← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 702/14, 30/11/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 702/14, 30/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B95 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 702/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου Ημερομηνία: 30.11.2018 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Μανώλη. Για κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 20.8.10, στην Κισσόνεργα της Επαρχίας Πάφου, παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον ΧΧΧΧ Φωτίου. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν 3 μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός προέβη σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε 3 μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Δηλώθηκε δε ως παραδεκτό γεγονός ότι εναντίον του κατηγορούμενου καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση 2148/11 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου (το κατηγορητήριο της κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήριο 14). Εκεί ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορία επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα (αδίκημα που του αποδιδόταν ότι διέπραξε εναντίον του παραπονούμενου, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο με την παρούσα) και δημόσιας εξύβρισης. Η υπόθεση αυτή αναβλήθηκε κατ' επανάληψη για σκοπούς ακρόασης και στις 7.2.14 αναστάληκε η ποινική δίωξη του κατηγορούμενου. Την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε εναντίον του η παρούσα. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Α/Αστ.ΧΧΧΧ Χαραλάμπους, του Αστυνομικού Σταθμού Πέγειας. Στις 20.8.10 και περί ώρα 13:30 ο μάρτυρας μαζί με τον Αστ.3558 μετέφεραν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου τον ΧΧΧΧ Φωτίου (στο εξής «ο παραπονούμενος»), ο οποίος έφερε εκδορές στα χέρια και στα πόδια και παραπονέθηκε ότι πονούσε το κεφάλι του από επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο. Ο παραπονούμενος παρέμεινε για νοσηλεία για προληπτικούς λόγους. Όταν του ζητήθηκε να δώσει κατάθεση στο Νοσοκομείο, αυτός αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν ήθελε να δώσει κατάθεση εκείνη την στιγμή. Είχε δε συλληφθεί προηγουμένως και η ώρα 11:45 από τον Σταθμάρχη Πέγειας, Υπαστυνόμο Σάββα για το αυτόφωρο αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 16:46-17:24 ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 2), ο οποίος έφερε εμφανές τραύμα στην δεξιά πλευρά του μετώπου για το οποίο ανέφερε ότι προήλθε από επίθεση που δέχθηκε από τον παραπονούμενο την ίδια μέρα. Στην συνέχεια ο μάρτυρας παρέλαβε από τον κατηγορούμενο το κινητό του τηλέφωνο, το οποίο έφερε ζημιά που σύμφωνα με τον τελευταίο προκλήθηκε από τον παραπονούμενο. Μεταξύ των ωρών 17:36-17:45 ο μάρτυρας, κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (τεκμήριο 3). Στις 22.8.10 ο μάρτυρας έλαβε κατάθεση από την πρώην σύζυγο του παραπονούμενου και σύζυγο του κατηγορούμενου, ΧΧΧΧ Χρίστου και στις 24.8.10 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον παραπονούμενο, τον οποίο στην συνέχεια κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα:
(1)αποστολής απειλητικού μηνύματος δια μέσω κινητού τηλεφώνου,
(2)παράνομης εισόδου,
(3)δημόσιας εξύβρισης της Χρίστου,
(4)επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης,
(5)δημόσιας εξύβρισης του κατηγορούμενου και
(6)κακόβουλης ζημιάς. Αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο εκείνος απάντησε «Παραδέχομαι την 1η και 7η κατηγορία μόνο». Στις 24.8.10 ο μάρτυρας έλαβε κατάθεση από τον παραπονούμενο με σκοπό να διευκρινίσει κάποια πράγματα που δεν ανέφερε στην πρώτη κατάθεση που του λήφθηκε από τον Αστ.ΧΧΧΧ στις 21.8.10 (τεκμήριο 6). Την 1.9.10 ο μάρτυρας κάλεσε στον Σταθμό την κόρη του παραπονούμενου, η οποία όμως του ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να προβεί σε κατάθεση. Κληθείσα όμως να αναφέρει έστω και προφορικά τι περιήλθε σε γνώση της για την παρούσα ανέφερε στον μάρτυρα ότι στις 20.8.10 και περί ώρα 11:30 ο πατέρας της μετέβηκε στην κατοικία τους και χτυπούσε τις πόρτες και τα παράθυρα. Επίσης έριχνε πέτρες στο σπίτι και χτυπούσε συνέχεια το κουδούνι για να του ανοίξουν. Στις 3.9.10 ο μάρτυρας μετέβηκε στην πιο πάνω οικία για να εξασφαλίσει ανεξάρτητη μαρτυρία από γειτονικές κατοικίες. Οι περισσότεροι αρνήθηκαν να αναφέρουν οτιδήποτε λέγοντας του ότι δεν ήθελαν να αναμειχθούν. Ωστόσο ένα πρόσωπο, το οποίο εξέφρασε την επιθυμία να παραμείνει ανώνυμο, του ανέφερε ότι στις 20.8.10 και περί ώρα 11:30 ενώ βρισκόταν εντός της οικίας του και πριν την άφιξη της Αστυνομίας, άκουσε φωνές και όταν βγήκε έξω να δει τι συμβαίνει, πρόσεξε τον παραπονούμενο να είναι γονατιστός στον δρόμο και τον κατηγορούμενο να τον χτυπά με τα χέρια σε διάφορα μέρη του σώματος. Ο μάρτυρας ετοίμασε σχετικούς ανακριτικούς φακέλους εναντίον του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου. Εξήγησε δε ότι τα δεδομένα που είχε όταν διαβίβασε τον φάκελο που αφορούσε τον κατηγορούμενο (ιατρικές εκθέσεις - τεκμήρια 4 και 5) ήταν για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης εξ ου και αρχικά καταχωρήθηκε υπόθεση στο Δικαστήριο για αυτό το αδίκημα. Δεν γνωρίζει εάν εκ των υστέρων προέκυψαν δεδομένα που να οδηγούν στο ότι το αδίκημα για το οποίο έπρεπε να κατηγορηθεί ήταν αυτό της βαριάς σωματικής βλάβης. Ανέφερε ότι αργότερα, μετά την διαβίβαση από αυτόν του φακέλου έμαθε ότι η κατηγορία μεταβλήθηκε σε βαριά σωματική βλάβη. Είπε επίσης ότι στον φάκελο της κατηγορούσας αρχής είδε την στιγμή που κατέθετε ότι υπήρχαν φωτογραφίες της εγχείρησης του παραπονούμενου που δεν υπήρχαν όταν αυτός τον είχε διαβιβάσει. Δεν περιήλθε ποτέ στην αντίληψη του ότι ο ιατρικός φάκελος του παραπονούμενου στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου εξαφανίσθηκε. Το τεκμήριο 4 που κατέθεσε ο μάρτυρας είναι ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 3.11.10, εκδοθέν από τον Δρα ΧΧΧΧ Φιλίππου, Βοηθό Διευθυντή Τ.Ε.Π.Α, Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Σε αυτό αναφέρεται ότι: ο παραπονούμενος μετέβη στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου στις 20.8.10 η ώρα 13:41 μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό. Εξετάσθηκε από την γιατρό Δρα ΧΧΧΧ lορδανίδου. Ανέφερε πονοκέφαλο, ζαλάδα, εμετό και κοιλιακό πόνο. Έφερε εκδορές και μώλωπες στην εσωτερική επιφάνεια του αριστερού βραχίονα και οίδημα αριστερής ποδοκνημικής. Ο ακτινολογικός έλεγχος και το υπερηχογράφημα κοιλίας δεν έδειξαν κάτι το παθολογικό. Λόγω των συμπτωμάτων (πονοκέφαλο - ζαλάδα) έγινε εισαγωγή στην χειρουργική κλινική για παρακολούθηση. Ως ΜΚ.2 κατέθεσε ο παραπονούμενος ΧΧΧΧ Φωτίου. Στις 20.8.10 πήγε στο Γραφείο Ευημερίας όπου και τους ενημέρωσε ότι θα μεταβεί στο σπίτι της πρώην συζύγου του ΧΧΧΧ Χρίστου για να παραλάβει τα δύο του παιδιά, τα οποία είχε τρία χρόνια να δει και βάση διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου έπρεπε να τα έχει κοντά του από τις 16.8.10 και για 17 συνεχείς μέρες. Κατά η ώρα 11:25 έφθασε με το αυτοκίνητο του στο σπίτι της πρώην συζύγου του στην Κισσόνεργα και το στάθμευσε έξω από αυτό στον δρόμο. Κόρναρε και τότε βγήκε έξω η μεγάλη του κόρη ΧΧΧΧ, η οποία αφού τον αγκάλιασε και τον φίλησε, του είπε να φύγει καθότι πήγαινε εκεί ο κατηγορούμενος και θα γινόταν καβγάς. Την ίδια ώρα άνοιξε η κύρια είσοδος του σπιτιού και εμφανίστηκε η πρώην σύζυγος του, η οποία απευθυνόμενη στην κόρη τους της είπε «Έλα γρήγορα μέσα και ο παπάς σου εν πελλός». Ο παραπονούμενος της είπε να του δώσει τις κόρες του αλλά εκείνη αρνήθηκε. Τότε κάθισε στον τοίχο της περίφραξης με τα πόδια προς τα έξω δηλ. προς τον δρόμο και ανάμενε. Μετά πάροδο 5 λεπτών είδε αυτοκίνητο να κατευθύνεται προς αυτόν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, να φρενάρει και να σύρεται για 7 μέτρα περίπου. Αμέσως πρόσεξε σε αυτό επέβαινε ο σύζυγος της ΧΧΧΧ δηλ. ο κατηγορούμενος, τον οποίο κοίταξε με απάθεια. Ο κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου με τρομερή δύναμη, την κτύπησε με δύναμη να κλείσει και ταυτόχρονα ο παραπονούμενος άκουσε ένα κτύπημα και είδε το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου να βρίσκεται στον δρόμο διαλυμένο. Άκουσε επίσης την πρώην σύζυγο του να απευθύνεται στον κατηγορούμενο και να του λέει «Πάρ' το τηλέφωνο και άγγιξε το πάνω του για να το πάρουμε για D.N.A». Ο κατηγορούμενος πήρε ένα κομμάτι από το τηλέφωνο και το άγγιξε στον παραπονούμενο λέγοντας του ταυτόχρονα «Τι κάνεις ρε μπάσταρδε στο σπίτι μου;» και του έδωσε δύο μπουνιές στην αριστερή κοιλιακή χώρα. Αμέσως κόπηκε η αναπνοή του παραπονούμενου και έπεσε κάτω για περίπου 6-10 δευτερόλεπτα. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος πήρε ένα κομμάτι ξύλο χαρουπιάς και άρχισε να τον κτυπά σε όλο το σώμα και μετά του έδωσε δύο μπουνιές στην αριστερή πλευρά της κεφαλής. Σε καμία περίπτωση εισήλθε στην οικία της πρώην συζύγου του και σε καμία περίπτωση χτύπησε τον κατηγορούμενο και του έσπασε το τηλέφωνο. Σε λίγο έφθασε στο μέρος ο Υπαστυνόμος Σάββα. Στην παρουσία αυτού, ο κατηγορούμενος είπε στον παραπονούμενο «Την γυναίκα σου εγώ εγάμουν την τρία χρόνια πριν χωρίσεις» οπόταν ο τελευταίος του απάντησε «Είσαι ένας πουστοπεζέβεγγος». Αμέσως ο Υπαστυνόμος του είπε ότι είναι υπό σύλληψη για εξύβριση σε δημόσιο χώρο και του φόρεσε χειροπέδες. Στη συνέχεια ο Υπαστυνόμος τον μετέφερε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας όπου ζήτησε να μεταφερθεί στο Νοσοκομείο καθότι ζαλιζόταν. Αφού τον μετέφεραν στις Πρώτες Βοήθειες και εξετάστηκε, ο γιατρός του είπε ότι έπρεπε να παραμείνει για παρακολούθηση. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 4 και 5 ως τα ιατρικά πιστοποιητικά που του έδωσαν οι ιατροί των Πρώτων Βοηθειών που τον εξέτασαν. Η ώρα 15:00 οι δύο αστυνομικοί που τον φρουρούσαν στο Νοσοκομείο του είπαν ότι θα φύγουν καθότι έληγε η προσωποκράτηση του. Από την πρώτη στιγμή έκανε παράπονο προφορικά ότι είχε κτυπήματα αλλά τελικά στις 21.8.10 και ώρα 19:00 πήρε τηλέφωνο τον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Αρχηγείου, του ανάφερε το συμβάν και ότι κανένας δεν πήγε να του πάρει κατάθεση. Εκείνος τον συμβούλεψε και πήρε τηλέφωνο τον Αξιωματικό Υπηρεσίας Πάφου. Παρέμεινε στο Νοσοκομείο μέχρι τις 23.8.
  1. Μετά που εξήλθε τον παρακολουθούσαν 3 ορθοπεδικοί ιατροί του Νοσοκομείου. Το οίδημα στον αριστερό αστράγαλο του δεν υποχωρούσε όμως και για αυτό απευθύνθηκε στον Δρα ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου ορθοπεδικό ιατρό στην Λεμεσό (Μ.Κ.3). Αυτός μετά από αξονική και μαγνητική τομογραφία βρήκε ότι είχε οστεοχονδρίτιδα, δηλ. ήταν σπασμένος ο θόλος του αστραγάλου και του συνέστησε πλήρη αποφόρτιση του ποδιού και στην συνέχεια στις 9.12.10 τον υπέβαλε σε χειρουργική επέμβαση. Κατέθεσε ως τεκμήριο 7 σετ των ιατρικών εκθέσεων που εξέδωσε κατά καιρούς ο Μ.Κ.
  2. Πριν την εγχείρηση εκτός του ότι το πόδι του ήταν φουσκωμένο, είχε τρομερούς πόνους. Μετά την εγχείρηση αρχικά έλαβε 101 μέρες αναρρωτική άδεια ενώ τελικά έμεινε στο κρεβάτι για περίπου 1½ χρόνο. Ο γιατρός του είπε ότι απαγορεύεται η ορθοστασία και η βάδιση στο εγγύς μέλλον και όταν περπατά θα είναι με δική του ευθύνη. Ο πόνος δεν υποχώρησε μέχρι σήμερα ενώ επειδή κουράζει το πόδι του, τα βράδια οι πόνοι είναι δυνατοί αλλά τους έχει συνηθίσει για να μην παίρνει συνέχεια παυσίπονα αφού είναι αλλεργικός σε κάποια εξ αυτών. Κατέθεσε ως τεκμήριο 8 αντίγραφο εγγράφου με τίτλο «ΒΙΒΛΙΑΡΙΟ ΑΤΟΜΟΥ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ», το οποίο εκδόθηκε από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Τμήμα Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες και σύμφωνα με το οποίο έχει ΧΧΧΧ κάτω άκρου. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο ορθοπεδικός χειρουργός, Δρ. ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου. Ο μάρτυρας ήταν αυτός που συνέταξε τις 5 ιατρικές εκθέσεις του τεκμηρίου 7 (ημερ. 17.1.11, 24.1.11, 24.6.11, 24.10.11 και 19.10.12) που αφορούν τον παραπονούμενο. Ανέφερε δε ότι εξέτασε τον παραπονούμενο για πρώτη φορά στις 18.10.10, οπόταν διαπίστωσε ότι είχε πόνο στον αριστερό αστράγαλο και το πόδι του ήταν φουσκωμένο, δηλ. είχε οίδημα. Ως εξήγησε, κάκωση μπορεί να είναι το αποτέλεσμα ενός χτυπήματος ενώ οίδημα κοινώς πρήξιμο είναι σύμπτωμα της κάκωσης. Ανέφερε δε ότι τα όσα είδε κατά την εξέταση ήταν ενδεικτικά οστεοχόνδρινου κατάγματος το οποίο τελικά επιβεβαιώθηκε με την διερεύνηση αργότερα με μαγνητική τομογραφία. Προς αντιμετώπιση της κατάστασης του, ο μάρτυρας στις 9.12.10 χειρούργησε την αριστερή ποδοκνημική αυτού και αφαίρεσε από τον αστράγαλο το οστεοχόνδρινο κάταγμα. Όταν του ζητήθηκε να πει κατά πόσο η χειρουργική επέμβαση ήταν απόρροια της κάκωσης, του οιδήματος που είχε ο παραπονούμενος στον αριστερό του αστράγαλο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν τον εξέτασε για πρώτη φορά εκείνος του ανέφερε ότι είχε χτυπήσει στις 20.8.10 και παρόλο που ακολούθησε κάποια θεραπεία στο Νοσοκομείο ακόμα πονούσε. Από ακτινογραφία που έγινε αρχικά και στην συνέχεια μαγνητική τομογραφία στις 15.11.10 διαπίστωσε το οστεοχόνδρινο κάταγμα, το οποίο ήταν και το αίτιο για την χειρουργική επέμβαση, αφού αυτή ήταν η μόνη ενδεδειγμένη θεραπεία για αντιμετώπιση του προβλήματος. Εξηγώντας την διαφορά μεταξύ οστεοχόνδρινου κατάγματος και διαχωριστικής οστεοχονδρίτιδας είπε ότι η τελευταία έχει κάποια στάδια, από ελαφριάς μορφής σε σοβαράς μορφής και η τελευταία μορφή αυτής ταυτίζεται με το οστεοχόνδρινο κάταγμα. Όταν του ζητήθηκε να πει την γνώμη του κατά πόσο η διαχωριστική οστεοχονδρίτιδα προϋπήρχε στον παραπονούμενο, είπε ότι αυτή αποτελεί πάθηση της εφηβικής συνήθως ηλικίας και μπορεί στην υπόλοιπη ζωή ενός ανθρώπου να παραμείνει σε ήπιο βαθμό. Συνήθως πρώτου βαθμού μπορεί να συνυπάρχει σε όλη τη ζωή ενός ανθρώπου, να είναι ασυμπτωματική και να του επιτρέπει να εκτελεί τις δραστηριότητες του. Στην προκειμένη ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι δεν είχε κάποιο πρόβλημα στο παρελθόν. Αυτό όμως δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο προϋπάρχουσας, πρώτου βαθμού διαχωριστικής οστεοχονδρίτιδας. Βάσει όμως της βιβλιογραφίας μπορεί να υπάρξει οστεοχόνδρινο κάταγμα σε ενήλικα μετά από τραυματισμό επί πιθανού προϋπάρχοντος εδάφους διαχωριστικής οστεοχονδρίτιδας. Άρα στην προκείμενη ενδεχομένως να υπήρχε διαχωριστική οστεοχονδρίτιδα πρώτου βαθμού και με κάποια κάκωση να μετατράπηκε σε τετάρτου βαθμού, δηλ. σε οστεοχόνδρινο κάταγμα. Υπέρ της οξείας κάκωσης που οδήγησε σε οστεοχόνδρινο κάταγμα συνηγορούν, ως είπε, τα ευρήματα της μαγνητικής τομογραφίας όπου γύρω από την βλάβη διαπιστώθηκε οστικό οίδημα, το οποίο σε μία κάκωση ανευρίσκεται περίπου για 3-5 μήνες. Επίσης υπέρ του πιο πάνω συνηγορεί το υγρό και οι συνδεσμικές βλάβες που διαπιστώθηκαν στην μαγνητική τομογραφία αλλά και η μορφολογία του οστεοχόνδρινου κατάγματος, του τεμαχίου δηλ. που αφαιρέθηκε κατά την επέμβαση. Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση υιοθέτησε τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του ημερ. 20.8.10 (τεκμήριο 2): «Είμαι παντρεμένος με την ΧΧΧΧ Χρίστου με την οποία αποκτήσαμε ένα παιδί ηλικίας 20 μηνών και είναι έγκυος για το δεύτερο μας παιδί. Η ΧΧΧΧ προηγουμένως ήταν παντρεμένη με τον ΧΧΧΧ Φωτίου από την Τάλα με τον οποίο απόκτησε δυο κόρες, ηλικίας 14 και 11 ετών, οι οποίες διαμένουν μαζί μας. Να σημειώσω ότι η ΧΧΧΧ και ο ΧΧΧΧ χώρισαν το
  3. Σήμερα 20.8.10 και περί ώρα 11:00 βρισκόμουν εκτός κατοικίας στην Χλώρακα, για διάφορες δουλειές σχετικά με το επάγγελμα μου. Περί ώρα 11:20 με πήρε τηλέφωνο η ΧΧΧΧ και μου ανέφερε ότι ο ΧΧΧΧ Φωτίου σταμάτησε έξω από το σπίτι και αφού κατέβηκε από το αυτοκίνητο και εισήλθε εντός του περιφραγμένου χώρου της κατοικίας μας, άρχισε να χτυπά την πόρτα και το κουδούνι και να απειλά την ΧΧΧΧ ότι θα την σκοτώσει και να την εξυβρίζει με τις φράσεις «Πουτάνα, μαλακισμένη». Μπήκα στο αυτοκίνητο μου πανικοβλημένος και μετέβηκα στην οικία μας για να δώ τι συμβαίνει. Βρήκα τον ΧΧΧΧ στο κατώφλι του σπιτιού να φωνάζει και να εξυβρίζει την ΧΧΧΧ με τις πιο πάνω φράσεις. Εγώ του ζήτησα αρκετές φορές να αποχωρήσει από την οικία μας, αλλά εκείνος άρχισε να με εξυβρίζει με τις φράσεις «μαλάκα, μότα, μούμια του Ταν Χαμόν». Εγώ του ζήτησα πάλι με καλό τρόπο να βγεί έξω από την κατοικία μου, αλλά αυτός μου επιτέθηκε και μου χτύπησε με τα χέρια του στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να μου προκαλέσει τραύμα στην δεξιά πλευρά του μετώπου. Τότε εγώ τον απώθησα για να μην με χτυπήσει ξανά. Τότε τον είδα να παίρνει από χάμω μιαν μεγάλη πέτρα. Τότε εγώ ασυναίσθητα για να προστατεύσω την ΧΧΧΧ που βρισκόταν στο μέρος, λόγω της κατάστασης που βρίσκεται, γύρισα την πλάτη μου για να την καλύψω με αποτέλεσμα να μου ρίξει την πέτρα και να με χτυπήσει στην πλάτη. Μετά συνέχισε να επιτίθεται με αποτέλεσμα την ώρα που τηλεφωνούσα της Αστυνομίας, να μου αρπάξει το κινητό τηλέφωνο μου μάρκας Nokia Ε71 αξίας €400 και να το ρίξει στο έδαφος με αποτέλεσμα να το καταστρέψει. Το κινητό μου τηλέφωνο είναι αυτό που σου δείχνω τώρα και σου το παραδίδω ως τεκμήριο. Το κάτω πλαστικό μέρος του τηλεφώνου, δεν το βρήκα για να σου το φέρω. Μετά από λίγο ήρθε στο μέρος η Αστυνομία και ο ΧΧΧΧ συνέχισε να φωνάζει και να μου λέει ότι θα τα ξαναπούμε. Τότε επενέβηκε η Αστυνομία, πήρε τον ΧΧΧΧ και τον μετέφερε στο τμήμα. Εγώ ουδέποτε επιτέθηκα και χτύπησα τον ΧΧΧΧ». Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο ιατροδικαστής ΧΧΧΧ Σταυριανός. Ο μάρτυρας ανέφερε εισαγωγικά ότι η ιατροδικαστική είναι μια επιστήμη, η οποία ασχολείται και θεωρείται ως η καθ' ύλην αρμόδια επιστήμη στον προσδιορισμό του χρόνου και του τρόπου πρόκλησης αλλά και της έκτασης ενός τραυματισμού - κάκωσης. Σύμφωνα με τον μάρτυρα ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου του ζήτησε να μελετήσει την παρούσα υπόθεση και να εκφέρει την γνώμη του αναφορικά με τις προαναφερόμενες παραμέτρους, στην βάση της θέσης του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος του προκάλεσε την συγκεκριμένη κάκωση. Με σκοπό να προβεί στην δέουσα μελέτη και να εξαντλήσει την έρευνα του ώστε να αποφανθεί μέσα στα πλαίσια της επιστήμης του και της ηθικής και δεοντολογίας που την διέπει αλλά και τον κλάδο της ιατρικής γενικότερα, ζήτησε από τον κατηγορούμενο να τον εφοδιάσει με απεικονιστικές εξετάσεις, οι οποίες θα πρέπει να έχουν γίνει για να πιστοποιήσει και ιδίοις όμμασι τα οποιαδήποτε θέματα και λεπτομέρειες που έχουν σχέση με την ανάλυση του υπό εκδίκαση θέματος καθώς και ιατρικούς φακέλους του παραπονούμενου καθ' όλην τη διάρκεια της ισχυριζόμενης βλάβης που υπέστη, τα έγγραφα παρακολούθησης από τους διάφορους γιατρούς που επισκέφθηκε. Περαιτέρω ήταν υποχρεωτικό να εξετάσει και τον ίδιο τον παραπονούμενο. Του απεστάλησαν κάποιες γραπτές αναφορές του Δρος ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (τεκμήριο 7), κάποιες φωτοτυπίες από ακτινογραφίες και από φωτογραφία (τεκμήρια 11-13) και δύο πιστοποιητικά του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου (τεκμήρια 4 και 10). Υπέδειξε δε ότι στα τεκμήρια 4 και 10 δεν αναφέρεται ότι από τις εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε κάταγμα στην ποδοκνημική άρθρωση. Ήταν σε κάθε περίπτωση η θέση του την οποία και εξήγησε ότι τα πιο πάνω δεν ήταν επαρκή ώστε να προβεί στην εν λόγω μελέτη και να καταλήξει σε ασφαλή, αιτιολογημένα και ορθά συμπεράσματα - διάγνωση όσον αφορά την κάκωση του παραπονούμενου. Εξήγησε δε με λεπτομέρεια γιατί ήταν απαραίτητο, για να καταλήξει σε βέβαια και ασφαλή συμπεράσματα, να εξετάσει τις πρωτότυπες ακτινογραφίες και μαγνητικές τομογραφίες που έγιναν πριν ή μετά τις παρεμβάσεις του Δρος Κωνσταντίνου αλλά και τα αποτελέσματα βιοψίας του τμήματος του υαλοειδούς χόνδρου, που αφαιρέθηκε κατά την χειρουργική παρέμβαση που διενήργησε ως θεραπεία στον παραπονούμενο ο εν λόγω ιατρός. Ανέφερε δε ότι το πλέον σημαντικό στοιχείο, τουλάχιστον όσον αφορά τον χρόνο πρόκλησης της ισχυριζόμενης κάκωσης που λύνει τα χέρια ενός Ιατροδικαστή και μπορεί να μιλήσει μετά βεβαιότητας (αφού αποτελεί κλειδί για τη διαπίστωση της οξύτητας ή της χρονιότητας μίας βλάβης) και δεν του δόθηκε στην προκειμένη, είναι η βιοψία του τμήματος του υαλοειδούς χόνδρου, που αφαιρέθηκε κατά την χειρουργική παρέμβαση που διενήργησε ως θεραπεία στον παραπονούμενο που είναι επιβεβλημένη όχι μόνο για λόγους νομικούς, αλλά κυρίως διαγνωστικούς ώστε να υπάρχει μια πιο πλήρης εικόνα του ποιος, πού, τι, πώς, πότε και γιατί σε σχέση αλλά και για την θεραπεία. Εξήγησε ότι τέτοια ήταν απαραίτητη διότι δια της μικροσκοποιήσεως δηλ. της βιοψίας αντιλαμβάνεται ο μελετητής την παρουσία κάποιων εξειδικευμένων κυττάρων (τα οποία αποτελούν ένα είδος του αμυντικού συστήματος του οργανισμού - φλεγμονώδης αντίδραση - που σπεύδει ταχέως στην φλεγμονή της ιστικής βλάβης) τα οποία με βάση την θεώρηση της ιατρικής και τις μελέτες που έχουν γίνει καταδεικνύουν ότι η ιστική βλάβη είναι πρόσφατη (δηλ. έλαβε χώραν εδώ και λίγο χρονικό διάστημα από ώρες μέχρι ημέρες) δηλ. οξεία προερχόμενη από κάποια εξωτερική βία, είτε αυτή είναι μηχανική, χημική είτε φυσική. Ο εντοπισμός κατά την βιοψία και κάποιων άλλων κυττάρων τα οποία ο οργανισμός επιστρατεύει πολύ αργότερα σε περίπτωση που τα πιο πάνω ήταν ανεπαρκή για την άμυνα του δηλ. για εξολόθρευση της ιστικής βλάβης και τα οποία περιχαρακώνουν την περιοχή και δημιουργείται ένας νεόπλαστος ιστός ινικής, καταδεικνύουν ότι η κάκωση είναι χρόνια και πολύ παλαιότερη από την προαναφερόμενη. Ως επίσης ανέφερε, από τα τεκμήρια 12 και 13 που είναι φωτογραφίες ακτινογραφιών δεν μπορεί να εξαχθεί κανένα συμπέρασμα όσον αφορά παθολογία της ποδοκνημικής. Εξήγησε ότι υπάρχει πολλή διάχυση των γραμμών των οστών και θεωρεί ότι δεν είναι σωστό ούτε και ασφαλές να προβεί οποιοσδήποτε σε διάγνωση από αυτές, οι οποίες δεν αναφέρουν ούτε όνομα, ούτε χρόνο διενέργειας. Η πρωτογενής ακτινογραφία, η οποία τραβήχτηκε είναι το στοιχείο εκείνο που μπορεί να απελευθερώσει και να δώσει απαντήσεις σε σχέση με το εάν και τι βλάβη. Όλα τα στοιχεία που αφορούν την αναφερόμενη στην προκειμένη βλάβη απεικονίζονται με συγκεκριμένο τρόπο σε μίαν ακτινογραφία. Είτε είναι περισσότερο ακτινοσκιερά, δηλαδή σκιές. Ως είπε στα τεκμήρια 12-13 υπάρχει μια πάρα πολύ φωτεινή διαχυτική εικόνα που δεν επιτρέπει την διείσδυση στο οστό και στις επιφάνειες τις οστικές και τις γραμμές των οστών για να διαχωριστεί το φυσιολογικό από το παθολογικό. Άρα δεν είναι αντικείμενα ή εικόνες από τις οποίες μπορεί να εξαχθεί μετά βεβαιότητας και κατά απόλυτο τρόπο μια διάγνωση. Αυτά που χρειάζονται είναι η ατόφιες εικόνες που παρουσιάζουν στις ακτινογραφίες που έγιναν καθώς και τις μαγνητικές που είναι αυτές οι οποίες κατατάσσουν και κατηγοριοποιούν ειδικά στην οστεοχονδρίτιδα, το είδος της βλάβης και από την οποίαν μπορεί να εξάξει συμπεράσματα σε σχέση με τη θεραπεία που θα ακολουθήσει. Έχουν γίνει κάποιες μελέτες τις οποίες αναφέρουν οι βιβλιογραφίες σε σχέση με την διαχωριστική οστεοχονδρίτιδα και τα στάδια της και από αυτά βγαίνει το συγκριτικό συμπέρασμα και του τρόπου πρόκλησης διότι δεν είναι μόνο τραυματικοί οι λόγοι. Είναι και γενετικοί, είναι και κληρονομικοί, είναι και άλλες αιτίες που μπορεί να προκαλέσουν αυτήν την πάθηση, η οποία σταδιακά εξελίσσεται από παιδικής ηλικίας και μπορεί να φτάσει σε μίαν ηλικία ο ασθενής ένεκα του ότι περπατά, δραστηριοποιείται να αντιληφθεί τις παρενέργειες αυτές, τα συμπτώματα αυτά και να αποταθεί να ζητήσει κάποιαν θεραπευτική προσέγγιση από τους γιατρούς του. Επισυμβαίνει και στους τραυματισμούς αλλά και εκεί υπάρχει θέμα. Η εμβιομηχανική μελέτη κάθε άρθρωσης μπορεί να δώσει αποτελέσματα πάρα πολύ θετικά όσον αφορά τον μηχανισμό πρόκλησης μίας κάκωσης στην συγκεκριμένη άρθρωση και για να γίνει μελέτη για αυτά τα στοιχεία χρειάζονται οι πρωτότυπες ακτινογραφίες, μαγνητικές και αξονικές. Στην αντεξέταση του ανέφερε ουσιαστικά ότι χωρίς να δει τις πρωτότυπες ακτινογραφίες δεν μπορεί να εκφράσει γνώμη προς αμφισβήτηση ή όχι των όσων ανέφερε ο Δρ. Κωνσταντίνου που τις είδε ή των αναφερόμενων στο τεκμήριο
  4. Διαφώνησε δε ότι στα οστεοχόνδρινα κατάγματα δεν υπάρχει αντικείμενο για βιοψία εξηγώντας γιατί υπάρχει τέτοιο. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η γενική ιατρός, Δρ. ΧΧΧΧ Βασιλείου, η οποία εξέτασε τον κατηγορούμενο στις 20.8.10 και ώρα 12:35, στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και εξέδωσε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 15). Η μάρτυρας κατά την εξέταση διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος έφερε γραμμοειδείς εκχυμώσεις στην έσω επιφάνεια του αριστερού και δεξιού αντιβραχίονα, απώλεια επιδερμίδας επί 2 εκ. στην μετωπιαία χώρα δεξιά και γραμμοειδείς εκχυμώσεις στην δεξιά κροταφική χώρα και εκχυμώσεις σε όλη την θωρακική μοίρα σπονδυλικής στήλης και μικροεκδορά ½ εκ. στην οσφυϊκή μοίρα σπονδυλικής στήλης αριστερά. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος της ανέφερε άλγος στα δάκτυλα δεξιού χεριού, χωρίς όμως να διαπιστωθούν εμφανείς εξωτερικές κακώσεις ενώ παραπονείτο και για ζάλη. Μετά την εξέταση αυτός απολύθηκε με οδηγίες της μάρτυρος προς αντιμετώπιση των τραυμάτων του. Η μάρτυρας εξήγησε, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα σε ποια σημεία του σώματος του κατηγορούμενου διαπίστωσε τα πιο πάνω καθώς και το είδος και την έκταση των τραυμάτων του. Τέλος ως Μ.Υ.3 κατέθεσε ο Υπαστυνόμος ΧΧΧΧ Σάββα, ο οποίος το 2010 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας. Στις 20.8.10 και ώρα 11:20 η ΧΧΧΧ Χρήστου του κατήγγειλε τηλεφωνικώς ότι ο παραπονούμενος πρώην σύζυγος της, βρισκόταν στο σπίτι της στην Κισσόνεργα και ζητούσε επίμονα, χτυπώντας τις πόρτες και το κουδούνι, να δει τις δυο του κόρες. Αμέσως ο μάρτυρας μετέβηκε στο μέρος. Όταν έφθασε εκεί ο παραπονούμενος δεν βρισκόταν στο έδαφος. Παρόλο που ο μάρτυρας του ζήτησε επανειλημμένα να εγκαταλείψει το μέρος για να μην δημιουργείται ένταση, δεν το έπραξε. Τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο κατηγορούμενος που επίσης βρισκόταν εκεί, του κατήγγελλαν προφορικά ότι χτυπήθηκαν ο ένας από τον άλλο. Επίσης ο κατηγορούμενος του κατήγγειλε ότι ο παραπονούμενος προκάλεσε κακόβουλη ζημιά στο κινητό του τηλέφωνο. Αμέσως μετά και ώρα 11:45 ο παραπονούμενος, στην παρουσία του μάρτυρα εξύβρισε τον κατηγορούμενο. Συνεπεία αυτού ο μάρτυρας τον συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, του επέστησε την προσοχή στο νόμο και απάντησε «Ευχαριστώ». Ακολούθως ο μάρτυρας μετέφερε τον παραπονούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας όπου ενημερώθηκε γραπτώς για τα δικαιώματα του και επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον διοικητή της Μονάδας του και τον δικηγόρο του. Στην συνέχεια ο μάρτυρας έδωσε οδηγίες στους Αστ.ΧΧΧΧ και ΧΧΧΧ για μεταφορά του παραπονούμενου στις Α' Βοήθειες του Νοσοκομείου Πάφου για εξέταση. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 εξεταστής της υπόθεσης ανέφερε με λεπτομέρεια τις ενέργειες που έκανε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης καθώς και όλα όσα γνώριζε σε σχέση με αυτήν. Είπε ότι τα δεδομένα που είχε στην κατοχή του όταν διαβίβαζε τον ανακριτικό φάκελο συνηγορούσαν υπέρ της κατηγορίας της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και δεν γνώριζε τα δεδομένα με τα οποία μεταγενέστερα η κατηγορία μεταβλήθηκε σε βαριά σωματική βλάβη ενώ παρατήρησε ότι κατά τον χρόνο της μαρτυρίας του στον φάκελο υπήρχαν κάποιες φωτογραφίες που δεν είχε δει πριν. Εξήγησε δε τα δεδομένα με βάση τα οποία προχώρησε στον να κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο και από τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του δεν προκύπτει ότι υπήρξε εκ μέρους του κάποια σκοπιμότητα ως προς τον χρόνο που το έπραξε. Κατέθεσε δε τα ιατρικά πιστοποιητικά τεκμήρια 4 και 5 που ήταν αυτά που είχε υπόψην του όταν ολοκλήρωσε την διερεύνηση και διαβίβασε τον φάκελο. Πρέπει να λεχθεί ότι από τα έγγραφα αυτά, στα οποία δεν γίνεται αναφορά σε οποιοδήποτε θετικό εύρημα από τον ακτινολογικό έλεγχο, δεν φαίνεται να προέκυπτε η ανάγκη να εξασφαλίσει τις ακτινογραφίες που αναφέρονται στο τεκμήριο
  5. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 που δεν μπορεί να γίνει δεκτό για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω είναι αυτό που αφορά τα όσα του είπε στις 3.9.10, ότι είδε κατά το επίδικο περιστατικό, πρόσωπο που διέμενε σε γειτονική κατοικία. Η εν λόγω δήλωση αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Αναφορικά με την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλο, Πολ. Έφεση Αρ. 6/2011, ημερ. 15.7.16: «Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, γίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε: Ανδρέου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ, 152). Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει γεγονότα, το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση κλπ.. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27
(2)δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί (Δέστε: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217). Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το δικαστήριο είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική μαρτυρία είτε από γραπτή (Δέστε: Γεωργίου ν. Στυλιανού
(2009)1 ΑΑΔ, 70 και Μονός κ.α. ν. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1 ΑΑΔ, 1002). Το άρθρο 27
(3)προνοεί ότι κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (Δέστε: Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1 ΑΑΔ 1108 και Χριστοφή και Άλλοι. ν. Δημητρίου και Άλλη
(2009)1 ΑΑΔ 428). Πέραν των προαναφερομένων το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει το κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης. Για μια εκτενή ανάλυση του θέματος δέστε Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320-331». Στην παρούσα το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, παρά το ότι αμφισβητήθηκε η δήλωση, δεν κλήθηκε να καταθέσει ώστε το Δικαστήριο να έχει την δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων είπε στον Μ.Κ.1, μέσα από την διαδικασία της αντεξέτασης του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217 και Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1108). Πέραν τούτου, ως ανέφερε ο Μ.Κ.1, δεν έλαβε τα στοιχεία του εν λόγω προσώπου καθότι σεβάστηκε την επιθυμία του να παραμείνει ανώνυμο γιατί δεν ήθελε να αναμειχθεί στην υπόθεση. Αυτό όμως στέρησε την δυνατότητα στην υπεράσπιση, εάν επιθυμούσε να τον κλητεύσει αυτή για να καταθέσει και να εξετασθεί το περιεχόμενο της δήλωσης του. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω, το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και το ότι η εξ ακοής αυτή μαρτυρία αφορά ουσιώδες θέμα και δη τις ενέργειες του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο, κρίνω με βάση και το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, ότι δεν μπορεί να της δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Πριν ολοκληρώσω την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 αναφορά θα πρέπει να γίνει και στο τεκμήριο 5 που κατέθεσε. Πρόκειται για ιατρική έκθεση (ως φαίνεται από τον τίτλο) ημερ. 20.8.10 της Δρος ΧΧΧΧ Ιορδανίδου, ιατρού του Γ.Ν. Πάφου που αφορά εξέταση του παραπονούμενου της ίδιας ημέρας. Το χειρόγραφο μέρος αυτής που αφορά τα αποτελέσματα της εξέτασης είναι σε τέτοιο βαθμό δυσανάγνωστο που δεν μπορούν να γίνουν καθόλου αντιληπτά τα όσα αναγράφονται. Τούτου δεδομένου όπως και του ότι ούτε η συντάκτης του εγγράφου κλήθηκε στο Δικαστήριο έστω για να το διαβάσει ή να το εξηγήσει, κρίνω ότι δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης του. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ουσιαστικά ως εμπειρογνώμονας. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R. 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, R v. Turner
(1975)1 All.E.R. 70 και Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Σύμφωνα με αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στην συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη κρίση, με εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα θα αποδειχθούν με μαρτυρία. Στην Kotlyarenko
(2010)1Γ Α.Α.Δ 1427, επαναλήφθηκε ουσιαστικά ότι η γενική αρχή είναι ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά, αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Όσον αφορά τα προσόντα, τις γνώσεις και την πείρα του Μ.Κ.3 ως ορθοπεδικού χειρουργού, αυτά δεν αμφισβητήθηκαν. Τούτου λοιπόν δεδομένου και λαμβάνοντας υπόψην τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας είναι η κατάληξη μου ότι ο Μ.Κ.3 είναι εμπειρογνώμονας επί των θεμάτων για τα οποία κατέθεσε. Επομένως η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων. Ο Μ.Κ.3, ο οποίος ήταν ο ιδιώτης θεράπων ιατρός του παραπονούμενου, αναφέρθηκε στις εξετάσεις που έκανε και είδε, στην διάγνωση στην οποία κατέληξε και στην επέμβαση στην οποία υπέβαλε τον ασθενή του προς αποκατάσταση του προβλήματος στην αριστερή του ποδοκνημική - αστράγαλο. Στην ιατρική του έκθεση ημερ. 17.1.11 (πρώτη στο τεκμήριο 7) αναφέρει σχετικά τα εξής: Ο παραπονούμενος τον επισκέφθηκε για πρώτη φορά στις 18.10.10 και του ανέφερε ότι δέχθηκε κλωτσιά στην αριστερή ποδοκνημική με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί έντονο ύδραρθρο στην εν λόγω άρθρωση, με άλγος και αδυναμία ορθοστασίας και βάδισης. Σε άμεση ακτινογραφία που έγινε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, ανευρέθει κάταγμα στην αριστερή ποδοκνημική. Θεραπευτικά έγινε τοποθέτηση γύψινου επιδέσμου και εξήλθε με οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή και αποφόρτιση. Λόγω εμμένοντος οιδήματος της ποδοκνημικής και έντονου άλγους κατά την βάδιση, ο παραπονούμενος επισκέφτηκε τον μάρτυρα στις 18.10.
