Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΪΣΙΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3963/14, 16/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3963/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ΧΧΧ ΠΑΪΣΙΟΥ
- ΧΧΧ ΠΑΪΣΙΟΥ
- ΧΧΧ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
- ΧΧΧ ΣΤΕΦΑΝΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 16.11.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορουμένους 1 & 2: κα Γ. Παπασάββα (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενοι 3 & 4: εμφανίζονται αυτοπροσώπως Κατηγορούμενοι 1-4: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Όλοι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της εισόδου σε ξένη περιουσία κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 280 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Με βάση τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου κατηγορούνται ότι στις 09.09.12 στη Δρούσεια της επαρχίας Πάφου παράνομα εισήλθαν στο γήπεδο του ξενοδοχείου με την ονομασία 'χχχ Hotel Apts'. Περαιτέρω η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει επιπλέον κατηγορίες απειλής και επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 91Α και 243 αντίστοιχα του Κεφ.
- Αυτό που καταλογίζεται στην εν λόγω κατηγορούμενη είναι ότι κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο που αναφέρεται πιο πάνω επιτέθηκε εναντίον της χχχ Παλατέ (στο εξής η 'παραπονούμενη') προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, στην οποίαν ακόμη αποδίδεται η δημιουργία τρόμου όταν κατ' ισχυρισμό η ίδια κατηγορούμενη την απείλησε με τη φράση 'Θα σε σκοτώσω'. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε πέντε μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον όλων των κατηγορουμένων αναφορικά με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 επέλεξαν να προβούν σε ένορκη κατάθεση ενώ ο κατηγορούμενος 3 άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Παράλληλα οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κάλεσαν δύο μάρτυρες υπεράσπισης ενώ οι κατηγορούμενοι 3 και 4 προτίμησαν για την περίπτωση τους να μην καλέσουν οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν δεκαέξι τεκμήρια. ΜΚ1 ήταν η αστυφύλακας χχχ Ανδρέου, μέρος της μαρτυρίας της οποίας ήταν η γραπτή κατάθεση της που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας της περιλαμβάνει αναφορά της ότι στις 09.09.12 υπεβλήθηκε καταγγελία από την παραπονούμενη στον αστυνομικό σταθμό Πόλυς Χρυσοχούς εναντίον των κατηγορουμένων. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης η εν λόγω μάρτυρας είπε ότι την ίδια ημέρα μετέβηκε στη Δρούσεια όπου εκεί έλαβε γραπτή κατάθεση από την παραπονούμενη, καθώς επίσης έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3 και κατηγόρησε γραπτώς τους κατηγορουμένους 2 και
- Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2, 3, 4 και
- Επιπροσθέτως, η μάρτυρας είπε ότι εξ' όσον θυμάται από τη μετάβαση της στη σκηνή που διαδραματίστηκε το επίδικο επεισόδιο, το επίμαχο ποδοσφαιρικό γήπεδο ήταν περιφραγμένο ενώ δίπλα από αυτό υπήρχε χώρος στάθμευσης και μετά υπήρχε δρόμος. ΜΚ2 ήταν ο αστυφύλακας χχχ Ανδρονίκου, μέρος της μαρτυρίας του οποίου ήταν η γραπτή κατάθεση της που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Περίληψη της μαρτυρίας του περιλαμβάνει αναφορά του ότι στα πλαίσια εξέτασης της καταγγελίας της παραπονούμενης στις 09.09.12 ο ίδιος συνέλαβε τους κατηγορουμένους, έλαβε γραπτές ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορουμένους 2 και 4 και κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο
- Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας σημείωσε ότι την επόμενη ημέρα (ήτοι 10.09.12) μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου εκεί έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 1, την οποία αμέσως στη συνέχεια κατηγόρησε γραπτώς. Οι πιο πάνω ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων 1, 2 και 4 καθώς και το αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας εναντίον του κατηγορουμένου 4 παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο ως Τεκμήρια 7, 8, 9, 10 και
- ΜΚ3 ήταν η παραπονούμενη. Μέρος της μαρτυρίας της ήταν η γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 09.09.12 (Τεκμήριο 5). Σύνοψη της μαρτυρίας της περιλαμβάνει αναφορά της ότι μαζί με το σύζυγο της είναι ιδιοκτήτες ξενοδοχειακής μονάδας στη Δρούσεια. Μπροστά από το ξενοδοχείο υπάρχει ανοικτός χώρος στάθμευσης για οχήματα από άτομα με προβλήματα αναπηρίας, ο οποίος εφάπτεται του δημοσίου δρόμου. Τα υπόλοιπα οχήματα των πελατών του ξενοδοχείου σταθμεύουν σε διπλανό χωράφι που ανήκει σε συγγενικό πρόσωπο του συζύγου της και κατόπιν μεταξύ τους συνεννόησης πριν από το θάνατο του, το διαχειρίζεται για αρκετά χρόνια η επιχείρηση της παραπονούμενης. Στα πλαίσια διαχείρισης του χωραφιού, μέρος του μετατράπηκε σε περιφραγμένο ποδοσφαιρικό γήπεδο με γρασίδι και δική του είσοδο, το οποίο χρησιμοποιείται από πελάτες του ξενοδοχείου. Στις 09.09.12 αριθμός παιδιών 20-25, ανάμεσα στα οποία το παιδί της παραπονούμενης και τα δύο παιδιά των κατηγορουμένων 1 και 2, χρησιμοποιούσαν το πιο πάνω γήπεδο. Επειδή δύο εβδομάδες προηγουμένως τα παιδιά των κατηγορουμένων 1 και 2 είχαν επιτεθεί και κτυπήσει το δικό της παιδί, η παραπονούμενη πήγε στο γήπεδο τη στιγμή που όλα τα παιδιά έπαιζαν και προσέγγισε τα παιδιά των κατηγορουμένων 1 και 2 με σκοπό να τα συμβουλεύσει. Έπιασε το χέρι του ενός παιδιού αφού το άλλο είχε τρέξει και έφυγε και του ζήτησε να απολογηθεί για την πρόσφατη συμπεριφορά του απέναντι στο υιό της. Σε κάποια στιγμή εμφανίστηκε στο μέρος η κατηγορούμενη 1 και πίσω της ήταν οι κατηγορούμενοι 2 και
- Στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου βρισκόταν και ο κατηγορούμενος
- Η κατηγορούμενη 1 ερχόταν προς το μέρος της παραπονούμενης φωνάζοντας μεγαλοφώνως 'καρτάνα, πουτάνα που σε κουβάλησε στο χωρκό μας' και 'Θα σε σκοτώσω'. Η κατηγορούμενη 1 προσέγγισε την παραπονούμενη όταν αυτή βρισκόταν έξω από το γήπεδο παρά την είσοδο του. Όταν η κατηγορούμενη 1 ήλθε κοντά της την κλώτσησε στην κοιλιά, την χτυπούσε σε διάφορα μέρη του σώματος της, την έριξε στο έδαφος, την τράβηξε από τα μαλλιά και χτυπούσε το κεφάλι της στο πλακόστρωτο που υπήρχε μεταξύ της εισόδου του ξενοδοχείου και της εισόδου του γηπέδου. Τη στιγμή του επεισοδίου οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 ήταν θεατές ενώ ο σύζυγος της παραπονούμενης απουσίαζε. Μετά από τα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος 4 έπιασε την κατηγορούμενη 2 από το χέρι και όλοι οι κατηγορούμενοι απομακρύνθηκαν από το χώρο. Σύμφωνα με την παραπονούμενη το επίδικο επεισόδιο διήρκησε 10-15 λεπτά. Παράλληλά η εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε τη διαμόρφωση του χώρου που βρίσκεται το ξενοδοχείο της καθώς επίσης προσδιόρισε το σημείο όπου διαδραματίστηκε το επίδικο επεισόδιο μέσα από φωτογραφίες που της υποδείχτηκαν και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 16
(1)μέχρι 16
(4). Στη συνέχεια ενημερώθηκε ο σύζυγος της παραπονούμενης, ο οποίος ήλθε στο χώρο μετά που το επεισόδιο είχε λήξει. Ειδοποιήθηκε η αστυνομία, μέλη της οποίας μετέβηκαν στη σκηνή και αφού η παραπονούμενη έδωσε γραπτή κατάθεση μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, όπου εκεί έτυχε των απαραίτητων ιατρικών εξετάσεων και νοσηλεύτηκε για περίοδο πέντε ημερών. Σύμφωνα ακόμη με την παραπονούμενη, εκτός από τα τραύματα που υπέστη, εξαιτίας του ισχυριζόμενου ξυλοδαρμού της χρειάστηκαν δύο χρόνια για να ανακτήσει τη ψυχολογική της ηρεμία. ΜΚ4 ήταν ο ΧΧΧ Παλατέ, σύζυγος της παραπονούμενης. Συνοψίζοντας τη μαρτυρία του μπορεί να λεχθεί ότι είναι ιδιοκτήτης μικρού ξενοδοχείου 25 δωματίων με την ονομασία 'Droushia χχχ'. Ακριβώς δίπλα από το ξενοδοχείο υπάρχει χωράφι που ανήκει σε συγγενικό του πρόσωπο που σήμερα έχει αποβιώσει. Μετά από συνεννόηση μαζί του όταν αυτός βρισκόταν στη ζωή, συμφωνήθηκε προφορικά η διαχείριση και η διαμόρφωση του από τον εν λόγω μάρτυρα όπως ο τελευταίος επιθυμούσε έναντι της προοπτικής της αγοράς του στο μέλλον. Στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής το εν λόγω χωράφι διαμορφώθηκε με έξοδα της επιχείρησης του εν λόγω μάρτυρα έτσι ώστε μέρος του να χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης των πελατών του ξενοδοχείου, μέρος του έγινε κήπος με πλακόστρωτο, μέρος του έγινε παιδικός χώρος και μέρος του μετατράπηκε σε περιφραγμένο ποδοσφαιρικό γήπεδο με γρασίδι και μεταλλική είσοδο. Μάλιστα ο μάρτυρας αυτός είπε ότι η διαμόρφωση του χωραφιού είναι τέτοιου βαθμού ώστε από αυτό ένας πελάτης να μπορεί να εισέλθει στο ξενοδοχείο. Όπως ακόμη είπε ο χώρος στάθμευσης είναι περίκλειστος με περίφραξη εκτός από το σημείο εισόδου που είναι ανοικτό, η οποία περίφραξη όμως δεν φαίνεται στις φωτογραφίες των Τεκμηρίων 16
(1)μέχρι 16
(4)που του υποδείχτηκαν. Ερχόμενος στο επίδικο επεισόδιο ο ΜΚ4 ανάφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών τη στιγμή που αυτό διαδραματίστηκε. Ενώ κοιμόταν σε μεζονέτα που βρίσκεται ακριβώς δίπλα από το ξενοδοχείο, δέχτηκε τηλεφώνημα ότι χτυπήθηκε η σύζυγος του. Δεν θυμάται από ποιο άτομο ήταν. Αμέσως κατευθύνθηκε προς τη σκηνή. Συνάντησε όλους τους κατηγορουμένους εκτός της ακίνητης περιουσίας του και συγκεκριμένα στο δρόμο. Δεν θυμάται αν αυτοί συζητούσαν με τη σύζυγο του ή αν έφευγαν. Εντόπισε τη σύζυγο του να έχει μώλωπες και να βρίσκεται σε κατάσταση σοκ. Η ίδια παραπονιόταν για χτύπημα στο κεφάλι. Ο εν λόγω μάρτυρας περιποιήθηκε τη σύζυγο του και αφού την ηρέμησε ειδοποίησε την αστυνομία. Δεν θυμάται πόση ώρα χρειάστηκε για να έλθει η αστυνομία στη σκηνή. Αμέσως μετά που η σύζυγος του έδωσε κατάθεση σε μέλος της αστυνομίας, την μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου εκεί νοσηλεύτηκε 4-5 ημέρες. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας ήταν η χχχ Πέτρου (ΜΚ5), γενικός ιατρός στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Ήταν η επί καθήκον ιατρός που εξέτασε κλινικά την παραπονούμενη την ημέρα του επιδίκου επεισοδίου, όταν αυτή προσήλθε στις 15:53 στο τμήμα όπου η εν λόγω μάρτυρας εργαζόταν εργαζόταν για ιατρική εξέταση. Μέσα από την κλινική εξέταση της παραπονούμενης, η εν λόγω ιατρός διαπίστωσε αιμάτωμα στη δεξιά ινιακή περιοχή του κεφαλιού της, εκδορές στο μέτωπο, εκδορές στη δεξιά και αριστερή κροταφική περιοχή, εκδορές στη πλάτη, οίδημα (φούσκωμα) στον αριστερό αγκώνα, εκδορές και οίδημα στην ποδοκνημική άρθρωση καθώς και πόνο στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Επειδή η παραπονούμενη έδειξε να είχε τάση για εμετό και παραπονέθηκε για κεφαλαλγία, υπεβλήθηκε σε αξονική εγκεφάλου καθώς σε ακτινογραφίες θώρακος, αυχενικής μοίρας σπονδύλου, κεφαλής και ρινός (μύτης). Παράλληλα δόθηκαν οδηγίες για εισαγωγή της στο νοσοκομείο ώστε να τύχει ιατρική παρακολούθηση η κατάσταση της υγείας της, πράγμα που έγινε η ώρα 17:30 της ίδιας ημέρας. Η εν λόγω μάρτυρας κατέγραψε τα ιατρικά της ευρήματα και γενικότερα την κλινική εικόνα της παραπονούμενης όταν την εξέτασε σε σχετικό ιατρικό έντυπο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Όπως η ΜΚ5 εξήγησε, τα τραύματα που διαπίστωσε στην παραπονούμενη προκαλούνται από χτυπήματα. Σύμφωνα ακόμη με την εν λόγω μάρτυρα, το γεγονός ότι τα τραύματα που εντοπίστηκαν παραπέμπουν σε διάφορα χτυπήματα που έγιναν σε διάφορα μέρη του σώματος της παραπονούμενης την δείχνει ότι αιτία πρόκλησης τους ήταν ο ξυλοδαρμός. Σύμφωνα επίσης με την ΜΚ5 ο εντοπισμός διαφόρων χτυπημάτων σε διάφορα μέρη του σώματος της παραπονούμενης τόσο στην αριστερή μεριά όσο και στη δεξιά της μεριά, τόσο μπροστά όσο και πίσω, σε συνδυασμό με την αποδοχή της να υποβληθεί σε αξονική εγκεφάλου με ακτινοβολία, καθιστά απίθανο το ενδεχόμενο η ίδια να προκάλεσε μόνη της τα εν λόγω τραύματα με ή χωρίς τη συνδρομή του συζύγου της. Για τον ίδιο λόγο η εν ΜΚ5 καθιστά απίθανο το ενδεχόμενο τα τραύματα να είχαν προκληθεί από γλίστρημα και πέσιμο της στο έδαφος. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης για τους κατηγορουμένους 1 και 2 ήταν ο χχχ Κουππάρης (ΜΥ1), κοινοτάρχης του χωριού Δρούσια για 28 χρόνια. Ο ίδιος δεν γνωρίζει οτιδήποτε για το επίδικο επεισόδιο. Αυτό που γνωρίζει ως κοινοτάρχης που ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και συνεχίζει να είναι μέχρι σήμερα, είναι ότι το ξενοδοχείο της παραπονούμενης και του συζύγου της δεν διαθέτει πολεοδομική άδεια για την ανέγερση του και λειτουργά παράνομα εξαιτίας διαφόρων παρανομιών που έγιναν κατά την ανέγερση του. Την ίδια στιγμή ο εν λόγω μάρτυρας αποκάλυψε ότι ο ΜΚ4 αποτάθηκε για να του δοθεί άδεια κατά παρέκκλιση με αποτέλεσμα του υποδειχτεί η ανάγκη εκπλήρωσης συγκεκριμένων όρων σε χρονικό διάστημα τριών ετών προκειμένου να δικαιούται στην εξασφάλιση της. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 απομένουν δύο χρόνια για να λήξει η πιο πάνω χρονική προθεσμία. Παράλληλα διευκρίνισε ότι το γήπεδο δεν αποτελεί μέρος της αίτησης κατά παρέκκλισης και ούτε γνωρίζει αν έχει εκδοθεί άδεια για τη χρήση του. Επιπλέον ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι για τις ισχυριζόμενες παράνομες ενέργειες του ΜΚ4 αναφορικά με το ξενοδοχείο του δεν έγινε οποιαδήποτε καταγγελία στην αστυνομία αλλά ούτε και ασκήθηκε οποιαδήποτε ποινική δίωξη εναντίον του από την Έπαρχο Πάφου. Τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης για τους κατηγορουμένους 1 και 2 ήταν ο χχχ Παϊσίου (ΜΥ2), υιός των κατηγορουμένων 1 και 2, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 12 ετών. Συνοψίζοντας τη μαρτυρία του ΜΥ2 σχετικά με το επίδικο επεισόδιο καταγράφεται η αναφορά του ότι ο ίδιος μαζί με τον αδελφό του και την αδελφή του ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα άλλων παιδιών να παίξουν ποδόσφαιρο στο επίμαχο γήπεδο. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα ένα από τα παιδιά που βρίσκονταν εκεί ήταν ο υιός της παραπονούμενης, ο οποίος της τηλεφώνησε ενημερώνοντας την για την παρουσία τους στο χώρο. Μετά πάροδο πέντε λεπτών περίπου έφθασε στο μέρος η παραπονούμενη με το όχημα της. Προσέγγισε τον εν λόγω μάρτυρα και αφού τον άρπαξε από το αριστερό αυτί απαιτούσε από αυτόν να απολογηθεί. Στη συνέχεια τον χαστούκισε δύο φορές στο αριστερό του μάγουλο. Ο εν λόγω μάρτυρας τρομοκρατήθηκε. Ακολούθως άρπαξε το χέρι του αδελφού του που ήταν δίπλα του και το έσφιγγε επίμονα. Ο αδελφός του φοβήθηκε και άρχισε να κλαίει. Όταν ένα από τα παιδιά είχε ανοίξει το κάγκελο της εισόδου του γηπέδου ο αδελφός του ΜΥ2 έτρεξε και βγήκε εκτός κλαίγοντας. Ένας εξάδελφος τους τηλεφώνησε την κατηγορούμενη 1 εξηγώντας της τι είχε συμβεί. Μετά πάροδο 2-3 λεπτών έφθασε στο μέρος η κατηγορούμενη 1 συνοδευόμενη από τον κατηγορούμενο
- Ήλθαν και οι κατηγορούμενοι 3 και 4, οι οποίοι όμως έμειναν στο δρόμο. Η κατηγορούμενη 1 ζήτησε εξηγήσεις από την παραπονούμενη και ενώ συζητούσαν η τελευταία άρπαξε το χέρι της μητέρας του και την έσπρωξε. Αμφότερες έπεσαν στο έδαφος και η παραπονούμενη κατάφερε να βρεθεί πάνω από την κατηγορούμενη
- Επενέβηκε ο κατηγορούμενος 2 και τράβηξε την κατηγορούμενη 1 με αποτέλεσμα να τη χωρίσει από την παραπονούμενη. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, το επίδικο επεισόδιο διαδραματίστηκε ένα λεπτό περίπου μετά που ο ίδιος και τα άλλα παιδιά είχαν εξέλθει από το γήπεδο. Με το γράμμα 'Α' επί του Τεκμηρίου 16
(3)προσδιόρισε το σημείο όπου το εν λόγω περιστατικό εκτυλίχτηκε. Καταλήγοντας ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι δεν είχε δει την κατηγορουμένη 1 να ασκεί βία στην παραπονούμενη. Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 4, όπως λέχθηκε προηγουμένως, προέβηκαν σε ένορκη μαρτυρία. Μέρος της μαρτυρία τους αποτέλεσαν οι γραπτές τους καταθέσεις στην αστυνομία (Τεκμήρια 10, 7 και 8 αντίστοιχα). Συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας της κατηγορουμένης 1 αναφέρει ότι στις 09.09.12 και περί ώρα 12:30 μ.μ. ενώ βρισκόταν με τους κατηγορουμένους 2 και 4 στην οικία του κατηγορουμένου 3 στο χωριό Δρούσια και σε απόσταση 50 μέτρα περίπου από το ξενοδοχείο της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος 3 δέχτηκε τηλεφώνημα από τον υιό του που έλεγε ότι στο επίμαχο γήπεδο γινόταν καβγάς. Αμέσως μετά η κατηγορούμενη 1 δέχτηκε τηλεφώνημα από το μεγαλύτερο υιό της που της είπε ότι η παραπονούμενη τους είχε κτυπήσει αφού πρώτα είχε πιάσει τον αδελφό του από το αυτί. Τότε η κατηγορούμενη 1 μετέβηκε στο χώρο του γηπέδου όπου αφού συνάντησε την παραπονούμενη της ζήτησε εξηγήσεις. Αντίκρισε τα παιδιά της που ήταν τρομοκρατημένα και έκλαιγαν. Μάλιστα με βάση έκθεση παιδοψυχολόγου ημερομηνίας 25.09.12 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15 εξαιτίας του επιδίκου περιστατικού η συναισθηματική κατάσταση του μικρότερου υιού της επηρεάστηκε δυσμενώς. Κατά το επίδικο επεισόδιο η κατηγορούμενη 1 συνοδευόταν από τους κατηγορουμένους 2 και 4. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη 1, η παραπονούμενη της άρπαξε το χέρι, τη δάγκωσε στο δάκτυλο, την άρπαξε από τα μαλλιά και την έσπρωξε στο έδαφος με αποτέλεσμα να κτυπήσει στον σπόνδυλο. Η παραπονούμενη βρέθηκε και αυτή στο έδαφος αλλά από πάνω της. Η κατηγορούμενη 1 αντέδρασε υπό το καθεστώς αυτοάμυνας. Οι κατηγορούμενοι 2 και 4 επενέβησαν και τις χώρισαν. Με το σημείο 'Χ' σημείωσε επί του Τεκμηρίου 16
(3)τη σκηνή που εκτυλίχτηκε το επίδικο περιστατικό. Επιστρέφοντας οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 είδαν τον κατηγορούμενο 3 να βρίσκεται στο δρόμο. Ακολούθως της ίδιας ημέρας η κατηγορούμενη 1 μετέβηκε στο νοσοκομείο Πόλυς Χρυσοχούς όπου εξετάστηκε από τον επί καθήκον ιατρό. Σχετική ιατρική αναφορά ημερομηνίας 28.09.12 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Παραπέμφθηκε για περαιτέρω εξετάσεις στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και μετέβηκε εκεί την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 10.09.
- Σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 04.10.12 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Μέσα από τη μαρτυρία της η κατηγορούμενη 1 αρνήθηκε ότι επιτέθηκε στην παραπονούμενη προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη καθώς και ότι την απείλησε ότι θα τη σκότωνε. Περίληψη της μαρτυρίας του κατηγορουμένου 2 περιλαμβάνει αναφορά του ότι στις 09.09.12 και περί ώρα 12:30 μ.μ. ενώ βρισκόταν στην οικία του πεθερού του (κατηγορουμένου 3) μαζί με τη σύζυγο του (κατηγορούμενη 1) και τον αδελφό της (κατηγορούμενο 4) ήλθε η θυγατέρα του και του είπε ότι η παραπονούμενη είχε κλείσει την είσοδο του επίμαχου γηπέδου και αφού άρπαξε τον αδελφό της Χρήστο (ΜΥ2) από το αυτί του ζητούσε να απολογηθεί για καβγά που είχε με τον υιό της πριν από ένα μήνα. Αμέσως έσπευσε στο μέρος η κατηγορούμενη 1 και την ακολούθησε ο ίδιος μαζί με τους κατηγορουμένους 3 και
- Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, το γήπεδο βρισκόταν σε ένα ανοικτό χωράφι δίπλα από το ξενοδοχείο της παραπονούμενης, χωρίς περίφραξη. Το χωράφι ανήκει σε άτομο που απεβίωσε και δεν κατοικούσε στη Δρούσια και κατόπιν επικοινωνίας που είχε με τους κληρονόμους την προηγούμενη δικάσιμο αυτό δεν είχε ενοικιαστεί αλλά ούτε παραχωρηθεί στην παραπονούμενη ή στο σύζυγο της (ΜΚ4). Οι κατηγορούμενοι μετέβηκαν στη σκηνή από το ανοικτό χωράφι. Εκεί αντίκρισαν τα παιδιά τους να είναι φοβισμένα και να κλαίνε. Σε κάποια στιγμή η κατηγορούμενη 1 και η παραπονούμενη βρέθηκαν στο έδαφος καβγαδίζοντας. Ο κατηγορούμενος 2 παρενέβη και τις χώρισε. Κοιτάζοντας τις έγχρωμες φωτογραφίες του Τεκμηρίου 16, ο εν λόγω κατηγορούμενος τις αναγνώρισε ως αυτές που ο ίδιος έλαβε στις 10.05.
- Επί του Τεκμηρίου 16
(3)σημείωσε το γράμμα 'Υ' ως το σημείο που εκτυλίχτηκε το επίδικο επεισόδιο. Όπως ο κατηγορούμενος 2 είπε, το γήπεδο διαμορφώθηκε μετά την κατασκευή του ξενοδοχείου και όπως και το ανοικτό χωράφι που χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης έτσι και το αυτό τυγχάνει εκμετάλλευσης από το ξενοδοχείο. Καταλήγοντας ο κατηγορούμενος 2 είπε ότι πήγαν στο χώρο επειδή ανησυχούσαν για την υγεία των παιδιών τους ενώ απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι η σύζυγος επιτέθηκε και κτύπησε την παραπονούμενη, παρά μόνο ότι αντέδρασε υπό το καθεστώς αυτοάμυνας. Συνοψίζοντας τη μαρτυρία του κατηγορουμένου 4 μπορεί να λεχθεί ότι στις 09.09.12 και περί ώρα 12:30 μ.μ. ενώ βρισκόταν στην οικία του πατέρα του (κατηγορουμένου 3) μαζί με την αδελφή του (κατηγορούμενη 1) και το σύζυγο της (κατηγορούμενο 2) ήλθε η αδελφότεκνη του και τους είπε ότι η παραπονούμενη είχε κτυπήσει τον υιό της κατηγορουμένης 1 (ΜΥ2). Αμέσως έτρεξαν προς το επίμαχο γήπεδο ο ίδιος, η κατηγορούμενη 1 και ο σύζυγος της. Σύμφωνα με τον εν λόγω κατηγορούμενο το γήπεδο ήταν περιφραγμένο και βρισκόταν σε ανοικτό χωράφι, του οποίου ιδιοκτήτης είναι άτομα που δεν κατοικούν πλέον στη Δρούσια και δεν έχουν συγγένεια με τον ΜΚ4, ο οποίος εκμεταλλεύεται το γήπεδο και το χωράφι χωρίς άδεια από τους κληρονόμους. Όταν η κατηγορούμενη 1 έφθασε στο χώρο άρχισε να συζητεί με την παραπονούμενη. Σε κάποια στιγμή βρέθηκαν στο έδαφος αλλά αμέσως παρενέβη ο ίδιος και ο κατηγορούμενος 2 και τις χώρισαν. Όπως ο εν λόγω κατηγορούμενος είπε, ο καβγάς διήρκεσε μόλις ένα λεπτό και αμφότερες γυναίκες είχαν απλώς εκδορές στα χέρια και στα πόδια. Επιστρέφοντας είδαν τον κατηγορούμενο 3 να βρίσκεται στο δρόμο. Σχετικά με τον κατηγορούμενο 3, όπως προαναφέρθηκε, άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Με βάση τη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 3) αυτό που σημειώνεται είναι ότι είχε ακούσει την παραπονούμενη και την κατηγορούμενη 1 να συζητούν επειδή τα παιδιά τους είχαν τσακωθεί αλλά ο ίδιος δεν βρισκόταν στη σκηνή του επεισοδίου αφού είχε παραμείνει στο δρόμο. Τελικές Αγορεύσεις: Η πλευρά των κατηγορουμένων 1 και 2 και η κατηγορούσα αρχή στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Από την άλλη οι κατηγορούμενοι 3 και 4 δεν επιθυμούσαν να αναφέρουν οτιδήποτε ως καταληκτικό τους σχόλιο. Συγκεκριμένα η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2 ευσεβάστως υπέβαλε ότι ενώπιον του δικαστηρίου δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέει του πελάτες με τα αδικήματα που τους καταλογίζουν ότι διέπραξαν. Αναφερόμενη στην κατηγορία της επίθεσης η εν λόγω συνήγορος είπε ότι η κατηγορούμενη 1 ενεργούσε υπό το καθεστώς άμυνας χωρίς να επιδεικνύει οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια εναντίον της παραπονούμενης. Σε ότι αφορά την κατηγορία της απειλής, η κυρία Παπασάββα είπε ότι από το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης δεν έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία του τρόμου και της ανησυχίας που έπρεπε να αισθανόταν η παραπονούμενη. Σχετικά με την κατηγορία της εισόδου σε ξένη περιουσία, η εν λόγω συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν έχει τεκμηριωθεί το συστατικό στοιχείο της κατοχής του χώρου που διαδραματίστηκε το επίδικο συμβάν από την παραπονούμενη καθώς επίσης το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης να διαπράξει ποινικό αδίκημα ή να ενοχλήσει αφού, όπως υποστήριξε, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 μετέβηκαν στο γήπεδο με σκοπό να σώσουν τα παιδιά τους από τα χέρια της παραπονούμενης. Με βάση αυτό το σκεπτικό η κυρία Παπασάββα ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση των πελατών του από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία ισχυρίστηκε ότι μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία έχουν αποδειχτεί όλες οι κατηγορίες του κατηγορητηρίου στον απαιτούμενο βαθμό. Η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως θεωρεί ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας είπαν την αλήθεια και γι' αυτό θα πρέπει να θεωρηθούν αξιόπιστοι. Ειδικότερα είναι η θέση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι η παραπονούμενη και ο σύζυγος της ήταν αυθόρμητοι και ειλικρινείς ενώ οι αστυνομικοί και η ιατρός ήταν αντικειμενικοί μάρτυρες, οι οποίοι εξήγησαν τις ενέργειες τους. Στη βάση αυτών η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχους όλους τους κατηγορουμένους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που καθορίστηκαν μέσα από τη νομολογία. Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των εμπλεκομένων ατόμων που πρωταγωνίστησαν στο επίδικο επεισόδιο, υπό το φως βέβαια και της ιατρικής μαρτυρίας της Δρ. Βιολίνα Πέτρου (ΜΚ5) καθώς και της γραπτής ιατρικής αναφοράς της (Τεκμήριο 12). Είναι μέσα από την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτών των προσώπων επικουρούμενη από την όποια επιστημονική μαρτυρία γίνει αποδεκτή που θα καθοριστεί το πλαίσιο των επίδικων γεγονότων. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ιδιαίτερα σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Η ΜΚ1 ήταν ένα από τα μέλη της αστυνομίας που συμμετείχαν στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Προέβηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από τους κατηγορουμένους. Εξ' ου και ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε γι' αυτές. Πέρα αυτού όμως, οι εν λόγω ενέργειες της εν λόγω αστυφύλακα συνοδεύονται από πραγματική μαρτυρία, η οποία πιστοποιεί την πραγματοποίηση τους. Παράλληλα, ως εμπλεκόμενη στη διερεύνηση της υπόθεσης, είναι άτομο που προσωπικά γνωρίζει πτυχές της, της οποίας η μαρτυρία επιβεβαιώνεται από μαρτυρίες άλλων ατόμων καθώς και από πραγματική μαρτυρία. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, η μαρτυρία της ΜΚ1 γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1 που αποτελεί μέρος αυτής. Ο ΜΚ2 ήταν ένας άλλος αστυνομικός που συμμετείχε ενεργά στην εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. Όπως και η συνάδελφος του, έτσι και αυτός, στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας υπόθεσης, πραγματοποίησε συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες παρέμειναν αναντίλεκτες. Ανεξάρτητα ωστόσο από τη μη αμφισβήτηση τους, υπάρχει και γι' αυτά πραγματική μαρτυρία που τα επιβεβαιώνει. Η αναντίλεκτη μορφή του συνόλου της μαρτυρίας του ΜΚ2 γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 6 που αποτελεί μέρος αυτής. Η παραπονούμενη (ΜΚ3), σε γενικές γραμμές, έκανε καλή εντύπωση στο δικαστήριο. Με ευθύτητα και σαφήνεια απαντούσε επί της ουσίας των διαφόρων ερωτήσεων που της υπεβλήθηκαν χωρίς τάση υπεκφυγής. Αναφορικά με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης, το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της στην αστυνομία που λήφθηκε αμέσως μετά το επίμαχο επεισόδιο (Τεκμήριο 5) ταυτίζεται με τη δια ζώσης μαρτυρία της. Η εκδοχή που παρουσίασε παρέμεινε σταθερή και συνεπής μέχρι το τέλος. Η παραπονούμενη περιέγραψε με λεπτομέρεια τα γεγονότα που περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής της γνώσης δίχως να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι σε επιμέρους ζητήματα που δεν τελούν υπό εξέταση και κατ' επέκταση δεν άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, η μαρτυρία της παραπονούμενης ήταν νεφελώδης. Επ' αυτού παρατηρήθηκε διάσταση μεταξύ του Τεκμηρίου 5 και της δια ζώσης μαρτυρία της. Τέτοια ζητήματα αφορούν το λόγο που ώθησε την παραπονούμενη να μεταβεί στο ποδοσφαιρικό γήπεδο, ποια ήταν η συμπεριφορά της απέναντι στα παιδιά των κατηγορουμένων 1 και 2 στο προαναφερόμενο γήπεδο και κατά πόσο γνώριζε ή όχι εξ' όψεως τους κατηγορουμένους και τα παιδιά τους. Ωστόσο πρόκειται για ζητήματα που δεν συνθέτουν την ουσία της υπόθεσης και για τα οποία το δικαστήριο δεν καλείται να εξετάσει και να αποφασίσει. Αυτά τα σημεία στη μαρτυρία της παραπονούμενης δεν είναι ικανά να προκαλέσουν ρήγμα στην αξιοπιστία της, υπό το φως σφαιρικής αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας της παραπονούμενης και δεδομένου της σταθερής και συνεπής στάσης της επί των ουσιωδών πτυχών της υπόθεσης. Εξυπακούεται ότι δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο. Σε ότι αφορά το επίμαχο περιστατικό, η παραπονούμενη ήταν παραστατική και επεξηγηματική. Η δε μαρτυρία της επί των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης ήταν σαφής και αταλάντευτη. Εν πάση περιπτώσει ότι υπήρξε θερμό επεισόδιο έντονης συζήτησης και διαμάχης με σωματική επαφή μεταξύ της παραπονούμενης και της κατηγορουμένης 1 στην παρουσία τουλάχιστο των κατηγορουμένων 2 και 4 ακριβώς έξω από την είσοδο του πιο πάνω ποδοσφαιρικού γηπέδου, αποτελεί κοινό έδαφος όλων των εμπλεκομένων μερών. Η περιγραφή της ως προς το πως εκτυλίχτηκε το επίμαχο επεισόδιο και τα κτυπήματα που επικαλείται ότι δέχτηκε υποστηρίζονται από ιατρική μαρτυρία, καταρρίπτοντας έτσι ως αναληθή τη θέση των κατηγορουμένων ότι η καταγγελία της παραπονούμενης εδράζεται πάνω σε κατασκευασμένη μαρτυρία καθοδηγούμενη από εκδικητικά κίνητρα λόγω επικαλούμενης βεντέτας των δύο οικογενειών. Επ' αυτού παραπέμπω στην ένορκη μαρτυρία της Δρ. Πέτρου (ΜΚ5) καθώς και στην ιατρική της αναφορά που ετοίμασε (Τεκμήριο 12). Τα πιο πάνω χαρακτηριστικά καθιστούν πειστικό το μέρος αυτό της μαρτυρίας της παραπονούμενης, παρέχοντας έτσι δυνατότητα για αποδοχή της. Ένα σημείο βέβαια από τη μαρτυρία της παραπονούμενης που δεν επιβεβαιώνεται είναι η τοποθέτηση της ως προς την περίοδο που επικαλέστηκε ότι νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Η παραπονούμενη ανάφερε ότι νοσηλεύτηκε για χρονικό διάστημα πέντε ημερών. Η εν λόγω αναφορά της όμως δεν συνοδεύεται από σχετικό έγγραφο του νοσοκομείου που να επιβεβαιώνει την περίοδο νοσηλείας της παραπονούμενης. Η ΜΚ5 δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επί του ζητήματος αυτού. Ούτε και σημειώνεται στο Τεκμήριο 12 η περίοδος παραμονής της παραπονούμενης στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Αυτό ασφαλώς που αβίαστα διαπιστώνεται από το Τεκμήριο 12 είναι η εισαγωγή της παραπονούμενης στο χειρουργικό θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου περί ώρα 17:30 της ίδιας ημέρας προκειμένου να τύχει ιατρικής παρακολούθησης εξαιτίας των τραυμάτων που έφερε, πράγμα που καταγράφεται, χωρίς όμως να διευκρινίζεται η διάρκεια εισαγωγή της στο εν λόγω ιατρικό κέντρο. Για το λόγο αυτό δεν αποδέχομαι την αναφορά αυτή της παραπονούμενης. Σε ότι αφορά την αναφορά της παραπονούμενης ότι χρειάστηκαν δύο χρόνια για να ανακτήσει τη ψυχολογική της ηρεμία, δέχομαι ότι εξαιτίας του επιδίκου επεισοδίου η παραπονούμενη αναστατώθηκε ψυχολογικά και η ψυχολογική της ηρεμία επανήλθε μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. Ωστόσο ελλείψει εξειδικευμένης επιστημονικής μαρτυρίας από ειδικό στο θέμα αυτό, δεν μπορώ να σχολιάσω περί βαθμού σοβαρότητας τέτοιας ψυχολογικής αναστάτωσης καθώς επίσης το ύψος του χρόνου που χρειάστηκε για να ανακτήσει η παραπονούμενη τη ψυχολογική ηρεμία της. Κατά προέκταση, δεν μπορώ να αποδεχτώ την αναφορά της παραπονούμενης ότι ανέκτησε τη ψυχολογική ηρεμία της μετά από δύο χρόνια. Ένα ζήτημα που αποτέλεσε σημείο τριβής μεταξύ των ενεχομένων πλευρών είναι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από το επίμαχο περιστατικό μέχρι το χρόνο άφιξης της παραπονούμενης στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Είναι η θέση των κατηγορουμένων ότι ο χρόνος των τεσσάρων περίπου ωρών που παρήλθε καταδεικνύει ότι η παραπονούμενη δεν υπέστη τα χτυπήματα που ισχυρίζεται. Η παραπονούμενη ήταν σαφής στη μαρτυρία της επί τούτου. Το επίδικο επεισόδιο διαδραματίστηκε περί το μεσημέρι της 09.09.
- Αμέσως μετά χρειάστηκε κάποιο χρονικό διάστημα για να συνέλθει η παραπονούμενη με τη βοήθεια του συζύγου της. Ακολούθησε καταγγελία της στην αστυνομία και λήψη κατάθεσης που όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 5 διήρκεσε μεταξύ των ωρών 14:25-14:
- Η παραπονούμενη αφίχθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και Επειγόντων Περιστατικών περί ώρα 15:53 της ίδιας ημέρας. Το ότι η παραπονούμενη επέλεξε πρώτα να δώσει κατάθεση στην αστυνομία που της ζητήθηκε και μετά να μεταβεί στο νοσοκομείο δεν διαγράφει τη φύση και το είδος των τραυμάτων που διαπίστωσε να υπέστη η ΜΚ5 μέσα από την κλινική εξέταση της. Συνεπώς η θέση αυτή των κατηγορουμένων απορρίπτεται ως αβάσιμη. Την ίδια στιγμή αποτελεί σχήμα οξύμωρο για τους κατηγορουμένους να ισχυρίζονται κάτι τέτοιο τη στιγμή που η κατηγορούμενη 1 προσήλθε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου και νοσηλεύτηκε την επομένη του επιδίκου περιστατικού. Στη βάση αυτών των δεδομένων, αποδέχομαι τη μαρτυρία της παραπονούμενης, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 5 που αποτελεί μέρος της, στο βαθμό και την έκταση που έχει προηγουμένως σχολιαστεί. Ο ΜΚ4 έκανε πολύ καλή εντύπωση στο δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε και αποκάλυψε όλα όσα περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του αντίληψης χωρίς τάση υπεκφυγής και δίχως υπερβολή. Ήταν απλός, αυθόρμητος και ουσιαστικός στις τοποθετήσεις του. Στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απαντούσε με ευθύτητα και σαφήνεια. Οι διάφορες αναφορές του διαπνέονται από θετικότητα και σιγουριά. Παρόλο ότι είναι σύζυγος της παραπονούμενης, εντούτοις δεν αισθάνθηκα ότι προσπάθησε να ευνοήσει την υπόθεση της ΜΚ
- Η μαρτυρία του περιορίστηκε σε θέματα μόνο που ο ίδιος είχε άμεση γνώση. Από την αρχή ξεκαθάρισε ότι δεν ήταν παρών στο επίδικο επεισόδιο. Μετέβηκε στη σκηνή όταν το επίμαχο περιστατικό είχε λήξει. Μάλιστα δήλωσε πως καθ' οδόν συνάντησε τους κατηγορουμένους στο δημόσιο δρόμο. Εκεί που δεν γνώριζε κάτι ή δεν είχε προσωπική αντίληψη του ζητήματος το έλεγε ευθαρσώς χωρίς να προβαίνει σε εικασίες. Όλα αυτά είναι δείγματα της ειλικρίνειας που χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο μάρτυρα. Η μαρτυρία του παρέμεινε σταθερή και συνεπής και είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν ανεπανόρθωτα το επίπεδο αξιοπιστίας του, το οποίο διατηρήθηκε ακλόνητα υψηλό μέχρι το τέλος. Ένα σημείο που δεν αποδέχομαι από τη μαρτυρία του ΜΚ4 είναι η αναφορά του ως προς την περίοδο νοσηλείας της παραπονούμενης στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Παραπέμπω στο λόγο που έχει σημειωθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Υπό το φως σφαιρικής προσέγγισης του συνόλου της μαρτυρίας του ΜΚ4 μέσα από την οποίαν αναδεικνύεται η θετική στάση του εν λόγω μάρτυρα, το πιο πάνω δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του ΜΚ
- Με γνώμονα τα πιο πάνω αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΚ
- Η ΜΚ5 ήταν η ιατρός που εξέτασε την παραπονούμενη στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όταν αυτή προσήλθε. Η εν λόγω ιατρός, της οποίας τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα, η επαγγελματική ιδιότητα αλλά και οι γνώσεις και η εμπειρία της στον τομέα άσκησης του λειτουργήματος της δεν αμφισβητήθηκαν από κανένα εμπλεκόμενο μέρος, δημιούργησε θετική εικόνα στο δικαστήριο. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη αφού επί της ουσίας της δεν αμφισβητήθηκε. Δηλαδή δεν αμφισβητήθηκε ότι ήταν η ιατρός που κλινικά εξέτασε την ΜΚ
- Ούτε αμφισβητήθηκε ο εντοπισμός τραυμάτων σε διάφορα μέρη του σώματος της παραπονούμενης. Επίσης δεν αμφισβητήθηκαν το είδος και η φύση των τραυμάτων που η ΜΚ5 διαπίστωσε μέσα από την κλινική εξέταση της παραπονούμενης. Παράλληλα η εν λόγω μάρτυρας έδωσε σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν περιοριζόμενη πάντοτε στον τομέα της ειδικότητας της. Μέσα από την κλινική εξέταση της παραπονούμενης που διεξήχθη από την ίδια, η εν λόγω μάρτυρας κατέληξε στα ιατρικά ευρήματα που προσωπικά διαπίστωσε και κατέγραψε στη σχετική ενυπόγραφη ιατρική αναφορά της (Τεκμήριο 12). Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφέρω τις πειστικές απαντήσεις της ΜΚ5 σε ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν μέσα από την αντεξέταση της κατά πόσο τα τραύματα που εντόπισε στην παραπονούμενη προκλήθηκαν είτε επειδή αυτή γλίστρησε από μόνη της και έπεσε στο έδαφος είτε να τα προκάλεσε η ίδια ή με τη βοήθεια του συζύγου της. Καθιστώντας απίθανο οποιοδήποτε από τα δύο αυτά ενδεχόμενα, η ΜΚ5 υποστήριξε τη θέση της στον εντοπισμό διαφόρων ειδών κτυπημάτων σε διάφορα μέρη του σώματος της παραπονούμενης τόσο στην αριστερή μεριά όσο και στη δεξιά της μεριά, τόσο μπροστά όσο και πίσω, σε συνδυασμό με την αποδοχή της να υποβληθεί σε αξονική εγκεφάλου με ακτινοβολία. Κατά τρόπο σαφή και πειστικό η εν λόγω ιατρός εξήγησε ότι η φύση και η ποικιλία των τραυμάτων που διαπιστώθηκαν σε διάφορα μέρη του σώματος και στα σημεία που εντοπίστηκαν παραπέμπουν σε κτυπήματα, τα οποία δεν προέρχονται από τυχαίο γλίστρημα αλλά ούτε και να έχουν προκληθεί σκόπιμα από την ίδια την παραπονούμενη και/ή με τη βοήθεια άλλου προσώπου. Το γεγονός ότι αποτελεί κοινό έδαφος των εμπλεκομένων μερών για την ύπαρξη θερμού επεισοδίου έντονης συζήτησης και διαμάχης με σωματική επαφή μεταξύ της παραπονούμενης και της κατηγορουμένης 1, το γεγονός ότι επίσης αποτελεί κοινό έδαφος των πλευρών ότι η παραπονούμενη κατά το περιστατικό βρέθηκε στο έδαφος, σε συνδυασμό με την απουσία θετικής μαρτυρίας που να καταρρίπτει την ιατρική μαρτυρία της ΜΚ5, είναι δεδομένα που δεν μπορούν παρά να καταστήσουν ορθές τις αναφορές της εν λόγω ιατρού που διατυπώθηκαν υπό την ιδιότητα του πραγματογνώμονα (επιστήμονα). Χωρίς να έχω οποιοδήποτε λόγο περί του αντιθέτου και δίχως να υπάρχει άλλη επιστημονική μαρτυρία που να την αντικρούει, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ5 στην ολότητα της, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 12 που αποτελεί μέρος της. Η κατηγορούμενη 1 έκανε φτωχή εντύπωση στο δικαστήριο. Η μαρτυρία της εν λόγω κατηγορουμένης είναι τρωτή σε καίρια σημεία της που άπτονται ουσιωδών ζητημάτων της υπόθεσης. Η εν λόγω κατηγορούμενη προσήλθε στο Δικαστήριο χωρίς σεβασμό στην αλήθεια. Ήταν έκδηλο ότι δεν ενδιαφερόταν να εξιστορήσει τα γεγονότα όπως πραγματικά εκτυλίχτηκαν αλλά να παρουσιάσει μία εικόνα ευνοϊκή για την υπόθεση της. Προς επίτευξη του σκοπού της δεν δίστασε να κατασκευάσει μαρτυρία, την οποίαν έθεσε εκ των υστέρων ως μέρος της εκδοχής της που παραπλανητικά εμπλουτίστηκε. Αυτό φαίνεται από τις σοβαρές διαστάσεις που εντοπίζονται μεταξύ της γραπτής κατάθεσης της στην αστυνομία την ημέρα του επιδίκου περιστατικού (Τεκμήριο 10) και της δια ζώσης μαρτυρίας της που δόθηκε σχεδόν έξι χρόνια μετά. Προέβαλε ισχυρισμούς που παρέμειναν εκτεθειμένοι στην αλήθεια μέσα από επιστημονική μαρτυρία. Η εκδοχή της που παρουσίασε στο δικαστήριο δεν ήταν σταθερή αλλά διαφοροποιόταν στην πορεία προκειμένου να καλύπτει τα κενά και τις αδυναμίες της. Μέρος δε της μαρτυρίας της συγκρούεται με μαρτυρία μάρτυρα υπεράσπισης που παρουσίασε στο δικαστήριο ισχυριζόμενη ότι ήταν παρών στο επίδικο περιστατικό. Τα πιο πάνω έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα την εικόνα της αξιοπιστίας της κατηγορουμένης 1 και κατ' επέκταση έχουν εκμηδενίσει την πειστικότητα της μαρτυρίας της. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφέρω ενδεικτικά τα εξής:
(1)Οι γραπτές τοποθετήσεις της κατηγορουμένης 1 στο Τεκμήριο 10 ότι η παραπονούμενη της δάγκωσε το χέρι, ότι την άρπαξε από τα μαλλιά και ότι την έσπρωξε συγκρούεται με τη μαρτυρία του ΜΥ2 που δεν αναφέρει ότι είχε συμβεί οποιοδήποτε από αυτά που η εν λόγω κατηγορούμενη επικαλέστηκε.
(2)Η γραπτή τοποθέτηση της κατηγορουμένης 1 στο Τεκμήριο 10 ότι ο κατηγορούμενος 3 ήλθε στο δρόμο με τη λήξη του επιδίκου επεισοδίου συγκρούεται με τη μαρτυρία του ΜΥ2 που είπε ότι ο κατηγορούμενος 3 βρισκόταν στο δρόμο από την αρχή.
(3)Ενώ στο Τεκμήριο 10 η κατηγορούμενη 1 ανάφερε ότι έλαβε τηλεφώνημα από τον υιό της που της είπε τι είχε συμβεί, στη δια ζώσης μαρτυρία της διαφοροποιήθηκε λέγοντας πως αυτός που τηλεφώνησε ήταν ο αδελφότεκνος της, δηλαδή ο υιός του κατηγορουμένου 4.
(4)Ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία της η κατηγορούμενη 1 είπε ότι η παραπονούμενη την είχε αρπάξει από τα μαλλιά και έπεσαν και οι δύο στο έδαφος, το Τεκμήριο 10 δεν αναφέρει κάτι τέτοιο.
(5)Η κατηγορούμενη 1 επικαλέστηκε αυτοάμυνα, ένας ισχυρισμός που, εκτός από το ότι είναι απογυμνωμένος από λεπτομέρειες που θα τον καθιστούσαν πειστικό, λόγω της φύσεως και του είδους των τραυμάτων της παραπονούμενης αλλά και της ιατρικής μαρτυρίας της ΜΚ5 είναι εκτεθειμένος στην αλήθεια.
(6)Οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης 1 στο Τεκμήριο 10 ότι η παραπονούμενη της είχε δαγκώσει το χέρι και την έσπρωξε με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να κτυπήσει τον σπόνδυλο της, παρέμειναν εκτεθειμένοι στην πραγματικότητα μέσα από το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών (Τεκμήρια 13 και 14) που η ίδια κατέθεσε στο δικαστήριο, τα οποία δεν διαπιστώνουν δαγκωματιά σε οποιοδήποτε χέρι αλλά ούτε και πληγή στον σπόνδυλο.
(7)Η αναφορά της κατηγορουμένης 1 έξι χρόνια μετά το επίδικο επεισόδιο για τραύματα σε άλλα μέρη του σώματος της αποτελεί κατασκευή μαρτυρίας από μέρους της με έντεχνο τρόπο προκειμένου η μαρτυρία της να συνάδει με το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών που προσκόμισε. Το γεγονός ότι στη γραπτή κατάθεση της (Τεκμήριο 10) που προηγήθηκε χρονικά της ετοιμασίας των ιατρικών πιστοποιητικών που παρουσίασε (Τεκμήρια 13 και 14) δεν αναφέρει τέτοια τραύματα στα μέρη του σώματος της που επικαλέστηκε, καταδεικνύει ότι οι εν λόγω αναφορές της στη δια ζώσης μαρτυρία της αποτελούν εκ των υστέρων εφευρήματα προκειμένου να ενισχύσει την εκδοχή της.
(8)Εγείρει σοβαρά ερωτηματικά το γεγονός ότι ενώ η κατηγορούμενη 1 ισχυρίστηκε δαγκωματιά στο χέρι και κτύπημα στον σπόνδυλο, το ιατρικό πιστοποιητικό του επί καθήκον ιατρού του νοσοκομείου Πόλεως Χρυσοχούς που προσήλθε στις 09.09.12 δεν διαπιστώνει δαγκωματιά ή κτύπημα στον σπόνδυλο αλλά καταγράφει κάκωση αριστερού αγκώνα, ενώ το ιατρικό πιστοποιητικό του τότε διευθυντή της χειρουργικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου στο οποίο κατέφυγε την επομένη του επιδίκου περιστατικού (ήτοι 10.09.12) δεν καταγράφει είτε δαγκωματιά είτε κτύπημα στον σπόνδυλο είτε κάκωση αριστερού αγκώνα αλλά καταγράφει διαφορετικά τραύματα σε διαφορετικά μέρη του σώματος της, όπως αιμάτωμα δεξιού αντιβραχίου και έγκαυμα δεξιού γόνατος. Συνοψίζοντας, σε αντίθεση με τα παράπονα της κατηγορουμένης 1, δύο ιατρικά πιστοποιητικά ως αποτέλεσμα δύο κλινικών εξετάσεων της από δύο διαφορετικούς ιατρούς με διαφορά μόνο 24 ωρών, αν όχι και λιγότερο, καταλήγουν σε διαφορετικά ιατρικά ευρήματα. Μπροστά σ' αυτές τις καίριες διαφορές που εντοπίζονται στα δύο ιατρικά πιστοποιητικά, η υπεράσπιση χωρίς να δώσει οποιαδήποτε δικαιολογία επέλεξε να μην παρουσιάσει τους αρμόδιους ιατρούς προκειμένου να δώσουν εξηγήσεις για τις μεταξύ τους διαφορές και να τεκμηριώσουν το περιεχόμενο τους μέσα από τη βάσανο της αντεξέτασης. Το δικαστήριο δεν μπορεί να εκλάβει δεδομένη την επιστημονική ορθότητα είτε του Τεκμηρίου 13 είτε του Τεκμηρίου
- Κάτω από αυτά τα δεδομένα το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 13 και 14 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Η κατηγορούμενη 1 ισχυρίστηκε ότι η καταγγελία της παραπονούμενης είναι κατασκευασμένη και υπεβλήθηκε για εκδικητικούς λόγους επικαλούμενη την ύπαρξη βεντέτας μεταξύ των οικογενειών τους. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που στερείται λογικής. Δεν αποκλείω το ενδεχόμενο τα μέλη των οικογενειών τους να μην διατηρούν τις καλύτερες σχέσεις μεταξύ τους αλλά το να προβεί σε μια τόσο ακραία πράξη που το μόνο που θα πετύχαινε θα ήταν να βρεθεί ενώπιον της δικαιοσύνης και μόνο ταλαιπωρία και αναστάτωση θα είχε, μόνο παράλογο είναι. Περαιτέρω η κατηγορούμενη 1 προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η παραπονούμενη συμπεριφέρθηκε απρεπώς και παράνομα στα παιδιά της προκαλώντας τους φόβο και ψυχολογική αναστάτωση. Ωστόσο δεν έχει τεθεί ενώπιων μου ότι για τη συμπεριφορά αυτή που αποδίδεται στην παραπονούμενη προωθήθηκε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον της. Η ανυπαρξία τέτοιας καταγγελίας εκμηδενίζει την πειστικότητα ενός τέτοιου ισχυρισμού και ότι άλλο συνεπάγεται από αυτόν. Ως αποτέλεσμα αυτού αποδίδω μηδενική βαρύτητα στο Τεκμήριο 15 που σχετίζεται με τον ισχυρισμό αυτό. Στη βάση των πιο πάνω δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της κατηγορουμένης 1, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 10 που αποτελεί μέρος της, ως αληθή και αξιόπιστη και ότι αυτή εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων. Η μαρτυρία του κατηγορουμένου 2 δεν είναι καθόλου διαφωτιστική για τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης αυτής. Το μόνο που καθίσταται αντιληπτό μέσα από τις τοποθετήσεις του μάρτυρα είναι η αναφορά του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος μετέβηκε στη σκηνή που εκτυλίχτηκε το επίμαχο επεισόδιο για το λόγο που επικαλέστηκε. Η παρουσία του στη σκηνή επιβεβαιώθηκε από την παραπονούμενη, η μαρτυρία της οποίας έγινε αποδεκτή από το δικαστήριο. Από εκεί και πέραν, οι διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ της γραπτής κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα η οποία λήφθηκε την ίδια ημέρα του επιδίκου επεισοδίου και της δια ζώσης μαρτυρίας του σε συνδυασμό με τη γενικότητα και αοριστία που χαρακτηρίζουν το περιεχόμενο του συνόλου της μαρτυρίας του είναι στοιχεία που δεν βοηθούν το δικαστήριο στο έργο του για την ανακάλυψη της αλήθειας. Για δικούς του λόγους δεν είπε όλα όσα γνώριζε τόσο στην αστυνομία τότε όσο και στο δικαστήριο αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο επεισόδιο. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφέρω τα εξής: Ενώ στη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 7) ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι ενημερώθηκε για τη συμπεριφορά της παραπονούμενης στους δύο υιούς του στο επίμαχο γήπεδο από τη θυγατέρα του όταν αυτή ήλθε στην οικία του κατηγορουμένου 3, στη δια ζώσης μαρτυρία του διαφοροποιήθηκε λέγοντας πως πληροφορήθηκαν για το εν λόγω γεγονός όταν ο υιός του κατηγορουμένου 4 τηλεφώνησε στον πατέρα του. Επίσης ενώ στη γραπτή κατάθεση του ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι μετέβηκε στη σκηνή ταυτόχρονα με τους υπόλοιπους κατηγορουμένους, στη δια ζώσης μαρτυρία του ελίχθηκε λέγοντας πως πρώτη στο χώρο του γηπέδου μετέβηκε η σύζυγος του και αργότερα έφθασε ο ίδιος μαζί με τους κατηγορουμένους 3 και
- Είναι γι' αυτό που στο Τεκμήριο 7 ο κατηγορούμενος 2 δηλώνει παρών στη συζήτηση που υπήρξε μεταξύ της κατηγορουμένης 1 και της παραπονούμενης μετά που η πρώτη ζήτησε εξηγήσεις από τη δεύτερη και ότι πάνω στη συζήτηση πιάστηκαν στα χέρια, ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία ο εν λόγω κατηγορούμενος διαφοροποιείται λέγοντας πως μέχρι να φθάσει στη σκηνή με τους κατηγορουμένους 3 και 4 αμφότερες γυναίκες ήταν ήδη στο έδαφος, καθιστώντας έτσι τον εαυτό του απών όταν ξεκίνησε το επίδικο επεισόδιο. Αυτό που ακόμη παρατηρείται μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του εν λόγω κατηγορουμένου, είναι ότι δεν αποκαλύπτεται το περιεχόμενο της θερμής συζήτησης που υπήρξε μεταξύ της κατηγορουμένης 1 και της παραπονούμενης καθώς και τι είδους χειρονομίες έκαναν. Επιπλέον δεν αναφέρεται τι ήταν εκείνο που ώθησε αμφότερες τις γυναίκες να έλθουν στα χέρια ενώ συζητούσαν. Ακόμη η μαρτυρία του κατηγορουμένου 2 περιέχει ισχυρισμό ότι η παραπονούμενη κτύπησε τη σύζυγο του, χωρίς όμως να παρέχονται λεπτομέρειες αυτών των ισχυριζόμενων κτυπημάτων, όπως πως και σε ποιο ή ποια σημεία του σώματος της κατηγορουμένης 1 επήλθαν αυτά τα επικαλούμενα κτυπήματα. Επιπροσθέτως, παρόλο ότι η μαρτυρία του κατηγορουμένου 2 δεν αναφέρει τέτοιες λεπτομέρειες κτυπημάτων και παρά το ότι αυτός αναφέρει ταχεία επέμβαση από μέρους του, εντούτοις δεν διστάζει να επικαλεστεί ότι η σύζυγος του ενέργησε υπό το καθεστώς αυτοάμυνας. Η δε αναφορά του για ταχεία επέμβαση και χωρισμό των δύο γυναικών από τον καβγά τους δεν συνάδει με το αποδεκτό περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 που διαπιστώνει διάφορα τραύματα της παραπονούμενης σε διάφορα μέρη του σώματος της. Στη βάση των πιο πάνω, με εξαίρεση το γεγονός που αποτελεί κοινό έδαφος του κατηγορουμένου 2 και της παραπονούμενης της μετάβασης του στη σκηνή του επεισοδίου κατά τον ουσιώδη χρόνο, για τους λόγους που έχω εξηγήσει δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του κατηγορουμένου 2, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 7 που αποτελεί μέρος της. Αξιολογώντας το Τεκμήριο 16, αποτελεί κοινό έδαφος όλων των μερών ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η εικόνα της κατάστασης του ποδοσφαιρικού γηπέδου ήταν αυτή του περιφραγμένου χώρου, με γρασίδι και με δική του μεταλλική είσοδο, όπως απεικονίζεται στις τέσσερις έγχρωμες φωτογραφίες που αποτελούν το εν λόγω τεκμήριο. Πέραν αυτού όμως δεν μπορεί να αντληθεί με ασφάλεια οποιαδήποτε άλλη πληροφορία αφού οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 16 έχουν ληφθεί τον Μάιο 2018 ενώ ο ουσιώδης χρόνος της υπόθεσης είναι ο Σεπτέμβριος
- Ο κατηγορούμενος 3, όπως ήδη λέχθηκε, επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Συνεπώς οι αναφορές του περιορίζονται σ' αυτές που καταγράφονται στη γραπτή ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 3). Μέσα από το Τεκμήριο 3 ο εν λόγω κατηγορούμενος αναφέρει ότι βρισκόταν σε σημείο που είναι ο δημόσιος δρόμος. Από που αντιλαμβάνομαι ότι εννοεί ο κατηγορούμενος 3 είναι ότι κατά το επίδικο επεισόδιο βρισκόταν στο δημόσιο δρόμο που εφάπτεται του τεμαχίου που χρησιμοποιείται ως μέρος χώρου στάθμευσης του ξενοδοχείου της παραπονούμενης, εντός του οποίου τεμαχίου είναι το επίμαχο γήπεδο αλλά και η σκηνή του επιδίκου επεισοδίου. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι η αναφορά αυτή του κατηγορουμένου 3 καταρρίπτεται από την αποδεκτή μαρτυρία της παραπονούμενης, με βάση την οποία επισημαίνεται ότι ο κατηγορούμενος 3 βρισκόταν σε σημείο κοντά της σκηνής που εκτυλίχτηκε το επίδικο επεισόδιο και συγκεκριμένα στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου εντός του ιδίου τεμαχίου όπου βρίσκεται το επίμαχο γήπεδο και κατ' επέκταση η σκηνή που διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό. Κατά συνέπεια δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορουμένου 3, όπως αυτή περιέχεται στο Τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος 4 δεν έκανε καλή εντύπωση στο δικαστήριο. Η μαρτυρία του είναι καθ' όλα γενική, αόριστη και με ουσιώδη κενά. Μελέτη του περιεχομένου της καθιστά αντιληπτό ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος γνωρίζει περισσότερο από όσα ανάφερε τόσο στη γραπτή ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 8) όσο και αργότερα δια ζώσης στο δικαστήριο. Για ευνόητους λόγους αποκάλυψε μόνο όσα έκρινε ότι θα ευνοούσαν την εκδοχή του αλλά και θα βοηθούσαν την υπόθεση των υπόλοιπων συγκατηγορουμένων του. Το μόνο που καθίσταται αντιληπτό μέσα από τις τοποθετήσεις του μάρτυρα είναι η αναφορά του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος μετέβηκε στη σκηνή που εκτυλίχτηκε το επίμαχο επεισόδιο για το λόγο που επικαλέστηκε. Η παρουσία του στη σκηνή επιβεβαιώθηκε από την παραπονούμενη, η μαρτυρία της οποίας έγινε αποδεκτή από το δικαστήριο. Συγκεκριμένα ενώ στη γραπτή ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 8) ο κατηγορούμενος 4 αναφέρει ότι ενημερώθηκε για τη συμπεριφορά της παραπονούμενης στους δύο υιούς των κατηγορουμένων 1 και 2 στο επίμαχο γήπεδο από τη θυγατέρα τους όταν αυτή ήλθε στην οικία του κατηγορουμένου 3, στη δια ζώσης μαρτυρία του διαφοροποιήθηκε εμπλέκοντας εκ των υστέρων στην ενημέρωση και τον δικό του υιό, για τον οποίον ο εν λόγω κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι του είχε τηλεφωνήσει. Είναι προφανές ότι ο μετέπειτα αυτός ελιγμός έγινε με στόχο να καλυφθούν αδυναμίες στη μαρτυρία της κατηγορουμένης 1 που είναι αδελφή του. Περαιτέρω ενώ στη γραπτή κατάθεση του ο κατηγορούμενος 4 αναφέρει ότι μετέβηκε στη σκηνή ταυτόχρονα με τους κατηγορουμένους 1 και 2, στη δια ζώσης μαρτυρία του ελίχθηκε λέγοντας πως πρώτη στο χώρο του γηπέδου μετέβηκε η αδελφή του και αργότερα έφθασε ο ίδιος μαζί με τον κατηγορούμενο
- Είναι γι' αυτό που στο Τεκμήριο 8 ο κατηγορούμενος 4 δηλώνει παρών από την αρχή της συζήτησης που είχε η κατηγορούμενη 1 με την παραπονούμενη μετά που η πρώτη ζήτησε εξηγήσεις από τη δεύτερη και ότι πάνω στη συζήτηση πιάστηκαν στα χέρια, ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία του ο εν λόγω κατηγορούμενος διαφοροποιείται λέγοντας πως μέχρι να φθάσει στη σκηνή με τον κατηγορούμενο 2 αμφότερες γυναίκες ήδη συζητούσαν, καθιστώντας έτσι τον εαυτό του απών όταν ξεκίνησε το επίδικο επεισόδιο. Ακόμη στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο κατηγορούμενος 4 ανάφερε ότι ενώ η κατηγορούμενη 1 συζητούσε με την παραπονούμενη πιάστηκαν στα χέρια. Ωστόσο απέφυγε να αναφέρει στο δικαστήριο τι ήταν εκείνο που ώθησε αμφότερες κατηγορούμενες να πιαστούν στα χέρια. Πρόκειται για ουσιώδες κενό στη μαρτυρία του εν λόγω κατηγορουμένου. Ένα άλλο κενό στη μαρτυρία του εν λόγω κατηγορουμένου είναι η παράλειψη του να αναφέρει στο δικαστήριο τι ακριβώς συζητούσαν σε έντονο τόνο και ύφος οι δύο γυναίκες. Επίσης ο κατηγορούμενος 4 ισχυρίστηκε ότι μισό λεπτό περίπου μετά που αμφότερες γυναίκες έπεσαν στο έδαφος, ο ίδιος μαζί με τον κατηγορούμενο 2 επενέβησαν και τις χώρισαν. Γι' αυτό πρόσεξε μόνο γδαρσίματα στα χέρια και στα πόδια των εν λόγω γυναικών. Με κάθε σεβασμό στον κατηγορούμενο 4, η αναφορά του αυτή στερείται πειστικότητας. Το ιατρικό πιστοποιητικό της ΜΚ5 καταγράφει διάφορα τραύματα σε διάφορα μέρη του σώματος της παραπονούμενης, ανάμεσα στα οποία αιμάτωμα στη δεξιά ινιακή περιοχή του κεφαλιού της, εκδορές στο μέτωπο, εκδορές στη δεξιά και αριστερή κροταφική περιοχή, εκδορές στη πλάτη, οίδημα (φούσκωμα) στον αριστερό αγκώνα, οίδημα στην ποδοκνημική άρθρωση καθώς και κτύπημα στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Συνεπώς δεν πρόκειται για απλά εκδορές στα χέρια και στα πόδια. Την ίδια στιγμή ο αριθμός και η ποικιλομορφία των τραυμάτων σε διάφορα μέρη του σώματος της παραπονούμενης, καθιστά αντιληπτό ότι η όποια τυχόν επέμβαση των κατηγορουμένων 2 και 4 δεν έγινε άμεσα αλλά μετά από κάποιο χρονικό διάστημα που παρήλθε. Επομένως προκύπτει ότι η παραπονούμενη έχει δίκαιο που ισχυρίζεται ότι το επεισόδιο διήρκησε 10-15 λεπτά. Στο μεσοδιάστημα η πάλη των δύο γυναικών στο έδαφος συνεχιζόταν με την ανοχή των κατηγορουμένων 2 και 4, οι οποίοι απλά παρακολουθούσαν. Σχετικά με την αναφορά του εν λόγω κατηγορουμένου ότι ο κατηγορούμενος 3 ήλθε στο δρόμο όταν είχε λήξει το επίδικο επεισόδιο και αποχωρούσαν, έρχεται σε αντίθεση με την τοποθέτηση του ιδίου του κατηγορουμένου 3 που χρονικά εμφανίζει τον εαυτό του πριν τη λήξη του περιστατικού αφού επικαλείται ότι άκουγε φωνές των εμπλεκομένων. Παράλληλα η εν λόγω αναφορά του κατηγορουμένου 4 έρχεται σε αντίθεση με την αποδεκτή μαρτυρία της παραπονούμενης που προσωπικά αντιλήφθηκε την παρουσία του κατηγορουμένου 3 στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου εντός του ιδίου τεμαχίου όπου βρίσκεται το επίμαχο γήπεδο και κατ' επέκταση η σκηνή που εκτυλίχτηκε το επίδικο επεισόδιο, πριν από τη λήξη του περιστατικού. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεδομένα, η αξιοπιστία του εν λόγω κατηγορουμένου έχει πληγεί ανεπανόρθωτα και η πειστικότητα της μαρτυρίας του έχει εκμηδενιστεί. Ως εκ τούτου, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορουμένου 4, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 8 που αποτελεί μέρος της, ως αληθή και αξιόπιστη και ότι αυτή πρεσβεύει τα γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Η μαρτυρία του ΜΥ1 ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Το περιεχόμενο των αναφορών του εν λόγω μάρτυρα σε συνδυασμό με τον τρόπο που απαντούσε καθιστά σαφές ότι το άτομο αυτό δεν γνωρίζει οτιδήποτε που να αφορά την υπόθεση αυτή. Συνεπώς αποδίδω μηδενική βαρύτητα στην μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα. Ο ΜΥ2 ήταν ένας μάρτυρας που προσήλθε στο δικαστήριο εκφράζοντας παράπονο μετά από έξι χρόνια εναντίον της παραπονούμενης για ένα περιστατικό που επικαλέστηκε ότι συνέβηκε αμέσως πριν από το επίμαχο επεισόδιο, για το οποίο σε όλο αυτό το μεσοδιάστημα που παρήλθε ουδεμία καταγγελία είχε υποβληθεί στην αστυνομία. Τουλάχιστο ενώπιον του δικαστηρίου δεν έχει λεχθεί ότι προωθήθηκε μία τέτοια καταγγελία στην αστυνομία από μέρους των κατηγορουμένων 1 και 2 που είναι οι γονείς του μάρτυρα, οποίος τότε ήταν ανήλικος. Παράλληλα εμφανίστηκε ως άτομο που ήταν παρών όταν διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό, πλην όμως η μαρτυρία του, εκτός από το ότι περιέχει κενά που εγείρουν ερωτηματικά, συγκρούεται με τις μαρτυρίες των κατηγορουμένων που επίσης ήταν παρόντες στη σκηνή που εκτυλίχτηκε το επίμαχο επεισόδιο. Αυτά είναι στοιχεία που δεν μου επιτρέπουν να στηριχτώ στην μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα προκειμένου να αντληθούν από αυτή οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα. Είναι προφανές ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας επιστρατεύτηκε με σκοπό να δημιουργήσει εντυπώσεις που θα βοηθούσαν τις εκδοχές των γονιών του, τον θείο του που είναι ο κατηγορούμενος 4 και τον παππού του που είναι ο κατηγορούμενος
- Ως εκ τούτου, αποδίδω μηδενική βαρύτητα στη μαρτυρία του ΜΥ
- Τα πιο κάτω είναι ενδεικτικά των όσων έχω αναφέρει. Μέσα από την ένορκη μαρτυρία του ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι η κατηγορούμενη 1 ζήτησε εξηγήσεις από την παραπονούμενη ως προς τη συμπεριφορά που της αποδίδει ότι είχε απέναντι στα παιδιά της. Αν και ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι ήταν παρών όταν διαδραματίστηκε το επίμαχο επεισόδιο δεν ανάφερε ποιος ακριβώς ήταν ο λόγος που ώθησε την παραπονούμενη να επιτεθεί, ως ισχυρίζεται, στη μητέρα του τη στιγμή που απλά διεξαγόταν συζήτηση μεταξύ τους. Η δε αναφορά του εν λόγω μάρτυρα ότι η παραπονούμενη είχε πιάσει την κατηγορούμενη 1 από το χέρι και την έσπρωξε συγκρούεται με την αναφορά της μητέρας του στη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 10), στην οποία είχε πει ότι η ίδια είχε προτάξει το μεσαίο της δάχτυλο από θυμό και ότι η παραπονούμενη το άρπαξε και το δάγκωσε, καθώς ακόμη συγκρούεται με τη δια ζώσης μαρτυρία της κατηγορουμένης 1 που είχε πει ότι η παραπονούμενη την είχε σπρώξει χωρίς να αναφέρει ότι της είχε αρπάξει το χέρι της. Επίσης η αναφορά του εν λόγω μάρτυρα στη δια ζώσης μαρτυρία του ότι τόσο η κατηγορούμενη 1 όσο και η μητέρα του έπεσαν στο έδαφος και ότι η παραπονούμενη βρέθηκε από πάνω από τη μητέρα του συγκρούεται με τη γραπτή κατάθεση της κατηγορουμένης 1 που λήφθηκε την ίδια ημέρα του επιδίκου επεισοδίου (Τεκμήριο 10), στην οποίαν δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο. Επιπλέον με βάση τα λεγόμενα του μάρτυρα ότι η παραπονούμενη βρισκόταν πάνω από την κατηγορούμενη 1 όταν αμφότερες ήταν στο έδαφος, η αναφορά του ΜΥ2 ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε τραβήξει τη σύζυγο του για να τη χωρίσει από τον καβγά της με την παραπονούμενη, στερείται λογικής. Περαιτέρω η αναφορά του μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος 3 παρέμεινε στο δρόμο έρχεται σε αντίθεση με αναφορά του ιδίου αλλά την ίδια στιγμή συγκρούεται και με αντίστοιχη δήλωση της κατηγορουμένης 1 μέσα από τη δια ζώσης μαρτυρία της. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Η παραπονούμενη μαζί με το σύζυγο της διαθέτουν ξενοδοχειακή μονάδα 24 κλινών στην κοινότητα Δρούσεια της επαρχίας Πάφου. Μπροστά από το ξενοδοχείο υπάρχει ανοικτός χώρος στάθμευσης για οχήματα από άτομα με προβλήματα αναπηρίας, ο οποίος εφάπτεται του δημοσίου δρόμου. Τα υπόλοιπα οχήματα των πελατών του ξενοδοχείου σταθμεύουν σε διπλανό χωράφι που κατέχει και διαχειρίζεται για αρκετά χρόνια η παραπονούμενη μαζί με το σύζυγο της. Στα πλαίσια διαχείρισης του χωραφιού, το εν λόγω τεμάχιο διαμορφώθηκε με έξοδα των ΜΚ3 και ΜΚ4 έτσι ώστε μέρος του να χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης από τους πελάτες του ξενοδοχείου με περίφραξη εκτός από το σημείο εισόδου που είναι ανοικτό, μέρος του έγινε κήπος με πλακόστρωτο, μέρος του έγινε παιδικός χώρος και μέρος του μετατράπηκε σε περιφραγμένο ποδοσφαιρικό γήπεδο με γρασίδι και με δική του μεταλλική είσοδο, το οποίο χρησιμοποιείται από πελάτες του ξενοδοχείου και όχι μόνο. Στις 09.09.12 αριθμός 20-25 παιδιών, ανάμεσα στα οποία το παιδί της παραπονούμενης, τα τρία παιδιά των κατηγορουμένων 1 και 2 και το παιδί του κατηγορουμένου 4, χρησιμοποιούσαν το πιο πάνω γήπεδο. Επειδή δύο εβδομάδες προηγουμένως τα παιδιά των κατηγορουμένων 1 και 2 είχαν επιτεθεί και κτυπήσει το δικό της παιδί, η παραπονούμενη πήγε στο γήπεδο τη στιγμή που όλα τα παιδιά έπαιζαν και προσέγγισε τα παιδιά των κατηγορουμένων 1 και
- Σε κάποια στιγμή εμφανίστηκε στο μέρος η κατηγορούμενη 1 και πίσω της ήταν οι κατηγορούμενοι 2 και
- Ο δε κατηγορούμενος 3 βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου εντός του ιδίου τεμαχίου όπου βρίσκεται το επίμαχο γήπεδο και κατ' επέκταση στη σκηνή που εκτυλίχτηκε το επίδικο επεισόδιο. Η κατηγορούμενη 1 ήλθε προς το μέρος της παραπονούμενης φωνάζοντας μεγαλοφώνως 'καρτάνα, πουτάνα που σε κουβάλησε στο χωρκό μας' και 'Θα σε σκοτώσω'. Η κατηγορούμενη 1 προσέγγισε την παραπονούμενη όταν αυτή βρισκόταν έξω από το γήπεδο παρά την είσοδο του. Είχαν έντονη αντιπαράθεση. Η κατηγορούμενη 1 κλώτσησε την παραπονούμενη στην κοιλιά, την χτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματος της, την έριξε στο έδαφος, την τράβηξε από τα μαλλιά και χτύπησε το κεφάλι της στο πλακόστρωτο που υπήρχε μεταξύ της εισόδου του ξενοδοχείου και της εισόδου του γηπέδου. Το επίδικο επεισόδιο διαδραματίστηκε περί το μεσημέρι της ίδιας ημέρας και διήρκησε 10-15 λεπτά με την ανοχή των κατηγορουμένων 2 και
- Το σημείο όπου διαδραματίστηκε το επίδικο επεισόδιο απεικονίζεται μέσα από τις έγχρωμες φωτογραφίες που συνθέτουν το Τεκμήριο
- Τη στιγμή του επεισοδίου οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 ήταν θεατές ενώ ο σύζυγος της παραπονούμενης απουσίαζε. Μετά από τα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος 4 έπιασε την κατηγορούμενη 2 από το χέρι και όλοι οι κατηγορούμενοι απομακρύνθηκαν από το χώρο. Στη συνέχεια ενημερώθηκε ο σύζυγος της παραπονούμενης (ΜΚ4), ο οποίος ήλθε στο χώρο μετά που το επεισόδιο είχε λήξει. Καθ' οδόν προς τη σκηνή ο ΜΚ4 συνάντησε όλους τους κατηγορουμένους στο δημόσιο δρόμο. Επίσης ο ΜΚ4 εντόπισε τη σύζυγο του να έχει μώλωπες και να βρίσκεται σε κατάσταση σοκ και έχοντας παράπονο για κτύπημα στο κεφάλι. Ο ΜΚ4 περιποιήθηκε τη σύζυγο του και αφού την ηρέμησε ειδοποίησε την αστυνομία προς την οποίαν υπεβλήθηκε καταγγελία εναντίον των κατηγορουμένων. Ευθύς μέλη της αστυνομίας μετέβηκαν στη σκηνή και αφού η παραπονούμενη έδωσε γραπτή κατάθεση εκεί μεταξύ των ωρών 14:25-14:55 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου από το σύζυγο της, όπου εκεί αφού αφίχθηκε περί ώρα 15:53 της ίδιας ημέρας έτυχε κλινικής εξέτασης από την ΜΚ
- Μέσα από την κλινική εξέταση της παραπονούμενης, η ΜΚ5 διαπίστωσε αιμάτωμα στη δεξιά ινιακή περιοχή του κεφαλιού της, εκδορές στο μέτωπο, εκδορές στη δεξιά και αριστερή κροταφική περιοχή, εκδορές στη πλάτη, οίδημα (φούσκωμα) στον αριστερό αγκώνα, εκδορές και οίδημα στην ποδοκνημική άρθρωση καθώς και πόνο στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Η εν λόγω μάρτυρας κατέγραψε τα ιατρικά της ευρήματα και γενικότερα την κλινική εικόνα της παραπονούμενης όταν την εξέτασε σε σχετικό ιατρικό έντυπο (Τεκμήριο 12). Ακολούθως η παραπονούμενη υπεβλήθηκε σε αξονική εγκεφάλου καθώς σε ακτινογραφίες θώρακος, αυχενικής μοίρας σπονδύλου, κεφαλής και ρινός (μύτης). Στη συνέχεια περί ώρα 17:30 της ίδιας ημέρας η παραπονούμενη εισήχθηκε στο χειρουργικό θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου για ιατρική παρακολούθηση. Εκτός από τα τραύματα που υπέστη, εξαιτίας του επιδίκου επεισοδίου η παραπονούμενη αναστατώθηκε ψυχολογικά. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα η ψυχολογική ηρεμία της παραπονούμενης επανήλθε. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης η ΜΚ1 στις 09.09.12 προέβηκε στις πιο κάτω ενέργειες: (α) Μετέβηκε στο χωριό Δρούσια και έλαβε γραπτή κατάθεση από την παραπονούμενη (Τεκμήριο 5). (β) Κατά την μετάβαση της στη σκηνή που διαδραματίστηκε το επίδικο επεισόδιο, η ΜΚ1 διαπίστωσε προσωπικά ότι το επίμαχο ποδοσφαιρικό γήπεδο ήταν περιφραγμένο ενώ δίπλα από αυτό υπήρχε χώρος στάθμευσης και μετά υπήρχε δρόμος, πράγμα που επιβεβαιώνεται από τις μαρτυρίες των ΜΚ3 και ΜΚ
- (γ) Την ίδια ημέρα η ΜΚ1 έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3 (Τεκμήριο 3). (δ) Ακόμη την ίδια ημέρα η ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τους κατηγορουμένους 2 και 3 (Τεκμήρια 2 και 4). Παράλληλα στα πλαίσια εξέτασης της υπόθεσης ο ΜΚ2 προέβηκε στις πιο κάτω πράξεις: (α) Στις 09.09.12 συνέλαβε τους κατηγορουμένους 1 μέχρι
- (β) Αργότερα της ίδιας ημέρας έλαβε γραπτές ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορουμένους 2 και 4 (Τεκμήρια 7 και 8). (γ) Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 4 (Τεκμήριο 9). (δ) Στις 10.09.12 μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου εκεί έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 1 (Τεκμήριο 10). (ε) Αμέσως μετά κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη 1 (Τεκμήριο 11). Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί όλοι οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για τη διάπραξη του αδικήματος της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, τον εκφοβισμό και την πρόκληση, με την παρουσία τους, ενόχλησης στην παραπονούμενη που είναι η κάτοχος της. Με το ζήτημα αυτό πραγματεύεται το άρθρο 280 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, οι πρόνοιες του οποίου, όπως ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, αναφέρουν τα εξής: "Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) οι κατηγορούμενοι 1-4 εισέρχονται σε περιουσία που βρίσκεται στην κατοχή της παραπονούμενης, (β) με σκοπό να διαπράξουν ποινικό αδίκημα ή (γ) για να εκφοβίσουν ή εξυβρίσουν ή ενοχλήσουν την παραπονούμενη ή (δ) όταν οι κατηγορούμενοι 1-4 εισέρχονται νόμιμα σε περιουσία που τελεί υπό την κατοχή της παραπονούμενης και (ε) παραμένουν παράνομα (στ) με σκοπό να διαπράξουν ποινικό αδίκημα ή (ζ) για να εκφοβίσουν ή εξυβρίσουν ή ενοχλήσουν την παραπονούμενη. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493 λέχθηκε ότι το άρθρο 280 του Κεφ.154 ουσιαστικά στοιχειοθετεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται στην είσοδο ή παραμονή προσώπου σε υποστατικό με σκοπό την εξύβριση, εκφοβισμό, όχληση ή διάπραξη ποινικού αδικήματος. Η εν λόγω νομοθεσία καθιστά σαφές ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης διαπράττεται ανεξαρτήτως αν ο παραβάτης εισέρχεται μεν νομίμως στην περιουσία αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στην εν λόγω περιουσία με πρόθεση εξ' αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο
- Συνεπώς οι πρόνοιες του άρθρου προσεγγίζονται ενιαία και δεν διαχωρίζονται σε ξεχωριστά μέρη. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης η παραπονούμενη μαζί με το σύζυγο της (ΜΚ4) διαχειρίζονταν για τις ανάγκες της επιχείρησης τους το τεμάχιο εντός του οποίου βρισκόταν το επίμαχο ποδοσφαιρικό γήπεδο και κατ' επέκταση ο χώρος που διαδραματίστηκε το επίδικο επεισόδιο. Το ότι το εν λόγω τεμάχιο τυγχάνει κατοχής και διαχείρισης από την παραπονούμενη και τον ΜΚ4 για μεγάλο χρονικό διάστημα αποτελεί κοινό έδαφος όλων των εμπλεκομένων μερών. Επίσης αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι το εν λόγω τεμάχιο διαμορφώθηκε με έξοδα των ΜΚ3 και ΜΚ4 έτσι ώστε μέρος του να χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης από τους πελάτες του ξενοδοχείου με περίφραξη εκτός από το σημείο εισόδου που είναι ανοικτό, μέρος του έγινε κήπος με πλακόστρωτο, μέρος του έγινε παιδικός χώρος και μέρος του μετατράπηκε σε περιφραγμένο ποδοσφαιρικό γήπεδο με γρασίδι και με δική του μεταλλική είσοδο, το οποίο χρησιμοποιείται από πελάτες του ξενοδοχείου και όχι μόνο. Εν πάση περιπτώσει, οι κατηγορούμενοι δεν έχουν αμφισβητήσει ότι η παραπονούμενη μαζί με το σύζυγο της έχουν διαμορφώσει το εν λόγω τεμάχιο στα πλαίσια εκμετάλλευσης του. Αυτά τα δεδομένα καταδεικνύουν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης το συγκεκριμένο χωράφι βρισκόταν υπό την κατοχή και διαχείριση της παραπονούμενης και του συζύγου της. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι η παραπονούμενη παράνομα κατείχε και διαχειριζόταν το εν λόγω τεμάχιο. Οι περί του αντιθέτου μαρτυρίες της παραπονούμενης και του ΜΚ4 ότι υπήρχε προφορική συνεννόηση με τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη προτού αυτός αποβιώσει, ότι το κατείχε και διαχειριζόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα και ότι επένδυσε στη διαχείριση του με τη διαμόρφωση του χώρου με δικά της έξοδα όπως αυτή ενισχύθηκε από τη μαρτυρία του ΜΚ4, έγιναν αποδεκτές από το δικαστήριο. Από την άλλη οι κατηγορούμενοι ουδεμία θετική μαρτυρία παρουσίασαν για να καταρρίψουν τη μαρτυρία της παραπονούμενης στο θέμα αυτό. Η αναφορά τους σε παράνομη κατοχή του χώρου από την παραπονούμενη περιορίστηκε σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που στερούνται υποστηριχτικού υποβάθρου, οι οποίοι δεν έγιναν δεχτοί από το δικαστήριο. Το βέβαιο είναι και προς τούτο συμφωνούν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη της υπόθεσης ότι οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 εισήλθαν σε περιουσία που δεν τους ανήκει. Παράλληλα αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι στο ίδιο τεμάχιο εισήλθε και ο κατηγορούμενος 3, στον οποίον επίσης δεν ανήκει η εν λόγω ακίνητη περιουσία. Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι αν η ενέργεια των κατηγορουμένων να εισέλθουν στην επίμαχη ακίνητη περιουσία που τελούσε υπό την κατοχή της παραπονούμενης έγινε για να διαπραχτεί ποινικό αδίκημα εις βάρος της και/ή για ενοχληθεί. Από τα ευρήματα του δικαστηρίου προκύπτει ότι οι σχέσεις της οικογένειας της παραπονούμενης και των κατηγορουμένων δεν ήταν οι καλύτερες. Αυτό καθιστά αντιληπτό ότι οι κατηγορούμενοι ήταν ανεπιθύμητοι στην περιουσία που τελούσε υπό την κατοχή της παραπονούμενης. Δεν αμφιβάλλω ότι οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 μόλις ενημερώθηκαν για το περιστατικό εντός του γηπέδου, ανησύχησαν, ως γονείς που είναι, για την υγεία των παιδιών τους. Λογικό και συνάμα φυσιολογικό ήταν να τρέξουν προς αυτά. Ωστόσο η αγωνία τους αμέσως στην πορεία μετατράπηκε σε θυμό και αγανάκτηση εναντίον της παραπονούμενης θεωρώντας την υπεύθυνη για τη συμπεριφορά που της είχαν χρεώσει ότι επέδειξε εις βάρος των παιδιών τους. Εξ' ου και δεν μπήκαν καν στον κόπο να διερευνήσουν τι ακριβώς έγινε ρωτώντας είτε την παραπονούμενη είτε άλλα παιδιά που ήταν εκεί. Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 θεώρησαν ως δεδομένα αυτά που τους λέχθηκαν από τα παιδιά τους. Εξέλαβαν ορθά αυτά που τέθηκαν ενώπιον τους και δεν ενδιαφέρονταν να μάθουν αν σ' αυτά υπήρχε στοιχείο υπερβολής ή αν υπήρχαν οτιδήποτε που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα ή άλλα στοιχεία που δεν γνώριζαν. Επίσης έκριναν ότι δεν χρειαζόταν να υποβληθεί καταγγελία στην αστυνομία. Εισήλθαν στην επίμαχη περιουσία χωρίς να εξασφαλίσουν άδεια γι' αυτό τη στιγμή που γνώριζαν ότι θα συναντούσαν την παραπονούμενη εκεί. Ευθύς η κατηγορούμενη 1 μόλις εισήλθε εντός του πιο πάνω τεμαχίου φώναζε μεγαλοφώνως στην παραπονούμενη από την οποίαν ζητούσε εξηγήσεις και με την οποίαν δεν περιορίστηκε σε λεκτική αντιπαράθεση αλλά αμέσως στη συνέχεια ήλθε στα χέρια. Είχε έλθει προετοιμασμένη για καβγά. Οι δε κατηγορούμενοι 2 και 4 ήλθαν έτοιμοι για να υποστηρίξουν και/να συμμετάσχουν σε καβγά. Παρακολουθούσαν ως θεατές την πάλη της κατηγορουμένης 1 με την παραπονούμενη από κοντά, δείχνοντας έτσι με τη στάση τους ανοχή και έμπρακτη υποστήριξη στην κατάσταση που εκτυλίχτηκε και διήρκησε περίπου 10-15 λεπτά αισθανόμενοι ικανοποίηση από το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1 κτυπούσε την παραπονούμενη. Τα προαναφερόμενα αποτελούν στοιχεία που αναπόδραστα με οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη 1 εισήλθε στην περιουσία που κατείχε η παραπονούμενη με σκοπό να διαπράξει ποινικό αδίκημα, πράγμα που έκανε στη συνέχεια. Παράλληλα οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι όταν οι κατηγορούμενοι 2 και 4 εισέρχονταν στο συγκεκριμένο χώρο γνώριζαν ότι η παρουσία τους θα ενοχλούσε την παραπονούμενη. Αντίθετα ο κατηγορούμενος 3, μπορεί να εισήλθε και αυτός στο επίδικο τεμάχιο χωρίς άδεια αλλά δεν συμμετείχε ή καθ' οιονδήποτε τρόπο υποστήριζε τον καβγά, όπως έπραξαν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι. Βρισκόταν σε διαφορετικό σημείο και δεν ακολούθησε τους άλλους κατηγορουμένους. Αυτό που εισπράττω από τη στάση του κατηγορουμένου 3 είναι ότι δεν εισήλθε στο συγκεκριμένο τεμάχιο έχοντας σκοπό να διαπράξει ποινικό αδίκημα ή να εκφοβίσει ή να εξυβρίσει ή να ενοχλήσει την παραπονούμενη. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται σωρευτική ικανοποίηση όλων των απαιτουμένων συστατικών στοιχείων του εν λόγω αδικήματος αναφορικά με τους κατηγορουμένους 1, 2 και
- Αντίθετα διαπιστώνω ότι δεν πληρούνται σωρευτικά τα εν λόγω συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού σχετικά με τον κατηγορούμενο
- Περαιτέρω η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι επιτέθηκε εναντίον της παραπονούμενης προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 243 του Κεφ.154, το οποίο ρητά προνοεί κατά λέξη τα εξής: "Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Μελέτη των προνοιών του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Η κατηγορούμενη 1 να επιτεθεί στην παραπονούμενη και (β) να της προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη. Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Η δε πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης συντελείται με τη δημιουργία οποιουδήποτε τραύματος εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλέπε επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση αποτελεί μέρος των ευρημάτων του δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη 1 κλώτσησε την παραπονούμενη στην κοιλιά, την χτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματος της, την έριξε στο έδαφος, την τράβηξε από τα μαλλιά και χτύπησε το κεφάλι της στο πλακόστρωτο. Η κατηγορούμενη 1 ισχυρίστηκε ότι ενεργούσε υπό το καθεστώς αυτοάμυνας. Με κάθε σεβασμό στην κατηγορούμενη 1 δεν συμμερίζομαι τη θέση της αυτή. Οι πιο πάνω ενέργειες της εν λόγω κατηγορουμένης σαφώς πρόκειται για κτυπήματα που καταδεικνύουν στοχευμένες ενέργειες επιθετικού χαρακτήρα από μέρους της εναντίον της παραπονούμενης. Δεν είναι η περίπτωση επίδειξης παθητικής συμπεριφοράς από την κατηγορούμενη 1 και απόκρουσης επιθετικών ενεργειών της παραπονούμενης. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν προηγουμένως η εκδοχή της κατηγορουμένης 1 δεν έγινε αποδεκτή. Αυτές οι πράξεις της κατηγορουμένης 1 χωρίς αμφιβολία συνιστούν επίθεση από μέρους της εναντίον της παραπονούμενης. Συνεπώς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη 1 επιτέθηκε στην παραπονούμενη. Περαιτέρω μέρος των ευρημάτων του δικαστηρίου αποτελεί το παραδεκτό περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12, όπου σ' αυτό καταγράφονται διάφορα τραύματα που διαπιστώθηκαν σε διάφορα μέρη του σώματος της παραπονούμενης. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για υπαρκτές πραγματικές σωματικές βλάβες. Το ερώτημα που εγείρεται και χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο οι σωματικές βλάβες που εντοπίστηκαν στο σώμα της παραπονούμενης είναι αποτέλεσμα της επίθεσης που δέχτηκε από την κατηγορούμενη
- Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα προκύπτει ότι το επίμαχο επεισόδιο διαδραματίστηκε περί το μεσημέρι της 09.09.
- Διήρκησε περίπου 10-15 λεπτά. Ο ΜΚ4 αφού περιποιήθηκε τη σύζυγο του και αφού την ηρέμησε ειδοποίησε την αστυνομία προς την οποίαν υπεβλήθηκε καταγγελία εναντίον των κατηγορουμένων. Ευθύς μέλη της αστυνομίας μετέβηκαν στη σκηνή και αφού η παραπονούμενη έδωσε γραπτή κατάθεση εκεί μεταξύ των ωρών 14:25-14:55 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου από το σύζυγο της, όπου εκεί αφού αφίχθηκε περί ώρα 15:53 της ίδιας ημέρας έτυχε κλινικής εξέτασης από την ΜΚ5, μέσα από την οποίαν διαπιστώθηκαν τα προαναφερόμενα τραύματα Στη συνέχεια περί ώρα 17:30 της ίδιας ημέρας η παραπονούμενη εισήχθηκε στο χειρουργικό θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου για ιατρική παρακολούθηση. Χωρίς δεύτερη σκέψη συνάγεται ότι η παραπονούμενη μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ένεκα του επίμαχου επεισοδίου στο οποίο ενεχόταν. Την ίδια στιγμή στα πλαίσια της αποδεκτής μαρτυρίας της ΜΚ5, προκύπτει ότι η φύση και η ποικιλία των τραυμάτων που διαπιστώθηκαν σε διάφορα μέρη του σώματος της παραπονούμενης και στα σημεία που εντοπίστηκαν, σε συνδυασμό με την αποδοχή της να υποβληθεί σε μια σειρά από εξετάσεις που περιείχαν δόση ακτινοβολίας και σε συνάρτηση με την απουσία σχετικής ιατρικής και/ή άλλης περί του αντιθέτου μαρτυρίας που θα οδηγούσε σε διαφορετικό αποτέλεσμα, παραπέμπουν σε κτυπήματα από άτομο ως την γενεσιουργό αιτία πρόκληση τους, αποκλείοντας έτσι με ασφάλεια τα ενδεχόμενα είτε να προέρχονται από τυχαίο γλίστρημα είτε να έχουν προκληθεί σκόπιμα από την ίδια και/ή με τη βοήθεια άλλου προσώπου είτε ακόμη να προκλήθηκαν από άλλη ανεξάρτητη αιτία που δεν σχετίζεται με το επίμαχο περιστατικό. Συνεπώς η πρόκληση των τραυμάτων στην παραπονούμενη προέρχεται από το επίδικο επεισόδιο με την κατηγορούμενη
- Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, οδηγούμαι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι ως αποτέλεσμα της επίθεσης και του ξυλοδαρμού η κατηγορούμενη 1 προκάλεσε στην παραπονούμενη τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες που διαπιστώθηκαν ιατρικά σχεδόν αμέσως μετά που διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό, τεκμηριώνοντας έτσι στον απαιτούμενο βαθμό και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Επιπλέον η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι απείλησε την παραπονούμενη. Με το αδίκημα της απειλής πραγματεύεται το άρθρο 91Α του Κεφ.154, το περιεχόμενο του οποίου επί λέξει προνοεί τα εξής: "Απειλή 91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη. " Μελέτη των πιο πάνω διατάξεων καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής δυνάμει του άρθρου 91Α είναι τα πιο κάτω: (α) Η κατηγορούμενη 1 απειλεί την παραπονούμενη ότι θα ασκήσει εναντίον της βία ή παράνομη πράξη ή παράλειψη και (β) Η κατηγορούμενη 1 προκαλεί τρόμο ή ανησυχία στην παραπονούμενη. Πιο κάτω παραθέτω νομολογία που παρόλο ότι αναφέρεται στο αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας εντούτοις οι νομικές αρχές είναι κοινές με το αδίκημα της απειλής και ως εκ τούτου εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Στην υπόθεση Νετζιήπ v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.1, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού στο θύμα. Επίσης στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 510, λέχθηκε ότι πέραν από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον από το να διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας αλλά αυτό της εξύβρισης. Σχετική ακόμη είναι η υπόθεση Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R. 210, στην οποίαν και παραπέμπω. Οι πιο πάνω νομικές αρχές συγκεφαλαιώνονται στην πρόσφατη υπόθεση Καραπάσιη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 41/2014 ημερ. 24.01.17, η οποία αφορά το αδίκημα της απειλής. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να λεχθεί ότι αποτελούν μέρος των ευρημάτων του δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη 1 είπε στην παραπονούμενη τη φράση 'Θα σε σκοτώσω'. Σαφώς η εκστόμιση αυτής της φράσης με αυτό το λεκτικό κάτω από τις συνθήκες που περιέβαλλαν την είσοδο της κατηγορουμένης 1 σε περιουσία που τελούσε υπό την κατοχή της παραπονούμενης με το εμφανές επιθετικό και συνάμα οργισμένο ύφος που τη διακατείχε, συνιστά απειλή από μέρους της κατηγορουμένης 1 εναντίον της παραπονούμενης ότι πρόκειται να ασκήσει βία εις βάρος της. Η κατηγορούμενη 1 κατευθύνθηκε και προσέγγισε την παραπονούμενη φωνάζοντας μεγαλοφώνως και θυμωμένα. Η εν λόγω κατηγορούμενη επέδειξε διάθεση καβγά. Χωρίς δεύτερη σκέψη τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την πορεία της κατηγορουμένης 1 προς την παραπονούμενη με επιθετική διάθεση προκάλεσε τουλάχιστο ανησυχία στην παραπονούμενη. Αμέσως στη συνέχεια η κατηγορούμενη 1 επιτίθεται στην παραπονούμενη και της προκαλεί διάφορα τραύματα στο σώμα της. Αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι εξαιτίας του επιδίκου επεισοδίου η παραπονούμενη αναστατώθηκε ψυχολογικά. Εξ' ου και αμέσως μετά το περιστατικό χρειάστηκε να την στηρίξει ο σύζυγος της προκειμένου να είναι σε θέση να υποβάλει καταγγελία και να προβεί σε κατάθεση στην αστυνομία. Από τα πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ικανοποιούνται σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της κατηγορουμένης 1 αναφορικά με την πρώτη, δεύτερη και τρίτη κατηγορία, στις οποίες η εν λόγω κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη. Ομοίως η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου 2 στην τέταρτη κατηγορία, στην οποίαν αυτός κρίνεται ένοχος, καθώς επίσης εναντίον του κατηγορουμένου 4 στην έκτη κατηγορία, στην οποίαν αυτός κρίνεται ένοχος. Αντίθετα απέτυχε να το πράξει εναντίον του κατηγορουμένου 3 στην πέμπτη κατηγορία, στην οποία ο εν λόγω κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment (Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη-Είσοδο σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη αδικήματος-Απειλή βιαιοπραγίας/Άρθρα 243, 280 & 91(γ) Κεφ.154/ Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο