Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΡΙΣΤΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9889/14, 30/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9889/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΥ
- ΧΧΧ ΚΙΤΣΙΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 30.11.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 1: κα Ρ. Ξιναρή (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος 1: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 (στο εξής ο 'κατηγορούμενος') αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες:
(1)συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 1),
(2)κλοπής μοτοποδηλάτου κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Κεφ.154 (κατηγορία 2),
(3)πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς στο εν λόγω μοτοποδήλατο κατά παράβαση των άρθρων 324
(1)και 20 του Κεφ.154 (κατηγορία 3) και
(4)αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση οχήματος κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του Ν.86/72 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 4). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 29.08.13 στην Πάφο συνωμότησε μαζί με τον κατηγορούμενο 2 για να διαπράξουν κλοπή, αδίκημα το οποίο κατ' ισχυρισμό διαπράχτηκε την ίδια ημέρα όταν στο χώρο στάθμευσης της δημοτικής αγοράς στην Πάφο κλάπηκε η τετράτροχη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής χχχ αξίας €3.500, περιουσία του χχχ Ιακώβου από τη χχχ (στο εξής ο 'παραπονούμενος'). Περαιτέρω ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την ίδια ημέρα στην Πάφο εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε κακόβουλη ζημιά ύψους €300 στο πιο πάνω μοτοποδήλατο, το οποίο οδηγούσε αλόγιστα, απερίσκεπτα και επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένου υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 η υπόθεση του λήφθηκε υπόψη στην ποινική υπόθεση 10332/14 στην οποία του επιβλήθηκε ποινή. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο η κατηγορούσα αρχή διέκοψε την τέταρτη κατηγορία και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτή. Αντίθετα οι υπόλοιπες κατηγορίες παρέμειναν αντικείμενο εκδίκασης μέχρι το τέλος της ακρόασης της υπόθεσης αυτής. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 2 και 3 που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν εννέα τεκμήρια. Επιπλέον κατατέθηκαν τα εξής παραδεχτά γεγονότα: (α) Την 01.09.13 ο αστυφύλακας χχχ Καλλής του ΤΑΕ Πάφου κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, ο οποίος αρνήθηκε τα όσα του καταλογίζονται (Τεκμήριο 1). (β) Στις 30.08.13 ο αστυφύλακας χχχ Παπαδόπουλος (Μ6) έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. (γ) Το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του αστυφύλακα χχχ Τρύφωνος (Μ8), στην οποίαν επισυνάπτονται τέσσερις έγχρωμες φωτογραφίες που απεικονίζουν το επίδικο μοτοποδήλατο (Τεκμήριο 2). (δ) Το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης ημερομηνίας 29.08.13 του παραπονούμενου (Τεκμήριο 3). (ε) Το περιεχόμενο της συμπληρωματικής γραπτής κατάθεσης του παραπονούμενου ημερομηνίας 30.08.13 και μεταξύ των ωρών 00:25 και 00:40 (Τεκμήριο 4). (στ) Το περιεχόμενο της δεύτερης συμπληρωματικής γραπτής κατάθεσης του παραπονούμενου ημερομηνίας 30.08.13 και μεταξύ των ωρών 08:00 και 08:04 (Τεκμήριο 5). (ζ) Το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης ημερομηνίας 30.08.13 του αστυφύλακα χχχ Παπαδόπουλου - Μ6 (Τεκμήριο 6). (η) Το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης ημερομηνίας 30.08.13 του ειδικού αστυφύλακα χχχ - Μ5 (Τεκμήριο 9). Αυτό που σημειώνεται στο Τεκμήριο 3 και είναι παραδεκτό από τα μέρη είναι ότι στις 29.08.13 και περί ώρα 18:00 ένας αλλοδαπός, ο οποίος την προηγούμενη ημέρα είχε έλθει στο κατάστημα ενοικίασης οχημάτων του παραπονούμενου και είχε ενοικιάσει την τετράτροχη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ZKZV059 μάρκας ATLY χρώματος άσπρου αξίας €3.500 δική του ιδιοκτησίας, του τηλεφώνησε λέγοντας του ότι το εν λόγω όχημα είχε κλαπεί ενώ ήταν σταθμευμένο στο χώρο στάθμευσης του Δήμου Πάφου κάτω από τη δημοτική αγορά. Αυτό που σημειώνεται στο Τεκμήριο 4 και επίσης είναι παραδεκτό από τα μέρη είναι ότι ο παραπονούμενος είδε και αναγνώρισε το πιο πάνω όχημα που είχε κλαπεί, σε ανοικτό χώρο στο τέρμα της οδού Αντρέα Χριστοδούλου στην Πάφο που είναι αδιέξοδο. Επίσης αυτό που καταγράφεται είναι ότι το όχημα είχε κτυπήσει σε σιδερένιο πάσσαλο ύψους ενός μέτρου περίπου, τον οποίον έριξε κάτω. Ακόμη στο ίδιο έγγραφο καταγράφεται η αφαίρεση των αριθμών εγγραφής τόσο μπροστά με αυτοκόλλητο όσο και πίσω που ήταν σε πινακίδα που έσπασε και μέρος της οποίας αφαιρέθηκε από το δράστη της κλοπής. Αυτό που σημειώνεται στο Τεκμήριο 5 και επίσης είναι παραδεκτό από τα μέρη είναι ότι η διαπίστωση από τον παραπονούμενο ζημιάς στα ψαλίδια στην πισινή πινακίδα εγγραφής συνολικής αξίας €300 περίπου. Αυτό που σημειώνεται στο Τεκμήριο 6 και επίσης είναι παραδεκτό από τα μέρη είναι ότι στις 29.08.13 και περί ώρα 20:00 ο παραπονούμενος υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία για κλοπή του προαναφερόμενου οχήματος. Επίσης καταγράφεται ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 23:30 το εν λόγω όχημα εντοπίστηκε εγκαταλειμμένο στην οδό Αντρέα Χριστοδούλου 12Β στην Πάφο. Μέλη της αστυνομίας διενέργησαν επιτόπιες εξετάσεις μέσα από τις οποίες διαπιστώθηκε η αφαίρεση τόσο της μπροστινής όσο και της πισινής πινακίδας εγγραφής. Αυτό που σημειώνεται στο Τεκμήριο 9 και επίσης είναι παραδεκτό από τα μέρη είναι ότι στις 29.08.13 και περί ώρα 23:10 ενώ ο Μ5 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία έλαβε μήνυμα από συναδέλφους του ότι καταδίωκαν το επίμαχο όχημα που είχε ενωρίτερα δηλωθεί ως κλοπιμαίο, το οποίο κατευθυνόταν στη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου. Περαιτέρω σημειώνεται ότι ο Μ6 κατευθύνθηκε προς την πιο πάνω λεωφόρο όταν σε κάποια στιγμή ενώ βρισκόταν στο τέρμα αυτής, παρά την οδό Λήδρας, πρόσεξε στην δεξιά πλευρά του δρόμου το επίδικο όχημα στο οποίο επενέβαιναν δύο άγνωστα του άτομα τα οποία είχαν καλυμμένα με φανέλα το μέρος του προσώπου τους από τη μύτη και κάτω. Παρόλο ότι ο Μ6 τους φώναξε να σταματήσουν, ο οδηγός του οχήματος ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα και αφού πέρασε με κόκκινο φωτεινό σηματοδότη έστριψε δεξιά στη λεωφόρο Αγίων Αναργύρων. Εκεί αφού ο οδηγός του επίδικου οχήματος παραβίασε νέο κόκκινο φωτεινό σηματοδότη εισήλθε στην οδό Αγαπήνορος. Όπως ακόμη σημειώνεται στο έγγραφο, η καταδίωξη συνεχίστηκε παρά τη ρίψη δύο προειδοποιητικών πυροβολισμών από τον Μ
- Για τρίτη φορά ο οδηγός του επίδικου οχήματος παραβίασε νέο κόκκινο φωτεινό σηματοδότη και εισήλθε στην οδό Γεώργιου Χριστοφόρου και από εκεί μέσω μονοδρόμου εισήλθε στην οδό Αντρέα Χριστοδούλου και κατέληξε σε αδιέξοδο στο τέρμα της οδού όπου εκεί οι επιβαίνοντες την εγκατέλειψαν και τράπηκαν σε φυγή προς άγνωστη κατεύθυνση. Από εξετάσεις που έκανε ο Μ6, διαπίστωσε ότι το επίμαχο όχημα δεν έφερε στο μπροστινό μέρος πινακίδα εγγραφής ενώ στο πίσω μέρος της ήταν σπασμένη. Τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του. Μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο αστυφύλακας χχχ Λεωνίδου (ΜΚ1), μέρος της μαρτυρίας του οποίου ήταν η γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 24.03.14 που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Συνοψίζοντας τη μαρτυρία του μπορεί να λεχθεί ότι στις 29.08.13 και ώρα 23:05 ενώ ο ΜΚ1 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία μαζί με συνάδελφο του στη λεωφόρο Ποσειδώνος πρόσεξε να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από τη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου, το επίδικο όχημα στο οποίο επενέβαιναν δύο άτομα που είχαν καλυμμένα με φανέλα το μέρος του προσώπου τους από τη μύτη και κάτω. Σε κάποια στιγμή το επίδικο όχημα αφού παραβίασε κόκκινο φωτεινό σηματοδότη κατευθύνθηκε δίπλα από το περιπολικό του ΜΚ1 στη λεωφόρο Ποσειδώνος. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε ως οδηγό τον πρώην κατηγορούμενο 2 και συνοδηγό τον νυν κατηγορούμενο. Το επίδικο όχημα καταδιώχτηκε από μέλη της Τροχαίας Πάφου αλλά ο οδηγός του ανέπτυξε ταχύτητα και κατάφερε να εξαφανιστεί. Περί ώρα 23:30 της ίδιας ημέρας ο ΜΚ1 μετέβηκε στο σημείο όπου εντοπίστηκε εγκαταλειμμένο το επίδικο όχημα σε χωράφι της οδού Αντρέα Χριστοδούλου και μέσα από επιτόπιες εξετάσεις διαπίστωσε ότι το επίμαχο όχημα δεν έφερε στο μπροστινό μέρος πινακίδα εγγραφής ενώ στο πίσω μέρος της ήταν σπασμένη. Περαιτέρω ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν έχει υπόψη του οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος ενέχεται στην κλοπή της επίμαχης μοτοσικλέτας. Στη γραπτή ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 30.08.13, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι στις 29.08.13 και μεταξύ των ωρών 20:10-20:15 ενώ βρισκόταν στο δημοτικό σχολείο Μουτάλλου και ανάμενε τη φιλενάδα του, ήλθε ο πρώην κατηγορούμενος 2 οδηγώντας την επίδικη μοτοσικλέτα. Ο πρώην κατηγορούμενος 2 του πρότεινε να τον πάρει βόλτα με το επίδικο όχημα, πράγμα που αυτός αποδέχτηκε. Ό κατηγορούμενος ανέβηκε στην επίδικη μοτοσικλέτα ως συνοδηγός. Τότε ο πρώην κατηγορούμενος 2 εισηγήθηκε να καλύψουν το πρόσωπο τους με φανέλες επειδή αν τους έβλεπε η αστυνομία θα τους αναγνώριζε, πράγμα που έπραξαν από τη μύτη και κάτω. Ο κατηγορούμενος θεώρησε ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 το εισηγήθηκε επειδή δεν θα είχε άδεια οδήγησης. Σε κάποια στιγμή στην αρχή της λεωφόρου Αποστόλου Παύλου έγιναν αντιληπτοί από μέλος της τροχαίας, ο οποίος τους κάλεσε να σταματήσουν αλλά ο πρώην κατηγορούμενος 2 δεν σταμάτησε. Υπήρξε καταδίωξη τους, στα πλαίσια της οποίας ο κατηγορούμενος άκουσε πυροβολισμούς. Παρόλο ότι ο κατηγορούμενος είπε στον πρώην κατηγορούμενο 2 να σταθμεύσει το επίδικο όχημα αυτός δεν το έπραξε. Ο κατηγορούμενος ρώτησε τον οδηγό του επιδίκου οχήματος αν το είχε κλέψει αλλά αυτός αρνήθηκε κάτι τέτοιο. Τελικά κατάφεραν να ξεφύγουν και όταν έφθασαν σε αδιέξοδο κάτω από το ξενοδοχείο 'Αγαπήνωρος' το επίδικο όχημα ακινητοποιήθηκε και αμφότεροι έφυγαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Φθάνοντας στο αδιέξοδο το επίμαχο όχημα κτύπησε πάνω σε ένα σιδερένιο στύλο. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν έπραξε οτιδήποτε για να αποφύγει τη συμμετοχή του στο επίδικο περιστατικό. Όπως η κυρία Παπαλαζάρου επισήμανε, εκτός από το ότι ο κατηγορούμενος ήταν συνοδηγός στην επίμαχη μοτοσικλέτα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να τον εμπλέκει στην υπόθεση αυτή. Με βάση αυτό το σκεπτικό, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κάλεσε το δικαστήριο να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, η οποία ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος συνωμότησε με άλλο άτομο για να διαπράξει την κλοπή της επίδικης μοτοσικλέτας. Σύμφωνα με την εν λόγω συνήγορο δεν υπάρχει ούτε μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά στο επίδικο όχημα. Με γνώμονα τα πιο πάνω, η κυρία Ξιναρή κάλεσε το δικαστήριο όπως αθωώσει τον πελάτη της από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που καθορίστηκαν μέσα από τη νομολογία. Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο ΜΚ1 ήταν ένας αστυνομικός που συμμετείχε στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του καλύπτει γεγονότα που αφορούν μόνο το στάδιο καταδίωξης της επίδικης μοτοσικλέτας από μέλη της αστυνομίας, ένας εκ των οποίων ήταν ο ίδιος, στην οποία οδηγός ήταν ο πρώην κατηγορούμενος 2 και συνοδηγός ο νυν κατηγορούμενος. Ο εν λόγω μάρτυρας ήλθε στο δικαστήριο και με ειλικρίνεια εξιστόρησε τα γεγονότα που περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης. Μεταξύ της γραπτής κατάθεσης του κατά τον ουσιώδη χρόνο (Τεκμήριο 8) και της δια ζώσης μαρτυρία του στο δικαστήριο δεν έχουν παρατηρηθεί οποιεσδήποτε διαστάσεις. Σε καμία περίπτωση ο συγκεκριμένος μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση ότι κατασκεύαζε μαρτυρία. Οι απαντήσεις του ήταν σαφείς και διαφωτιστικές, χωρίς να περιέχουν εικασίες ή φλυαρίες. Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα επιβεβαιώνεται τόσο μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, ήτοι μέσα από τα Τεκμήρια 4, 6 και 9 αλλά και από τη γραπτή ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 7). Εξ' ου και ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε επί της ουσίας της μαρτυρίας του αλλά περισσότερο του ζητήθηκε να διευκρινίσει ορισμένα ζητήματα, πράγμα που έπραξε με θετικότητα και αυθορμητισμό. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν ανεπανόρθωτα το επίπεδο αξιοπιστίας του, το οποίο διατηρήθηκε ακλόνητα υψηλό μέχρι το τέλος. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1 στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 8 που αποτελεί μέρος της. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία του παραπονούμενου αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Στις 29.08.13 και ώρα 23:05 ενώ ο ΜΚ1 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία μαζί με συνάδελφο του στη λεωφόρο Ποσειδώνος πρόσεξε να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από τη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου, το επίδικο όχημα στο οποίο επενέβαιναν δύο άτομα που είχαν καλυμμένα με φανέλα το μέρος του προσώπου τους από τη μύτη και κάτω. Σε κάποια στιγμή το επίδικο όχημα αφού παραβίασε κόκκινο φωτεινό σηματοδότη κατευθύνθηκε δίπλα από το περιπολικό του ΜΚ1στη λεωφόρο Ποσειδώνος. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε ως οδηγό τον πρώην κατηγορούμενο 2 και συνοδηγό τον νυν κατηγορούμενο. Το επίδικο όχημα καταδιώχτηκε από μέλη της Τροχαίας Πάφου αλλά ο οδηγός του ανέπτυξε ταχύτητα και κατάφερε να εξαφανιστεί. Περί ώρα 23:30 της ίδιας ημέρας ο ΜΚ1 μετέβηκε στο σημείο όπου εντοπίστηκε εγκαταλειμμένο το επίδικο όχημα σε χωράφι της οδού Αντρέα Χριστοδούλου και μέσα από επιτόπιες εξετάσεις διαπίστωσε ότι το επίμαχο όχημα δεν έφερε στο μπροστινό μέρος πινακίδα εγγραφής ενώ στο πίσω μέρος της ήταν σπασμένη. Ο κατηγορούμενος, ως ήδη λέχθηκε, άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Ενώπιον του δικαστηρίου τέθηκε η ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 30.08.13 (Τεκμήριο 7), η οποία και αξιολογείται. Μέσα από το Τεκμήριο 7 ο κατηγορούμενος έδωσε την δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Η εκδοχή του διαχωρίζεται σε δύο σκέλη. Το πρώτο μέρος καλύπτει μέχρι τη στιγμή που η επίδικη μοτοσικλέτα, στην οποίαν συνοδηγός ήταν ο κατηγορούμενος, έγινε αντιληπτή από μέλη της τροχαίας στην Κάτω Πάφο. Σ' αυτή την πτυχή ο κατηγορούμενος περιγράφει κάτω από ποιες συνθήκες ήλθε σε επαφή με τον πρώην κατηγορούμενο 2. Το κομμάτι αυτό της εκδοχής του κατηγορουμένου δεν έχει εγερθεί στη δικαστική διαδικασία με την παρουσίαση σχετικής θέσης. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης δεν έχει προβάλει, ως μέρος της υπερασπιστικής γραμμής του, θέση ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της κλοπής του επίμαχου οχήματος διέθετε άλλοθι με αποτέλεσμα να μην συνδέεται με τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. Παρόλο ότι στο μέρος αυτό γίνεται επίκληση διαφόρων ατόμων με τα οποία ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως έλθει σε επαφή όπως η γιαγιά του, ο πατέρας του, η φιλενάδα του, φίλοι του και ένας περιπτεράς, εντούτοις η θέση αυτή δεν έχει τεθεί στην ακρόαση της υπόθεσης αυτής από τη συνήγορο υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του μάρτυρα κατηγορίας. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε θέση με την οποία να προβάλλεται ισχυρισμός για ύπαρξη άλλοθι κατά το χρόνο που η επίδικη μοτοσικλέτα είχε κλαπεί παραπέμποντας στα άτομα που αναφέρονται στη γραπτή ανακριτική του κατάθεση. Αν εγειρόταν ζήτημα άλλοθι από την υπεράσπιση κατά την εκδίκαση της υπόθεσης η κατηγορούσα αρχή ήταν η πλευρά που είχε το βάρος να προσκομίσει μαρτυρία για την ανατροπή του (Σαμπή v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Ανεξαρτήτως του πιο πάνω παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος έχει αναφέρει μέσα από την ανακριτική του κατάθεση μία λογικοφανή εκδοχή ως προς το που βρισκόταν, με ποιους ήταν και τι έκανε κατά τον ουσιώδη χρόνο κλοπής της επίμαχης μοτοσικλέτας. Η εκδοχή αυτή δεν έτυχε εξέτασης από την αστυνομία κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής προκειμένου να διαπιστωθεί αν αυτή ευσταθούσε ή όχι. Η παράλειψη αυτή από μέρους της αστυνομίας είχε ως αποτέλεσμα η εκδοχή αυτή να παραμείνει να αιωρείται. Τα δεδομένα αυτά δημιουργούν αίσθημα αμφιβολίας ως προς την τύχη της εκδοχής αυτής. Με βάση τα πιο πάνω κενά και αδυναμίες δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια κατά πόσο ισχύει ή όχι το μέρος αυτό της εκδοχής του κατηγορουμένου. Το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας του κατηγορουμένου αφορά το στάδιο καταδίωξης της επίδικης μοτοσικλέτας μέχρι που αυτή εγκαταλείφθηκε σε χωράφι σε αδιέξοδο στην οδό Αντρέα Χριστοδούλου περιλαμβανομένου και της σύγκρουσης της με μεταλλικό στύλο. Ολόκληρο το μέρος αυτό ταυτίζεται με τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και με τη μαρτυρία του ΜΚ1. Χωρίς δεύτερη σκέψη το αποδέχομαι. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει αποδέχομαι το δεύτερο μέρος του Τεκμηρίου 7, ως έχει σχολιαστεί πιο πάνω. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κλοπής μοτοποδηλάτου και κακόβουλης ζημιάς. Με το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος πραγματεύεται το άρθρο 371 του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου αυτούσια προνοούν τα εξής: "Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή." Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134: "... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σλ. 2035, παράγρ. 28-4.) Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373." Συνεπώς, η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας δεν συνίσταται στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας. H εκδήλωση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στη συμφωνία δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 2004, παρ. 34-4). Η βάση της κατηγορίας της συνομωσίας είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά. Είναι λοιπόν άνευ σημασίας το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Επίσης, ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνον δεν υπάρχει αδίκημα. Ακόμη δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν ποτέ συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλέπε Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει ν' αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει θετική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος συμφώνησε καθ' οιονδήποτε χρονικό διάστημα με άλλο άτομο για να κλέψει το επίδικο όχημα του παραπονούμενου. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος διαβουλεύτηκε με άλλο άτομο με αντικείμενο συζήτησης την πρόθεση τους να κλέψουν την επίμαχη μοτοσικλέτα. Παράλληλα δεν υπάρχει θετική μαρτυρία που να στοιχειοθετεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της κλοπής του επίμαχου οχήματος ο κατηγορούμενος έδρασε από κοινού με άλλο άτομο. Ούτε από το μαρτυρικό υλικό της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτό παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, τεκμηριώνεται γενικότερα η εκδήλωση οποιασδήποτε ενέργειας ως αποτέλεσμα κοινού σχεδιασμού του κατηγορουμένου με άλλο άτομο. Η εμφάνιση και η συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος επέδειξε ως συνοδηγός στην επίδικη μοτοσικλέτα με οδηγό άλλο άτομο, αμέσως μετά την υποβολή καταγγελίας για κλοπή της από τον παραπονούμενο, δεν μπορεί, απογυμνωμένη από άλλη θετική μαρτυρία που να παραπέμπει σε λεπτομέρειες που να συνδέουν την παρουσία του στο εν λόγω όχημα με κατάσταση προϋπάρχουσας συνεννόησης του κατά τον ουσιώδη χρόνο κλοπής του επιδίκου οχήματος με άλλο πρόσωπο ή με τον οδηγό του επίμαχου οχήματος, να θεωρηθεί ότι συνδέει προγενέστερα τον κατηγορούμενο με συνομωσία προς διάπραξη κλοπής του επίμαχου οχήματος μαζί με άλλο άτομο. Συνοψίζοντας διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να φανερώνει είτε καταρτισμό σχεδίου από τον κατηγορούμενο με οποιονδήποτε άλλο άτομο ή άλλα άτομα για τη διάπραξη κλοπής του συγκεκριμένου οχήματος είτε συμφωνημένη συμπεριφορά από μέρους του με άλλο ή άλλα πρόσωπα είτε συμμετοχή αυτού σε κοινό σχεδιασμό για την κλοπή της εν λόγω μοτοσικλέτας είτε εικόνα για κοινή δράση του με άλλο άτομο ή άλλα άτομα. Συνεπώς στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν έχει αποδειχτεί το εν λόγω αδίκημα. Το αδίκημα της κλοπής διέπεται από το άρθρο 255 του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου προνοούν ρητά τα εξής: "
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
- i)με τέχνασμα· (
- ii)με εκφοβισμό· (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς· (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) ο κατηγορούμενος να αποκτήσει κατοχή και να αποκομίσει περιουσία του παραπονούμενου και (β) η περιουσία να είναι τέτοια που να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (γ) η απόκτηση κατοχής της περιουσίας να γίνει χωρίς τη συναίνεση του παραπονούμενου ως ιδιοκτήτη και (δ) ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με δόλιο τρόπο ή (ε) αν ο κατηγορούμενος κατέχει την περιουσία του παραπονούμενου νόμιμα και με δόλιο τρόπο σφετερίζεται τη χρήση της για λογαριασμό του ιδίου ή άλλου προσώπου εκτός από την παραπονούμενη εταιρεία και (στ) ότι κατά τον χρόνο απόκτησης κατοχής ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να αποστερήσει την περιουσία από τον παραπονούμενο. Η 'απόκτηση κατοχής περιουσίας' με βάση το άρθρο 255
(2)του Κεφ.154 περιλαμβάνει τις ακόλουθες περιπτώσεις: (
- i)με τέχνασμα, (
- ii)με εκφοβισμό, (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· Ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. Ο δε όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής. Στο άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του κυπριακού ποινικού κώδικα παρέχεται ο όρος 'περιουσία', ο οποίος καλύπτει κάθε έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Αντικείμενο δε κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο όπως για παράδειγμα στην παραπονούμενη εταιρεία [άρθρο 255
(3)Κεφ.154]. Στην υπόθεση Κόκκινος v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 628 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ένοχη γνώση και πρόθεση του κατηγορουμένου συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας καθώς και από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και τα γεγονότα της υπόθεσης που συνήθως έχουν τον χαρακτήρα περιστατικής μαρτυρίας. Έχει ακόμη εδώ λεχθεί ότι η περιστατική μαρτυρία, η οποία παρεμπιπτόντως με βάση την νομολογία δεν είναι υποδεέστερη σημασίας ή ισχύος από την άμεση μαρτυρία, δυνατό να οδηγήσει σε στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση γίνεται αντιληπτό ότι η επίμαχη μοτοσικλέτα που κλάπηκε εμπίπτει στη σημασία του όρου 'περιουσία' που αποδίδεται από το άρθρο 4 του Κεφ.
- Χωρίς αμφιβολία το επίδικο όχημα αποτελεί περιουσία εν τη εννοία της κείμενης νομοθεσίας. Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο το επίμαχο όχημα μπορεί να αποτελέσει προϊόν κλοπής. Χωρίς δεύτερη σκέψη η απάντηση είναι καταφατική. Η δυνατότητα λειτουργίας και κίνησης του οχήματος στο δρόμο είναι δεδομένα που καταδεικνύουν στοιχείο αξίας. Πέραν αυτού όμως, αποτελεί παραδεκτό γεγονός και συνεπώς εύρημα του δικαστηρίου ότι η αξία της επίμαχης μοτοσικλέτας ανέρχεται στα €3.
- Αυτά είναι στοιχεία που καθιστούν την πιο πάνω περιουσία τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Το τρίτο θέμα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο παραπονούμενος είναι ο ιδιοκτήτης της επίμαχης περιουσίας. Αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου στη βάση παραδεκτού γεγονότος ότι ο παραπονούμενος είναι ο ιδιοκτήτης της επίμαχης μοτοσικλέτας που έχει κλαπεί. Ένα άλλο ζήτημα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει, είναι εάν υπήρξε απόκτηση κατοχής της επίμαχης περιουσίας χωρίς την άδεια του παραπονούμενου ως ιδιοκτήτη. Μέρος των ευρημάτων του δικαστηρίου αποτελεί το γεγονός ότι ο δράστης ή οι δράστες άρπαξαν το επίδικο όχημα ενώ αυτό ήταν σταθμευμένο και δίχως να γίνουν αντιληπτοί από οποιονδήποτε. Η εξαφάνιση του επιδίκου μοτοποδηλάτου προκάλεσε την έκπληξη του ατόμου που το κατείχε δυνάμει ενοικίασης του από τον παραπονούμενο που είναι ο ιδιοκτήτης του. Περαιτέρω αμέσως μετά την ενημέρωση που είχε από τον ενοικιαστή, ο παραπονούμενος προχώρησε σε καταγγελία κλοπής στην αστυνομία. Αυτά είναι δεδομένα που με οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο δράστης ή οι δράστες άρπαξαν το επίδικο όχημα ενώ αυτό ήταν σταθμευμένο τόσο χωρίς την άδεια του παραπονούμενου ως ιδιοκτήτη του όσο και δίχως τη συγκατάθεση του ατόμου που το κατείχε δυνάμει ενοικίασης του. Το καίριο θέμα που καλείται το δικαστήριο να εξετάσει είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι το άτομο που αποκόμισε την επίμαχη περιουσία του παραπονούμενου. Αυτό θα κριθεί στη βάση της υπάρχουσας αποδεκτής περιστατικής μαρτυρίας. Από την ενώπιον μου τέτοια μαρτυρία δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Αυτό που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι ουδεμία θετική μαρτυρία υπάρχει που να συνδέει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα της κλοπής. Ειδικότερα απουσιάζει μαρτυρία που να επισημαίνει παρουσία του κατηγορουμένου στο χώρο όπου κλάπηκε η επίμαχη μοτοσικλέτα κατά τον ουσιώδη χρόνο της κλοπής. Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε επιστημονική μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με την κλοπή του εν λόγω οχήματος. Παράλληλα ενώπιον μου δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος συμμετείχε με άλλα άτομα ή παρείχε βοήθεια σε άλλο άτομο ή συμβούλευσε άλλο άτομο ή προέβηκε σε προπαρασκευαστική πράξη ή άλλου είδους ενέργεια ή παράλειψη διευκολύνοντας έτσι την διάπραξη του αδικήματος της κλοπής ή καθ' οιονδήποτε τρόπο συνέδραμε στο να διαδραματιστεί η κλοπή στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ.
