← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΕΤΡΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5109/15, 20/11/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΕΤΡΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5109/15, 20/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5109/15 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΧΧΧ ΠΕΤΡΟΥ
  2. ΧΧΧ ΠΕΤΡΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20.11.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 1: κα Ρ. Ευσταθίου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενη 2: παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 2 (στο εξής η 'κατηγορούμενη') αντιμετωπίζει κατηγορία δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 07.05.15 στον αγροτικό δρόμο στην περιοχή 'Πραδιού' που αποτελεί έδαφος της κοινότητας Γιόλου στην επαρχία Πάφου εξύβρισε τη ΧΧΧ Στεφάνου από τη Γιόλου (στο εξής η 'παραπονούμενη') με τη φράση 'Ρα γαούρα' κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος απεβίωσε το έτος 2016, η ποινική του δίωξη αναστάληκε. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από τρεις μάρτυρες ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν πέντε τεκμήρια. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορουμένης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της πελάτισσας της στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να την αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν έχει αποδειχτεί το συστατικό στοιχείο της εξύβρισης. Όπως η συνήγορος υποστήριξε, ακόμη και να έχει εκστομιστεί η επίμαχη φράση θα πρέπει να της αποδοθεί η κανονική της σημασία και όχι η σημασία που κάποιος φαντάζεται ότι μπορεί να έχει. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε δικαιολογείται η κλήση της κατηγορουμένης σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει προκειμένου να δώσει εξηγήσεις για την πράξη και γενικότερα συμπεριφορά που της αποδίδεται. Σύμφωνα με την κυρία Σάββα, η εκστόμιση της επίμαχης φράσης έχει την αρνητική της πλευρά και χρησιμοποιείται όταν κάποιος θέλει να προσβάλει ένα άλλο πρόσωπο. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 851 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η φράση 'Ρα γαούρα' που κατ' ισχυρισμό εκστομίστηκε από την κατηγορούμενη προς το πρόσωπο της παραπονούμενης δεν περιέχει το στοιχείο της εξύβρισης όταν της αποδοθεί η κανονική της σημασία και όχι η σημασία που κάποιος φαντάζεται ότι μπορεί να έχει. Με βάση αυτό το σκεπτικό η εν λόγω συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν ικανοποιείται το συστατικό στοιχείο της υβριστικής συμπεριφοράς. Εξετάζω την πιο πάνω θέση της κατηγορουμένης χωρίς να εκλαμβάνω είτε αν όντως λέχθηκε τέτοια φράση είτε ότι δεν έχει εκστομιστεί. Σε καμία περίπτωση αξιολογώ μαρτυρία και βεβαίως δεν καταλήγω σε ευρήματα και ούτε ασφαλώς εξάγω οποιαδήποτε συμπεράσματα. Ο Κυπριακός Ποινικός Κώδικας (Κεφ.154) που είναι η σχετική επί του θέματος νομοθεσία περιέχει ειδικό άρθρο (άρθρο 99) που πραγματεύεται το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Ένα από τα συστατικά στοιχεία είναι η εκστόμιση φράσης που να θεωρηθεί υβριστική. Ωστόσο η κείμενη νομοθεσία δεν διευκρινίζει τι ακριβώς συνιστά εξύβριση ενός ατόμου. Στην υπόθεση Αχιλλέως v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 λέχθηκε πως το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Αυτό σημαίνει ότι κρίνεται με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκτυλίχτηκε το επίδικο περιστατικό, πράγμα που παραπέμπει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, καθήκον που επιτελείται όχι στο στάδιο αυτό αλλά μετά την ολοκλήρωσης της εκδίκασης της υπόθεσης όταν θα τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου όλο το μαρτυρικό υλικό. Στην υπόθεση αυτή η εκστόμιση της φράσης 'Είσαι καραγκιόζης' κρίθηκε, στη βάση αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού που παρουσιάστηκε, υβριστική συμπεριφορά. Αυτό που σημειώθηκε είναι ότι η λέξη 'καραγκιόζης' διαθέτει πέραν της μίας σημασίας που εκτός από θετική επρόκειτο και για αρνητική έννοια που μέσα από τα ευρήματα και συμπεράσματα του δικαστηρίου κρίθηκε ότι ήταν υβριστική. Επίσης στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(1997)2 Α.Α.Δ. 89 λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατό να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Περαιτέρω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Kozina
(1999)2 Α.Α.Δ. 503 τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι ο παραπονούμενος να έχει αντιληφθεί τι του έχει λεχθεί και να θεώρησε τη φράση υβριστική. Αυτό είναι ζήτημα που κρίνεται μέσα από την έκθεση ευρημάτων στα οποία το δικαστήριο καταλήγει μόνο κατόπιν αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάζεται ενώπιον του. Το εγειρόμενο ζήτημα αφορά την επίμαχη λέξη 'Γαούρα'. Πρόκειται για λέξη που χρησιμοποιείται στην κυπριακή διάλεκτο. Η αντίστοιχη λέξη στην ελληνική γλώσσα είναι η 'Γαϊδούρα'. Έχω ανατρέξει στο Ερμηνευτικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του κ. Γ. Μπαμπινιώτη, Β' Έκδοση προς εντοπισμό της λέξης 'Γαϊδούρα'. Στη σελίδα 395 του εν λόγω ερμηνευτικού λεξικού η εν λόγω λέξη, εκτός που σημαίνει θηλυκό γαϊδούρι, χρησιμοποιείται όταν ένα άτομο επιθυμεί να χαρακτηρίσει και κατ' επέκταση να αποκαλέσει μία γυναίκα αγενή, αναίσθητη, άξεστη, ανάγωγη και με έλλειψη ντροπής. Βέβαια για να κριθεί κατά πόσο η επίμαχη φράση είναι ή όχι υβριστική θα πρέπει να εξεταστεί η χρήση της στα γεγονότα της υπόθεσης και στο πλαίσιο των ευρημάτων του δικαστηρίου, στα οποία θα καταλήξω μετά την αξιολόγηση της συνολικής μαρτυρίας που τελικά παρουσιαστεί. Έχω ακόμη αναγνώσει την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 976/10, στην οποία με έχει παραπέμψει η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης. Με κάθε σεβασμό στην εν λόγω συνήγορο, χωρίς να με δεσμεύει το σκεπτικό της απόφασης αυτής, παρατηρώ ότι το δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο η επίμαχη φράση ήταν ή όχι υβριστική κατόπιν αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του μετά την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης. Το δικαστήριο ερμήνευσε την έννοια και σημασία της επίμαχης φράσης στη βάση των ευρημάτων του. Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας αλλά και της ετυμολογίας της επίμαχης λέξης, η εν λόγω αυστηρή προσέγγιση που εισηγήθηκε να υιοθετηθεί η συνήγορος υπεράσπισης κατά απόλυτο τρόπο δεν ευσταθεί. Την ίδια στιγμή, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και μέσα από αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα και αφού έλαβα υπόψη τις νομικές επιχειρηματολογίες των ευπαιδεύτων συνηγόρων, κρίνω ότι δικαιολογείται η κλήση της κατηγορουμένης σε απολογία αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ειδικότερα ενδεικτικά και χωρίς να υπάρχει περιορισμός στα ακόλουθα στοιχεία, μαρτυρία προερχόμενη από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 σε συνδυασμό με τα Τεκμήρια 1 και 2, οδηγούν προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Από την προσαχθείσα μαρτυρία, πάντοτε εξεταζόμενη στην όψη της και μόνο, θεωρώ ότι εκ πρώτης όψεως υπάρχει υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Περαιτέρω η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση που να ανάγεται σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει επί οποιασδήποτε αξιολόγηση της στο σύνολο της. Παράλληλα το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω, κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σχετικά με την δεύτερη κατηγορία του κατηγορητηρίου που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, στην οποία την καλεί σε απολογία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Δημόσια Εξύβριση/Άρθρο 99 Κεφ.154) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.