← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΪΣΙΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3963/14, 29/11/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΪΣΙΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3963/14, 29/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3963/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. XXX ΠΑΪΣΙΟΥ
  2. XXX ΠΑΪΣΙΟΥ
  3. XXX ΣΤΕΦΑΝΟΥ
  4. XXX ΣΤΕΦΑΝΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 29.11.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορουμένους 1 & 2: κα Γ. Παπασάββα (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Κατηγορούμενος 4: εμφανίζεται αυτοπροσώπως Κατηγορούμενοι 1, 2 & 4: παρόντες ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 (στο εξής οι 'κατηγορούμενοι') βρέθηκαν ένοχοι, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, όλοι στην κατηγορία της εισόδου σε ξένη περιουσία κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 280 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων και επιπλέον η κατηγορούμενη 1 στις κατηγορίες απειλής και επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 91Α και 243 αντίστοιχα του Κεφ.
  5. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση του δικαστηρίου ημερομηνίας 16.11.18, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής και δεν χρειάζονται να επαναδιατυπωθούν. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο δικαστήριο πως όλοι οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε πως έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €310 σχετικά με την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου ετοιμάστηκαν εκθέσεις από το Γραφείο Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες των κατηγορουμένων, στο περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ στη συνέχεια. Στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2, αφού αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που οι πελάτες της διέπραξαν, κάλεσε το δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:

(1)Το λευκό ποινικό μητρώο των πελατών της.
(2)Την απολογία των πελατών της προς το δικαστήριο και την υπόσχεση τους ότι δεν θα απασχολήσουν ξανά τη δικαιοσύνη.
(3)Το ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 διέπραξαν τα αδικήματα κάτω από το καθεστώς θυμού που τους δημιουργήθηκε όταν ανησύχησαν για την πιθανότητα τα ανήλικα τέκνα τους να διατρέχουν κίνδυνο.
(4)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες των κατηγορουμένων 1 και 2, όπως αυτές περιγράφονται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο των οποίων υιοθετείται. Καταλήγοντας η συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2 κάλεσε το δικαστήριο σε περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας των πελατών της να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και την αναστείλει καθότι, όπως η ίδια είπε, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 4, παρόλο ότι του εξηγήθηκε η διαδικασία και του δόθηκε η ευκαιρία να αγορεύσει εντούτοις δεν ήθελε να αναφέρει στο δικαστήριο οποιοδήποτε ελαφρυντικό στοιχείο για την περίπτωση του, εκτός από το ότι απολογείται και ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που σημειώνει τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του. Αναμφίβολα τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν είναι σοβαρά, γεγονός που αναγνώρισε ευθέως η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Δεσπόζουσα θέση σοβαρότητας κατέχει το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, διάπραξη του οποίου επισύρει, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 243 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης τριών ετών. Σε σχέση με το αδίκημα της απειλής, αυτό τιμωρείται, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 