- Η ανυπαρξία τέτοιας θετικής μαρτυρίας συμπαρασύρει σε αποτυχία όλα τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία που απαιτούν απόδειξη ένοχης διάνοιας και ενέργειες από μέρους του κατηγορουμένου. Από τα πιο πάνω δεν διαπιστώνεται σωρευτική ικανοποίηση όλων των απαιτουμένων συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κλοπής. Με το αδίκημα της πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς, το οποίο περιλαμβάνεται στη δεύτερη κατηγορία του κατηγορητηρίου, πραγματεύεται το άρθρο 324
(1)του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου αυτούσια προνοούν τα εξής: "Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές: Νοείται ότι οι διατάξεις του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκείται δυνάμει του άρθρου αυτού, νοουμένου ότι ο κατηγορούμενος αποδείξει με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η ισχυριζόμενη άσκηση ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος ήταν και εύλογη υπό τις περιστάσεις." Από το περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος καταστρέφει ή προκαλεί ζημιά σε περιουσία του παραπονούμενου και (β) η ενέργεια του κατηγορουμένου είναι εσκεμμένη και παράνομη. Το ύψος της ζημιάς δεν είναι συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος. Ούτε η ιδιοκτησία της περιουσίας που καταστρέφεται ή ζημιώνεται αποτελεί μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κακόβουλης βλάβης (Θωμά v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255). Θα πρέπει όμως να αποδειχτεί ότι η περιουσία στην οποία προκλήθηκε ζημιά δεν ανήκε στον κατηγορούμενο (Δρουσιώτης v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 189). Σε ότι αφορά τον ορισμό της 'περιουσίας' παραπέμπω στο άρθρο 4 του Κεφ.154, στο περιεχόμενο του οποίου έγινε αναφορά προηγουμένως. Η έννοια του όρου 'εσκεμμένη' εξηγείται στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold έκδοσης 2000 όπου στην παράγραφο 17-47 σημειώνονται πως σημαίνει το να πράττεις κάτι οικειοθελώς γνωρίζοντας ότι υπάρχει κάποιος κίνδυνος να προκληθεί ζημιά ή το να πράττεις κάτι οικειοθελώς χωρίς να σε νοιάζει αν θα επέλθει ζημιά ή όχι. Ακόμη απαιτείται απόδειξη ότι η πρόκληση έγινε χωρίς νόμιμη αιτία (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). Στα πλαίσια διαπίστωσης κατά πόσο στοιχειοθετείται το αδίκημα αυτό δεν πρέπει να λησμονείται και η εξέταση του αν υπάρχει επιτυχής επίκληση της νομοθετικής υπεράσπισης που περιλαμβάνεται μέσα από τη συνδυασμένη μελέτη του άρθρου 8 και της επιφύλαξης του άρθρου 324
(1)του Κεφ.
- Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι αν το επίμαχο όχημα εμπίπτει στην έννοια της 'περιουσίας' της κείμενης νομοθεσίας. Η απάντηση είναι καταφατική και έχω ήδη ασχοληθεί προηγουμένως με το θέμα. Παραπέμπω στο σχετικό σχολιασμό χωρίς να χρειάζεται να αναφέρω οτιδήποτε περαιτέρω. Το επόμενο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος προκάλεσε ζημιά στην επίδικη μοτοσικλέτα. Επ' αυτού θα πρέπει να λεχθεί ότι ουδεμία αποδεκτή μαρτυρία υπάρχει ενώπιον μου που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος είναι το άτομο ή ένα από τα πρόσωπα που προκάλεσαν τη ζημιά που εντοπίστηκε στην επίμαχη μοτοσικλέτα. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν απλά συνοδηγός όταν το εν λόγω όχημα κτύπησε σε μεταλλικό στύλο, ελλείψει άλλου σχετικού μαρτυρικού υλικού, δεν καταδεικνύει εμπλοκή του κατηγορουμένου στην πρόκληση ζημιάς στα ψαλίδια στην πισινή πινακίδα εγγραφής του επίμαχου μοτοποδηλάτου. Η αποτυχία τεκμηρίωσης, ελλείψει μαρτυρίας, ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός ή ένας εξ' αυτών που προκάλεσε ζημιά στο επίδικο όχημα, συμπαρασύρει σε αποτυχία το συστατικό στοιχείο που απαιτεί ότι τέτοια ενέργεια του κατηγορουμένου πρέπει να είναι εσκεμμένη και παράνομη. Παράλληλα στο δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος συμμετείχε με άλλα άτομα ή παρείχε βοήθεια σε άλλο άτομο ή συμβούλευσε άλλο άτομο ή προέβηκε σε προπαρασκευαστική πράξη ή άλλου είδους ενέργεια ή παράλειψη διευκολύνοντας έτσι την διάπραξη του αδικήματος της πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς ή καθ' οιονδήποτε τρόπο συνέδραμε στο να διαδραματιστεί η κακόβουλη ζημιά στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ.
- Με βάση την προσαχθείσα αποδεκτή μαρτυρία δεν έχουν στοιχειοθετηθεί σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καταλήγω ότι αυτή απέτυχε να το πράξει. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής παρουσιάζει ουσιώδη κενά και αδυναμίες καθιστώντας την ανεπαρκή σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να τεκμηριώσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σύνδεση του κατηγορουμένου με την αξιόποινη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος, στη βάση υποβοσκουσών αμφιβολιών, αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment (Αναφορά: Ποινικό/ Κλοπή-Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος-Κακόβουλη Ζημιά/Άρθρα 255, 262, 324, 371 και 20 Κεφ.154/Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο