← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΡΙΣΤΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9889/14, 9/11/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΡΙΣΤΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9889/14, 9/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9889/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΥ
  2. ΧΧΧ ΚΙΤΣΙΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 09.11.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 1: κα Ρ. Ξιναρή (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος 1: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 (στο εξής ο 'κατηγορούμενος') αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες:

(1)συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 1),
(2)κλοπής μοτοποδηλάτου κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Κεφ.154 (κατηγορία 2),
(3)πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς στο εν λόγω μοτοποδήλατο κατά παράβαση των άρθρων 324
(1)και 20 του Κεφ.154 (κατηγορία 3) και
(4)αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση οχήματος κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του Ν.86/72 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 4). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 29.08.13 στην Πάφο συνωμότησε μαζί με τον κατηγορούμενο 2 για να διαπράξουν κλοπή, αδίκημα το οποίο κατ' ισχυρισμό διαπράχτηκε την ίδια ημέρα όταν στο χώρο στάθμευσης της δημοτικής αγοράς στην Πάφο κλάπηκε η τετράτροχη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής χχχ αξίας €3.500, περιουσία του Κώστα Ιακώβου από τη Γεροσκήπου (στο εξής ο 'παραπονούμενος'). Περαιτέρω ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την ίδια ημέρα στην Πάφο εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε κακόβουλη ζημιά ύψους €300 στο πιο πάνω μοτοποδήλατο, το οποίο οδηγούσε αλόγιστα, απερίσκεπτα και επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένου υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 η υπόθεση του λήφθηκε υπόψη στην ποινική υπόθεση 10332/14 στην οποία του επιβλήθηκε ποινή. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από ένα μάρτυρα ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν εννέα τεκμήρια. Επιπλέον κατατέθηκαν τα εξής παραδεχτά γεγονότα: (α) Την 01.09.13 ο αστυφύλακας χχχ Καλλής του ΤΑΕ Πάφου κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, ο οποίος αρνήθηκε τα όσα του καταλογίζονται (Τεκμήριο 1). (β) Στις 30.08.13 ο αστυφύλακας χχχ Παπαδόπουλος έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. (γ) Το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του αστυφύλακα 2543 Τρύφωνα Τρύφωνος, στην οποίαν επισυνάπτονται τέσσερις έγχρωμες φωτογραφίες που απεικονίζουν το επίδικο μοτοποδήλατο (Τεκμήριο 2). (δ) Το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης ημερομηνίας 29.08.13 του παραπονούμενου (Τεκμήριο 3). (ε) Το περιεχόμενο της συμπληρωματικής γραπτής κατάθεσης του παραπονούμενου ημερομηνίας 30.08.13 και μεταξύ των ωρών 00:25 και 00:40 (Τεκμήριο 4). (στ) Το περιεχόμενο της συμπληρωματικής γραπτής κατάθεσης του παραπονούμενου ημερομηνίας 30.08.13 και μεταξύ των ωρών 08:00 και 08:04 (Τεκμήριο 5). (ζ) Το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης ημερομηνίας 30.08.13 του αστυφύλακα χχχ Παπαδόπουλου (Τεκμήριο 6). (η) Το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης ημερομηνίας 30.08.13 του ειδικού αστυφύλακα χχχ Χριστοδούλου (Τεκμήριο 9). Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο η κατηγορούσα αρχή διέκοψε την τέταρτη κατηγορία και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτή. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη της σε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να εμπλέκει τον κατηγορούμενο στα αδικήματα που περιλαμβάνονται στις εναπομείναντες κατηγορίες. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει προκειμένου να δώσει εξηγήσεις για τις πράξεις και γενικότερα συμπεριφορά που του αποδίδεται. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους όλοι οι εμπλεκόμενοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 851 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και μέσα από αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα και αφού έλαβα υπόψη τις νομικές επιχειρηματολογίες των ευπαιδεύτων συνηγόρων, κρίνω ότι δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία αναφορικά με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ειδικότερα ενδεικτικά και χωρίς να υπάρχει περιορισμός στα ακόλουθα στοιχεία, μαρτυρία προερχόμενη από τον ΜΚ1 σε συνδυασμό με τα Τεκμήρια 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9, οδηγούν προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Από την προσαχθείσα μαρτυρία, πάντοτε εξεταζόμενη στην όψη της και μόνο, θεωρώ ότι εκ πρώτης όψεως υπάρχει υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 2 και 3 που αντιμετωπίζει. Περαιτέρω η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση που να ανάγεται σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει επί οποιασδήποτε αξιολόγηση της στο σύνολο της. Παράλληλα το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω, κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σχετικά με την πρώτη, δεύτερη και τρίτη κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, στις οποίες τον καλεί σε απολογία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/ Κλοπή-Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος-Κακόβουλη Ζημιά/Άρθρα 255, 262, 324, 371 και 20 Κεφ.154) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.