91Α του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης επίσης τριών ετών. Το δε αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία κατά παράβαση των διατάξεων του Κεφ.154 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δύο ετών. Από τον καθορισμό του ύψους των πιο πάνω ποινών μέσω της θέσπισης της προαναφερόμενης νομοθεσίας καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν. Ανεξάρτητα του πιο πάνω, το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη είναι σοβαρό επειδή ενέχει πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα. Με την άσκηση βίας από ένα άτομο σε άλλο δημιουργούνται αισθήματα φόβου και ανασφάλειας ενώ καταρρακώνεται η προσωπικότητα και αξιοπρέπεια του θύματος. Είναι αδίκημα που πλήττει το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και γενικότερα διασαλεύει την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Τέτοια συμπεριφορά δεν είναι ανεκτή και δεν έχει χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Οι πολίτες δεν μπορούν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να επιλύουν τις διαφορές τους με βία και ένταση. Οι παλικαρισμοί και η επίδειξη ισχύος δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του, αλλά να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Με ειρηνικό τρόπο και πνεύμα αλληλοκατανόησης οι πολίτες θα πρέπει να επιλύουν τις διαφορές και διαφωνίες τους και να καταλήγουν σε μια φιλική συνεννόηση μεταξύ τους. Η νομολογία υποδεικνύει ότι τέτοια κρούσματα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα από τα δικαστήρια. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο, εκφράζοντας την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του, υπέδειξε την εφαρμογή αυστηρής προσέγγισης στις περιπτώσεις επίθεσης με χρήση βίας, μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος: "Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς." Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι η ποινή που επιβάλλεται είναι ανάλογη της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την κάθε υπόθεση ξεχωριστά στη βάση των γεγονότων και περιστατικών που την περιβάλουν. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Παραπέμπω στις υποθέσεις Γεώργιος Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409, Αιμίλιος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 και Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 581. Η σοβαρότητα του αδικήματος της εισόδου σε ξένη περιουσία κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 280 του Κεφ.154, έγκειται στο γεγονός ότι φανερώνει ασέβεια και καταπατεί κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Είναι αδίκημα που η διάπραξη του προκαλεί ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη δημιουργώντας τους την εντύπωση για επικράτηση της παρανομίας με αποτέλεσμα να κλονίζεται η εμπιστοσύνη του πολίτη απέναντι στους δημοκρατικούς θεσμούς του κράτους. Το δε αδίκημα της απειλής θεωρείται σοβαρό για το λόγο ότι επίσης ενέχει συμπεριφορά που δημιουργεί τρόμο στο θύμα ότι είναι εκτεθειμένο σε κίνδυνο από τους παραβάτες, αισθανόμενο έτσι απροστάτευτο από την πολιτεία. Μέσα από τη μελέτη της νομολογίας καθίσταται αντιληπτό ότι η ποινή στερητικής της ελευθερίας του παραβάτη αποτελεί σοβαρό ενδεχόμενο. Παραπέμπω στις υποθέσεις Ομήρου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 588, Βασιλειάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 και Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327, οι οποίες παρόλο ότι αφορούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας εντούτοις το σκεπτικό τους βρίσκει έρεισμα και στη δική μας περίπτωση αφού πρόκειται για ομοειδές αδίκημα. Δυστυχώς η αυξητική τάση που παρατηρείται στη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον μου, είναι ένα στοιχείο που ενισχύει τη σοβαρότητα τους και την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους. Είναι αδικήματα που η μεγάλη συχνότητα και ο βαθμός ευκολίας διάπραξης τους στην κυπριακή κοινωνία τα έχει εγκαταστήσει στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση κρίνω ορθό να επισημάνω ότι η περίπτωση της κατηγορουμένης 1 θα πρέπει να διαχωριστεί από αυτή των κατηγορουμένων 2 και
  1. Κάτι τέτοιο επιβάλλεται από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση αυτή. Η εμπλοκή της κατηγορουμένης 1 στο επίμαχο επεισόδιο ήταν πρωταγωνιστική σε αντίθεση με τη συμμετοχή των κατηγορουμένων 2 και 4 που ήταν μικρότερου βαθμού και μεταξύ τους εξίσου. Κατά προέκταση ο βαθμός σοβαρότητας δεν μπορεί να είναι ο ίδιος ανάμεσα σε όλους τους κατηγορουμένους. Η κατηγορούμενη 1 διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας και βρίσκονται σε έξαρση στην κυπριακή κοινωνία. Η φύση και η σοβαρότητα αυτών των αδικημάτων, η οποία σοβαρότητα έχει εξηγηθεί προηγουμένως και ενισχύεται από τη συχνότητα και ευκολία με την οποία τέτοιου είδους αδικήματα διαπράττονται, αποτελούν επιβαρυντικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Η εν λόγω κατηγορούμενη δεν περιορίστηκε στο να εισέλθει χωρίς άδεια σε ξένη περιουσία αλλά η αξιόποινη συμπεριφορά της επεκτάθηκε στην εκστόμιση απειλής εναντίον της παραπονούμενης, εις βάρος της οποίας στη συνέχεια επιτέθηκε προκαλώντας της τραύματα. Με λίγα λόγια η κατηγορούμενη 1 εισήλθε σε περιουσία που κατέχει και διαχειρίζεται η παραπονούμενη χωρίς τη συγκατάθεση της τελευταίας και αφού την εκφόβισε απειλώντας την, ακολούθως την κτύπησε προκαλώντας της σωματικές βλάβες. Η εν λόγω σύνθετη παραβατική συμπεριφορά της κατηγορουμένης 1 λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο. Η κατηγορούμενη 1 αναίτια και χωρίς πρόκληση επιτέθηκε εναντίον της παραπονούμενης. Η ανησυχία που αισθάνθηκε για τα παιδιά της δεν δικαιολογεί την εκδήλωση απειλητικής και συνάμα βίαιης συμπεριφοράς από μέρους της. Χωρίς να διερευνήσει τι είχε συμβεί ερωτώντας την κατηγορούμενη αλλά και τα υπόλοιπα παιδιά που βρίσκονταν στον επίμαχο χώρο προκειμένου να διασταυρώσει αν αυτά που είχε αντιληφθεί από τα λεγόμενα των δικών της παιδιών ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, προσέγγισε την παραπονούμενη εντός της περιουσίας της τελευταίας και αφού την εκφόβισε απειλώντας την της επιτέθηκε κτυπώντας την και τραυματίζοντας την. Παραμερίζοντας στην πορεία το αίσθημα της ανησυχίας για τα παιδιά της, επικεντρώθηκε σε αισθήματα έκρηξης θυμού, απειλής και επίθεσης εναντίον της παραπονούμενης. Αλλοίμονο αν ο καθένας ενεργεί με τον ίδιο τρόπο παίρνοντας το νόμο στα χέρια του χωρίς να υπολογίζει οτιδήποτε. Αυτά είναι στοιχεία που προσμετρούν στην κρίση του δικαστηρίου. Ένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας για την κατηγορούμενη 1 είναι το γεγονός ότι η επίθεση έλαβε μέρος σε χώρο όπου, εκτός από τους κατηγορουμένους 2 και 4, υπήρχαν διάφορα νεαρά παιδιά, ανάμεσα στα οποία και το παιδί της παραπονούμενης. Σίγουρα από την επίθεση αυτή η προσωπικότητα της παραπονούμενης δέχτηκε πλήγμα ενώ η αξιοπρέπεια της καταρρακώθηκε. Παράλληλα καθίσταται σαφές ότι η κατηγορούμενη 1 παραβίασε το συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας της παραπονούμενης. Ο χρόνος που διήρκεσε η επίθεση καθώς και το είδος και η έκταση των τραυμάτων είναι επιπλέον δεδομένα που επιβαρύνουν τη θέση της κατηγορουμένης
  2. Η επιθετική συμπεριφορά της εν λόγω κατηγορουμένης ενείχε στοιχεία βίας και επικινδυνότητας. Η επίθεση διήρκεσε 10-15 λεπτά και στην περίοδο αυτή η εν λόγω κατηγορούμενη κλώτσησε την παραπονούμενη στην κοιλιά, την χτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματος της, την έριξε στο έδαφος, την τράβηξε από τα μαλλιά και χτύπησε το κεφάλι της στο πλακόστρωτο που υπήρχε μεταξύ της εισόδου του ξενοδοχείου και της εισόδου του γηπέδου. Από τα κτυπήματα η παραπονούμενη υπέστη αιμάτωμα στη δεξιά ινιακή περιοχή του κεφαλιού της, εκδορές στο μέτωπο, εκδορές στη δεξιά και αριστερή κροταφική περιοχή, εκδορές στη πλάτη, οίδημα (φούσκωμα) στον αριστερό αγκώνα, εκδορές και οίδημα στην ποδοκνημική άρθρωση ενώ αισθανόταν πόνο στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Τα τραύματα που η παραπονούμενη έφερε σε διάφορα μέρη του σώματος της ήταν τέτοια που κρίθηκε αναγκαία η εισαγωγή της στο χειρουργικό θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου για ιατρική παρακολούθηση. Αυτά είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν την επίθεση σφοδρή, επικίνδυνη, οργισμένη και με διάρκεια. Περαιτέρω λαμβάνονται υπόψη ο φόβος, η ψυχολογική αναστάτωση, ο πόνος και η ταλαιπωρία που η παραπονούμενη υπέστη εξαιτίας του περιεχομένου της απειλής που η κατηγορούμενη 1 εκστόμισε προς το πρόσωπο της αλλά και της έντονης επίθεσης που δέχτηκε από αυτήν. Η πάροδος χρονικού διαστήματος λειτούργησε υπέρ της πλήρους σωματικής και ψυχικής αποκατάστασης της παραπονούμενης. Σε ότι αφορά τους κατηγορουμένους 2 και 4, ομοίως ως η κατηγορούμενη 1, εισήλθαν σε περιουσία που δεν τους ανήκει αλλά κατέχει και διαχειρίζεται η παραπονούμενη χωρίς την άδεια της τελευταίας. Συνοδεύοντας την κατηγορούμενη 1, οι κατηγορούμενοι 2 και 4 παρακολουθούσαν απλά τη συμπεριφορά της κατηγορουμένης
  3. Οι εν λόγω κατηγορούμενοι παρέμειναν αδρανείς και με την παθητική τους στάση επέδειξαν ανοχή και συνάμα έμπρακτη υποστήριξη στο επίδικο επεισόδιο που διαδραματίστηκε αισθανόμενοι ικανοποίηση από την έκβαση που είχε. Το αδίκημα στο οποίο οι κατηγορούμενοι 2 και 4 κρίθηκαν ένοχοι διαπράττεται με μεγάλη ευκολία και συχνότητα στην κυπριακή κοινωνία, ιδιαίτερα μεταξύ ατόμων που διαμένουν σε γειτονικές οικίες και δεν διατηρούν μεταξύ τους τις καλύτερες σχέσεις. Από την άλλη, προς όφελος των κατηγορουμένων για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο τους. (β) Την απολογία τους στο δικαστήριο. (γ) Σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα, εκλαμβάνω ότι η αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων κρίνεται στιγμιαία και αυθόρμητη λόγω στιγμιαίας έκρηξης θυμού και απώλειας της ψυχραιμίας και του αυτοελέγχου τους λόγω της ανησυχίας που αισθάνθηκαν για τα παιδιά τους όταν θεώρησαν ότι η συμπεριφορά της παραπονούμενης απέναντι τους ήταν απρεπής και παράνομη. Ωστόσο θα έπρεπε να εφαρμόσουν μηχανισμό αυτοελέγχου και παραμένοντας ψύχραιμοι να εξακριβώσουν τι ακριβώς πραγματικά συνέβηκε και δίχως να πάρουν το νόμο στα χέρια τους, αναλόγως τι θα διαπίστωναν, να ενεργήσουν με βάση τα νόμιμα δικαιώματα τους. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ ότι οι κατηγορούμενοι δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσουν και να διαχειριστούν ορθά, λογικά, με σύνεση και με νηφαλιότητα την κατάσταση που δημιουργήθηκε, χωρίς έτσι να ενέχεται στοιχείο προμελέτης ή προσχεδιασμού του επιδίκου περιστατικού που ακολούθησε. (δ) Το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων σε συνδυασμό με την απολογία τους στο δικαστήριο, μου επιτρέπει να εκλάβω το συγκεκριμένο περιστατικό ως μεμονωμένο για το οποίο έστω και σ' αυτό το στάδιο αναγνώρισαν το σφάλμα τους. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των κατηγορουμένων όπως αυτές περιγράφονται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα: Σε ότι αφορά την κατηγορούμενη 1 ότι: · Είναι ηλικίας 41 ετών και κατάγεται από συγκροτημένη πολυμελή οικογένεια. · Είναι απόφοιτη της Τεχνικής Σχολής στον ξενοδοχειακό κλάδο. · Είναι νυμφευμένη με τον κατηγορούμενο 2 και μητέρα τριών παιδιών, εκ των οποίων τα δύο ενήλικα με το ένα να είναι φοιτητής. · Εργάζεται σε οικογενειακή επιχείρηση με ετήσιο εισόδημα €9.
  4. · Η οικογένεια της αντιμετωπίζει χρέη ύψους €1.500.000 περίπου που δημιούργησε από δύο δάνεια ένεκα πιστωτικών διευκολύνσεων που έλαβε από τραπεζικά ιδρύματα, όπου για το ένα δάνειο η μηνιαία δόση των €700 δεν καταβάλλεται από το έτος 2010 ενώ για το άλλο δάνειο η μηνιαία δόση ανέρχεται στα €3.
  5. Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 2 ότι: · Είναι ηλικίας 49 ετών και εργάζεται ως αυτοεργοδοτούμενος επιπλοποιός με ετήσιο εισόδημα €18.
  6. · Είναι απόφοιτος της Τεχνικής Σχολής στον κλάδο επιπλοποιίας. · Βίωσε δύσκολη παιδική ηλικία αφού όταν ήταν 9 ετών οι γονείς του χώρισαν και λόγω προβλημάτων υγείας που είχε η μητέρα του η πατρική του οικογένεια αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες. · Σε σχέση με την οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση ισχύουν ακριβώς τα όσα έχουν αναφερθεί για την κατηγορούμενη 1 που είναι η σύζυγος του. · Τον Αύγουστο του έτους 2005 ο αδελφός του, η σύζυγος του και δύο από τα τρία παιδιά τους σκοτώθηκαν σε τροχαίο ατύχημα ενώ βρίσκονταν σε διακοπές. Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 4 ότι: · Είναι ηλικίας 39 ετών και κατάγεται από συγκροτημένη πολυμελή οικογένεια. · Είναι νυμφευμένος και πατέρας τριών ανήλικων τέκνων. · Διαμένει μαζί με την οικογένεια του σε ιδιόκτητη κατοικία της συζύγου του. · Μετά την αποφοίτηση του από το γυμνάσιο άρχισε να εργάζεται για να βοηθήσει οικονομικά την πατρική οικογένεια του. · Σήμερα λειτουργεί μικρή επιχείρηση επιδιορθώσεων ελαστικών. · Το συνολικό εισόδημα της οικογένειας του ανέρχεται μηνιαίως στα €1.
  7. · Είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ενός χωραφιού στην κοινότητα Δρούσιας. · Αντιμετωπίζει χρέη ύψους €100.000 περίπου που δημιούργησε από πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβε από τραπεζικό οργανισμό, για τις οποίες δεν καταβάλλεται οποιαδήποτε δόση. · Ο πατέρας του είναι συνταξιούχος ενώ η μητέρα του απεβίωσε τον Φεβρουάριο του έτους 2018, γεγονός που τον επηρέασε ψυχολογικά. · Το μικρότερο παιδί του πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη και λαμβάνει ενέσιμη θεραπεία ινσουλίνης. (στ) Το χρόνο των πέραν των έξι ετών που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή είναι ένας παράγοντας που δεν μπορεί να αγνοηθεί αλλά αντίθετα συνυπολογίζεται μαζί με όλες τις άλλες παραμέτρους (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Βέβαια αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι στο μεσοδιάστημα που παρήλθε δεν υπήρξαν μεταβολές στις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τα αδικήματα διαπράχτηκαν αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται από τη μία οι επιβαρυντικές παράμετροι και από την άλλη οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες και έχοντας υπόψη μου ότι η εμπλοκή της κατηγορουμένης 1 στο επίμαχο επεισόδιο ήταν πρωταγωνιστική και σοβαρότερη σε αντίθεση με τη συμμετοχή των κατηγορουμένων 2 και 4 που ήταν μικρότερου και λιγότερου σοβαρού βαθμού, κρίνω ότι το είδος της ποινής που πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη 1 πρέπει να είναι διαφορετικό από αυτό των κατηγορουμένων 2 και 4 ώστε να αντανακλά την πιο πάνω διαφορά στην αξιόποινη συμπεριφορά της. Συνεπώς κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, το καταλληλότερο είδος ποινής για τους κατηγορουμένους 2 και 4 είναι η επιβολή προστίμου, ενώ για την κατηγορούμενη 1 η μόνη αρμόζουσα ποινή που θα πρέπει να της επιβληθεί είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στην κατηγορούμενη 1 ποινή στερητικής της ελευθερίας της. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στους κατηγορουμένους οι εξής ποινές: Κατηγορούμενη 1: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών Κατηγορούμενος 2: 4η κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €350 Κατηγορούμενος 4: 6η κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €350 Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη 1 συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη 1 στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση της ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα της συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Επίσης στην υπόθεση Γεωργίου κ.α. v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 27/2016 ημερ. 19.07.16 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της προσέγγισης που το δικαστήριο ακολουθεί όταν εξετάζει ζήτημα αναστολής ποινής φυλάκισης όπου, μεταξύ άλλων, τονίστηκαν τα εξής: "τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή. (Βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449)." Στην παρούσα περίπτωση δεν παραγνωρίζω ότι η κατηγορούμενη 1 διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση. Ωστόσο την ίδια στιγμή δεν αγνοώ ότι η κατηγορούμενη 1 είναι λευκού ποινικού μητρώου και άτομο που έκτοτε δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη. Τα στοιχεία αυτά αποκτούν μεγαλύτερη σημασία αν κάποιος αναλογιστεί ότι η κατηγορούμενη 1 σήμερα είναι ηλικίας 41 ετών. Περαιτέρω δεν μου διαφεύγει ότι η διάπραξη των αδικημάτων οφείλεται στην στιγμιαία έκρηξη θυμού και απώλειας της ψυχραιμίας και του αυτοελέγχου της λόγω της ανησυχίας που αισθάνθηκε για τα παιδιά της όταν θεώρησε ότι η συμπεριφορά της παραπονούμενης απέναντι τους ήταν απρεπής και παράνομη. Πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό στο οποίο δεν υπάρχει στοιχείο προμελέτης ή προσχεδιασμού από μέρους της κατηγορουμένης
  1. Επιπλέον η δήλωση της κατηγορούμενης 1 ότι έχει μετανιώσει για την αξιόποινη συμπεριφορά της και ότι ντρέπεται που βρίσκεται ενώπιον της δικαιοσύνης, είναι δεδομένα που σε συνδυασμό με την απολογία της στο δικαστήριο καταδεικνύουν ότι η εν λόγω κατηγορούμενη έστω και σ' αυτό το στάδιο αναγνώρισε το σφάλμα της επιδεικνύοντας έμπρακτη μεταμέλεια. Επιπλέον δεν παραγνωρίζω το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι σήμερα που καλούμαι να επιβάλω ποινή, το οποίο και συνυπολογίζω μαζί με όλα τα υπόλοιπα δεδομένα της υπόθεσης. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη
  2. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη 1 ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης επιτυγχάνει. (Εξηγείται στην κατηγορούμενη 1 η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Έξοδα €310,00 να καταβληθούν από τους κατηγορουμένους από 1/3 έκαστος. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Sentence (Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη-Είσοδο σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη αδικήματος-Απειλή/Άρθρα 243, 280 & 91Α Κεφ.154/Ποινή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.