Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 4298/2018, 2/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4298/2018 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΧΧ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 02.11.18 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενο: κος Σ. Μάτσας (η κα Χ. Αργυρού για ν' ακούσει ποινή) Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής σε δύο κατηγορίες πλαστογραφίας σχετιζόμενες με ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά παράβαση των άρθρων 2 και 9 του περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του διαδικτύου (Κυρωτικός) Νόμος του 2004 (Ν.22(ΙΙΙ)/2004)μετά των συναφών τροποποιήσεων και σε κατηγορία επέμβασης χωρίς δικαίωμα σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 26
(1)(ε)
(2)του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001 (Ν.138(Ι)/2001)μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος μεταξύ Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2017 στην Πάφο με πρόθεση, χωρίς δικαίωμα και με σκοπό την καταδολίευση πλαστογράφησε δεδομένα ηλεκτρονικού υπολογιστή και συγκεκριμένα: (α) δημιούργησε λογαριασμό στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης facebook με την ονομασία "ΧΧΧΧ Papasavvas partouzakos" στον οποίον ανάρτησε τροποποιημένες φωτογραφίες του ΧΧΧΧ Παπασάββα (στο εξής ο 'παραπονούμενος') και παρουσιαζόταν ως ο παραπονούμενος, (β) δημιούργησε άλλο λογαριασμό στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης facebook με την ονομασία "Laxanas Papasavvas" και παρουσιαζόταν ως ο παραπονούμενος. Περαιτέρω κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο με πιο πάνω, ο κατηγορούμενος επεξεργάστηκε φωτογραφίες του παραπονούμενου, τις οποίες και ανάρτησε στο διαδίκτυο χωρίς τη συγκατάθεση του. Τα γεγονότα της υπόθεσης δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής είναι τα ακόλουθα: Στις 29/08/2017 καταγγέλθηκε στην Αστυνομία από τον παραπονούμενο ότι μεταξύ μηνών Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2017 παρατήρησε τη λειτουργία πλαστών λογαριασμών στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης Facebook με το όνομα και τις φωτογραφίες του. Συγκεκριμένα ένας εκ των πλαστών λογαριασμών είχε την ονομασία "ΧΧΧ Papasavvas partouzakos" και μονταρισμένες φωτογραφίες του παραπονούμενου με έτσι τρόπο ώστε να φαίνεται το πρόσωπο του σε σώμα γυναίκας. Επίσης παρατήρησε στην ίδια ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης την ύπαρξη ενός άλλου πλαστού λογαριασμού που είχε την ονομασία "Laxanas Papasavvas" χωρίς να έχει αναρτημένες φωτογραφίες του παραπονούμενου. Ωστόσο ο χρήστης του εν λόγω λογαριασμού είχε διαβιβάσει σε φιλικό πρόσωπο του παραπονούμενου αναφορά ότι ο παραπονούμενος είναι ομοφυλόφιλος. Μαζί με το μήνυμα αποστάληκε μια μονταρισμένη φωτογραφία που απεικόνιζε δύο άνδρες με το πρόσωπο ενός εκ των δύο να είναι αυτό του παραπονούμενου. Για τη δημιουργία των πλαστών λογαριασμών ο παραπονούμενος εξέφρασε υποψίες εναντίον του κατηγορούμενου με τον οποίον στο παρελθόν διατηρούσαν φιλικές σχέσεις και στην πορεία παρεξηγήθηκαν. Ο παραπονούμενος εξήγησε ότι την περίοδο που σχετίζονταν φιλικά είχε δώσει στον κατηγορούμενο τους υπολογιστές του για να τους επιδιορθώσει (να τους κάνει 'format') και οι φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν στο πλαστό προφίλ ήταν φωτογραφίες, τις οποίες είχε αποθηκευμένες σε αυτούς τους υπολογιστές. Ο ίδιος δε ο παραπονούμενος ανάφερε ότι στις 25/08/2017 είχε συναντηθεί με τον κατηγορούμενο, ο οποίος παραδέχθηκε ότι αυτός ήταν που δημιούργησε τους πλαστούς λογαριασμούς. Στις 07/09/2017, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης που έδωσε ο κατηγορούμενος, μέλη της αστυνομίας πραγματοποίησαν έρευνα στην οικία και υποστατικά του όπου στην παρουσία του κατηγορουμένου εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν ως τεκμήρια τέσσερεις σκληροί δίσκοι, μία μονάδα αποθηκευτικού χώρου (usb), ένα κινητό τηλέφωνο και δύο εσωτερικοί σκληροί δίσκοι ηλεκτρονικών υπολογιστών. Όλα τα τεκμήρια στάλθηκαν στο δικανικό εργαστήριο ηλεκτρονικών δεδομένων για να τύχουν δικανικής εξέτασης όπου σε δύο δίσκους εντοπίστηκαν τα ακόλουθα: 67 αρχεία φωτογραφίας που απεικόνιζαν τον παραπονούμενο, δύο αρχεία φωτογραφίας τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για να τροποποιηθούν με αποτέλεσμα να φαίνεται το πρόσωπο του παραπονούμενου σε γυναικείο σώμα, ένα αρχείο φωτογραφίας το οποίο τοποθετήθηκε με τέτοιον τρόπο έτσι ώστε ο παραπονούμενος να φιλά άνδρα, 22 επισκέψεις των πλαστών λογαριασμών "ΧΧΧ Papasavvas partouzakos" οι οποίες αφορούσαν τη θέαση εικόνων του εν λόγω λογαριασμού, 5 επισκέψεις στον πλαστό λογαριασμό με την ονομασία "ΧΧΧ Papasavvas partouzakos" οι οποίες αφορούσαν επίσκεψη στο προφίλ του εν λόγω λογαριασμού οι οποίες επισκέψεις έγιναν στις 09/08/2017, δύο αρχεία φωτογραφίας τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για να τροποποιηθούν με αποτέλεσμα να φαίνεται το πρόσωπο του παραπονούμενου σε γυναικείο σώμα. Όλα αυτά υποδείχθηκαν στον παραπονούμενο, ο οποίος τα αναγνώρισε ως τις φωτογραφίες αυτές που ήταν αποθηκευμένες στον φορητό του υπολογιστή που είχε δώσει στο παρελθόν στον κατηγορούμενο για να του τον επιδιορθώσει (να του κάνει 'format'). Στις 12/03/2018 ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς για τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει και απάντησε «Σωστά. Έπραξα τούτα τα πράγματα από θυμό γιατί προηγουμένως ο ΧΧΧ έπραξε άλλα.» Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να σημειωθεί ότι μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου ετοιμάστηκε έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ στη συνέχεια. Στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου.
(2)Την παραδοχή του στο δικαστήριο.
(3)Την απολογία του κατηγορουμένου.
(4)Το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου.
(5)Το ότι ο κατηγορούμενος συνεργάστηκε με την αστυνομία και τούτο, όπως υποστήριξε ο συνήγορος υπεράσπισης, επιδεικνύεται από τη συγκατάθεση του πελάτη του να διεξαχθεί έρευνα στην οικία των γονιών του χωρίς δικαστικό ένταλμα και από την απάντηση που έδωσε μετά που κατηγορήθηκε γραπτώς.
(6)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης. Αναφερόμενος στο επίδικο περιστατικό ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης το απέδωσε σε νεανικές παρεξηγήσεις που δημιουργήθηκαν ανάμεσα στον πελάτη του και τον παραπονούμενο, γεγονός που οδήγησε σε μεταξύ τους ένταση. Σχολιάζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο πελάτης του διέπραξε τα αδικήματα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με τον τρόπο που έπραξε μετά που ο παραπονούμενος τον απείλησε ότι θα σκότωνε τους γονιούς του και κατόπιν πρόκλησης που δέχτηκε όταν ο παραπονούμενος τοποθέτησε έξω από το παράθυρο του υπνοδωματίου του περιττώματα σε εφημερίδα. Τέλος ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του πελάτη του να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και την αναστείλει καθότι, όπως ο ίδιος είπε, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα η διάπραξη του αδικήματος της πλαστογραφίας σχετιζόμενης με ηλεκτρονικό υπολογιστή τιμωρείται, με βάση το άρθρο 9 του Ν.22(ΙΙΙ)/2004, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει €34.172 (ισότιμο σε Λ.Κ.£20.000 όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) ή και με τις δύο αυτές ποινές. Η δε επέμβαση χωρίς δικαίωμα σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επισύρει, δυνάμει του άρθρου 26
(2)του Ν.138(Ι)/2001, ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει €8.543 (ισότιμο σε Λ.Κ.£5.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Από τον καθορισμό του ύψους των πιο πάνω ποινών μέσω της θέσπισης των προαναφερόμενων νομοθεσιών καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Εκ φύσεως όμως τα επίδικα αδικήματα θεωρούνται σοβαρά. Η τρομαχτική εξέλιξη που είχε τα τελευταία χρόνια η ηλεκτρονική τεχνολογία και πληροφορική δημιούργησε τις συνθήκες για την εκκόλαψη αδικημάτων του ηλεκτρονικού εγκλήματος. Η αυξανόμενη διάπραξη ηλεκτρονικών εγκλημάτων προκάλεσε την ανησυχία της διεθνούς κοινότητας. Η θέσπιση ειδικής Σύμβασης από το Συμβούλιο της Ευρώπης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου που υπογράφηκε στη Βουδαπέστη στις 23.11.2001 αποτελεί την άμεση αντίδραση της ευρωπαϊκής κοινότητας στο ηλεκτρονικό έγκλημα. Η σύμβαση αυτή τέθηκε σε ισχύ στην Κύπρο με τον κυρωτικό Ν.22(ΙΙΙ)/2004στις 30.04.04. Αδικήματα που σχετίζονται με το ηλεκτρονικό έγκλημα δυστυχώς παρουσιάζουν έξαρση στην Κύπρο. Η πλαστογραφία σχετιζόμενη με ηλεκτρονικό υπολογιστή εντάσσεται στη μεγάλη κατηγορία του ηλεκτρονικού εγκλήματος. Βασικός σκοπός της πιο πάνω νομοθεσίας είναι η προστασία δεδομένων των θυμάτων από την έκθεση και επεξεργασία τους στο διαδίχτυο χωρίς τη συγκατάθεση τους. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι, όπως συνάγεται εξ' ορισμού, προσωπικά για το κάθε άτομο. Η δε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη και πρέπει να διασφαλίζεται ότι είναι θεμιτή και νόμιμη. Η ανάδυση του ηλεκτρονικού εγκλήματος που επήλθε με τη ραγδαία ανάπτυξη της ηλεκτρονικής πληροφορικής και του διαδιχτύου επέφερε παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Με τη θέσπιση του Ν.138(Ι)/2001 που ήταν η νομοθεσία που βρισκόταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης, επιδιώχτηκε η προστασία τους στην Κύπρο. Τα επίδικα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης είναι από αυτά που η διάπραξη τους εκθέτει τα θύματα τους δημοσίως. Είναι αδικήματα που προσβάλλουν την προσωπικότητα ατόμων και πλήττουν την αξιοπρέπεια τους. Είναι αδικήματα που παραβιάζουν το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής που κατοχυρώνεται συνταγματικά από το άρθρο 15 του Συντάγματος. Τα πιο πάνω χαρακτηριστικά κατατάσσουν τα εν λόγω αδικήματα στην κατηγορία των σοβαρών εγκλημάτων. Η δε αυξητική τάση που παρατηρείται στη διάπραξη τους, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον μου, είναι ένα στοιχείο που ενισχύει τη σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων και παράλληλα δημιουργεί την ανάγκη για τήρηση αυστηρής προσέγγισης από τα δικαστήρια. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χρυσάνθου και άλλη v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 402 η στάση των δικαστηρίων μπροστά σ' αυτά τα νέα φαινόμενα που η τεχνολογία της εποχής καθιστά δυνατά πρέπει να είναι αποφασιστική. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση αυτή, το οποίο ομιλεί από μόνο του: " Δεν συμφωνούμε πως ήταν λανθασμένη η αναφορά του πρωτόδικου δικαστηρίου στο Άρθρο 15 του Συντάγματος. Αυτό προστατεύει το θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, πτυχή της παραβίασης του οποίου, ακριβώς, ποινικοποιεί ο Νόμος. Περαιτέρω, συμμεριζόμαστε πλήρως την κεντρική σκέψη που διατρέχει την πρωτόδικη απόφαση. Η ενέργεια των εφεσειόντων ήταν εντελώς απαράδεκτη και μπροστά σ' αυτά τα νέα φαινόμενα που η τεχνολογία της εποχής μας καθιστά δυνατά, η στάση των Δικαστηρίων πρέπει να είναι αποφασιστική. Για να λειτουργεί η ποινή και ως μέτρο αποτροπής ώστε να μην εξαρτάται η έκθεση των ανυποψίαστων ανθρώπων στις όποιες διαθέσεις των παρανομούντων. Εδώ οι εφεσείοντες είπαν πως δεν είχαν σκοπό να χρησιμοποιήσουν το βίντεο, αλλά, όπως ορθά σημείωσε το πρωτόδικο δικαστήριο, ασφαλώς θα έπρεπε να είχαν γνωστοποιήσει την πρόθεσή τους στον πελάτη για να μπορεί και εκείνος να αντιδράσει, όπως θα έκρινε σκόπιμο. Εν πάση δε περιπτώσει, ασφαλώς η τεχνολογία επιτρέπει την άμεση διαγραφή." Η ανάγκη επίδειξης από το δικαστήριο αποφασιστικής στάσης σε τέτοια σοβαρής φύσεως αδικήματα καλεί την επιβολή αυστηρών ποινών στους παραβάτες. Εν πάση περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα την καθιστούν όντως σοβαρή. Η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου περιλαμβάνει αδικήματα που είναι σοβαρά. Η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανησυχητικές διαστάσεις που λαμβάνει το ηλεκτρονικό έγκλημα στην Κύπρο, είναι παράγοντες που επιβαρύνουν τη θέση του κατηγορουμένου. Ένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας για τον κατηγορούμενο είναι ο οργανωμένος τρόπος που ο κατηγορούμενος έδρασε προκειμένου να πετύχει τον παράνομο σκοπό του. Κατά τρόπο δόλιο και εν αγνοία του παραπονούμενου και σε ανύποπτη στιγμή και σε περίοδο που οι σχέσεις του με τον παραπονούμενο ήταν φιλικές, ο κατηγορούμενος εξασφάλισε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του παραπονούμενου, τα οποία και επεξεργάστηκε δίχως τη συγκατάθεση του. Η ενέργεια του κατηγορουμένου να μεταφέρει φωτογραφίες που απεικόνιζαν τον παραπονούμενο από ηλεκτρονικό υπολογιστή του τελευταίου σε δύο σκληρούς δίσκους του κατηγορουμένου και η αποθήκευση τους σε αρχεία, η μεταγενέστερη αυθαίρετη ανάρτηση τους στο διαδίχτυο από τον κατηγορούμενο με μονταρισμένο και συνάμα χυδαίο τρόπο στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Facebook μέσω δύο πλαστών λογαριασμών που έφεραν το όνομα του παραπονούμενου ως αυτό του χρήστη σε προσβλητική διατύπωση, είναι πράξεις είναι που δείχνουν στοιχεία δράσης στη βάση οργανωμένου σχεδίου που εκπονήθηκε και εκτελέστηκε με πρωταγωνιστή τον κατηγορούμενο. Ο προσχεδιασμός αποτελεί σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα και στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι υπήρχε και γι' αυτό λαμβάνεται υπόψη (Γενικός Εισαγγελέας v. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304). Η ποσότητα των αρχείων που εντοπίστηκαν σε δύο σκληρούς δίσκους του κατηγορουμένου με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του παραπονούμενου αποτυπώνουν την έκταση των ενεργειών του κατηγορουμένου. Ειδικότερα ο εντοπισμός εξήντα-εφτά αρχείων φωτογραφίας που απεικόνιζαν τον παραπονούμενο, δύο αρχείων φωτογραφίας τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για να τροποποιηθούν και ένα άλλο αρχείο φωτογραφίας που επίσης μονταρίστηκε, είναι στοιχεία που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Αυτό που ο κατηγορούμενος επεξεργάστηκε και ανάρτησε στο διαδίχτυο με τον τρόπο που το έπραξε σε συνδυασμό με τα ονόματα του χρήστη στους πλαστούς λογαριασμούς που δημιούργησε πετυχαίνοντας είκοσι-επτά επισκέψεις, είναι υλικό που το περιεχόμενο του προσβάλλει την προσωπικότητα και υπόληψη του παραπονούμενου. Αυτό είναι ένα άλλο δεδομένο που προσμετρά στην κρίση του δικαστηρίου. Η αξιόποινη συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος επέδειξε μόνο καταδικαστέα και απαράδεκτη μπορεί να χαρακτηριστεί και σαφώς οι πράξεις του πρέπει να αποδοκιμαστούν επειδή αφορούν το ιδιαιτέρως ευαίσθητο ζήτημα της ιδιωτικής ζωής του παραπονούμενου, ο οποίος ανυποψίαστος είδε τον εαυτό του σε μονταρισμένες φωτογραφίες αναρτημένες στην ευρέως δημοφιλή πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Facebook κατά τρόπο που να πλήττουν την αξιοπρέπεια του και γενικότερα που να παραβιάζεται το δικαίωμα της προστασίας της. Με τις παράνομες ενέργειες του ο κατηγορούμενος επενέβηκε στην ιδιωτική ζωή του παραπονούμενου παραβιάζοντας το δικαίωμα της προστασίας που τυγχάνει από το άρθρο 15 του Συντάγματος. Προς όφελος των κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο με την οποίαν εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). (γ) Την απολογία του στο Δικαστήριο. (δ) Την ομολογία της αξιόποινης συμπεριφοράς του στον παραπονούμενο προτού ο τελευταίος προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία. (ε) Τη συνεργασία του κατηγορουμένου με τις αστυνομικές αρχές προς τις οποίες επανέλαβε την αξιόποινη συμπεριφορά του. Αυτό διαφαίνεται από την ευθύς συγκατάθεση του κατηγορουμένου να διεξαχθεί έρευνα στην οικία των γονιών του και ακολούθως από την απάντηση που αυτός έδωσε μετά που κατηγορήθηκε γραπτώς. (στ) Σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα, λαμβάνω υπόψη μου το ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε στα πλαίσια αψυχολόγητης αντίδρασης του μετά που ο παραπονούμενος τον απείλησε ότι θα σκότωνε τους γονιούς του και κατόπιν ενόχλησης του όταν ο παραπονούμενος τοποθέτησε έξω από το παράθυρο του υπνοδωματίου του περιττώματα σε εφημερίδα. Ωστόσο από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτει ότι από τη στιγμή που σημειώθηκε η απειλή και η ενόχληση μέχρι τη διάπραξη των αδικημάτων μεσολάβησε κάποιο χρονικό διάστημα, την έκταση του οποίου δεν είμαι σε θέση να προσδιορίσω επ' ακριβώς, το οποίο λογικά έπρεπε να είχε ηρεμήσει τον κατηγορούμενο. Πέραν αυτού όμως πρέπει να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος αποθήκευσε τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του παραπονούμενου σε αρχεία σκληρών δίσκων του την περίοδο που διατηρούσε φιλικές σχέσεις μαζί του. Επομένως δεν μπορώ να αποδώσω τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου σε στιγμιαία απώλεια αυτοελέγχου του που τον κατέστησε τη δεδομένη χρονική στιγμή έρμαιο του πάθους του και όχι αφέντη του μυαλού του που οφείλεται σε πρόκληση που δέχτηκε από τον παραπονούμενο (Kyrmizis v. The Republic
(1965)2 C.L.R. 55, Pantazis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 277, Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 και Dofty [1949] 1 All E.R. 932). Παρόλα αυτά δέχομαι ότι ο κατηγορούμενος ενοχλήθηκε από την προαναφερόμενη συμπεριφορά του παραπονούμενου και μπροστά σ' αυτή αντέδρασε εκ των υστέρων. (ζ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 26 ετών και 25 ετών όταν διέπραξε τα αδικήματα. · Είναι άγαμος και προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια της Πάφου. · Διαμένει μαζί με τους γονείς του στην πατρική του οικία. · Είναι απόφοιτος ιδιωτικού κολλεγίου στον κλάδο μηχανολογίας-ηλεκτρολογίας οχημάτων. · Ο κατηγορούμενος απασχολείται ως μηχανικός αυτοκινήτων στην οικογενειακή τους επιχείρηση. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται από τη μία οι επιβαρυντικές παράμετροι και από την άλλη οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 9 μηνών 2η κατηγορία - καμία ποινή καθότι τα γεγονότα αυτής είναι κοινά με αυτά της πρώτης κατηγορίας στην οποίαν έχει επιβληθεί ποινή 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα περίπτωση δεν παραγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση στην Κύπρο στη βάση οργανωμένου σχεδίου. Ωστόσο την ίδια στιγμή δεν αγνοώ ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και έκτοτε της διάπραξης των αδικημάτων δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη. Ο κατηγορούμενος πραγματοποίησε τις επίμαχες ενέργειες στα πλαίσια αψυχολόγητης αντίδρασης του μετά που απειλήθηκε και ενοχλήθηκε από τον παραπονούμενο. Το νεαρό της ηλικίας του υποβοήθησε στο να συμπεριφερθεί ο κατηγορούμενος απερίσκεπτα και ανώριμα. Η ομολογία του κατηγορουμένου για την αξιόποινη συμπεριφορά του στον παραπονούμενο προτού αυτός υποβάλει καταγγελία στην αστυνομία, φανερώνει ακριβώς ότι ο κατηγορούμενος πραγματοποίησε τις επίμαχες ενέργειες ως μορφή αντίδρασης ένεκα των παρεξηγήσεων του με τον παραπονούμενο. Παράλληλα το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την συνεργασία του με την αστυνομία, την άμεση παραδοχή του και την απολογία του στο δικαστήριο, μου επιτρέπει να εκλάβω το συγκεκριμένο περιστατικό ως μεμονωμένο, για το οποίο ο κατηγορούμενος δείχνει ότι αναγνώρισε το σφάλμα του. Στη βάση των πιο πάνω έχω προβληματιστεί ιδιαίτερα κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η αναστολή των ποινών φυλάκισης. Μετά από βαθιά σκέψη και αφού μελέτησα με προσοχή τις προαναφερόμενες περιστάσεις θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Το δικαστήριο κρίνει πως θα πρέπει να δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία στο νεαρό κατηγορούμενο, ο οποίος καλείται να την εκμεταλλευτεί και να συνεχίσει τη ζωή του σκεπτόμενος και ενεργώντας πλέον ως υπεύθυνος και χρήσιμος πολίτης της κυπριακής κοινωνίας. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης επιτυγχάνει. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Τα τεκμήρια να επιστραφούν στο νόμιμο δικαιούχο τους αφού πρώτα αφαιρεθούν από αυτά οποιαδήποτε παράνομα προγράμματα, λογισμικά, εφαρμογές και αρχεία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence (Αναφορά: Ποινικό/Πλαστοπροσωπία σχετιζόμενη με ηλεκτρονικό υπολογιστή-επέμβαση χωρίς δικαίωμα σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα/οδήγηση/Άρθρ9 Ν.22(ΙΙΙ)-2004 & άρθρο 26
(1)(ε) Ν.138(Ι)-2001/Ποινή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο