Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5768/14, 29/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B94 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5768/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και
- ΧΧΧΧ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
- ΧΧΧΧ MOHAMAD Ημερομηνία: 29.11.2018 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Μανώλη Για κατηγορούμενο 1: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος 1 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ex- Tempore) Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής η συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1 στην κατηγορία 4 που αυτός αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η θέση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής. Τα όσα ανάφεραν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις του είναι καταγραμμένα, λαμβάνονται υπόψη και δεν χρήζουν επανάληψης στο σημείο αυτό. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). H οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιοσδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στην βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει στην παρούσα την κατηγορία 4 που αφορά το αδίκημα της παροχής ασύλου σε πρόσωπο, κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(η) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 1 την 1.7.2014 σε κατοικία που βρίσκεται στην οδό ΧΧΧΧ, στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου, παρείχε άσυλο στον ΧΧΧΧ Mohamad από τον Λίβανο, ενώ γνώριζε ή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι διέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ.ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου ενώ ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Λοχ.ΧΧΧΧ Δημητρίου. Ο Μ.Κ.1, ο οποίος είναι και ο εξεταστής της υπόθεσης, αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε κατά την διερεύνηση αυτής, μεταξύ των οποίων ήταν και η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από το αλλοδαπό πρόσωπο που αναφέρεται στη κατηγορία αλλά και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο 1 (τεκμήριο 3). Από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα προκύπτει ότι, όσον αφορά την γνώση του για τις περιστάσεις και το καθεστώς του αλλοδαπού στην Δημοκρατία, αυτός περιορίστηκε αποκλειστικά και μόνο στη κατάθεση του Μ.Κ.
- ο οποίος ως αναφέρει είναι μέλος της ΥΑΜ και είναι ειδικός επί τούτου. Δεν προέβη δε σε οποιεσδήποτε εξετάσεις σε σχέση με την αναφορά του αλλοδαπού ότι όταν αφέθηκε ελεύθερος από τις φυλακές βρισκόταν νόμιμα στην Δημοκρατία ούτε κατά πόσο ότι αυτός διέμενε στην Δημοκρατία με την σύζυγο του και τα δύο παιδιά του, τα οποία φοιτούσαν σε σχολείο της Δημοκρατίας. Προκύπτει όμως από την μαρτυρία του ότι γνώριζε ότι ο αλλοδαπός ήταν παντρεμένος με πρόσωπο που διέμενε στην Δημοκρατία, όπως επίσης γνώριζε ότι και τα παιδιά του αλλοδαπού βρίσκονταν στη Δημοκρατία, εφόσον μάλιστα ένα εξ αυτών ήταν μαζί με τον αλλοδαπό την μέρα που συνελήφθη, δηλαδή την 1.7.
- Ο Μ.Κ.2 αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τι οποίες εντόπισε τον αλλοδαπό να εκτελεί εργασίες σε υπό ανακαίνιση κατοικία στην περιοχή Coral Bay. Ανέφερε δε ότι μαζί με τον αλλοδαπό εκείνη την μέρα βρισκόταν και ένα ανήλικο παιδί και ότι από έλεγχο που είχε κάνει μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της Υπηρεσίας του διαπίστωσε ότι: ο αλλοδαπός ήταν από τον Λίβανο, βρισκόταν στη Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου και ο φάκελος του έκλεισε, ακολούθως έκανε αίτηση στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, η οποία εξετάστηκε και απορρίφθηκε στις 24.1.2007 με αποτέλεσμα στην συνέχεια να συλληφθεί και να τεθεί υπό κράτηση στον χώρο κράτησης Μενόγειας μέχρι και τις 14.6.2013 που αφέθηκε ελεύθερος. Στις 25.4.2014 εναντίον του αλλοδαπού εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης του από την Διευθύντρια του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και έκτοτε διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Διευκρίνισε δε ο μάρτυρας ότι τα στοιχεία που ο ίδιος γνώριζε και αυτά που έχουν προαναφερθεί είναι από το σύστημα και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τον λόγο για τον οποίο ο αλλοδαπός αφέθηκε ελεύθερος στις 14.6.
- Προέβη μόνο σε υποθέσεις ως προς τούτο. Είπε μάλιστα ότι για το σκοπό αυτό έπρεπε να ερωτηθεί συγκεκριμένος λειτουργός του Τμήματος Μετανάστευσης, ο οποίος έχει και τον φάκελο του αλλοδαπού. Δεν ήταν δε σε θέση να ξέρει κατά πόσο ο αλλοδαπός γνώριζε για την εναντίον του έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ενώ δεν γνώριζε τι έγινε στη συνέχεια και μέχρι σήμερα ο αλλοδαπός, δηλαδή κατά πόσο απελάθηκε. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι πέραν από τα πιο πάνω δεν προσήχθη οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία σε σχέση με τα όσα έχουν πει οι δύο μάρτυρες για το καθεστώς του αλλοδαπού αλλά και την γνώση αυτού σε σχέση με την έκδοση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του. Ο δε κατηγορούμενος 1 στην κατάθεση του αναφέρει βασικά ότι δύο εβδομάδες προηγουμένως ο αλλοδαπός μέσω κάποιου φίλου του, του ζήτησε να τον αφήσει να μείνει με την οικογένεια του στην πιο πάνω οικία για το λόγο ότι είχε δύο παιδιά και είχε πολλά οικονομικά προβλήματα και ότι ενόψει του ότι τον λυπήθηκε είπε εντάξει και επειδή δεν ήθελε κανένα αντάλλαγμα γιατί η κατοικία ήταν εγκαταλειμμένη, είχε δώσει το κλειδί της κατοικίας για τον σκοπό αυτό την προηγούμενη μέρα. Ως έχει προαναφερθεί στο στάδιο αυτό η μαρτυρία εξετάζεται αντικειμενικά και μόνο, δηλαδή το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση και σε οποιαδήποτε σχετικά ευρήματα αξιοπιστίας. Προς απόδειξη του αδικήματος το οποίο αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα:
- Ότι ο κατηγορούμενος εν γνώσει του παρείχε άσυλο σε κάποιο πρόσωπο και
- Ότι γνώριζε ή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι το πρόσωπο αυτό ενεργούσε κατά παράβαση του Κεφ.105 ή οποιωνδήποτε Κανονισμών δυνάμει αυτού. Είναι κατ' αρχάς προφανές από τα όσα έχουν προαναφερθεί ότι δεν έχει καταδειχθεί ούτε καν ότι ο ίδιος ο αλλοδαπός γνώριζε ότι βρισκόταν παράνομα στην Δημοκρατία. Φυσικά αυτό που εξετάζεται και έχει βαρύτητα στην παρούσα δεν είναι η γνώση του αλλοδαπού αλλά η γνώση του ίδιου του κατηγορούμενου
- Το ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το εν λόγω πρόσωπο είναι αλλοδαπός και το γεγονός ότι εκείνος του ζήτησε να τον αφήσει να μείνει στην οικία του μαζί με την οικογένεια του και με τα δύο παιδιά του, δεν κρίνω ότι στοιχειοθετούν ακόμη και για σκοπούς απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ότι είχε οποιαδήποτε γνώση για το καθεστώς διαμονής του εν λόγω αλλοδαπού και κατ' επέκταση και για την ενδεχόμενη παράβαση εκ μέρους του αλλοδαπού του Κεφ.105 ή των σχετικών Κανονισμών. Αντίθετη κρίση θα προϋπέθετε την αυθαίρετη δημιουργία τεκμηρίου ότι οποιοδήποτε πρόσωπο προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια για να βοηθήσει κάποιον αλλοδαπό, αυτόματα, εκ του ότι πρόκειται για αλλοδαπό πρόσωπο, γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει κατά πόσο το πρόσωπο αυτό συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του Κεφ.105 ή των σχετικών Κανονισμών. Η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει λοιπόν στην παρούσα μαρτυρία, η οποία να είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης τα πιο πάνω. Υπό αυτές τις περιστάσεις η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και κενά αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ ούτε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων επιτρέπονται, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Καταληκτικά κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου δεν έχει τέτοια ισχύ ούτως ώστε να οδηγήσει σε στοιχειοθέτηση εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου 1. Ως εκ των άνω η κατηγορία 4 απορρίπτεται, ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Παροχή ασύλου σε πρόσωπο, κατά παράβαση του Κεφ.105). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο