← Κύπρος

Αστυνομίας ν. Δ. Α., Αρ. Υπόθεσης: 15353/13, 2/11/2018

Αστυνομίας ν. Δ. Α., Αρ. Υπόθεσης: 15353/13, 2/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B82 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15353/13 Μεταξύ: Αστυνομίας εναντίον Δ. Α. Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 2 Νοεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος - παρών ------------- Π Ο Ι Ν Η (Η διαδικασία έχει διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών σύμφωνα με Διάταγμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου υπάρχει περιορισμός στην κυκλοφορία της παρούσας απόφασης) Ο Κατηγορούμενος, μετά από ακροαματική διαδικασία κρίθηκε ένοχος σε πέντε κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 151 του Κεφ.154 και σε τρεις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 10 του Ν.87(Ι)/

  1. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση έχουν καταγραφεί υπό τύπο ευρημάτων και συμπερασμάτων στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 04.10.
  2. Συνεπώς, δεν θα τα παραθέσω εκ νέου και σχετική αναφορά θα γίνει μόνο όπου κρίνεται σκόπιμο για τους σκοπούς της παρούσας. Σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου στην αγόρευση του προς μετριασμό της ποινής τόνισε ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι ο πελάτης του είναι λευκού ποινικού μητρώου σε συνάρτηση πάντοτε και με την ηλικία του. Ο κ. Αλεξάνδρου αναφέρθηκε και στο μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, υποδεικνύοντας ότι το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή μετά πάροδο 5 ετών. Το χρονικό διάστημα που παρήλθε είναι τόσο μεγάλο που δεν μπορεί παρά να επηρεάσει δραστικά τόσο το είδος, όσο και το ύψος της ποινής. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του υιοθέτησε την κοινωνικοοικονομική έκθεση που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σε αυτήν αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 56 ετών, προέρχεται από συγκροτημένη πολυμελή οικογένεια και είναι νυμφευμένος και πατέρας τριών ενηλίκων παιδιών. Το μοναδικό σημείο από την εν λόγω έκθεση που δεν υιοθέτησε ο κ. Αλεξάνδρου αφορά το χρονικό σημείο έναρξης των προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει η σύζυγος του Κατηγορούμενου, λέγοντας ότι αυτά τα προβλήματα εμφανίστηκαν το 2000 και όχι τα τελευταία 6 χρόνια. Αυτό πιστοποιείται από το Τεκμήριο Α σύμφωνα με το οποίο η σύζυγος του Κατηγορούμενου παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Πάφου από τις 29.02.2000 λόγω άγχους και κατάθλιψης. Ο κ. Αλεξάνδρου επεξήγησε ότι τα εν λόγω προβλήματα προέκυψαν διότι το 2000, μπροστά στα μάτια της συζύγου του Κατηγορούμενου, έλαβε χώρα θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα στο οποίο έχασε τη ζωή του συγγενικό της πρόσωπο. Παρά τη φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει χρειάζεται διαρκή στήριξη, ιδιαιτέρως τις περιόδους που παρουσιάζει επιδείνωση. Αυτή τη στήριξη την προσέφερε μέχρι πρότινος ο Κατηγορούμενος και είναι βέβαιο ότι η εξέλιξη της παρούσας υπόθεσης θα έχει επιπτώσεις στη σύζυγο του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω, ο κ. Αλεξάνδρου ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος βίωσε λόγω φτώχειας δύσκολα παιδικά χρόνια ενώ προ 15ετίας ενεπλάκη σε σοβαρό τροχαίο δυστύχημα κατά το οποίο τραυματίστηκε στο δεξί κάτω μέρος του ποδιού του και στο στέρνο. Ο τραυματισμός στο πόδι του εξακολουθεί μέχρι και σήμερα κατά διαστήματα να τον ταλαιπωρεί. Τέλος, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένας σωστός πατέρας και οικογενειάρχης. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος είναι έκδηλη και αντανακλάται μέσα από τις προβλεπόμενες ποινές. Συγκεκριμένα για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 151 του Κεφ.154 η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή ανέρχεται στα 5 έτη φυλάκισης, ενώ για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 10 του Ν.87(Ι)/2007 η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή φθάνει τα 20 έτη φυλάκισης. Η καθ' ύλη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου εκτείνεται, σε ό,τι αφορά την επιβολή ποινής φυλάκισης, μέχρι τα 5 έτη φυλάκισης. Το ανώτατο ωστόσο όριο ποινής του άρθρου 10 του Ν.87(Ι)/2007 είναι ενδεικτικό της σοβαρότητας που θέλησε να προσδώσει ο νομοθέτης στο εν λόγω αδίκημα. Το εν λόγω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1991)2 Α.Α.Δ 264). Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων έχει επισημανθεί και σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες μάλιστα τονίστηκε η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Θα αναφερθώ στη συνέχεια σε ορισμένες αποφάσεις που σχετίζονται με τα υπό τιμωρία αδικήματα, γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι απλά ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123). Στην υπόθεση Μ.Θ. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 174 επιβλήθηκαν στον Εφεσείοντα πρωτόδικα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών, μετά από παραδοχή του, σε τέσσερις κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης της θυγατέρας του ηλικίας κατά τον επίδικο χρόνο 11 ετών και 10 μηνών κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(γ)
(2)(β) και 15 του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων Νόμου Ν.3(Ι)/2000(στο εξής «Ν.3(Ι)/2000»). Η σεξουαλική εκμετάλλευση συνίστατο στον εξαναγκασμό της ανήλικης να δεχθεί θώπευση και φιλιά στο στήθος, θώπευση των γεννητικών οργάνων και αιδιολειχία. Το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε την ποινή φυλάκισης στα 3 έτη ενόψει κυρίως του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στις οικονομικές επιπτώσεις που θα είχε η ποινή φυλάκισης όχι μόνο στον Εφεσείοντα αλλά και στην οικογένεια του. Συγκεκριμένα τονίστηκε ότι οι επιπτώσεις αυτές λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη όταν η ποινή φυλάκισης επιβάλλεται για αδίκημα εις βάρος μελών της οικογένειας του Κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα με τη στέρηση των μέσων επιβίωσης τους λόγω της φυλάκισης του Κατηγορούμενου να υποστούν επιπρόσθετη βλάβη από εκείνη που ήδη έχουν υποστεί με το αδίκημα. Στην Κ.Κ. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 294 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή των 7 ετών φυλάκισης στην κατηγορία της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκου κατά παράβαση του άρθρου 3 του Ν.3(Ι)/
  1. Στην εν λόγω υπόθεση ο Εφεσείων κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση επί του ότι κακοποιούσε σεξουαλικά τη θυγατέρα του από την ηλικία των 5 ετών μέχρι και την ηλικία των 12 ετών. Οι πράξεις του αρχικά συνίσταντο σε χάιδεμα στο στήθος και στα γεννητικά όργανα και σε άσκηση πίεσης να του χαϊδέψει και να του φιλήσει το πέος του. Στη συνέχεια ο Εφεσείων επιχείρησε κατ' επανάληψη να έχει πρωκτική επαφή με τη θυγατέρα του χωρίς να καταφέρει να ολοκληρώσει την πράξη του. Στις Ποινικές Εφέσεις με αρ.135 και 138/14 ημερ. 22.11.16 Λευκαρίτης κ.α ν. Δημοκρατίας οι Εφεσείοντες κρίθηκαν με δική τους παραδοχή ένοχοι σε κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού με βάση το άρθρο 10 του Ν.87(Ι)/
  2. Συγκεκριμένα ο Εφεσείων 1 κρίθηκε ένοχος σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν τη σεξουαλική εκμετάλλευση σε συγκεκριμένη ημερομηνία δύο διαφορετικών ανηλίκων ηλικίας 15½ και 14½ ετών αντίστοιχα (κατηγορίες 8 και 9) και σε ακόμα δύο κατηγορίες (κατηγορίες 12 και 13) για σεξουαλική εκμετάλλευση ανήλικης σε 18 συνολικά περιπτώσεις όταν η τελευταία ήταν μεταξύ των ηλικιών 13½ - 14 και 14 - 14½ ετών αντίστοιχα. Το Κακουργιοδικείο επέβαλε ποινές φυλάκισης 5 ετών σε κάθε μία εκ των κατηγοριών 8 και 9 και 7 ετών σε κάθε μία εκ των κατηγοριών 12 και 13 και διατάχθηκε όπως η έκτιση των ποινών στις κατηγορίες 12 και 13 να γίνει διαδοχικά. Η σεξουαλική εκμετάλλευση συνίστατο σε στοματικό έρωτα και συνουσία έναντι χρηματικής αμοιβής. Το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε τις επιβληθείσες ποινές από 5 σε 3 έτη και από 7 σε 6 έτη, έτσι ώστε η συνολικά επιβληθείσα ποινή να ανέρχεται στα 9 έτη. Αυτό το οποίο διαδραμάτισε ουσιώδη ρόλο για τη μείωση των ποινών ήταν ότι το Κακουργιοδικείο λανθασμένα θεώρησε ότι ο Εφεσείων 1 είχε γνώση της οικονομικής και κοινωνικής δυσπραγίας των ανηλίκων θυμάτων. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα ότι η ύπαρξη τέτοιας γνώσης αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα, ωστόσο στην προκείμενη περίπτωση από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου δεν προέκυπτε τέτοια γνώση. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 2½ ετών επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ποινική Έφεση με αρ.59/2016 Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας ημερ. 23.03.
  3. Ο Εφεσείων ήταν 24 ετών και το ανήλικο θύμα με το οποίο ήλθε σε συνουσία 13 ετών. Ο Εφεσείων παραδέχθηκε την κατηγορία σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2, 5 και 6
(3)του περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου Ν.91(Ι)/2014(στο εξής «Ν.91(Ι)/2014). Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε, σε σχέση με το πλήγμα που επέρχεται στην προσωπικότητα του θύματος από αδικήματα αυτής της φύσης, ότι δεν χρειάζεται μαρτυρία για να επισημανθεί κάτι τέτοιο από το Δικαστήριο καθώς είναι πρωταρχικά εγγενές με τη διάπραξη του αδικήματος (Blackstone's Criminal Practice έκδοση 2009 σελ.3109). Ποινή φυλάκισης 12 μηνών επιβλήθηκε πρωτόδικα σε 37χρονο καθηγητή ο οποίος παραδέχθηκε ότι ήλθε σε συνουσία με ανήλικη ηλικίας 15½ ετών, η οποία ήταν μαθήτρια στη σχολή που δίδασκε. Η κατηγορία αφορούσε παράβαση των άρθρων 2 και 6
(3)του Ν.91(Ι)/
  1. Στην Έφεση που ασκήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (Ποινική Έφεση αρ.36/17 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. ΧΧ ημερ.14.06.17), το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως ανεπαρκή την προαναφερόμενη ποινή και την αντικατέστησε με ποινή φυλάκισης 2 ετών, υπογραμμίζοντας τα ακόλουθα: «Η διάκριση που γίνεται πρωτόδικα σε αυτή την υπόθεση με άλλες «σοβαρές υποθέσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων», όπως γενικά τις χαρακτηρίζει το Κακουργιοδικείο, δεν μπορεί να σημαίνει ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης ενός έτους είναι επαρκής τιμωρία για τον δράστη παρά τα ελαφρυντικά (ειδικά της παραδοχής και του λευκού μητρώου) που συνέτρεχαν. Τονίζουμε και πάλι ότι αν εξέλειπαν οι παράγοντες αυτοί, ειδικά της παραδοχής η οποία είναι η μόνη απτή απόδειξη της πραγματικής μεταμέλειας του δράστη, η ποινή σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να είναι ουσιωδώς μεγαλύτερη.» Τέλος, στην Ποινική Έφεση με αρ.184/2015 ημερ. 13.02.18 Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας ο Εφεσείων μετά από ακροαματική διαδικασία βρέθηκε ένοχος σε μία κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 151 του Κεφ.154 και σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν σεξουαλική κακοποίηση παιδιού κατά παράβαση των προνοιών του Ν.91(Ι)/
  2. Ο Εφεσείων ήταν ηλικίας 63 ετών και η ανήλικη 13 ετών. Οι προαναφερόμενες κατηγορίες πήγαζαν από τα ίδια γεγονότα τα οποία συνίσταντο σε φιλιά, αγκαλιές, ενώ ο Εφεσείων έπιανε τα οπίσθια και άλλα μέρη του σώματος της ανήλικης. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την καταδίκη και την ποινή των 3 ετών φυλάκισης για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης. Επικύρωσε επίσης την καταδίκη σε σχέση με το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)του Ν.91(Ι)/2014, στο οποίο όμως αδίκημα το Κακουργιοδικείο δεν επέβαλε ποινή διότι επέβαλε ποινή φυλάκισης 7 ετών στο αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού με κατάχρηση ευάλωτης θέσης κατά παράβαση του άρθρου 6
(4)(β) του Ν.91(Ι)/2014. Η καταδίκη του Εφεσείοντα στο τελευταίο αυτό αδίκημα ακυρώθηκε κατ' έφεση και ως εκ τούτου το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε σε επιβολή ποινής φυλάκισης 5 ετών στην κατηγορία της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)του Ν.91(Ι)/2014, αναφέροντας ότι η ακραία διαφορά ηλικίας μεταξύ θύτη και θύματος συνιστούσε επιβαρυντικό παράγοντα. Παρενθετικά σημειώνω ότι σε όλες τις προαναφερόμενες υποθέσεις η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή για τη σεξουαλική εκμετάλλευση ή κακοποίηση παιδιών, τόσο με βάση το άρθρο 3 του Ν.3(Ι)/2000, όσο και με βάση το άρθρο 6
(3)του Ν.91(Ι)/2014, ήταν τα 20 έτη φυλάκισης όπως και εν προκειμένω. Η παρατεθείσα νομολογία καθιστά σαφές ότι η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι επιβεβλημένη ενόψει της φύσης των σεξουαλικών αδικημάτων τα οποία προσβάλλουν τις ηθικές αξίες της κοινωνίας καθώς και την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια των θυμάτων. Τα προαναφερόμενα τονίστηκαν στη Λευκαρίτης κ.α ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και έγινε ιδιαίτερη αναφορά στις περιπτώσεις που τα εν λόγω αδικήματα στρέφονται εναντίον νεαρών προσώπων: «Σεξουαλικής φύσης αδικήματα τιμωρούνται από τα δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές, σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο επειδή στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και επειδή προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή. Όταν στρέφονται κατά νεαρών προσώπων, τα οποία δεν έχουν ακόμη ολοκληρωμένη και ορθή αντίληψη για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής ούτε σταθερές δυνάμεις αντίστασης, τα αδικήματα αυτά καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, παρόλον που ένα νεαρό θύμα μπορεί, φαινομενικά, να είχε συναινέσει, η συμπεριφορά αυτή μπορεί να του προκαλέσει βλάβη, γι' αυτό ακριβώς ο νομοθέτης προνόησε για το συγκεκριμένο αδίκημα (R. v. Perry [2010] 2 Cr. App. R (S) 98). Βέβαια, και σε αυτές τις περιπτώσεις η εξατομίκευση έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να οδηγεί στην εξουδετέρωση της ποινής και του αποτρεπτικού χαρακτήρα της.» Παράλληλα θα πρέπει να αναφερθεί ότι αποτελεί θλιβερή διαπίστωση η αυξητική τάση στη διάπραξη σεξουαλικών αδικημάτων με θύματα ανηλίκους. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος: «........θα τονίσουμε, όχι απλώς την ανησυχία, αλλά την αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα. Ό,τι πλήττουν είναι το παιδί και ο ευαίσθητος κόσμος του, αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό.» Από την άλλη, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί στις περιπτώσεις διάπραξης σοβαρών αδικημάτων ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224). Ταυτόχρονα όμως αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι οι προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός Κατηγορούμενου λαμβάνονται μεν υπόψη στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής, όχι όμως σε τέτοιο βαθμό που να εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να προσλάβει η ποινή (Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 282, Λευκαρίτης κ.α ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Μπενάκης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ.79/16 ημερ.13.03.18). Προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του σε συνάρτηση και με την ηλικία του. Είναι νομολογημένο ότι ένας Κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του όπως αυτές εκτίθενται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας και αναπτύχθηκαν από τον συνήγορο του, περιλαμβανομένου και του τραύματος που υπέστη ένεκα τροχαίου δυστυχήματος. Περαιτέρω, προσμετρώ τις επιπτώσεις που ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης θα επιφέρει στην οικογένεια του Κατηγορούμενου και ειδικότερα στη σύζυγο του η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας (Τεκμήριο Α). Επισημαίνω ωστόσο ότι ο εν λόγω παράγοντας, αν και μετριαστικός δεν είναι αποφασιστικής σημασίας (Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 328). Ο κ. Αλεξάνδρου με παρέπεμψε στη Μ.Θ. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) για να τονίσει ότι οι επιπτώσεις στην οικογένεια του Κατηγορούμενου αποτελούν ουσιώδη μετριαστικό παράγοντα. Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης όμως διαφέρουν από αυτά της παρούσας, καθώς τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος δεν στρέφονται εναντίον μελών της οικογένειας του. Όπως υποδεικνύει το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη απόφαση, είναι σε αυτές τις περιπτώσεις που ο εν λόγω παράγοντας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου τον χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ 623). Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 18.12.13, σε διάστημα δηλαδή μικρότερο των δύο εβδομάδων από την ημερομηνία καταγγελίας της Παραπονούμενης, η οποία έγινε στις 05.12.
  1. Συνεπώς, δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της. Ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο Δικαστήριο για πρώτη φορά στις 28.01.14 και αρνήθηκε τις εις βάρος του κατηγορίες, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση στις 27.05.
  2. Έκτοτε μέχρι και την ημερομηνία έναρξης της ακρόασης στις 15.11.17 σημειώθηκε καθυστέρηση της τάξης των τρεισήμισι περίπου ετών. Για την παρατηρηθείσα ωστόσο καθυστέρηση φέρει και ο Κατηγορούμενος το δικό του μερίδιο ευθύνης. Συγκεκριμένα στις 27.05.14 και 04.12.14 υποβλήθηκε αίτημα αναβολής της ακρόασης από την Υπεράσπιση. Επίσης η υπόθεση αναβλήθηκε στις 18.03.16, στις 19.04.16 και στις 02.12.16 λόγω απουσίας του Κατηγορούμενου με αποτέλεσμα να εκδοθούν εναντίον του εντάλματα σύλληψης. Περαιτέρω, στις 12.09.17 υποβλήθηκε από κοινού αίτημα αναβολής της ακρόασης. Επομένως, για καθυστέρηση 16 περίπου μηνών μέχρι την έναρξη της ακρόασης ευθύνεται ο Κατηγορούμενος. Εν πάση περιπτώσει παραμένει ως αντικειμενικό γεγονός ότι το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή 5 σχεδόν χρόνια μετά την τελευταία φορά που ο Κατηγορούμενος κακοποίησε σεξουαλικά την Παραπονούμενη. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί παρά να μετριάσει την έκταση της ποινής που θα επιβληθεί, όχι όμως το είδος της. Σημειώνω ότι δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να καταδεικνύει μεταβολή στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Από την άλλη, ως ήδη τονίστηκε πιο πάνω, η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης είναι απολύτως αναγκαία. Στην Ποινική Έφεση αρ.5/16 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γενεθλίου ημερ. 01.03.16, αναφέρθηκαν ενδεικτικά τα ακόλουθα: «Σίγουρα, η καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογίζεται, ελαφρυντικά, στην επιμέτρηση της ποινής, όχι όμως σε βαθμό που να εξουδετερώνονται όλοι οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση». Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή υποβάθμισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων, αφού η υπόθεση δεν εκδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο. Επισημαίνω ότι η απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για συνοπτική εκδίκαση δεν αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Μ.Θ. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω)). Σε κάθε περίπτωση η σοβαρότητα της υπόθεσης θα αποτιμηθεί στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος ήταν πρόσωπο της εμπιστοσύνης της οικογένειας της Παραπονούμενης και ειδικότερα του πατριού της με τον οποίο είναι μακρινοί συγγενείς. Βασιζόμενος ακριβώς σε αυτή τη σχέση ο πατριός της Παραπονούμενης ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να αφήνει την Παραπονούμενη να παραμένει εντός του λεωφορείου για να προστατευθεί από τον ακραίο σχολικό εκφοβισμό που δεχόταν. Ο Κατηγορούμενος όμως αντί να προστατέψει την Παραπονούμενη, εκμεταλλεύτηκε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η τελευταία και την εντύπωση που δημιουργήθηκε στο πρόσωπο του ως «προστάτη» της Παραπονούμενης για να ικανοποιήσει τις διεστραμμένες σεξουαλικές του επιθυμίες. Αντί να λειτουργήσει ως ώριμος και υπεύθυνος ενήλικας χρησιμοποίησε την Παραπονούμενη σαν σκεύος ηδονής ασκώντας ψυχολογική, αλλά και σωματική βία. Δεν παραβλέπω ότι η σωματική βία ήταν περιορισμένης έντασης και χρονικής έκτασης, ωστόσο δεν παύει από το να συνιστά επιβαρυντική περίσταση δυνάμει του άρθρου 12(γ) του Ν.87(Ι)/
  3. Επιβαρυντικό παράγοντα συνιστά και το γεγονός ότι η έκνομη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου δεν ήταν μεμονωμένη αλλά επαναλαμβανόμενη. Δεν μπορεί επίσης να παραγνωριστεί η φύση της σεξουαλικής δραστηριότητας, η οποία ενώ αρχικά ήταν ελαφρύτερης μορφής αφού περιοριζόταν στην αυτοϊκανοποίηση του Κατηγορούμενου δια του αυνανισμού, στη συνέχεια έγινε αρκετά σοβαρότερη αφού εξανάγκαζε την Παραπονούμενη σε στοματικό έρωτα. Ο στοματικός έρωτας συνιστά μία από τις σοβαρότερες μορφές σεξουαλικής κακοποίησης. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στην Αγγλία ο στοματικός έρωτας και η συνουσία θεωρούνται ως οι σοβαρότερες μορφές σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων (Rook and Ward on Sexual Offences Law & Practice 4th ed. σελ.216) Επιπρόσθετα, η μεγάλη ηλικιακή διαφορά μεταξύ Κατηγορούμενου και Παραπονούμενης αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο. Συγκεκριμένα κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο Κατηγορούμενος ήταν 51 ετών και η Παραπονούμενη 14 9/12 - 15 ½ ετών. Όπως υποδείχθηκε στη Λευκαρίτης κ.α ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) ο βαθμός ενοχής είναι μεγαλύτερος όταν υπάρχει σημαντική ηλικιακή διαφορά μεταξύ θύτη και θύματος. Ο κ. Αλεξάνδρου με παρέπεμψε στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. ΧΧ, Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), αλλά και στις Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 141, Κέρκης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 433 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ 562 στις οποίες οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης κυμάνθηκαν από 8 μήνες μέχρι 2½ έτη. Καταρχάς θα πρέπει να παρατηρήσω ότι σε όλες τις προαναφερόμενες υποθέσεις υπήρξε παραδοχή. Όπως προκύπτει τόσο από τη νομολογία που έχει αναφερθεί πιο πάνω, όσο και γενικότερα από τη νομολογία που αφορά αδικήματα σεξουαλικής φύσης, η παραδοχή συνιστά ουσιώδη μετριαστικό παράγοντα, αφού πέραν του ότι αποτελεί απτή ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας, ταυτόχρονα προστατεύει το θύμα από την αναβίωση τραυματικών εμπειριών. Τα πιο πάνω τα αναφέρω όχι διότι θεωρώ ως επιβαρυντικό παράγοντα την άρνηση των κατηγοριών από τον Κατηγορούμενο. Τονίζω ότι αποτελεί αναφαίρετο και απόλυτο δικαίωμα του Κατηγορούμενου η άρνηση των κατηγοριών. Η αναφορά μου στην απουσία παραδοχής γίνεται για να επισημάνω τη σημαντική αυτή διαφοροποίηση μεταξύ των υποθέσεων που επικαλέστηκε ο κ. Αλεξάνδρου και της επίδικης. Ειδικά όσον αφορά την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κυριάκου (ανωτέρω) σημειώνω ότι οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης διάρκειας 8 μηνών αφορούσαν το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο τιμωρούνταν με ανώτατο όριο ποινής τη φυλάκιση μέχρι 2 έτη. Συνυπολογίζοντας επομένως όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης και τούτο έχοντας κατά νου ότι ποινή φυλάκισης επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Στην προκείμενη περίπτωση η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν, κατά την κρίση μου, ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Κατά συνέπεια, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια στον Κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές φυλάκισης: Στην κατηγορία με αρ.84 ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Στις κατηγορίες με αρ.87 και 89 ποινή φυλάκισης 1 έτους και 6 μηνών. Στην κατηγορία με αρ.91 ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην κατηγορία με αρ.92 ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στις κατηγορίες με αρ.86, 88 και 90 δεν θα επιβληθεί ποινή, καθώς τα γεγονότα τους εμπεριέχονται σε αυτά των κατηγοριών με αρ.87, 89 και 91 αντίστοιχα στις οποίες και επιβλήθηκε ποινή. Οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών φυλάκισης θα προχωρήσω να εξετάσω, αν και δεν έχει υποβληθεί σχετική εισήγηση, το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης τους εφόσον δεν υπερβαίνουν τα 3 έτη (άρθρο 3
(1)του Ν.95/72). Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ 373). Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 930, λέχθηκαν τα πιο κάτω ως προς τη διεργασία που θα πρέπει να ακολουθεί το Δικαστήριο όταν εξετάζει το ενδεχόμενο αναστολής ποινής φυλάκισης. «Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος έχει επισημανθεί πιο πάνω, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο ο Κατηγορούμενος προσέγγισε και εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την Παραπονούμενη. Οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου επίσης έχουν εκτεθεί και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, σε συνάρτηση και με την καθυστέρηση στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του. Η αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης. Οι πράξεις του Κατηγορούμενου προκαλούν αφενός αποστροφή και αφετέρου η ανάγκη προστασίας των ανήλικων θυμάτων προβάλλει επιτακτική. Τυχόν ανατολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον Κατηγορούμενο, όσο και ευρύτερα στην κοινωνία. Εν προκειμένω το δημόσιο συμφέρον προστάζει, κατά την άποψη μου, την άμεση εκτέλεση των ποινών φυλάκισης. Ως χρόνος έναρξης έκτισης των ποινών φυλάκισης λογίζεται η 04.10.18, ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Τέλος, το ζήτημα των εξόδων εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο, κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, δεν διατάσσει την πληρωμή των εξόδων από τον Κατηγορούμενο όταν επιβάλλεται άμεση ποινή φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στυλιανού
(2009)2 ΑΑΔ 543). Ως εκ τούτου τα έξοδα της διαδικασίας εκ ποσού €1.020 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.