  1. Από νέο ακτινολογικό έλεγχο που υποβλήθηκε, ο μάρτυρας διαπίστωσε πρώιμα σημεία χόνδρινης βλάβης-πιθανής μετατραυματικής οστεονέκρωσης στην έσω επιφάνεια του θόλου του αριστερού αστραγάλου. Ο μάρτυρας τότε τον παρέπεμψε για διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας της αριστερής ποδοκνημικής. Αυτή διενεργήθηκε στις 15.11.10 με αποτέλεσμα να ανευρεθεί χόνδρινο κάταγμα διαμέτρου 10-11 χιλιοστά στη μεσότητα της έσω επιφάνειας του θόλου του αριστερού αστραγάλου, με οστικό οίδημα στο υποχόνδριο, αποτέλεσμα πρώιμης οστεονέκρωσης που ακολούθησε την βλάβη. Προς θεραπεία του κατάγματος ο μάρτυρας υπέβαλε τον παραπονούμενο σε χειρουργική επέμβαση στις 9.12.
  2. Στην κυρίως εξέταση ζητήθηκε από τον Μ.Κ.3 και έδωσε την γνώμη του ως προς διάγνωση του, την αιτία αλλά και τον χρόνο επέλευσης της βλάβης. Εξήγησε σχετικά ότι όταν εξέτασε για πρώτη φορά τον παραπονούμενο στις 18.10.10 εκείνος του είπε ότι είχε χτυπήσει στις 20.8.10 και παρόλο που ακολούθησε κάποια θεραπεία στο Νοσοκομείο ακόμα πονούσε τον αστράγαλο του. Από ακτινογραφία που έγινε αρχικά και στην συνέχεια μαγνητική τομογραφία στις 15.11.10 ο μάρτυρας διαπίστωσε το οστεοχόνδρινο κάταγμα το οποίο ήταν και το αίτιο για την χειρουργική επέμβαση, αφού αυτή ήταν η μόνη ενδεδειγμένη θεραπεία για αντιμετώπιση του προβλήματος. Αναφορικά με την αιτία πρόκλησης, πέραν του ότι ο παραπονούμενος του είπε ότι είχε χτυπήσει, του ανέφερε ότι δεν είχε κάποιο πρόβλημα στο παρελθόν. Εξήγησε δε ότι στην προκείμενη ενδεχομένως να υπήρχε διαχωριστική οστεοχονδρίτιδα πρώτου βαθμού και με κάποια κάκωση - τραυματισμό να μετατράπηκε σε τετάρτου βαθμού, δηλ. σε οστεοχόνδρινο κάταγμα. Υποστήριξε ότι υπέρ της οξείας κάκωσης που οδήγησε σε τέτοιο κάταγμα συνηγορούν τα ευρήματα της μαγνητικής τομογραφίας όπου γύρω από την βλάβη διαπιστώθηκε οστικό οίδημα (το οποίο σε μία κάκωση ανευρίσκεται περίπου για 3-5 μήνες) καθώς και υγρό και συνδεσμικές βλάβες αλλά και η μορφολογία του κατάγματος. Στην αντεξέταση του, σε σχέση με αυτά που λέει στην προαναφερόμενη ιατρική έκθεση (του τεκμηρίου 7) για «νέο ακτινολογικό έλεγχο», ήταν η θέση του τελικά ότι δεν ζήτησε από τον παραπονούμενο να κάνει νέες ακτινογραφίες αλλά εκείνος του προσκόμισε, κατά την πρώτη επίσκεψη πρόσφατες (το πολύ ενός μηνός) ακτινογραφίες και με βάση αυτές του ζήτησε να υποβληθεί στην μαγνητική τομογραφία. Είπε ότι δεν έχει τις πρωτότυπες ακτινογραφίες αλλά έλαβε κάποια φωτοαντίγραφα αυτών (τεκμήρια 12-13 στα οποία δεν φαίνεται η ημερομηνία λήψης των πρωτότυπων) και έκανε σχετικές σημειώσεις ενώ τα πρωτότυπα τα επέστρεψε στον παραπονούμενο. Πιθανόν να διάβασε την έκθεση του ακτινολόγου αλλά δεν κράτησε αντίγραφο και δεν κατέγραψε την ημερομηνία που έφεραν οι ακτινογραφίες. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο, αυτό που αναγράφει στην ίδια έκθεση ότι «Σε άμεση ακτινογραφία που έγινε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, ανευρέθει κάταγμα στην αριστερή ποδοκνημική», είναι εύρημα δικό του, είπε αρχικά ότι δεν μπορεί να απαντήσει λόγω του χρόνου που παρήλθε. Σε επόμενη σχετική ερώτηση απάντησε ότι το έγραψε αυτό γιατί ενδεχομένως του πήρε ο παραπονούμενος ακτινογραφίες και ότι για να το γράψει πρέπει να είδε κάποια ακτινογραφία με ημερομηνία όταν πήγε στο Νοσοκομείο Πάφου. Όταν όμως ρωτήθηκε εάν έχει κάποιο στοιχείο να δείξει στο Δικαστήριο τι είδε, απάντησε «Να ανευρεθεί ο φάκελος με τις εξετάσεις» κάτι που δείχνει την σημασία των εν λόγω ακτινογραφιών. Συμφώνησε δε ότι στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου λήφθηκαν σειρά από ακτινογραφίες του παραπονούμενου πριν τον εξετάσει ο ίδιος. Όταν του τέθηκαν ότι αυτές οι ακτινογραφίες μελετήθηκαν από τους ορθοπεδικούς ιατρούς και τους ακτινολόγους και κανένας δεν διέγνωσε κάταγμα, είπε ότι μόνο εάν του παρουσιαστούν οι ακτινογραφίες αυτές μπορεί να εκφράσει άποψη, κάτι που επιβεβαιώνει το πόσο σημαντικές είναι για την έκφραση ορθής γνώμης οι πρωτότυπες ακτινογραφίες. Ανέφερε δε ότι από ότι θυμάται σε άλλη δικαστική διαδικασία του παρουσιάσθηκε ιατρική γνωμάτευση από το Νοσοκομείο Πάφου και εκεί ρωτήθηκε από τον ίδιο συνήγορο εάν θεωρεί ότι ήταν λάθος η διάγνωση του συναδέλφου του και απάντησε ότι κατά την δική του άποψη ήταν λάθος. Όταν του τέθηκε ότι αυτός υποστηρίζει ότι είναι λάθος αλλά δεν έχουμε την ακτινογραφία ώστε να δούμε ποιος έκαμε το λάθος, είπε ότι αυτά που γράφει για τις εξετάσεις από την ημέρα που τον επισκέφθηκε ο παραπονούμενος, την ακτινογραφία που του πήρε και μετά είναι όλα σωστά και αδιαμφισβήτητα και δεν θα κάνει κριτική για το τι έγινε στο Νοσοκομείο Πάφου. Δέχθηκε όμως ότι οι αυθεντικές ακτινογραφίες είναι εκείνες που θα δώσουν απάντηση στο ερώτημα και μάλιστα συμπλήρωσε ότι είναι θέμα του Δικαστηρίου να κρίνει εάν αρκείται με τα αντίγραφα των εξετάσεων που έχει ή χρειάζονται οι αυθεντικές εξετάσεις. Είπε επίσης στην αντεξέταση του ότι από ότι θυμάται η μαγνητική τομογραφία έγινε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Όταν ρωτήθηκε εάν έχει στην κατοχή του την τομογραφία αυτή είπε ότι έχει μόνο αντίγραφα 3 εικόνων (από τις 500 περίπου) που τον ενδιέφεραν και σημειώσεις που έλαβε όταν είδε αυτές. Δεν είχε τα πρωτότυπα των εξετάσεων αυτών (τα σχετικά cd και την έκθεση που σύνταξε αυτός που έκανε την μαγνητική), επαναλαμβάνοντας βασικά ότι ο ίδιος σαν αρχή του δεν κρατά τέτοιες εξετάσεις αλλά τις επιστρέφει στον ασθενή, όπως έπραξε στην προκειμένη. Ανέφερε επίσης ότι την αξονική τομογραφία που έγινε στον παραπονούμενο στις 30.8.10 στο Νοσοκομείου Πάφου, ο ίδιος δεν την είδε ποτέ. Το ότι έγινε τέτοια το είδε από ένα πιστοποιητικό του Νοσοκομείου αργότερα. Υποστήριξε δε ότι δεν είναι απαραίτητο όταν διενεργείται κάποια επέμβαση και αφαιρείται κάτι από ένα ασθενή αυτό να στέλλεται για βιοψία. Όταν ρωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι με βάση την ιατρική επιστήμη και τα Πρωτόκολλα οι ιστοί που αφαιρούνται από το σώμα ενός ανθρώπου για οποιονδήποτε λόγο, θα πρέπει να αποστέλλονται για βιοψία, ούτως ώστε να αξιολογούνται για σκοπούς που αφορούν τόσο την ιατρική επιστήμη όσο και την υγεία και την εξέλιξη της υγείας ενός ασθενή και μέσα από αυτήν την ιστολογική εξέταση θα καθορισθεί με σαφήνεια εάν υπάρχει μία χρόνια κατάσταση λόγω κάποιου προβλήματος ή εάν υπάρχει τραυματισμός, απάντησε ότι συμφωνεί εν μέρει και ότι στην ιατρική τίποτε δεν είναι απόλυτο και τα πιο πάνω δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη λόγω του ότι αυτά γίνονται για να καθορίσουν την εξέλιξη της υγείας του ασθενή και εδώ η εξέλιξη αυτή, στην συγκεκριμένη διάγνωση και θεραπεία που δόθηκε, δεν θα άλλαζε εάν γινόταν βιοψία. Ήταν σαφέστατη η διάγνωση δηλ. δεν υπήρχε διαγνωστικό πρόβλημα. Ήταν δε απόλυτος στο ότι στην προκειμένη δεν υπήρχε αντικείμενο για βιοψία αλλά ανέφερε περαιτέρω ότι εάν γινόταν βιοψία ενδεχομένως να εντοπίζονταν φλεγμονώδη στοιχεία που να συνηγορούσαν υπέρ προϋπάρχουσας διαχωριστικής οστεοχονδρίτιδας, που ως είπε, δεν απέκλεισε να υπήρχε τέτοια στην εστία του κατάγματος. Ως εξήγησε ο ίδιος διέγνωσε τον βαθμό της πιθανότητας προϋπάρχουσας κατάστασης με την μαγνητική τομογραφία που έγινε. Δέχθηκε δε ότι πιθανόν μέσα από τη βιοψία θα καταδεικνυόταν εάν η φλεγμονή ήταν οξεία και πρόσφατη ή χρόνια. Διευκρίνισε και πάλι ότι η οστεοχονδρίτιδα μπορεί να είναι διαφόρων βαθμών. Εξήγησε δε ότι δεν σημαίνει ότι η εξέλιξη θα είναι από τον πρώτο, στον δεύτερο, στον τρίτο και τελικά στον τέταρτο βαθμό και ότι η πάθηση αυτή μπορεί να καθηλωθεί και η κατάσταση να παραμείνει σε ένα συγκεκριμένο στάδιο. Δέχθηκε ότι οι καταστάσεις που εξελίσσονται περνούν από όλους του βαθμούς με την σειρά. Είπε δε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο παραπονούμενος, πριν τις 10.8.10 είχε οστεοχονδρίτιδα τέταρτου βαθμού καθώς και ότι το κάταγμα που ο ίδιος διαπίστωσε μπορεί να είχε προκληθεί και ένα μήνα ή περισσότερο πριν τις 20.8.
  3. Ανέφερε επίσης ότι ο παραπονούμενος του είπε ότι χτυπήθηκε, ο ίδιος δεν ήταν παρών και ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι τα πράγματα έχουν γίνει μόνο έτσι και δεν έγινε κάτι άλλο. Ο αναφερόμενος τραυματισμός στις 20.8.10, ως είπε, θεωρητικά μπορούσε να δικαιολογήσει όλα τα υπόλοιπα. Μπορεί ο τραυματισμός να προκλήθηκε από οτιδήποτε άλλο. Το ποια μέρα έγινε το γεγονός δεν μπορεί να το καθορίσει. Ως δε εξήγησε υποστηρίζει ιατρικά την διάγνωση και τη θεραπεία που έδωσε στον ασθενή και όχι τι έγινε την επίμαχη ημέρα. Δεν διαφώνησε εν κατακλείδι ότι όλα όσα ανέφερε για την περίπτωση του παραπονούμενου και κατέγραψε στις ιατρικές εκθέσεις στηρίζονται σε ένα μεγάλο μέρος στις απεικονιστικές εξετάσεις, είτε αυτές είναι ακτινογραφίες, είτε είναι αξονικός τομογράφος είτε μαγνητικές τομογραφίες, χωρίς όμως να έχει τα πρωτότυπα αυτών. Ως δε εξήγησε ο ρόλος του ήταν να διερευνήσει τι είχε ο ασθενής - παραπονούμενος και να δώσει λύση και όχι τι καλώς ή κακώς συνέβηκε πριν. Για αυτό και κράτησε τα στοιχεία εκείνα που θεωρούσε ότι χρειάζεται για τον προαναφερόμενο σκοπό. Ανέφερε δε ότι από τα όσα θυμάται από τις αρχικές γνωματεύσεις των ορθοπεδικών του Νοσοκομείου Πάφου δεν αμφισβητήθηκε η βλάβη του παραπονούμενου στον αστράγαλο που εντοπίσθηκε από την αρχή στο Νοσοκομείο. Η διαφορά μαζί του ήταν στον ορισμό της διάγνωσης δηλ. εάν ήταν διαχωριστική οστεοχονδρίτιδα όπως είπαν οι ιατροί του Νοσοκομείου ή οστεοχόνδρινο κάταγμα, ως είναι η γνώμη του ιδίου. Υποστήριξε μεν ότι η δική του διάγνωση ήταν ορθή αλλά δεν αμφισβήτησε ότι αυτή έγινε με βάση τα πιο πάνω στοιχεία και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα της από το Δικαστήριο. Εξ ου και ανέφερε ότι είναι διαφορετικό να αμφισβητείται η ιατρική του διάγνωση και διαφορετικό να αμφισβητείται η αυθεντικότητα των εξετάσεων και πρόσθεσε «Βρέστε τις αυθεντικές εξετάσεις, δεν είναι δικές μου, δεν μου ανήκουν και φέρτε τες να συζητούμε για τη διάγνωση εάν αμφισβητείτε τη διάγνωση μου». Είναι δε προφανές από το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 ότι αυτός κατέληξε στην γνώμη του για ύπαρξη οστεοχόνδρινου κατάγματος στην αριστερή ποδοκνημική του παραπονούμενου, κατά κύριο λόγο με βάση τα όσα του ανέφερε ο τελευταίος για τραυματισμό του, σε συνδυασμό με αυτά που ο μάρτυρας είδε από τις ακτινογραφίες και τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας. Η γνώμη του δε αυτή είναι αντίθετη με τα όσα αναφέρονται στα ιατρικά πιστοποιητικά των ιατρών που εξέτασαν τον παραπονούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, πριν αυτός αποταθεί στον Μ.Κ.
  4. Συγκεκριμένα οι εν λόγω ιατροί δεν διέγνωσαν κάταγμα αλλά διαχωριστική οστεοχονδρίτιδα (βλ. τεκμήρια 4 και 10). Όφειλε λοιπόν ο Μ.Κ.3 σαν εμπειρογνώμονας να παραθέσει τα αναγκαία εκείνα επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του. Ο Μ.Κ.3 επέμενε μεν ως προς την ορθότητα της γνώμης του αλλά και ο ίδιος δέχθηκε ουσιαστικά ότι η ορθότητα αυτής μπορεί να ελεγχθεί μόνο με βάση τις αυθεντικές εξετάσεις, τις οποίες ο ίδιος είδε μεν αλλά ποτέ δεν προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο και αναφέρομαι φυσικά στις ακτινογραφίες και τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας. Η μη παρουσίαση αυτών στέρησε λοιπόν από το Δικαστήριο την δυνατότητα να ελέγξει, τόσο μέσω της επεξήγησης τους από τον μάρτυρα όσο και μέσω της αντεξέτασης του, την ορθότητας της υπό εξέταση γνώμης του. Κατ' επέκταση η γνώμη αυτή του Μ.Κ.3 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αρκούντως τεκμηριωμένη ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να στηριχτεί σε αυτήν προκειμένου να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη κρίση, στην βάση των γεγονότων που θα κριθεί ότι έχουν αποδειχθεί με την μαρτυρία που θα γίνει δεκτή. Ως εκ τούτου δεν γίνεται δεκτή. Θα πρέπει όμως να λεχθεί και τούτο. Ακόμη και εάν γινόταν δεκτή η γνώμη του Μ.Κ.3 περί ύπαρξης οστεοχόνδρινου κατάγματος στον παραπονούμενο, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα ότι αυτό προκλήθηκε από τον κατηγορούμενο, καθότι ο Μ.Κ.3 με ειλικρίνεια δέχθηκε βασικά ότι δεν ήταν σε θέση να πει πότε ακριβώς επισυνέβη και ποια ήταν η αιτία τέτοιου κατάγματος. Ερχόμενος τώρα στον παραπονούμενο θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Προσπάθησε να πείσει ότι αδικαιολόγητα και απρόκλητα δέχθηκε μια βάναυση επίθεση από τον κατηγορούμενο, η οποία είχε ως αποτέλεσμα και τον σοβαρό τραυματισμό του στο πόδι, για τον οποίο χρειάστηκε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και από τον οποίο μέχρι σήμερα έχει κατάλοιπα που επηρεάζουν την ζωή του. Πρέπει όμως να λεχθεί ότι η μαρτυρία του επί των γεγονότων χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις αντιφάσεις και εκ των υστέρων σκέψεις του, στερείται συνέπειας, λογικής και πειστικότητας ενώ σε κάποια σημεία της διαψεύδεται ολοκληρωτικά από άλλη μαρτυρία. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε την κατάθεση του ημερ. 21.8.10 (τεκμήριο 6), στην οποία περιγράφοντας την επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο είπε ότι ο τελευταίος πήρε ένα κομμάτι από το τηλέφωνο του, το άγγιξε στον παραπονούμενο, βρίζοντας τον ταυτόχρονα και του έδωσε γροθιές στην αριστερή κοιλιακή χώρα. Αμέσως κόπηκε η αναπνοή του και έπεσε κάτω για περίπου 6-10 δευτερόλεπτα ενώ στην συνέχεια ο κατηγορούμενος πήρε ένα κομμάτι ξύλο χαρουπιάς και άρχισε να τον κτυπά σε όλο το σώμα και μετά του έδωσε δύο γροθιές στην αριστερή πλευρά της κεφαλής. Κατά την αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε είπε ότι ήταν ο ίδιος που ανέφερε στον Μ.Κ.3 αυτό που αναγράφεται στο πιστοποιητικό ημερ. 17.1.11 (στο τεκμήριο 7) «. σε αναφερόμενο ξυλοδαρμό, δέκτηκε κλωτσιά στην αριστερή ποδοκνημική με αποτέλεσμα ..ς». Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε στην προαναφερόμενη κατάθεση του ότι δέχθηκε τέτοια κλωτσιά, υπεκφεύγοντας απάντησε ότι την συγκεκριμένη μέρα δέχτηκε από τον κατηγορούμενο μια βάναυση επίθεση για την οποία κακώς η Αστυνομία δεν τον κατηγόρησε για φόνο εκ προμελέτης και ότι μετά από το ξύλο που έφαγε με γροθιές, κλωτσιές και με ξύλα, όταν ήταν στο Νοσοκομείο υπό κράτηση και με την ζαλάδα που είχε για 24 ώρες, είχε πρόβλημα με την Αστυνομία γιατί να μην πάνε να του πάρουν κατάθεση και μετά τα τηλεφωνήματα που έκανε πήγαν και του πήραν τέτοια ενώ ήταν στο κρεβάτι ζαλισμένος και πονούσε και έτσι μπορεί να μην τα ανέφερε όλα, χωρίς να σημαίνει ότι δεν έγιναν. Να σημειωθεί δε ότι από τον παραπονούμενο, πέραν από το τεκμήριο 6, στις 24.8.14 δηλ. 3 μέρες μετά λήφθηκε και άλλη κατάθεση (τεκμήριο 9) μεγάλο μέρος της οποίας αφορούσε τα γεγονότα της παρούσας και στην οποία περιγράφοντας την επίθεση και πάλι δεν αναφέρθηκε σε κλωτσιά που δέχθηκε στο πόδι. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι ενώ ο παραπονούμενος είχε ουσιαστικά δύο φορές την ευκαιρία να αναφερθεί σε κλωτσιά που δέχθηκε στο πόδι, κάτι που προφανώς για τον ίδιο ήταν σημαντικό εφόσον, ως υποστήριξε ουσιαστικά, ήταν αυτή που του προκάλεσε την σοβαρότερη σωματική βλάβη και ενώ ανέφερε με λεπτομέρειες την επίθεση που δέχθηκε, παρέλειψε να το αναφέρει χωρίς να δώσει πειστική εξήγηση για τούτο. Όταν μάλιστα στην αντεξέταση του τέθηκε ότι έδωσε δύο καταθέσεις, προφανώς για να μην φανούν τα πιο πάνω, επέμενε ότι έδωσε μόνο μια. Όταν δε του υποδείχθηκε το τεκμήριο 9 προσπαθώντας να δικαιολογήσει την ασυνέπεια στην θέση του είπε και επέμενε μάλιστα ότι αυτή αφορούσε άλλη υπόθεση που δεν είχε σχέση με το επίδικο συμβάν, κάτι που ως προαναφέρθηκε δεν ισχύει. Διαφώνησε δε ότι λίγες ώρες μετά την μεταφορά του στο Νοσοκομείο η Αστυνομία του ζήτησε να δώσει κατάθεση και αυτός αρνήθηκε, κάτι που όμως διαψεύδεται από τον Μ.Κ.
  5. Όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση του γιατί όταν έφθασε εκείνη την ημέρα στο σπίτι της πρώην συζύγου του κόρναρε και δεν πήγε να χτυπήσει την πόρτα, είπε ότι το έκανε γιατί εάν έμπαινε στην αυλή της τότε θα κατηγορείτο. Όταν ρωτήθηκε εάν δεν είχε διάταγμα επικοινωνίας με τα παιδιά του είπε ότι είχε για να τα βλέπει αλλά όχι για να μπαίνει στο σπίτι. Όταν στην συνέχεια ρωτήθηκε εάν είχε δικαίωμα να παραλαμβάνει τα παιδιά από τον τόπο διαμονής τους απάντησε «Έξω στην είσοδο» ενώ όταν αμέσως μετά ρωτήθηκε εάν έτσι είχε το διάταγμα απάντησε «Όχι, αλλά γιατί να μπω εγώ στο σπίτι της πρώην;». Ήταν δε προφανές ότι υποστήριξε στην κατάθεση του ότι δεν εισήλθε στην αυλή της εν λόγω οικίας όταν πληροφορήθηκε ότι εξεταζόταν εναντίον του και το αδίκημα της παράνομης εισόδου. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι όταν η πρώην σύζυγος του αρνήθηκε να του δώσει τις κόρες του, αυτός κάθισε στον τοίχο της περίφραξης με τα πόδια προς τον δρόμο και ανάμενε και ότι όταν κατέφθασε ο κατηγορούμενος, ο ίδιος τον κοίταξε με απάθεια και μετά ακολούθησε η επίθεση εναντίον του. Αντίθετα όμως στην αντεξέταση του είπε ότι αμέσως πριν την επίθεση ο ίδιος στεκόταν στον δρόμο αφού, ως είπε, κατέβηκε από τον τοίχο όταν είδε τον κατηγορούμενο να φτάνει. Όταν ρωτήθηκε γιατί το έκανε αυτό, έδωσε την ακόλουθη μη πειστική απάντηση προφανώς για να δημιουργήσει εντυπώσεις εις βάρος του κατηγορούμενου: «Διότι ήταν να τες φάω κάθοντας ύστερα» και αμέσως μετά ότι προτίμησε να τις «φάει» στέκοντας. Είπε δε λίγο μετά ότι σηκώθηκε από τον τοίχο για να μην κάθεται εκεί απαθής, σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε στη κυρίως εξέταση του. Περαιτέρω στην αντεξέταση του άλλαξε την σειρά των γεγονότων σε σχέση με τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση του και υποστήριξε ότι πρώτα του έδωσε τις γροθιές ο κατηγορούμενος και έπεσε κάτω και μετά άγγιξε πάνω του το τηλέφωνο. Όσον αφορά το ότι χτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο και με ξύλο είπε στην αντεξέταση του ότι τον χτύπησε με αυτό σε όλο του το κορμί. Όταν όμως του ζητήθηκε να πει εάν δέχθηκε και χτυπήματα στο κεφάλι είπε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί που δέχθηκε τα χτυπήματα. Επέμενε όμως από την άλλη ότι δέχθηκε τέτοια παντού. Είπε επίσης ότι όταν έφθασε εκεί ο Μ.Υ.3 το ξύλο βρισκόταν στο έδαφος. Όταν δε του τέθηκε το εύλογο ερώτημα γιατί δεν το υπέδειξε στον Μ.Υ.3 έδωσε την μη πειστική δικαιολογία ότι ο εν λόγω μάρτυρας τον συνέλαβε. Εδώ όμως να λεχθεί ότι ο Μ.Υ.3 ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε, ότι εκεί στην σκηνή πριν συλληφθεί ο παραπονούμενος λόγω της εξύβρισης, του κατήγγελλε ότι χτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο. Συνεπώς λογικό θα ήταν να έδειχνε στον Μ.Υ.3 το ξύλο. Υποστήριξε δε ότι είπε στον Μ.Υ.3 ότι χτυπήθηκε όταν έφευγαν με το αυτοκίνητο, προφανώς για να πείσει για την ασυνέπεια της θέσης του όσον αφορά το ξύλο. Όταν του τέθηκε ότι στα πλαίσια πολιτικής αγωγής είπε ότι δεν ξέρει «πού έβαλε το ξύλο, εξαφανίστηκε» είπε σε αντίθεση με πριν ότι δεν ξέρει που ήταν το ξύλο. Εδώ να σημειωθεί ότι ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι τα τραύματα που έφερε ο παραπονούμενος δεν υποδήλωναν ότι χτυπήθηκε με τέτοιο ξύλο και ότι εάν γινόταν κάτι τέτοιο θα είχε άλλα τραύματα. Παράδοξο αποτελεί στην όλη εκδοχή του και το γεγονός ότι παρά το ότι ως υποστήριξε δέχθηκε από τον κατηγορούμενο μια βάναυση επίθεση που ισοδυναμούσε με «απόπειρα φόνου», δεν κάλεσε την Αστυνομία. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν το έπραξε έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι εκείνη την ημέρα πήγε εκεί για να παραμείνει όσο πιο πολύ γινόταν, «σαν απεργία πείνας» μέχρι να πάρει τα παιδιά του. Όταν επίσης εύλογα ρωτήθηκε γιατί δεν έφυγε όταν η κόρη του του είπε ότι θα πήγαινε εκεί ο κατηγορούμενος και θα γινόταν καβγάς είπε ότι δεν έφυγε γιατί πήγε εκεί με σκοπό να μείνει όσο χρειαστεί για μέρες μέχρι που να πάρει τις κόρες του γιατί είχε τέτοιο δικαίωμα. Όταν όμως ρωτήθηκε εάν ήταν ημέρα που είχε δικαίωμα επικοινωνίας αρχικά απάντησε καταφατικά ενώ αμέσως μετά παραδέχθηκε ότι δεν είχε την συγκεκριμένη ημέρα. Μάλιστα λίγο αργότερα είπε ότι πήγε εκεί την ημέρα που έπρεπε να πιάσει τις κόρες του και όταν δεν του της έδωσε, έφυγε για να μην δημιουργηθεί καβγάς, κάτι που δείχνει ότι δεν ήταν λογική η θέση του ότι κατά την επίδικη ημέρα έμεινε εκεί γνωρίζοντας ότι υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο να γίνει καβγάς. Όταν σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του τέθηκε ότι στα πλαίσια άλλης υπόθεσης όταν έδινε μαρτυρία δεν είπε ότι πήγε εκεί για να μείνει για να πάρει τις κόρες του αλλά κάτι άλλο, ουσιαστικό το δέχθηκε λέγοντας ότι μπορεί να ήταν παράλειψη του να το πει. Περαιτέρω δεν δέχθηκε ότι, όταν κατά τον επίδικο χρόνο έφθασε στην σκηνή ο Μ.Υ.3 τον κάλεσε να εγκαταλείψει το μέρος για να μην δημιουργείται ένταση, κάτι που επίσης διαψεύδεται από τα όσα ανέφερε σχετικά ο Μ.Υ.
  6. Περαιτέρω δεν δέχθηκε ότι πριν τον πάρουν στο Νοσοκομείο, στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας οι αστυνομικοί του εξήγησαν τα δικαιώματα του και στα πλαίσια αυτά ο ίδιος μίλησε με τον δικηγόρο του δια τηλεφώνου, κάτι που επίσης διαψεύδεται από τον Μ.Υ.3 όπως διαψεύδεται και το ότι όταν ο Μ.Υ.3 αφίχθηκε στην σκηνή ο παραπονούμενος βρισκόταν στο έδαφος και ότι μάλιστα ήταν ο μάρτυρας αυτός που τον τράβηξε από τα χέρια και σηκώθηκε. Στην αντεξέταση του ανέφερε επίσης ότι στο Νοσοκομείο του είχαν κάνει και ακτινογραφίες στον αριστερό αστράγαλο. Μάλιστα στο σημείο εκείνο της μαρτυρίας του πρόσθεσε ότι όλες οι αναλύσεις, οι ακτινογραφίες, ο αξονικός και το ultrasound, τα οποία έγιναν στις 20.8.10 κλάπηκαν από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και για αυτό προέβη σε γραπτή καταγγελία στην Αστυνομία. Όταν ρωτήθηκε πότε έκανε την καταγγελία είπε ότι ήταν μια περίπου εβδομάδα μετά που εξήλθε του Νοσοκομείου. Όταν όμως σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ρωτήθηκε εάν η κλοπή έγινε ενώ αυτός νοσηλευόταν, είπε ότι δεν γνωρίζει την ακριβή ημερομηνία. Ανέφερε δε ότι για την κλοπή του είπαν οι ίδιοι οι γιατροί, όμως και πάλι δεν μπορούσε να θυμηθεί την ημερομηνία. Δήλωσε δε μάλιστα ότι τον φάκελο του Νοσοκομείου που τον αφορά και έχει προσωπικά του στοιχεία θεώρησε μετά την κλοπή καλό να τον έχει στην κατοχή του. Έτσι τον είχε στην κατοχή του στις 20.10.10 και τον έχει μέχρι και σήμερα. Αναγνώρισε κατά την αντεξέταση του, ότι αφορά το πρόσωπο του και κατατέθηκε ως τεκμήριο 10 το ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ημερ. 11.8.11, εκδοθέν από τον Δρα Καμπούρη, ορθοπεδικό ιατρό. Σύμφωνα με αυτό ο παραπονούμενος νοσηλεύθηκε από τις 20.8.10-23.8.10 στην Χειρουργική Κλινική του Νοσοκομείου Πάφου. Εξετάσθηκε από τον Δρα Καμπούρη στις 20.8.10 λόγω αναφερόμενου άλγους στην αριστερή ποδοκνημική άρθρωση και σύμφωνα με την κλινική και ακτινολογική εικόνα παρουσίαζε εικόνα διαχωριστικής οστεοχονδρίτιδας στον θόλο του αστραγάλου και οστεοπώρωση στον αυχένα του αστραγάλου. Επανεξετάσθηκε στις 30.8.10 από τον Δρα Χριστοδούλου, ο οποίος ανέφερε ότι η αξονική τομογραφiα ήταν αρνητική για κάταγμα και ότι η διάγνωση ήταν διαχωριστική οστεοχονδρίτδα και του συνέστησε όπως η ποδοκνημική ακινητοποιηθεί με γύψινο επίδεσμο. Στις 12 και 20.10.10 εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία από τον Δρα Μεταξά και η διάγνωση ήταν διαχωριστική οστεοχοvτρίτιδα αλλά λόγω πόνου και περιορισμού των κινήσεων της ποδοκνημικής συνεστήθη μαγνητική τομογραφία. Όταν στην συνέχεια ο παραπονούμενος ρωτήθηκε εάν οι γιατροί του Νοσοκομείου που τον εξέτασαν του ανέφεραν οτιδήποτε για κάταγμα, υπεκφεύγοντας είπε ότι δεν θέλει να κάνει ο ίδιος τον γιατρό και να βγάλει αυτός το πόρισμα των γιατρών. Στην συνέχεια όμως υποστήριξε ότι οι γιατροί αυτοί του έβαλαν το πόδι στον γύψο και του είπαν ότι υπάρχει κάταγμα, αλλά δεν του έδωσαν λεπτομέρειες. Αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι διαψεύδεται από όλα τα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά των ιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου (βλ. τεκμήρια 4 και 10). Προφανώς για να προσαρμόσει την θέση του στα εν λόγω πιστοποιητικά, στην συνέχεια είπε ότι από την ακτινογραφία του είπαν ότι δεν έδειχνε κάταγμα ενώ με τον αξονικό έδειχνε τέτοιο. Όμως και αυτό διαψεύδεται από το τεκμήριο
  7. Ανέφερε επίσης ότι όταν επισκέφθηκε τον ιατρό του, Μ.Κ.3 δεν του πήρε ακτινογραφίες του Νοσοκομείου αλλά εκείνος τον προέτρεψε και έκανε μαγνητικές τομογραφίες. Όταν του τέθηκε εύλογα το ερώτημα γιατί ο εν λόγω ιατρός αναφέρεται στο τεκμήριο 7 σε «άμεση ακτινογραφία που έγινε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου» υποστήριξε ότι αυτό ο γιατρός το είδε από έγγραφα στον φάκελο του που του πήρε ο ίδιος. Όταν όμως του ζητήθηκε να δείξει κάτι από τον εν λόγω φάκελο του που έφερε στο Δικαστήριο, δεν έδειξε κάποιο έγγραφο που να λέει αυτό αλλά αναφέρθηκε σε αναγραφόμενη διαχωριστική οστεοχονδρίτιδα, που για να υποστηρίξει την θέση του, παρά το ότι δέχθηκε ότι δεν είναι ιατρός, είπε ότι είναι κάταγμα. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο παραπονούμενος δεν ήταν ειλικρινής και ως εκ τούτου η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ο κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχάς πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται βασικά στην Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v.Walker [1974] 1 WLR 1090). Όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Θα πρέπει να δοθεί κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. επίσης Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Κόλιας ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 106, 126, 127/15, ημερ. 17.5.18 και Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 191/16, ημερ. 6.11.18). Στην ανώμοτη του δήλωση ο κατηγορούμενος αναφέρεται στα γεγονότα που κατά την δική του εκδοχή έλαβαν χώραν κατά τον επίδικο χρόνο. Ως έχει όμως προαναφερθεί αυτά δεν μπορούν, σύμφωνα με την σχετική νομολογία, να εξομοιωθούν με ένορκη μαρτυρία και δεν μπορούν να αποδείξουν γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου οποιαδήποτε βαρύτητα. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε επίσης ως εμπειρογνώμονας στον κλάδο όμως της ιατροδικαστής. Ούτε αυτού τα προσόντα, οι γνώσεις και η πείρα αμφισβητήθηκαν και ως εκ τούτου κρίνω ότι και αυτός είναι εμπειρογνώμονας επί των θεμάτων για τα οποία κατέθεσε. Επομένως και αυτού η μαρτυρία θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων. Ο Μ.Υ.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε ουσιαστικά στην επεξήγηση της αναγκαιότητας μελέτης των διαφόρων διαγνωστικών εξετάσεων στις οποίες υποβλήθηκε ο παραπονούμενος (ακτινογραφίες, αξονικές και μαγνητικές τομογραφίες) καθώς και στην αναγκαιότητα διενέργειας βιοψίας επί του αφαιρεθέντος χόνδρου, ώστε να μπορεί κάποιος επιστημονικά να καταλήξει σε σαφή και ασφαλή διάγνωση ως προς το είδος, τα αίτια και τον χρόνο πρόκλησης της βλάβης του παραπονούμενου αλλά και για σχολιασμό των όσων ανέφερε σχετικά ο Μ.Κ.
  1. Ο Μ.Υ.1 επεξήγησε με απλότητα μεν αλλά με σαφήνεια και με την απαιτούμενη επιστημονική τεκμηρίωση, αιτιολόγηση και επάρκεια τις θέσεις του επί όλων όσων ρωτήθηκε και η μαρτυρία του εκτός του θέματος της αναγκαιότητας διενέργειας βιοψίας, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Ακόμη όμως και ως προς το θέμα αυτό οι θέσεις του δεν κλονίσθηκαν. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Οι Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 μου έκαναν επίσης καλή εντύπωση. Η μεν Μ.Υ.2 αναφέρθηκε με πληρότητα στα όσα διαπίστωσε κατά την εξέταση του κατηγορούμενου την επίδικη ημέρα ενώ ο Μ.Υ.3 περιέγραψε με λεπτομέρεια τα όσα ήλθαν στην αντίληψη του όταν μετέβηκε στην σκηνή αλλά και μετά που μετέφερε τον παραπονούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό. Θα πρέπει δε να λεχθεί άλλωστε ότι η μαρτυρία αυτών δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση τους. Συνεπώς γίνεται δεκτή. Νομική πτυχή Το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης εδράζεται στο άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα εξής: «
  2. Όποιος προκαλεί παράνοµα βαριά σωµατική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηµατική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές». Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος, ως προκύπτουν από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης είναι:
  3. Ο κατηγορούμενος να προκαλεί βαριά σωματική βλάβη σε άλλον.
  4. Το πιο πάνω να γίνεται παράνομα. Ως έχει νομολογηθεί στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 397, η πρόθεση εμπεριέχεται ως συστατικό στοιχείο στο αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης χωρίς να χρειάζεται η απόδειξη οποιασδήποτε ειδικής πρόθεσης. Όσον αφορά την έννοιας της βαριάς σωματικής βλάβης στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί: «"σωµατική βλάβη" σηµαίνει σωµατική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε µόνιµη είτε προσωρινή»· «"βαριά σωµατική βλάβη" σηµαίνει σωµατική βλάβη που ισοδυναµεί µε ακρωτηριασµό ή επικίνδυνη σωµατική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή µόνιµη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται µέχρι τη µόνιµη παραµόρφωση ή τη µόνιµη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωµατικού οργάνου, µεµβράνης ή αίσθησης»· Εισήγηση της υπεράσπισης για παραβίαση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη Στο σημείο αυτό, πριν οδηγηθώ στην τελική μου κατάληξη, κρίνω ότι θα πρέπει να εξετάσω την θέση της υπεράσπισης περί παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη και συγκεκριμένα της αρχής της ισότητας των όπλων. Όσον αφορά την αρχή αυτή, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της αρχής της δίκαιης δίκης, μελέτη της νομολογίας μας καταδεικνύει ότι αυτή είναι απόλυτα ταυτισμένη με την σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Από την σχετική νομολογία μας (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109, Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 Α.Α.Δ. 1718, Parris ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186, Ιωσηφίδης ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 204, Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 560, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746, Α. Α. ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 140, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.α.
(2010)2 Α.Α.Δ. 94, Αθανάση ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 45/2014, ημερ. 5.10.16 και Κυπρίζογλου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, ημερ. 15.12.17) προκύπτουν δε τα ακόλουθα:
  1. Η αρχή της ισότητας των όπλων αποβλέπει στην διασφάλιση της διαδικαστικής ισότητας μεταξύ των διαδίκων κάτι που εξυπακούει ότι πρέπει να δίδεται ίση ευκαιρία για τον σκοπό αυτό στον κάθε διάδικο.
  2. Αποτελεί έκφραση του κανόνα audi alteram partem και εξυπακούει ότι στο κάθε μέρος πρέπει να δίδεται εύλογη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή του στο Δικαστήριο, τόσο πάνω στα γεγονότα, όσο και πάνω στο Νόμο, κάτω από συνθήκες, οι οποίες δεν τον θέτουν υπό ουσιαστικό μειονέκτημα έναντι του αντιδίκου του. Η ευκαιρία πρέπει να είναι ίση ανάμεσα στους διαδίκους και περιορίζεται μόνο από το καθήκον του Δικαστηρίου να αποτρέψει υπερβολική παράταση ή καθυστέρηση της διαδικασίας
  3. Περιλαμβάνει το δικαίωμα κάθε διάδικου να γνωρίζει όλη την μαρτυρία που θα προσκομιστεί και το δικαίωμα να την σχολιάσει. Η παραβίαση της αρχής δεν κρίνεται με αναφορά στο τι είναι η μαρτυρία που δίδεται, αλλά στις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που η κάθε πλευρά έχει να γνωρίζει ό,τι σχετικό θα χρησιμοποιηθεί στην δίκη από την άλλη πλευρά.
  4. Για διασφάλιση της ισότητας αυτής πρέπει να υπάρχουν επαρκείς διαδικαστικές διασφαλίσεις ανάλογες με την φύση της υπόθεσης. Αυτές περιλαμβάνουν, όπου αυτό είναι αρμόζον, επαρκείς ευκαιρίες για παρουσίαση μαρτυρίας, αμφισβήτηση εχθρικής μαρτυρίας, επιθεώρηση εγγράφων και παρουσίαση επιχειρηματολογίας επί των επιδίκων θεμάτων.
  5. Απότοκη της αρχής είναι η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να παράσχει στον κατηγορούμενο την ευκαιρία να πληροφορηθεί, για σκοπούς προετοιμασίας της υπεράσπισής του, το σύνολο των αστυνομικών ανακρίσεων και ερευνών που έγιναν κατά την διερεύνηση της υπόθεσης και τα αποτελέσματα αυτών καθώς και όλο το αποδεικτικό υλικό και την μαρτυρία που είναι στην διάθεση των ανακριτικών αρχών και άπτεται των κατηγοριών εναντίον του. Στα πιο πάνω περιλαμβάνεται η δυνατότητα πρόσβασης του κατηγορούμενου σε κάθε σχετικό στοιχείο το οποίο έχει συλλεγεί ή θα μπορούσε να είχε συλλεγεί από τις ανακριτικές αρχές.
  6. Η αρχή βασίζεται στην εξισορρόπηση. Η διαδικασία εξετάζεται στο σύνολό της και συγκεκριμένος περιορισμός των δικαιωμάτων της υπεράσπισης μπορεί να αποδειχθεί ότι δεν ήταν αρκετός για να θεωρηθεί ολόκληρη η διαδικασία άδικη. Αυτό που ακριβώς χρειάζεται θα εξαρτηθεί σε κάποιο βαθμό από την φύση της υπόθεσης, περιλαμβανομένης της φύσης και σπουδαιότητας των επιδίκων θεμάτων.
  7. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε περίπτωση παραβίασης της αρχής εξετάζει κατά πόσο έχουν δοθεί στον κατηγορούμενο οποιεσδήποτε άλλες ευκαιρίες για να διορθωθεί η κατάσταση ή για να εξισωθούν τα πράγματα. Στην Edwards and Lewis v. U.K., Applications Nos. 39647/98 and 40461/98, 27.10.2004, εξηγήθηκε ότι αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό της αρχής της δίκαιης δίκης ότι ποινικές διαδικασίες θα πρέπει να γίνονται κατ' αντιπαράθεση και θα πρέπει να υπάρχει ισότητα των όπλων μεταξύ της κατηγορούσας αρχής και της υπεράσπισης. Το δικαίωμα για μια κατ' αντιπαράθεση δίκη («adversarial trial») σημαίνει ότι σε μια ποινική δίκη, θα πρέπει να δίδεται τόσο στην κατηγορούσα αρχή όσο και στην υπεράσπιση, η ευκαιρία να γνωρίζουν και να σχολιάσουν την μαρτυρία που θα προσαχθεί από την άλλη πλευρά. Επιπρόσθετα το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής η «Ε.Σ.Δ.Α.»), απαιτεί ότι η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποκαλύπτει στην υπεράσπιση όλη την ουσιώδη μαρτυρία που έχει στην κατοχή της, τόσο εναντίον όσο και υπέρ του κατηγορούμενου. Το δικαίωμα για αποκάλυψη της σχετικής μαρτυρίας δεν είναι όμως απόλυτο. Μπορεί να περιορισθεί για λόγους άκρως απαραίτητους (π.χ. λόγοι εθνικής ασφάλειας, η ανάγκη για προστασία μαρτύρων από αντίποινα). Για τα πιο πάνω βλ. και Harris D.J., O' Boyle M. and Warbrick C., Law of the European Convention on Human Rights (4th edition) σελ. 415-419. Στην Νικολαϊδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 λέχθηκε ότι το δικαίωμα ενός κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη, περιλαμβάνει την υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποκαλύψει στην υπεράσπιση όλη την σχετική μαρτυρία υπέρ ή εναντίον του κατηγορουμένου. Γίνεται δε αναφορά στην R. v. Brown [1997] 3 All E.R. 769 όπου τονίστηκε ότι η πιο πάνω υποχρέωση αναφέρεται βασικά σε στοιχεία που έχει περισυλλέξει η Αστυνομία μέσα στα πλαίσια της ανακριτικής διαδικασίας για την διερεύνηση του αδικήματος. Από την άλλη η υποχρέωση για αποκάλυψη δεν επεκτείνεται σε όλο το φάσμα του υλικού που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης αλλά μόνο σε σχέση με μαρτυρία:
(1)που είναι σχετική, και
(2)που είναι ουσιώδης ή μπορεί να είναι ουσιώδης σε σχέση με τα επίδικα θέματα που αναμένεται να εγερθούν ή εγείρονται αναπάντεχα κατά τη διάρκεια της δίκης. Αναφορικά με την μαρτυρία που πρέπει να παραδίδεται στην υπεράσπιση στην Νικολαϊδης γίνεται παραπομπή στην R. v. Melvin and Dingle, ημερ. 20.12.93, που δεν έχει δημοσιευθεί αλλά υιοθετήθηκε στην R. v. Brown ανωτέρω. Συγκεκριμένα εκεί αναφέρθηκε ότι ουσιώδες στον τομέα της αποκάλυψης είναι «εκείνο το οποίο θα εθεωρείτο από την κατηγορούσα αρχή κατόπιν μιας λογικής εκτίμησης:
(1)ότι είναι σχετικό ή πιθανώς σχετικό με ένα επίδικο θέμα της υπόθεσης,
(2)ότι εγείρει ή πιθανώς εγείρει ένα νέο επίδικο θέμα η ύπαρξη του οποίου δεν είναι εμφανής από τη μαρτυρία που θα παρουσίαζε η κατηγορούσα αρχή,
(3)ότι προβάλλει ως πραγματική (σε αντίθεση με φαντασιώδη) μια προσδοκία ότι παρέχει μια καθοδήγηση στην μαρτυρία που αναφέρεται στο
(1)και
(2)». Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι οι προεκτάσεις της πιο πάνω υποχρέωσης εξετάστηκαν στην υπόθεση Korellis v. Cyprus, Application No. 54528/2000, ημερ. 7.1.2000, όπου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τόνισε ότι, αν και ο αιτητής δεν μπορεί να αποδείξει δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισής του από την παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να τον εφοδιάσει με αντίγραφα των εγγράφων που έχει στην κατοχή της, εντούτοις ο αιτητής έχει την υποχρέωση να αποδείξει ότι η μαρτυρία που παραλείφθηκε έχει κάποια δυνητική σχετικότητα (potential relevancy) στην παρουσίαση της υπόθεσής του. Στην Κύπρο η προαναφερόμενη υποχρέωση έχει πάρει και νομοθετικό χαρακτήρα. Πρόκειται για το άρθρο 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (φέρει τον πλαγιότιτλο «Δικαίωµα υπόπτου και κατηγορουµένου σε πρόσβαση στα έγγραφα της υπόθεσής του»), το οποίο έχει σχετικά πρόσφατα τροποποιηθεί με το Νόμο 186(Ι) του 2014 (για σκοπούς εναρµόνισης µε την Οδηγία 2012/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου της 22.5.12 σχετικά µε το δικαίωµα ενηµέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών) κατά τρόπο που εναρμονίζεται με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Προβλέπεται δε ότι όταν επιδοθεί στον κατηγορούμενο κλήση ή ένταλµα που εκδόθηκε δυνάµει του άρθρου 44, αυτός δικαιούται µε γραπτό αίτηµά του προς την κατηγορούσα αρχή να έχει δωρεάν πρόσβαση στις καταθέσεις και τα έγγραφα που λήφθηκαν κατά την διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά µε το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκηµα, προκειµένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και η προετοιµασία της υπεράσπισης του κατηγορουµένου (εδάφιο 2) με την επιφύλαξη ότι εφόσον, περιέλθει στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής νέο υλικό, το οποίο αυτή προτίθεται να χρησιµοποιήσει στην διαδικασία, παραχωρείται στον κατηγορούµενο περαιτέρω πρόσβαση στο υλικό αυτό. Εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και για συγκεκριμένους λόγους (ενδεχόμενο να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την ζωή ή τα θεµελιώδη δικαιώµατα άλλου προσώπου, ή η άρνηση θεωρείται απολύτως απαραίτητη για την προστασία σηµαντικού δηµοσίου συµφέροντος ή όταν πρόσβαση ενδέχεται να διακυβεύσει την διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια της Δηµοκρατίας), η κατηγορούσα αρχή μπορεί να αρνηθεί στον κατηγορούμενο την πρόσβαση σε τέτοιο υλικό (εδάφιο 4). Μετά από αίτημα του κατηγορούμενου κατά την πρώτη δικάσιµο της υπόθεσής, το Δικαστήριο εξετάζει τους προαναφερόμενους λόγους άρνησης και έχει εξουσία να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγµα ήθελε υπό τις περιστάσεις κρίνει πρέπον. Ως λέχθηκε στην Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 459, αποτελεί «υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάζει στοιχεία, ακόμη και αν αυτά είναι υπέρ του κατηγορούμενου διότι είναι κατηγορούσα και όχι διωκτική αρχή, το δε ερευνητικό έργο της αστυνομίας και της ίδιας, δεν στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση». Ως προκύπτει από την σχετική νομολογία το ερώτημα κατά πόσο η δίκη είναι δίκαιη ή όχι θα πρέπει να απαντάται με βάση την αξιολόγησή της στο σύνολό της γιατί μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Δεν μπορεί α εξετάζεται μεμονωμένα ή αποσπασματικά, ούτε και κατ' αφηρημένο τρόπο (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως των ειδικών περιστάσεων της κάθε υπόθεσης (in concreto). Για να στοιχειοθετηθεί όμως ο ισχυρισμός για μη δίκαιη δίκη θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος έχει πράγματι επηρεαστεί δυσμενώς (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104 και Yaacoub ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 72/2013, ημερ. 19.3.14). Στην παρούσα, ως προέκυψε κατά την διαδικασία, η κατηγορούσα αρχή παρέλειψε να αποκαλύψει και να παράσχει πρόσβαση στην υπεράσπιση σε διάφορα έγγραφα τα οποία είχε στην κατοχή της πριν την έναρξη της ακρόασης. Αναφέρομαι τόσο στις ιατρικές εκθέσεις που συνέταξε ο Μ.Κ.3 (τεκμήριο 7) όσο και στο αντίγραφο της ταυτότητας του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες (τεκμήριο 8), τα οποία παρουσιάσθηκαν κατά την κυρίως εξέταση του παραπονούμενου και έγινε προσπάθεια κατάθεσης τους, χωρίς να έχουν καν αποκαλυφθεί στην υπεράσπιση. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν αποκαλύφθηκαν ούτε το τεκμήριο 11 αλλά και άλλες φωτογραφίες που αποτελούν αντίγραφα φωτογραφιών που λήφθηκαν κατά την χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ο παραπονούμενος από τον Μ.Κ.3. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι το γεγονός ότι τα πιο πάνω δεν τέθηκαν στον φάκελο της υπόθεσης κατά την διερεύνηση της υπόθεση από την Αστυνομία αλλά παραδόθηκαν από τον παραπονούμενο σε δημόσιους κατηγόρους μεταγενέστερα, δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι υπήρχαν στον φάκελο και θα έπρεπε να αποκαλυφθούν και να δοθούν αντίγραφα στην υπεράσπιση, στα πλαίσια της προαναφερόμενης υποχρέωσης της κατηγορούσας αρχής. Το ερώτημα που εγείρεται είναι όμως κατά πόσο οι πιο πάνω παραλείψεις επηρέασαν δυσμενώς τον κατηγορούμενο; Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική καθότι παρά ταύτα το Δικαστήριο έδωσε την ευκαιρία στην υπεράσπιση να δει τα εν λόγω τεκμήρια και να τοποθετηθεί επί τούτων πριν την κατάθεση τους ενώ στην συνέχεια η υπεράσπιση αντεξέτασε δεόντως τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, έχοντας υπόψην αυτά. Ήταν επίσης η θέση του κ. Αλεξάνδρου ότι η αρχή της ισότητας των όπλων παραβιάσθηκε εκ της μη παράδοσης στην υπεράσπιση των εξετάσεων στις οποίες υποβλήθηκε (ακτινογραφίες, μαγνητική τομογραφία κ.α.) ο παραπονούμενος ούτως ώστε να μπορέσει να αντεξετάσει δεόντως τον Μ.Κ.3 και να καλέσει δικό της μάρτυρα προς αντίκρουση αυτής της μαρτυρίας. Σε σχέση με τα πιο πάνω ο συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε όπως πριν κλείσει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή τον εφοδιάσει με ακτινογραφίες, αξονικές και μαγνητικές τομογραφίες που αφορούν πάντοτε τον τραυματισμό του παραπονούμενου. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι τα πιο πάνω δεν βρίσκονται στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής και ότι πριν καταθέσει ο παραπονούμενος μίλησε μαζί του και αυτός της είπε ότι δεν τα έχει στην κατοχή του. Στην Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143 λέχθηκε ότι «η ετυμηγορία ποινικού δικαστηρίου κρίνεται άδικη ή εμπεριέχει το σπέρμα της αδικίας (potentially unjust), οποτεδήποτε η κατηγορούσα αρχή αφίσταται του καθήκοντος να προσαγάγει το σύνολο της ουσιώδους μαρτυρίας στην διάθεσή της». Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι η εν λόγω αρχή διατυπώνεται στην R. ν. Liverpool Crown Court, ex p. Roberts [1986] 622 Crim. L.R., από την οποία και εκτίθεται σχετικό απόσπασμα. Από τα πιο συνάγεται δε ότι, παρά το γεγονός ότι η κατηγορούσα αρχή μπορεί να μην παραλείψει να εκπληρώσει το καθήκον της να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλη την ουσιώδη μαρτυρία που έχει συλλεγεί και έχει στην κατοχή της, εντούτοις η παράλειψη της Αστυνομίας, ως μέρος του όλου μηχανισμού δίωξης, να λάβει και να παρουσιάσει ουσιώδη μαρτυρία μπορεί, ανάλογα πάντα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υπόθεσης, να επηρεάσει το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Όταν λοιπόν η παράλειψη είναι τέτοια ώστε να είναι δυνατό να προκληθεί αδικία στον κατηγορούμενο, μπορεί από μόνη της να καταστήσει άδικη την δίκη, ανεξάρτητα από το ποιοι ήταν οι λόγοι που οι ανακριτικές αρχές δεν παρουσίασαν την εν λόγω μαρτυρία (βλ. και R v. Bolton Justices, ex p. Scally [1991] 2 All ER 619, R v. Criminal Injuries Compensation Board, ex p. A [1977] 3 All ER 745 και R v. Leyland Magistrates, ex p. Hawthorn [1979] 1 All ER 200). Ως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, (Λευκωσία - 2014) σελ. 615 - 616, υπό τον τίτλο «Ο Καθορισμός Του Προς Αποκάλυψη Υλικού», πέραν εκείνου που προσδιορίζεται στο άρθρο 7 του Κεφ.155, δεν υπάρχει νομοθετικός ή δικονομικός καθορισμός για το τι αποτελεί αποκαλύψιμο, ουσιαστικό ή σχετικό μαρτυρικό υλικό. Τέτοια ζητήματα αποφασίζονται συνήθως κατά περίπτωση, με φάρο την κοινοδικαιϊκή αρχή της ανοικτής και διαφανούς δικαιοσύνης (open justice) και παραπέμπει κατ' αναλογίαν στις A v British Broadcasting Corporation
(2014)UKSC25, Kennedy v The Charity Commission
(2014)UKSC 20, R v Marines A, B, C, D, E
(2013)EWCA Crim 2367, R (Guardian News and Media Ltd) v City of Westminster Magistrates' Court
(2012)EWCA Civ
  1. Στην παρούσα το εν λόγω υλικό - μαρτυρία ουδέποτε περιήλθε στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής. Η τελευταία όμως όφειλε, εφόσον επέλεξε μάλιστα να μεταβάλει την κατηγορία που αρχικά απέδωσε στον κατηγορούμενο δηλ. αυτής της πραγματικής σωματικής βλάβης στην σοβαρότερη κατηγορία της βαριάς σωματικής βλάβη και να στηρίξει αυτήν στην μαρτυρία του Μ.Κ.3, να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για να εντοπίσει το εν λόγω ουσιώδες μαρτυρικό υλικό και να το αποκαλύψει στην υπεράσπιση αλλά και να της παράσχει την ανάλογη πρόσβαση σε αυτό. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε ποτέ. Εδώ να λεχθεί ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου συνάγεται ότι η μεταβολή στην κατηγορία έγινε μετά που ο παραπονούμενος παρέδωσε στους δημόσιους κατηγόρους τις ιατρικές εκθέσεις τεκμήριο
  2. Ο δε Μ.Κ.3 κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι τις πρωτότυπες ακτινογραφίες που του πήρε ο παραπονούμενος καθώς και την μαγνητική τομογραφία, μετά που τα είδε τα επέστρεψε στον παραπονούμενο. Σύμφωνα δε με τα όσα χρονικώς αόριστα ισχυρίσθηκε ο παραπονούμενος, η κλοπή από τον φάκελο του στο Νοσοκομείο, των ακτινογραφιών και της αξονικής τομογραφίας, πρέπει να είχε ήδη γίνει πριν επισκεφθεί τον Μ.Κ.3, όταν είχε πλέον λάβει ο ίδιος κατοχή του φακέλου του. Συνεπώς τα προαναφερόμενα πρωτότυπα των ακτινογραφιών που πήρε στον Μ.Κ.3 και της μαγνητικής τομογραφίας θα έπρεπε λογικά να τα έχει ο παραπονούμενος ή τουλάχιστον να δώσει μια εξήγηση γιατί δεν τα κατέχει πλέον. Η περιορισμένη ενέργεια από πλευράς κατηγορούσας αρχής απλά να ρωτηθεί ο παραπονούμενος, ο οποίος είναι μάλιστα πρόσωπο με συμφέρον στην υπόθεση, αν τα κατέχει και η αρνητική απάντηση αυτού, χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση, δεν απάλλαξε κατά την κρίση μου την κατηγορούσα αρχή από την εν λόγω υποχρέωση της, η οποία παρέμεινε ανεκπλήρωτη. Αυτό που απομένει λοιπόν προς εξέταση είναι κατά πόσο αυτή η παράλειψη αυτή επηρέασε δυσμενώς τον κατηγορούμενο. Η απάντηση είναι και ως προς τούτο αρνητική και εξηγώ. Είναι προφανές από τα όσα αναφέρθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 ότι η παράλειψη εντοπισμού και προσαγωγής της εν λόγω μαρτυρίας στο Δικαστήριο επηρέασε την ίδια την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής εφόσον κρίθηκε ότι η γνώμη του Μ.Κ.3 δεν μπορούσε να γίνει δεκτή αφού δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς επιστημονικά στην απουσία της υπό αναφορά μαρτυρίας. Συνεπώς κρίνω ότι εντέλει δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε αδικία ή δυσμενής επηρεασμός του κατηγορούμενου στην υπεράσπιση του εκ της μη εκπλήρωσης της προαναφερόμενης υποχρέωσης της κατηγορούσας αρχής. Κατ' επέκταση δεν στοιχειοθετείται η παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Κατάληξη Στην παρούσα από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει ότι κατά τον επίδικο χρόνο έγινε ένα επεισόδιο μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενου κατά το οποίο τραυματίσθηκαν και οι δύο. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι ήταν ο κατηγορούμενος που προκάλεσε την όποια σωματική βλάβη περιλαμβανομένης αυτής στον αστράγαλο του παραπονούμενου καθώς και ότι η τελευταία αποτελεί βαριά σωματική βλάβη. Η κατηγορούσα αρχή στήριξε την υπόθεση της ως προς τα πιο πάνω στην μαρτυρία του παραπονούμενου και του Μ.Κ.
  3. Για τους λόγους όμως που εξηγήθηκαν ανωτέρω, η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν έγινε δεκτή ενώ δεκτή δεν έγινε ούτε η γνώμη του Μ.Κ.3 ως προς το είδος της βλάβης για την οποία υπέβαλε τον παραπονούμενο σε χειρουργική επέμβαση. Καταληκτικά κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αναμφισβήτητη μαρτυρία την κατηγορία που αποδίδει στον κατηγορούμενο και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Βαριά σωματική βλάβη). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.