώρος από το γραφείο παραπόνων όπου εκεί βρίσκονταν ο ΜΚ1 και ο κατηγορούμενος. Το δωμάτιο αρχείου βρίσκεται δίπλα από το γραφείο παραπόνων του σταθμού και μεταξύ τους μεσολαβούν τοίχοι και πόρτα. Με βάση τα λεγόμενα του μάρτυρα, οι δυνατές και έντονες φωνές του κατηγορουμένου τον υποχρέωσαν να μεταβεί στο γραφείο παραπόνων από το δωμάτιο αρχείου όπου βρισκόταν για να ελέγξει την κατάσταση. Τη δεδομένη χρονική επίδικη στιγμή στον Αστυνομικό Σταθμό Στρουμπιού βρισκόταν, εκτός από τον ίδιο και τον ΜΚ1, ένας αστυφύλακας από τον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς. Περαιτέρω, όπως λέχθηκε από τον ΜΥ2, ο ίδιος ήταν αυτός που πέρασε χειροπέδες στον κατηγορούμενο μετά που συνελήφθηκε αυτόφωρα. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Στη γραπτή του αγόρευση ο κατηγορούμενος εγείρει διάφορα θέματα, τα οποία εξετάζονται όλα στη συνέχεια από το δικαστήριο. Εξ' όσον γίνεται αντιληπτό ο κατηγορούμενος επικαλείται ζήτημα μη δίκαιης δίκης εξαιτίας: (α) ελαττωματικότητας που θεωρεί ότι πάσχει το κατηγορητήριο και (β) παραβίαση του άρθρου 7 του Κεφ.155 και των άρθρων 12.5 και 30.3(γ) του Συντάγματος. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά της αστυνομίας απέναντι του ήταν απρεπής και εξευτελιστική. Επίσης ισχυρίζεται ότι μέλη της αστυνομίας διέπραξαν το αδίκημα της κλοπής εις βάρος του κατά την παρουσία του στον αστυνομικό σταθμό. Είναι ακόμη η θέση του κατηγορουμένου ότι ο ίδιος παράνομα συνελήφθηκε και κρατήθηκε από την αστυνομία για ισχυριζόμενο αδίκημα που δεν προνοείται σύλληψη και κράτηση. Σε ότι αφορά την ουσία της κατηγορίας που αντιμετωπίζει, ο κατηγορούμενος ευσεβάστως ισχυρίστηκε ότι μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ανησυχίας. Είναι η θέση του κατηγορουμένου ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αλληλοσυγκρουόμενη και άσχετη με τα πραγματικά γεγονότα. Παράλληλα, όπως ο ίδιος είπε, πρόκειται για μαρτυρία που στερείται αξιοπιστίας αφού, πέραν του ότι περιέχει αναλήθειες, κατασκευάστηκε εκ των υστέρων και είναι μολυσμένη από κακοπιστία και αλλότρια κίνητρα της αστυνομίας. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, η κατηγορία της ανησυχίας που αντιμετωπίζει είναι αποτέλεσμα εκδικητικής στάσης του ΜΚ1 και κατάχρησης εξουσίας του τελευταίου απέναντι στον ίδιο επικαλούμενος ενόχληση από το χρωματόχρωμα της φωνής του επειδή τον είχε καταγγείλει για ανικανότητα να χειριστεί τη διερεύνηση της υπόθεσης, πράγμα που παραβιάζει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος. Σύμφωνα ακόμη με τον κατηγορούμενο, ο ίδιος δεν είχε την ευκαιρία να ετοιμάσει την κατάθεση του όπως ο ίδιος επιθυμούσε, η οποία λήφθηκε από τον ΜΚ1 με τον τρόπο που αυτός ήθελε και κατά παράβαση των δικαστικών κανόνων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο κατηγορούμενος ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση και απαλλαγή του από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Παράλληλα επικαλούμενος το άρθρο 169 του Κεφ.155 ο κατηγορούμενος αξίωσε την επιδίκαση εξόδων υπέρ του και εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να επισημάνω ότι στη γραπτή αγόρευση του κατηγορουμένου υπάρχουν διάφορα επισυνημμένα έγγραφα. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η τελική νομική επιχειρηματολογία πρέπει να περιέχει μόνο νομικές θέσεις και όχι να εισαγάγει μαρτυρία. Η νομική αρχή που ισχύει είναι ότι οι αγορεύσεις δεν είναι τρόπος προσαγωγής μαρτυρίας (Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto S.P.A
(2000)1A Α.Α.Δ. 447). Συνεπώς αν τα έγγραφα ή οποιοδήποτε από αυτά που επισυνάπτονται στη γραπτή αγόρευση του κατηγορουμένου έχουν ή έχει ήδη κατατεθεί ως τεκμήρια ή τεκμήριο στην παρούσα υπόθεση το περιεχόμενο τους ή το περιεχόμενο του θα αξιολογηθεί μαζί με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που προσάχθηκε. Αν όμως κάποιο έγγραφο παρουσιάζεται για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου με την επισύναψη του στο κείμενο της γραπτής επιχειρηματολογίας του κατηγορουμένου, τότε, έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω νομική αρχή, το περιεχόμενο του αγνοείται. Από την άλλη, αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία αφού απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ως αβάσιμους, ευσεβάστως ισχυρίστηκε ότι ο ΜΚ1 δεν επέδειξε την επιλήψιμη συμπεριφορά που του αποδίδεται αλλά ήταν μάρτυρας αλήθειας και γι' αυτό θα πρέπει να κριθεί αξιόπιστος. Σύμφωνα με την κυρία Παπαλαζάρου, μέσα από το μαρτυρικό υλικό που παρουσιάστηκε έχουν αποδειχτεί στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και γι' αυτό κάλεσε το Δικαστήριο να τον κρίνει ένοχο. Σχετικά με το θέμα των εξόδων, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής υπέδειξε ότι θα πρέπει να εφαρμοστεί η διαδικασία που ακολουθείται υποδεικνύοντας πως εάν και εφόσον ο κατηγορούμενος κριθεί ένοχος θα πρέπει να επωμιστεί τα έξοδα της διαδικασίας ενώ σε διαφορετική περίπτωση να τα επιβαρυνθεί η Κυπριακή Δημοκρατία. Προτού υπεισέλθω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε, θεωρώ ορθό να εξετάσω κατά προτεραιότητα διάφορα ζητήματα που εγέρθηκαν μέσα από τη γραπτή αγόρευση του κατηγορουμένου. Τυχόν επιτυχία αυτών των θεμάτων θα προδιαγράψει την τύχη της υπόθεσης αυτή καθιστώντας έτσι άνευ αντικειμένου την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
(1)Ισχυρισμός κατηγορουμένου για μη διεξαγωγή δίκαιης δίκης Η πρώτη φορά που εγέρθηκε τέτοιο θέμα ήταν πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης όταν ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέσα από τις εννέα φορές που αναβλήθηκε η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης ήταν καταλυτικό για την ανακοπή της συνέχισης της δικαστικής διαδικασίας. Με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 30.05.18 το δικαστήριο απέρριψε τη θέση του κατηγορουμένου στη βάση του σκεπτικού που αναλύθηκε και εξηγήθηκε. Άφησε όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο να επανεξεταστεί το ζήτημα αυτό του χρόνου που μεσολάβησε υπό το φως στοιχείων και δεδομένων που θα παρουσιάζονταν μέσα από την ακρόαση της υπόθεσης, εάν και εφόσον βέβαια θιγόταν εκ νέου από τον κατηγορούμενο μετά το τέλος της εκδίκασης. Εξυπακούεται ότι τέτοιο αίτημα για εξέταση μπορούσε να υποβληθεί στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Ωστόσο θα πρέπει να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος μέσα από την τελική νομική επιχειρηματολογία του δεν επανέφερε την αρχική του θέση για εξέταση. Επομένως θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε την αρχική του θέση. Ακόμα όμως και να λεχθεί ότι η πιο πάνω θέση του κατηγορουμένου δεν έχει εγκαταλειφθεί, μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε στοιχεία ή δεδομένα που να δικαιολογούν διαφοροποίηση από το σκεπτικό της προαναφερόμενης ενδιάμεσης απόφασης του δικαστηρίου. Ούτε όμως ο κατηγορούμενος ανάφερε οτιδήποτε που να ικανοποιεί παρέκκλιση από την εν λόγω δικαστική απόφαση, στο περιεχόμενο της οποίας παραπέμπω χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός. Αντίθετα θα έλεγα ότι μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης ο κατηγορούμενος είχε την ευκαιρία να καταθέσει ενόρκως παρουσιάζοντας τη δική του εκδοχή, είχε τη δυνατότητα να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια προς υποστήριξη της εκδοχής του καθώς επίσης είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει μάρτυρες υπεράσπισης. Αυτά είναι δεδομένα που καταδεικνύουν ότι η υπεράσπιση του κατηγορουμένου δεν επηρεάστηκε δυσμενώς από την παρέλευση χρονικού διαστήματος. Όπως ήδη έχει λεχθεί, ο κατηγορούμενος επικαλείται ζήτημα μη δίκαιης δίκης ένεκα κατ' ισχυρισμό ελαττωματικότητας κατηγορητηρίου και λόγω παραβίασης του άρθρου 7 του Κεφ.155 και των άρθρων 12.5 και 30.3(γ) του Συντάγματος. Αμφότερες θέσεις εξετάζονται πιο κάτω. (α) Ισχυρισμός για ελαττωματικότητα κατηγορητηρίου: Ο κατηγορούμενος παραπονιέται ότι ενώ έγειρε θέμα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης το δικαστήριο παρέλειψε να το εξετάσει. Ο κατηγορούμενος επικαλείται ελαττωματικότητα κατηγορητηρίου, η οποία κατά τη γνώμη του έχει παραβιάσει το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη και ως εκ τούτου το δικαστήριο θα έπρεπε να τον είχε απαλλάξει. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, το κατηγορητήριο πάσχει από ελαττωματικότητα στα εξής σημεία:
(1)Ο χρόνος διάπραξης των ισχυριζόμενων αδικημάτων που καταγράφεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών του κατηγορητηρίου διαφέρει από το χρόνο που αποκαλύπτεται μέσα από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε στο δικαστήριο.
(2)Από το περιεχόμενο της κατάθεσης του ΜΚ1 καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει εύλογη μαρτυρία που να δικαιολογεί τη δίωξη του κατηγορουμένου.
(3)Η μαρτυρία του ΜΚ2 συγκρούεται με την κατάθεση του ΜΚ1 αλλά και με το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου. Με κάθε σεβασμό ο κατηγορούμενος δεν έχει δίκαιο να παραπονιέται. Έχω ανατρέξει στα πρακτικά του δικαστηρίου ημερομηνίας 30.05.18 που περιέχουν τη νομική επιχειρηματολογία του κατηγορουμένου πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης και προσεκτική μελέτη τους καθιστά σαφές ότι δεν εγέρθηκε ζήτημα ελαττωματικότητας κατηγορητηρίου. Συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε ενώπιον του οποιοδήποτε αίτημα του κατηγορουμένου για ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου για να το εξετάσει. Ακόμα όμως και να τίθετο τέτοιο ζήτημα από τον κατηγορούμενο το δικαστήριο δεν θα μπορούσε να το είχε εξετάσει στο στάδιο εκείνο για τον απλούστατο λόγο ότι η επικαλούμενη ελαττωματικότητα πηγάζει μέσα από τη σύγκριση περιεχομένου μαρτυρικού υλικού με λεπτομέρειες των κατηγοριών του κατηγορητηρίου, το οποίο όμως μαρτυρικό υλικό δεν βρισκόταν στην κατοχή του δικαστηρίου αφού η εκδίκαση της υπόθεσης δεν είχε ακόμη τότε ξεκινήσει. Παράλληλα ενώπιον του δικαστηρίου δεν υπήρχε ούτε οποιοδήποτε πλαίσιο παραδεχτών γεγονότων που θα υποβοηθούσε την εξέταση ενός τέτοιου ζητήματος. Επομένως και να υπέβαλλε το εν λόγω αίτημα ο κατηγορούμενος το δικαστήριο, εκ των πραγμάτων, δεν θα μπορούσε να το είχε εξετάσει για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί. Για τους ίδιους λόγους δεν θα ήταν εφικτή ούτε η αυτεπάγγελτη εξέταση του ζητήματος από το δικαστήριο. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι τέτοιο ζήτημα δεν εγέρθηκε από τον κατηγορούμενο ούτε στο στάδιο που η κατηγορούσα αρχή ολοκλήρωσε την παρουσίαση της μαρτυρίας της (εκ πρώτης όψεως). Προσεκτική μελέτη του πρακτικού του δικαστηρίου ημερομηνίας 18.06.18 στο οποίο καταγράφεται η αγόρευση του κατηγορουμένου για σκοπούς εκ πρώτης όψεως σταδίου καθιστά αντιληπτό ότι δεν εγείρεται τέτοιο θέμα. Με τη γραπτή του τελική αγόρευση εκλαμβάνω ότι ο κατηγορούμενος εγείρει θέμα ελαττωματικότητας κατηγορητηρίου επί των σημείων που έχουν προαναφερθεί. Κατηγορητήριο που είναι προβληματικό θεωρείται ελαττωματικό. Ένα ελάττωμα μπορεί να είναι είτε τυπικού χαρακτήρα είτε ουσιαστικής φύσεως. Τυπικό ελάττωμα σε κατηγορητήριο μπορεί να είναι ένα λάθος σε ημερομηνία ή ποσό ενώ ουσιαστικό ελάττωμα όταν περιέχονται ανεπαρκείς λεπτομέρειες, όταν η μαρτυρία που προσκομίζεται από την κατηγορούσα αρχή να μην συνάδει με το αναφερθέν αδίκημα και με τις λεπτομέρειες του, είτε μερικώς είτε στο σύνολο τους, ή όταν οι λεπτομέρειες αδικήματος δεν αποκαλύπτουν διάπραξη του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Ένα κατηγορητήριο που πάσχει από ελαττωματικότητα δύναται υπό προϋποθέσεις να διορθωθεί με τροποποίηση έτσι ώστε ποινικές υποθέσεις να μην χάνονται αδίκως. Το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να μεταβάλει ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, ακόμη και αυτεπάγγελτα. Ένα κατηγορητήριο δύναται να τροποποιηθεί έτσι ώστε το περιεχόμενο του να ανταποκρίνεται στη διαθέσιμη μαρτυρία της υπόθεσης (Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148, Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R.96 και R v. Smith and Others 34 Cr. App. R. 168). Το άρθρο 83
(1)του Κεφ.155 είναι αυτό που ρυθμίζει την εξουσία του δικαστηρίου να μεταβάλλει κατηγορητήριο που πάσχει από ελαττωματικότητα, τυπικού ή ουσιαστικού χαρακτήρα. Με βάση τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου το δικαστήριο μπορεί να τροποποιήσει το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου, ως κρίνει αναγκαίο, ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Ωστόσο το Δικαστήριο διατάζει τυχόν τροποποίηση του κατηγορητηρίου μόνο εφόσον δεν προκαλείται αδικία στον κατηγορούμενο υπό τη μορφή δυσμενούς επηρεασμού των συμφερόντων και δικαιωμάτων του καθώς επίσης πρόκληση βλάβης στην υπεράσπιση του. Άλλο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη προτού αποφασιστεί το ενδεχόμενο τροποποίησης ενός κατηγορητηρίου είναι κατά πόσο η τροποποίηση είναι ουσιαστική, δηλαδή να αλλάζει ριζικά τη βάση του κατηγορητηρίου, ή επιφέρει μόνο διορθώσεις λανθασμένης περιγραφής. Ενδεχόμενη παραπλάνηση του κατηγορουμένου συνεπεία τέτοιου ελαττώματος ή λάθους του κατηγορητηρίου οδηγεί σε δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων του κατηγορουμένου Στρεφόμενος στο υπό εξέταση θέμα, παρατηρώ ότι η τρίτη κατηγορία του κατηγορητηρίου είναι η μόνη που παρέμεινε για εξέταση. Σχετικά με την πρώτη και δεύτερη κατηγορία, επαναλαμβάνω ότι αυτές αποσύρθηκαν από την κατηγορούσα αρχή στο εκ πρώτης όψεως στάδιο. Με την απόσυρση τους καθίσταται άνευ αντικειμένου η εξέταση σημείων του αιτήματος του κατηγορουμένου που αφορούν τις αποσυρθείσες κατηγορίες. Ουδεμία σημασία μπορεί να έχει η εξέταση ελαττωματικότητας λεπτομερειών σε κατηγορίες που έχουν ήδη αποσυρθεί. Σε ότι αφορά την τρίτη κατηγορία που παρέμεινε, οι λεπτομέρειες αυτής επικαλούνται επιλήψιμη συμπεριφορά από τον κατηγορούμενο στις 25.04.14 στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτή φαίνεται από τη μαρτυρία που προσκόμισε, παραπέμπει σε περιστατικό ιδίας ημερομηνίας και στον ίδιο τόπο με αυτά που καταγράφονται στις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας. Ως εκ τούτου, στη βάση των επιχειρημάτων του κατηγορουμένου που συνθέτουν το εν λόγω αίτημα του δεν αναδύεται ζήτημα ελαττωματικότητας κατηγορητηρίου για να χρήζει εξέτασης. Το αν η μαρτυρία που προσκομίστηκε αληθεύει ή όχι είναι ζήτημα αξιολόγησης της. Το αν η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τέτοια που δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου είναι πάλι θέμα αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου. (β) Παραβίαση του άρθρου 7 του Κεφ.155 και των άρθρων 12.5 και 30.3(γ) του Συντάγματος: Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι συγκεκριμένο υλικό που είχε ζητήσει με επιστολή του ημερομηνίας 25.06.18 από τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου (Τεκμήριο 11) δεν του δόθηκε με αποτέλεσμα να επηρεαστεί δυσμενώς η προσπάθεια του να τεκμηριώσει στον καλύτερο δυνατό βαθμό την εκδοχή του. Κατά τη γνώμη του κατηγορουμένου η παράλειψη της αστυνομίας να του δώσει το υλικό που είχε ζητήσει οδήγησε σε παραβίαση του άρθρου 7 του Κεφ.155 και των άρθρων 12.5 και 30
(3)(γ) του Συντάγματος. Παράλληλα ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δημιουργήθηκαν συνθήκες μη δίκαιης δίκης και γι' αυτό κάλεσε το δικαστήριο να τον απαλλάξει από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Με βάση το Τεκμήριο 11 ο κατηγορούμενος, μετά που κατέθεσε ενόρκως, ζήτησε κατόπιν αιτήματος που υπέβαλε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, να του προσκομιστούν τα εξής για σκοπούς προώθησης της υπεράσπισης του:
(1)Το βιβλίο/μητρώο καταγραφής των ωρών κατά το οποίο ο αστυνομικός σταθμός Στρουμπιού παρέμεινε κλειστός για το μήνα Απρίλιο 2014.
(2)Το παρουσιολόγιο του προσωπικού του αστυνομικού σταθμού Στρουμπιού για τις ημερομηνίας 25.04.14 και 26.04.14.
(3)Ηχογραφημένες κλήσεις που έγιναν από το τηλέφωνο του κατηγορουμένου στον αριθμό 1460 της 'Γραμμής Πολίτη' για τις ημερομηνίες 25.04.14 και 26.04.14.
(4)Ηχογραφημένες κλήσεις που έγιναν από το κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου προς τον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού μέσω του αριθμού 199 για τις ημερομηνίας 25.04.14 και 26.04.14.
(5)Τις καταγραφές του συστήματος παρακολούθησης τόσο εντός όσο και εκτός του αστυνομικού σταθμού Στρουμπιού για τις ημερομηνίες 18.04.14, 22.04.14 και 25.04.14.
(6)Τις καταγραφές του κλειστού συστήματος παρακολούθησης κρατητηρίων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου τόσο εντός όσο και εκτός του εν λόγω σταθμού για τις ημερομηνίας 25.04.14 και 26.04.14.
(7)Γραπτή κατάθεση που έδωσε λειτουργός του κτηματολογίου στην αστυνομία. Με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 18.07.18 το δικαστήριο υπέδειξε ότι αυτά που ζητούνταν δεν είναι μαρτυρικό υλικό που λήφθηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, δεν είναι μαρτυρικό υλικό με το οποίο η κατηγορούσα αρχή είτε ασχολήθηκε είτε έχει έλθει σε επαφή, αλλά πρόκειται για υλικό που ο κατηγορούμενος θεωρεί ότι υπάρχει και βοηθά την εκδοχή του. Επίσης το δικαστήριο τόνισε ότι παρόλο που το υλικό καλύπτεται από τη νομολογία που ασχολείται με το πνεύμα του άρθρου 7 του Κεφ.155, εντούτοις το αν είναι σχετικό και αναγκαίο για την εκδοχή της υπεράσπισης είναι ζήτημα που θα αποκρυσταλλωθεί με την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης. Παράλληλα το δικαστήριο επισήμανε στον κατηγορούμενο ότι το βάρος βρίσκεται στους ώμους του να πείσει το δικαστήριο μέχρι το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας ότι το υλικό που δεν του δόθηκε ήταν απαραίτητο και σχετικό για την ετοιμασία της υπεράσπισης του και ότι η μη αποκάλυψη του έχει επηρεάσει δυσμενώς (prejudice) την υπεράσπισή του σε βαθμό που να επηρεάστηκε το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Εξετάζοντας την ουσία του εν λόγω ισχυρισμού του κατηγορουμένου, έχοντας υπόψη μου την κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, τα επίδικα θέματα που συνδέονται με αυτήν και την εκδοχή που ο κατηγορούμενος προβάλλει σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία, παρατηρώ ότι αυτά που ο κατηγορούμενος ζητεί να του δοθούν υπό τα σημεία
(1)-
(4)και
(6)δεν είναι ούτε σχετικά αλλά ούτε και αναγκαία για την υπεράσπιση του. Το εάν και εφόσον ο αστυνομικός σταθμός Στρουμπιού παρέμεινε κλειστός το μήνα Απρίλιο 2014, πόσοι και ποιοι αστυνομικοί εργάζονταν στον εν λόγω αστυνομικό σταθμό και το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης των κρατητηρίων του κεντρικού αστυνομικού σταθμού Πάφου ουδόλως συνδέονται με την κατηγορία της ανησυχίας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Σε σχέση με τις ηχογραφημένες κλήσεις δεν βλέπω πως και αυτές είναι αναγκαίες για την υπεράσπιση του κατηγορουμένου στη συμπεριφορά της πρόκλησης ανησυχίας που του αποδίδεται. Σε ότι αφορά την επικαλούμενη γραπτή κατάθεση που έδωσε λειτουργός του κτηματολογίου στην αστυνομία, κρίνω ότι η απουσία της δεν επηρέασε την υπεράσπιση του κατηγορουμένου αφού το εν λόγω άτομο παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και ενόρκως έδωσε μαρτυρία καταθέτοντας μάλιστα τεκμήριο προς υποστήριξη της. Ο κατηγορούμενος περαιτέρω ζήτησε να του προσκομιστούν οι καταγραφές του συστήματος παρακολούθησης τόσο εντός όσο και εκτός του αστυνομικού σταθμού Στρουμπιού για τις ημερομηνίες 18.04.14, 22.04.14 και 25.04.14. Με γνώμονα ότι το επίδικο περιστατικό διαδραματίστηκε στις 25.04.14 προκύπτει πως οι καταγραφές των ημερομηνιών 18.04.14 και 22.04.14 δεν είναι ούτε σχετικές αλλά ούτε και αναγκαίες για την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Αναφορικά με την καταγραφή της ημερομηνίας 25.04.14 ενδεχομένως αυτή να είναι σχετική. Ωστόσο δεν βλέπω πως μπορεί να είναι αναγκαία για την υπεράσπιση του κατηγορουμένου σε βαθμό που να έχει επηρεάσει δυσμενώς την ετοιμασία και παρουσίαση της σε τέτοιο βαθμό που να έχει δημιουργήσει συνθήκες μη δίκαιης δίκης. Η έννοια της δίκαιης δίκης πηγάζει από την ισότητα των όπλων στα μέρη. Στην προκειμένη περίπτωση αδυνατώ να αντιληφθώ πως η μη παρουσίαση του εν λόγω υλικού πλήττει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου θέτοντας την σε μειονεκτική και συνάμα δυσμενή θέση. Την ίδια στιγμή αδυνατώ να κατανοήσω πως η απουσία του εν λόγω υλικού δημιουργεί πλεονέκτημα στην εκδοχή της κατηγορούσας αρχής εις βάρος της υπόθεσης του κατηγορουμένου. Πρόκειται για ένα υλικό που είναι άγνωστο αν τελικά μπορεί να βοηθήσει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και κατ' επέκταση αν της είναι αναγκαίο αφού ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου με την οποίαν να διευκρινίζεται αν αυτό διαθέτει ή όχι ήχο. Πέραν αυτού, ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα που του παρέχει το Κεφ.155 και προέβηκε σε ένορκη μαρτυρία μέσα από την οποίαν κατέθεσε τη δική του εκδοχή. Παράλληλα κατέθεσε διάφορα έγγραφα και παρουσίασε μάρτυρες υπεράσπισης. Ακόμη προέβηκε σε αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας προκειμένου να πλήξει την αξιοπιστία τους αλλά και την πειστικότητα της μαρτυρίας τους και κατ' επέκταση την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Κατ' ανάλογο τρόπο έπραξε και η κατηγορούσα αρχή. Στη βάση των πιο πάνω δεν διαπιστώνω ανισότητα όπλων εις βάρος του κατηγορουμένου που οδηγεί σε δυσμενή επηρεασμό στην ετοιμασία και παρουσίαση της υπεράσπισης του ώστε να προκύπτει παραβίαση του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη. Αμφότερες οι πλευρές είχαν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τις εκδοχές τους, οι οποίες θα αξιολογηθούν από το δικαστήριο. Δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση ενισχυτικής μαρτυρίας ή η μαρτυρία για την οποίαν πιστεύεται ότι μπορεί να τεκμηριώσει με καλύτερο τρόπο τις θέσεις οποιασδήποτε πλευράς προκειμένου να αξιολογηθούν οι εκδοχές των μερών. Η αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης καθώς και γενικότερα των εκδοχών αμφοτέρων πλευρών θα κριθεί στη βάση των παραμέτρων που διαμορφώθηκαν μέσα από τη νομολογία αλλά και του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η μη προσκόμιση του εν λόγω υλικού δεν είναι αναγκαία για σκοπούς υπεράσπισης του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση. Η μη χρήση του υλικού αυτού δεν έχει επηρεάσει δυσμενώς (prejudice) την υπεράσπισή του κατηγορουμένου και σε καμία περίπτωση έχει παραβιάσει το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Κατ' επέκταση, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, δεν διαπιστώνεται παραβίαση των προνοιών του άρθρου 7 του Κεφ.155 καθώς επίσης των άρθρων12.5 και 30
(3)(γ) του Συντάγματος.
(2)Ισχυρισμοί κατηγορουμένου για εις βάρος του απρεπή και εξευτελιστική συμπεριφορά, κατάχρηση εξουσίας, παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων κράτησης, κακομεταχείριση, βιαιοπραγία και κλοπή περιουσίας του από μέλη της αστυνομίας Πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισμούς, οι οποίοι θα πρέπει να λάβουν τη μορφή καταγγελίας και να υποβληθούν στα αρμόδια σώματα με σκοπό τη διερεύνηση τους. Ο κατηγορούμενος καλείται να προωθήσει τα εν λόγω παράπονα εκεί που πρέπει το ταχύτερο δυνατό, αν δεν το έχει ήδη πράξει όταν στο παρελθόν αποτάθηκε στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, έτσι ώστε να εξεταστούν. Ωστόσο διευκρινίζεται ότι οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου δεν αποτελούν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της κατηγορίας που αυτός αντιμετωπίζει μέσα από την παρούσα ποινική υπόθεση με την οποίαν δεν σχετίζεται και ούτε αφορούν τα περιβάλλοντα περιστατικά. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ακόμη ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ορισμένα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των μερών είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Συγκεκριμένα:
(1)Στις 15.04.14 ο ΜΚ2 κατάγγειλε στον ΜΚ1 που εργαζόταν ως υπεύθυνος του αστυνομικού σταθμού Στρουμπιού ότι χωρίς την άδεια του αποκόπηκαν αμυγδαλιές από τεμάχιο του που βρίσκεται στην κοινότητα Γιόλου της επαρχίας Πάφου εκφράζοντας υποψίες εναντίον του κατηγορουμένου.
(2)Σε σχέση με την καταγγελία ο ΜΚ2 έδωσε στις 25.04.14, 06.05.14 και 06.06.14 τρεις γραπτές καταθέσεις στον ΜΚ1 (Τεκμήρια 7, 8 και 9).
(3)Ο ΜΚ1 ανέλαβε την ευθύνη της διερεύνησης της καταγγελίας του ΜΚ2.
(4)Στα πλαίσια διερεύνησης της πιο πάνω καταγγελίας ο κατηγορούμενος κλήθηκε από τον ΜΚ1 για να δώσει κατάθεση, ο οποίος στις 25.04.14 μετέβηκε για τον σκοπό αυτό στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού.
(5)Κατά τη διάρκεια λήψης γραπτής ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου από τον ΜΚ1 εντός του γραφείου παραπόνων του εν λόγω αστυνομικού σταθμού διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό με αποτέλεσμα η λήψη της κατάθεσης να διακοπεί.
(6)Ο ΜΚ1 συνέλαβε αυτόφωρα τον κατηγορούμενο θεωρώντας ότι διέπραξε το αδίκημα της πρόκλησης ανησυχίας.
(7)Συνεπεία της σύλληψης του ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε σε αστυνομικά κρατητήρια.
(8)Η λήψη της γραπτής ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου ολοκληρώθηκε στις 26.04.14 (Τεκμήριο 4).
(9)Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος προέβηκε σε επιπλέον γραπτή κατάθεση (Τεκμήριο 16).
(10)Στις 26.04.14 ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο σε αστυνομικά έντυπα (Τεκμήρια 5Α και 5Β).
(11)Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε καταγγελία του ΜΚ1 στο αστυνομικό σώμα.
(12)Κατά τη διάρκεια του επιδίκου περιστατικού ο κατηγορούμενος ανάφερε στον ΜΚ1 με έντονο ύφος αυτολεξεί 'εν εξαίρεις τη δουλειά σου, εν να χάσεις τη δουλειά σου λεβέντη μου'. Τα γεγονότα αυτά που δεν αμφισβητούνται από τα μέρη αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβηκε το επίμαχο περιστατικό, το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την πρόκληση του εν λόγω επεισοδίου και εάν η σύλληψη και κράτηση του κατηγορουμένου έγινε με νόμιμο τρόπο, αποτελούν τα επίδικα θέματα της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Ακολούθως στρέφω την προσοχή μου στο μαρτυρικό υλικό που έχει παρουσιαστεί. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που καθορίστηκαν μέσα από τη νομολογία (Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13). Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο ΜΚ1 ήταν το μέλος της αστυνομίας που ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του μπορεί να διαχωριστεί σε δύο μέρη. Το πρώτο σκέλος αφορά τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβηκε υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης αυτής. Οι εν λόγω ενέργειες του συνοδεύονται από πραγματική μαρτυρία, η οποία πιστοποιεί την πραγματοποίηση τους. Πέραν αυτού όμως, οι ενέργειες του αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Πρόκειται γι' αυτές υπό τα σημεία
(1)μέχρι
(6),
(8)και
(10)που έχω ήδη αναφέρει προηγουμένως ότι αποτελούν κοινό έδαφος των μερών. Παραπέμπω σ' αυτές τις αδιαμφισβήτητες πράξεις του χωρίς να χρειάζεται να τις καταγράψω εκ νέου, τονίζοντας παράλληλα ότι αποτελούν μέρος των ευρημάτων του δικαστηρίου. Το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας του ΜΚ1 άπτεται του επίμαχου περιστατικού, στο οποίο ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ένας από τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές. Ο εν λόγω μάρτυρας έκανε καλή εντύπωση στο δικαστήριο. Ήταν απλός και ουσιαστικός στις τοποθετήσεις του. Στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απαντούσε με ευθύτητα και σαφήνεια. Η εκδοχή του που προέβαλε παρέμεινε γενικά σταθερή και αταλάντευτη μέχρι το τέλος. Η δια ζώσης μαρτυρία του ταυτίζεται με τη γραπτή κατάθεση του, χωρίς έτσι να δημιουργείται υπόνοια για εκ των υστέρων κατασκευή μαρτυρίας. Παράλληλα η μαρτυρία του ΜΚ1 υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του ΜΥ2, οι οποίες αμφότερες αλληλοενισχύονται μεταξύ τους. Επίσης η μαρτυρία του ΜΚ1 είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις, οι οποίες θα έπλητταν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του, η οποία διατηρήθηκε ακλόνητα σε υψηλό επίπεδο. Ο κατηγορούμενος αποδίδει κακοπιστία στην μαρτυρία του ΜΚ1 καθώς και αλλότρια κίνητρα. Με κάθε σεβασμό στον κατηγορούμενο ο εν λόγω ισχυρισμός του δεν έχει αποδειχτεί ότι ευσταθεί στη βάση συγκεκριμένων στοιχείων. Ούτε και έχω εντοπίσει στοιχεία κακοπιστίας στην μαρτυρία του ΜΚ1 που θα μόλυναν την πειστικότητα της και γενικότερα την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Περαιτέρω δεν έχω διακρίνει εκδικητική συμπεριφορά από μέρους του εν λόγω μάρτυρα με αλλότρια κίνητρα και σκοπούς εις βάρος του κατηγορουμένου. Η δε θέση του κατηγορουμένου ότι ο ΜΚ1 τον συνέλαβε για να τον εκδικηθεί επειδή τον είχε καταγγείλει προηγουμένως στους ανώτερους του δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής. Ο ΜΚ1 δεν είχε τίποτα να κερδίσει αν ενεργούσε με τον τρόπο που ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε. Αντίθετα μία τέτοια στάση θα τον ενέπλεκε σε περισσότερες περιπέτειες δυσχεραίνοντας σε μεγαλύτερο βαθμό τη θέση του μετά την καταγγελία που υπεβλήθηκε εις βάρος του. Ο ΜΚ1 δεν είχε κανένα κίνητρο ή όφελος να θέσει σε κίνδυνο την εργασία του και γενικότερα την επαγγελματική σταδιοδρομία του επιδεικνύοντας συμπεριφορά όπως αυτή που του αποδίδεται. Ο ΜΚ1 δεν είχε κανένα λόγο να εμπλέξει τον εαυτό του σε ατέρμονες νομικές διαδικασίες, οι οποίες μόνο ζημιά στην καριέρα του και στη ψυχική του ισορροπία θα του δημιουργούσαν. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1 ως αληθή και αξιόπιστη και ότι αυτή εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 1, 2 και 3 που αποτελούν μέρος αυτής, πάντοτε στο βαθμό και την έκταση που περιορίζονται στα γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των μερών καθώς επίσης σ' αυτά που αφορούν τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Παράλληλα δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στις έγχρωμες φωτογραφίες που συνθέτουν το Τεκμήριο 6 επειδή, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους, δεν σχετίζονται με την κατηγορία της ανησυχίας και γενικότερα τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο ΜΚ2 ήταν ένα άτομο που έδωσε μαρτυρία σχετική με τις κατηγορίες 1 και 2 που αποσύρθηκαν. Πρόκειται για το άτομο που υπέβαλε καταγγελία για εκρίζωση αμυγδαλιών από τεμάχιο του στη Γιόλου εκφράζοντας υποψίες εναντίον του κατηγορουμένου. Συνεπώς η μαρτυρία του δεν συνδέεται με την υπό κρίση κατηγορία της ανησυχίας και γενικότερα δεν άπτεται των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης αυτής. Έχοντας υπόψη μου αυτά τα δεδομένα δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 7, 8, 9 και 10 που αποτελούν μέρος της. Τα όσα ανάφερα για τον ΜΚ2 ισχύουν και για τον ΜΥ1, η μαρτυρία του οποίου επίσης δεν συνδέεται με την υπό κρίση κατηγορία της ανησυχίας και γενικότερα δεν άπτεται των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης αυτής. Πρόκειται για τον αρμόδιο λειτουργό του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου που ασχολήθηκε με τη διαδικασία διαχωρισμού του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 7XXXXX8, τεμάχιο αρ. 2XXXXX0, φύλλο/σχέδιο 35/53, τοποθεσία 'Κούπανος', έδαφος κοινότητας Γιόλου, στο οποίο συνιδιοκτήτες ήταν ο παραπονούμενος με μερίδιο 1/3 και η σύζυγος του κατηγορουμένου με μερίδιο 2/3 και μετέπειτα που διαχωρίστηκε δυνάμει καταναγκαστικής διανομής στα τεμάχια υπ' αριθμό 9XXXXX6 και 9XXXXX7, όπου στη βάση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια επί του όλου του τεμαχίου 9XXXXX6 ήταν η σύζυγος του κατηγορουμένου ενώ επί του όλου του τεμαχίου 9XXXXX7 ήταν ο ΜΚ
- Με γνώμονα τα πιο πάνω στοιχεία αποδίδω μηδενική βαρύτητα στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 17 που αποτελεί μέρος της. Ο ΜΥ2 δημιούργησε θετική εικόνα στο δικαστήριο. Με σεβασμό στην αλήθεια ήλθε στο δικαστήριο και κατέθεσε τα γεγονότα που περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης. Εκεί που δεν γνώριζε κάτι το έλεγε ευθαρσώς χωρίς να προβαίνει σε εικασίες. Ήταν απλός, αυθόρμητος και σαφής στις αναφορές του, στοιχεία που αναδεικνύουν την ειλικρίνεια του ως μάρτυρα. Θεωρώ ότι πρόκειται για φιλαλήθη μάρτυρα, του οποίου η μαρτυρία όχι μόνο είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις αλλά υποστηρίζεται από την μαρτυρία του ΜΚ1 με την οποίαν ταυτίζεται απόλυτα καθιστώντας την έτσι πειστική απέναντι στο δικαστήριο. Ο ΜΥ2 είναι συνάδελφος του ΜΚ1 και όταν συνέβηκε το επίδικο περιστατικό βρισκόταν εντός του αστυνομικού σταθμού Στρουμπιού όπου και εργαζόταν. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ2 στην ολότητα της, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 15 που αποτελεί μέρος αυτής, πάντοτε σε ότι αφορά την κατηγορία της ανησυχίας και γενικότερα τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στο δικαστήριο. Προέβαλε σωρεία επιχειρημάτων που παρέμειναν στο επίπεδο των ισχυρισμών. Η δε μαρτυρία του κατηγορουμένου καταρρίπτεται από τις μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΥ
- Παρουσίασε μία εκδοχή που δεν ήταν σταθερή αλλά χαρακτηριζόταν από συνεχείς παλινδρομήσεις. Αρχικά ο κατηγορούμενος ήταν κατηγορηματικός για το ότι σε καμία περίπτωση ύψωσε τον τόνο της φωνής του στον ΜΚ
- Έπειτα ο κατηγορούμενος διαφοροποιήθηκε όταν, εμμέσως πλην σαφώς, ανάφερε ότι παρεξηγήθηκε το χρωματόχρωμα της φωνής του, όπως χαρακτηριστικά είπε. Ακολούθως ο κατηγορούμενος διαφοροποιήθηκε εκ νέου όταν παραδέχτηκε ότι όντως ύψωσε τον τόνο της φωνής του ενώ αργότερα ελίχθηκε ξανά όταν είπε πως υπάρχουν δεδομένα που δικαιολογούν το ενδεχόμενο ύψωσης του τόνου της φωνής του. Οι συνεχείς διαφοροποιήσεις στην εκδοχή του κατηγορουμένου υποδεικνύουν ένα άτομο που κατά το δοκούν και δίχως να τον ενδιαφέρει η αποκάλυψη της αλήθειας στο δικαστήριο αναπροσάρμοζε τη μαρτυρία του προκειμένου να καλύψει τα κενά και τις αδυναμίες που περιείχε η εκάστοτε μορφή της εκδοχής του. Ο κατηγορούμενος επιρρίπτει ευθύνες στον ΜΚ1 ότι ενεργούσε μεροληπτικά εναντίον του θεωρώντας από την αρχή τον ένοχο χωρίς να ελέγξει και να αξιολογήσει το μαρτυρικό υλικό που βρισκόταν στην κατοχή του. Αυτό που αβίαστα προκύπτει από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα είναι ότι ο ΜΚ1 έλαβε συγκεκριμένη καταγγελία από τον παραπονούμενο, ο οποίος φωτογράφισε τον κατηγορούμενο, ως το άτομο που ευθύνεται για το αντικείμενο της καταγγελίας του. Στα πλαίσια των καθηκόντων του ο ΜΚ1 κατέγραψε την εκδοχή του παραπονούμενου. Ορθά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο ΜΚ1 επιχείρησε στη συνέχεια να καταγράψει και την εκδοχή του κατηγορουμένου. Παρέλαβε μαρτυρικό υλικό τόσο από τον παραπονούμενο όσο και από τον κατηγορούμενο. Αν η κατάθεση ήταν ανακριτικής φύσεως επειδή ο κατηγορούμενος θεωρείτο ύποπτος δεν σημαίνει ότι ο ΜΚ1 εξέλαβε τον κατηγορούμενο ένοχο. Το τεκμήριο της αθωότητας δεν επιτρέπει τέτοιους συνειρμούς σκέψεων από κανένα. Ακόμη και όταν ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς δεν μπορούσε ο ΜΚ1 να το θεωρήσει ένοχο για οτιδήποτε. Είναι ακόμη η θέση του κατηγορουμένου ότι ο ΜΚ1 ενέργησε εκδικητικά εναντίον του εφευρίσκοντας κατηγορία ανησυχίας προκειμένου να πετύχει τη σύλληψη του επειδή προηγουμένως τον είχε καταγγείλει στους ανώτερους του. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ1 έχω εξηγήσει γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός του κατηγορουμένου στερείται λογικής και κατ' επέκταση κρίνεται αβάσιμος. Παραπέμπω στο σκεπτικό χωρίς να χρειάζεται να το επαναλάβω. Την ίδια στιγμή φαντάζει λογικοφανές ο κατηγορούμενος να είναι αυτός που ευθύνεται για την πρόκληση του επιδίκου επεισοδίου αισθανόμενος χολωμένος από τη στάση του ΜΚ1 μπροστά στην αρνητική για τον ίδιο τροπή που πήρε η καταγγελία του παραπονούμενου. Αιτίες για το πιο πάνω είναι: (α) επειδή ο κατηγορούμενος αισθανόταν αδικημένος που ο ΜΚ1 πίστευε ότι αυτός απέφευγε να προσέλθει στον αστυνομικό σταθμό να καταθέσει με αποτέλεσμα να τον προειδοποιήσει, (β) επειδή ο κατηγορούμενος αμφισβητούσε την ικανότητα του ΜΚ1 να είναι ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης θεωρώντας τον ότι δεν διερευνούσε ορθά την υπόθεση αυτή αφού κατά τη γνώμη του δεν διασταύρωνε και δεν αξιολογούσε όπως έπρεπε το μαρτυρικό υλικό που είχε ενώπιον του, (γ) επειδή ο κατηγορούμενος αισθανόταν ότι ο ΜΚ1 δεν δεχόταν υποδείξεις από τον ίδιο, (δ) επειδή ο κατηγορούμενος αισθανόταν αδικία που η διαδικασία συνεχιζόταν και ο ίδιος να εμπλέκεται, (ε) επειδή ο κατηγορούμενος θεωρεί τον ΜΚ1 διεφθαρμένο αστυνομικό, (στ) επειδή ο κατηγορούμενος θεωρεί ότι ο ΜΚ1 έχει εμμονές εναντίον του, (ζ) επειδή ο κατηγορούμενος θεωρεί ότι ο ΜΚ1 τον είχε κρίνει ένοχο από την αρχή χωρίς να διερευνήσει την υπόθεση. Είναι ακόμη η θέση του κατηγορουμένου ότι λήφθηκαν καταθέσεις αντίθετες προς τους δικαστικούς κανόνες. Ο εν λόγω ισχυρισμός του κατηγορουμένου παρέμεινε μετέωρος. Δεν υποδείχτηκε ποιος δικαστικός κανόνας συγκεκριμένα παραβιάστηκε και τι ακριβώς παραβιάστηκε με βάση αυτόν. Δεν μου διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο και προφανώς δεν έχει την απαιτούμενη εμπειρία και νομικές γνώσεις για δικαστικές διαδικασίες, πλην όμως η θέση του όπως διατυπώθηκε αιωρείται. Εν πάση περιπτώσει, η ανακριτικής φύσεως κατάθεση του κατηγορουμένου έχει τη δέουσα με βάση τους δικαστικούς κανόνες επίστηση της προσοχής, όπως και τα αστυνομικά έντυπα γραπτών κατηγοριών. Σε ότι αφορά το παράπονο του κατηγορουμένου ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να καταγράψει τη δική του εκδοχή στην ανακριτικής φύσεως κατάθεση, αυτό είναι άνευ σημασίας δεδομένου ότι το πράττει την ίδια ημέρα σε ανοικτή κατάθεση που ο ίδιος έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 16). Κάτω από αυτά τα δεδομένα δεν αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του κατηγορουμένου που άπτεται των υπό κρίση ζητημάτων της παρούσας περίπτωσης. Παράλληλα κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους διαπιστώνω ότι τα Τεκμήρια 4, 12, 13, 14 και 16 δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν τους αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 11, έχω ασχοληθεί με το περιεχόμενο του προηγουμένως και συνεπώς οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά περιττεύει. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Μετά από ειδοποίηση του ΜΚ1 ως εξεταστή της παρούσας υπόθεσης, ο κατηγορούμενος στις 25.04.14 μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού για να δώσει γραπτή κατάθεση. Κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης του κατηγορουμένου από τον ΜΚ1 στο Γραφείο Παραπόνων του πιο πάνω αστυνομικού σταθμού και συγκεκριμένα μεταξύ των ωρών μετά τις 22:00 και πριν από τις 22:40 της 25.04.14, ο κατηγορούμενος άρχιζε να φωνάζει έντονα στον ΜΚ1 λέγοντας του 'Εν ηξαίρεις να κάμνεις τη δουλειά σου, τώρα να τηλεφωνήσω του μάστρου σου εν να χάσεις τη δουλειά σου'. Παρά την προειδοποίηση του ΜΚ1 να σταματήσει καθότι θα συλλαμβανόταν αυτόφωρα για διάπραξη του αδικήματος της ανησυχίας, ο κατηγορούμενος συνέχιζε να αντιδρά φωνάζοντας έντονα λέγοντας του 'Θα σε ξηλώσω εν εξαίρεις τη δουλειά σου, εν να χάσεις τη δουλειά σου λεβέντη μου'. Εκείνη τη στιγμή ο ΜΥ2, ο οποίος εργαζόταν στον πιο πάνω αστυνομικό σταθμό και βρισκόταν στο δωμάτιο αρχείου που είναι δίπλα από το γραφείο παραπόνων που ο ΜΚ1 ανάκρινε τον κατηγορούμενο και μεταξύ τους μεσολαβούν τοίχοι και πόρτα, άκουσε φωνές του κατηγορουμένου καθώς και τις προαναφερόμενες φράσεις. Οι δυνατές και έντονες φωνές του κατηγορουμένου υποχρέωσαν τον ΜΥ2 να μεταβεί από το δωμάτιο αρχείου που βρισκόταν στο γραφείο παραπόνων για να ελέγξει την κατάσταση. Η συνέχιση της έντονης αντίδρασης από τον κατηγορούμενο οδήγησε στη σύλληψη του αυτόφωρα από τον ΜΚ
- Ο ΜΥ2 ήταν αυτός που πέρασε τις χειροπέδες στον κατηγορούμενο και τον οδήγησε στα αστυνομικά κρατητήρια. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης ανησυχίας. Με το αδίκημα αυτό πραγματεύεται το άρθρο 95 του Κεφ.154, οι πρόνοιες του οποίου αυτούσια σημειώνουν τα εξής: "Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: (α) ο κατηγορούμενος προκαλεί θόρυβο ή ταραχή, (β) χωρίς εύλογη αιτία, (γ) σε δημόσιο χώρο, (δ) που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή (ε) να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Ένα από τα συστατικά στοιχεία είναι το επίδικο περιστατικό να διαδραματιστεί σε δημόσιο χώρο. Η έννοια του 'δημόσιου χώρου', όπως αυτή παρέχεται από το άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του κυπριακού ποινικού κώδικα, είναι μέρος στο οποίο πρόσβαση έχει το κοινό. Στην προκειμένη περίπτωση το επεισόδιο εκτυλίχτηκε στο Γραφείο Παραπόνων του αστυνομικού σταθμού Στρουμπιού. Στην υπόθεση Ηροδότου v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 373 λέχθηκε ότι το γραφείο παραπόνων ενός αστυνομικού σταθμού στο οποίο έχει πρόσβαση το κοινό που η είσοδος στους πολίτες εκεί επιτρέπεται για την υποβολή καταγγελιών, αποτελεί δημόσιο χώρο με την έννοια που αποδίδεται στο Κεφ.154. Σχετική ακόμη είναι η υπόθεση Νετζιήπ v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1, στην οποίαν και παραπέμπω. Χωρίς δεύτερη σκέψη το μέρος στο οποίο εδώ συνέβηκε το επίδικο περιστατικό εμπίπτει στον ορισμό του 'δημόσιου χώρου' που παρέχεται από το Κεφ.
- Σε ότι αφορά το τι έγινε αποτελούν ευρήματα του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος φώναζε έντονα στον ΜΚ
- Όπως προκύπτει από τα ευρήματα, η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου δεν ήταν στιγμιαία. Παρά τις υποδείξεις του ΜΚ1 να ηρεμήσει και παρά τις προειδοποιήσεις του παρεκτρέπεται, ο κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει δυνατά και έντονα χρησιμοποιώντας εκφοβιστικές φράσεις εναντίον του ΜΚ
- Αυτό σίγουρα είναι συμπεριφορά από μέρους του κατηγορουμένου που προκαλεί θόρυβο και ταραχή. Ένα άλλο ζήτημα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι αν ο κατηγορούμενος προκάλεσε το θόρυβο και την ταραχή κάτω από εύλογη αιτία. Η μη ύπαρξη εύλογης αιτίας για την πρόκληση του θορύβου και της ταραχής σε δημόσιο χώρο αποτελεί προϋπόθεση για την τέλεση του αδικήματος (Κυριάκου v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 499). Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι υπάρχουν συσσωρευμένα αίτια που δικαιολογούν τέτοια αντίδραση, τα οποία ανέλυσε στη γραπτή τελική του αγόρευση. Οι θέσεις που εξέφρασε ο κατηγορούμενος δεν με βρίσκουν σύμφωνο ότι δικαιολογούν τέτοια αντίδραση από μέρους του. Επειδή ο ΜΚ1 κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης δεν εξέλαβε ως ορθές τις αναφορές του κατηγορουμένου δεν σημαίνει ότι ο τελευταίος δικαιολογείται να φωνάζει δυνατά και σε έντονο ύφος σε δημόσιο χώρο εκστομίζοντας εκφοβιστικές φράσεις εναντίον του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης. Υπάρχουν άλλα διαβήματα με τα οποία θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να αναζητήσει το δίκαιο του αν θεωρούσε ότι αδικείτο από τη στάση και συμπεριφορά του ΜΚ1 απέναντι του ή από τον τρόπο που αυτός χειριζόταν τη διερεύνηση της υπόθεσης αλλά σίγουρα όχι με τον συνεχόμενο και έντονο τρόπο που αντέδρασε παραγνωρίζοντας υποδείξεις να ηρεμήσει. Σίγουρα η άσκηση του δικαιώματος ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης δεν επιτρέπει τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων αλλά κινείται μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας και του σεβασμού των υποχρεώσεων και των μέτρων που διασφαλίζουν τη δημόσια τάξη, ηρεμία και ασφάλεια των πολιτών. Άλλο θέμα που εξετάζεται είναι αν η πρόκληση θορύβου ή ταραχής ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ηροδότου (πιο πάνω) το κριτήριο ως προς το κατά πόσο δημιουργήθηκε ανησυχία, είναι αντικειμενικό. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι ένεκα της θορυβώδους συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ο ΜΥ2 που βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο υποχρεώθηκε να μεταβεί στο χώρο όπου ακούγονταν οι δυνατές και έντονες φωνές του κατηγορουμένου σε παρατεταμένο ρυθμό προκειμένου να διασφαλίσει ότι η κατάσταση δεν θα τίθετο εκτός ελέγχου. Σαφώς ο τρόπος αντίδρασης του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την ένταση των φωνών και του συνεχόμενου ρυθμού θορύβου προκάλεσε ανησυχία στα υπόλοιπα άτομα που εργάζονταν σε παρακείμενους χώρους του εν λόγω αστυνομικού σταθμού. Εξ' ου και το επίδικο περιστατικό τράβηξε την προσοχή του ΜΥ2, ο οποίος υποχρεώθηκε να μεταβεί στο χώρο όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος ευθύνεται για τη διασάλευση της ειρήνης. Σε τελευταία ανάλυση πηγή της δημιουργίας της ανησυχίας και του θορύβου ήταν το γραφείο παραπόνων όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι ο υπεύθυνος πρόκλησης τους. Από τα πιο πάνω πληρούνται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ανησυχίας. Ισχυρισμοί κατηγορουμένου για παράνομη σύλληψη και κράτηση του Θα εξετάσω τώρα κατά πόσο η αυτόφωρη σύλληψη του κατηγορουμένου και η κράτηση του που ακολούθησε είναι νόμιμη ή παράνομη. Η εξουσία ενός αστυνομικού οργάνου να συλλαμβάνει αυτόφωρα ένα πολίτη διέπεται από το άρθρο 14 του Κεφ.155, οι πρόνοιες του οποίου θα πρέπει να διαβάζονται, ερμηνεύονται και εφαρμόζονται υπό το φως των προνοιών του άρθρου 11
(3)του Συντάγματος. Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας' του Α.Ν. Λοΐζου, σελίδα 73 τονίζεται ότι τα άρθρα 14 και 15 του Κεφ.155 που προνοούν σύλληψη προσώπου από αστυνομικό ή από άλλο πολίτη χωρίς ένταλμα σε ορισμένες περιπτώσεις θεωρούνται σε όση έκταση δίδουν έκταση την άσκηση αυτού του δικαιώματος με βάση την εύλογη υποψία ως αντίθετα προς το άρθρο 11
(3)του Συντάγματος. Αυτό σημαίνει ότι το άρθρο 14
(1)(α) του Κεφ.155 δεν εφαρμόζεται. Στην υπόθεση Kyriakides v. The Republic 1R.S.C.C.66 το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δίδοντας τον ορισμό του όρου 'αυτόφωρο' εξήγησε ότι σημαίνει η διάπραξη του αδικήματος και η σύλληψη πρέπει να ακολουθούν η μια την άλλη χρονικά άμεσα και σε αλληλουχία ('directly in point of time and in sequence'). Η πιο πάνω αρχή επαναλαμβάνεται και μέσα από το κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Criminal Procedure in Cyprus' των Α.Ν. Λοΐζου και Γ.Μ. Πική, σελίδα 16 όπου σημειώνονται τα εξής: "The provisions of sections 14 and 15 of the Criminal Procedure Law, Cap.155, dealing, inter alia, with the power of a police officer and a private citizen to make an arrest on grounds of reasonable suspicion must be read and applied subject to the provisions of Article 11 of the Constitution and must be construed as reading that there is power to make an arrest without a warrant only where an offence is flagrantly committed before such a person." Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο κατά το χρόνο της αυτόφωρης σύλληψης είχε διαπραχτεί στην παρουσία του ΜΚ1 ως αστυνομικού σε καθήκον το αδίκημα της ανησυχίας που περιέχεται στο άρθρο 95 του Κεφ.154 και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έτσι ώστε να θεωρείται δικαιολογημένη η ενέργεια του ΜΚ1 να συλλάβει αυτόφωρα τον κατηγορούμενο και κατ' επέκταση νόμιμη η σύλληψη του δυνάμει του άρθρου 14
(1)(β) του Κεφ.155. Μελετώντας τις πρόνοιες του άρθρου 95 του Κεφ.154 που διέπουν το αδίκημα της ανησυχίας, διαπιστώνω ότι τυχόν διάπραξη του επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι τρεις μήνες. Συνεπώς πρόκειται για ένα αδίκημα που για τη διάπραξη του ο νομοθέτης προνοεί ποινή φυλάκισης. Περαιτέρω με βάση τα ευρήματα του δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε αυτόφωρα από τον ΜΚ1, ο οποίος τη δεδομένη χρονική στιγμή της σύλληψης ήταν επί καθήκον και προχώρησε στη σύλληψη του κατηγορουμένου αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος της ανησυχίας στην παρουσία του, το οποίο αδίκημα στη βάση του μαρτυρικού υλικού στοιχειοθετείται. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι ικανοποιούνται όλοι οι απαιτούμενοι παράγοντες που ενεργοποιούν τις διατάξεις για αυτόφωρη σύλληψη. Κατά συνέπεια καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αυτόφωρη σύλληψη του κατηγορουμένου ήταν νόμιμη, όπως νόμιμη ήταν και η κράτηση του που ευθύς ακολούθησε σε αστυνομικά κρατητήρια. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου αναφορικά με την τρίτη κατηγορία που αντιμετωπίζει, στην οποία ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment (Αναφορά: Ποινικό/Πρόκληση Ανησυχίας/Άρθρο 95 Κεφ.154/Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο