← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΒΡΥΩΝΗ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10316/14, 7/11/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΒΡΥΩΝΗ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10316/14, 7/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10316/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΧΧΧ ΒΡΥΩΝΗ
  2. ΧΧΧ ΒΡΥΩΝΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 07.11.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 1: κα Σ. Χατζηνεοφύτου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος 1: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 (στο εξής ο 'κατηγορούμενος') αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες:

(1)κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β και πυρομαχικών κατά παράβαση των προνοιών του Ν.113(Ι)/2004 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία),
(2)μεταφορά επιθετικού όπλου ή οργάνου που ουσιαστικά στον ποινικό κώδικα διατυπώνεται ως το αδίκημα της οπλοφορίας για διέγερση τρόμου κατά παράβαση του άρθρου 80 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα μετά των συναφών τροποποιήσεων (δεύτερη κατηγορία) και
(3)κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 07.09.13 στα Κελοκέδαρα της επαρχίας Πάφου είχε στην κατοχή του και μετέφερε σε δημόσιο χώρο και άνευ νόμιμης αιτίας ένα πιστόλι αγνώστων στοιχείων και άγνωστο αριθμό πυρομαχικών χωρίς άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Περαιτέρω ο εν λόγω κατηγορούμενος κατηγορείται ότι παράνομα επιτέθηκε εναντίον του ΧΧΧ Κυριάκου από τα Κελοκέδαρα (στο εξής ο 'παραπονούμενος'). Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 η ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του αναστάληκε με αποτέλεσμα αυτός να απαλλαγεί των κατηγοριών που αντιμετώπιζε. Με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 27.09.18 το Δικαστήριο αθώωσε και απάλλαξε το κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία ενώ παράλληλα αποφάσισε ότι έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με την δεύτερη και τρίτη κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση δίχως να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν πέντε τεκμήρια. ΜΚ1 ήταν ο αστυφύλακας ΧΧΧ Ανδρέου. Μέρος της μαρτυρίας του ήταν η γραπτή κατάθεση του που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
  1. Συνοψίζοντας τη μαρτυρία του μπορεί να λεχθεί ότι μετά από καταγγελία του παραπονούμενου στις 07.09.13 και περί ώρα 12:00, ο εν λόγω μάρτυρας μαζί με άλλους συναδέλφους του ανέκοψαν για έλεγχο την ίδια ημέρα και περί ώρα 13:00 στον ποταμό Ζυριπιλλή τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ και ΧΧΧ στα οποία επέβαιναν ο κατηγορούμενος, ο κατηγορούμενος 2, κάποιος ΧΧΧ Περικλέους και κάποιος ΧΧΧ Nica. Τα εν λόγω οχήματα ερευνήθηκαν χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε επιλήψιμο. Αργότερα της ίδιας ημέρας ο εν λόγω μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
  2. Στη συνέχεια της ίδιας και περί ώρα 19:20 ο ΜΚ1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος. Ακολούθησε στις 08.09.13 η πρόσαψη κατηγοριών εναντίον του κατηγορουμένου, τις οποίες αυτός αρνήθηκε. Αστυνομικό έντυπο γραπτών κατηγοριών κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. ΜΚ2 ήταν ο παραπονούμενος. Μέρος της μαρτυρίας του αποτελούν δύο γραπτές καταθέσεις του στην αστυνομία ημερομηνίας 07.09.13 και 08.09.13 αντίστοιχα, οι οποίες παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 4 και
  4. Συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας του ΜΚ2 περιλαμβάνει αναφορά του ότι δύο ημέρες πριν από το επίδικο συμβάν ο πατέρας του ανακάλυψε ότι 50 αίγες του είχαν εξαφανιστεί. Γι' αυτό ο πατέρας του αποτάθηκε στον κατηγορούμενο 2, πατέρα του κατηγορουμένου, τον οποίον ρώτησε αν του είχαν φέρει κλεμμένα ζώα ή αν ο υιός του ήταν αυτός που είχε κλέψει τα ζώα του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δεχτεί επίθεση από τον κατηγορούμενο και τον υπάλληλο του Περικλέους. Ο πατέρας του παραπονούμενου είχε μώλωπες σε όλο το κορμί του, πράγμα που ο παραπονούμενος πρόσεξε. Στις 07.9.13 το πρωί ο παραπονούμενος μετέβηκε στο χωριό Κελοκέδαρα για εργασία. Μαζί του ήλθε και ο ανήλικος υιός του. Περί ώρα 12:00 το μεσημέρι περνούσαν από το χώρο όπου ο παραπονούμενος εργαζόταν δύο οχήματα. Στο ένα όχημα αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 2 ενώ στο άλλο όχημα ήταν ο κατηγορούμενος μαζί με άλλο άτομο που ήταν αλλοδαπός. Στο όχημα του κατηγορουμένου 2 ήταν και ο Περικλέους. Επειδή δημιουργήθηκε φραστική αντιπαράθεση μεταξύ του κατηγορουμένου και του παραπονούμενου σχετικά με την επίθεση που δέχτηκε ο πατέρας του τελευταίου πριν δύο ημέρες, κατέβηκαν από τα οχήματα ο κατηγορούμενος, ο πατέρας του και ο Περικλέους, ενώ ο αλλοδαπός είχε παραμείνει στο όχημα που ήταν. Μετά από συζήτηση σε έντονο ύφος, τα πνεύματα ηρέμησαν αλλά σε κάποια στιγμή ο Περικλέους άρχισε να βρίζει τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του Περικλέους αλλά τον εμπόδισε ο πατέρας του κατηγορουμένου. Τότε ο κατηγορούμενος φώναξε του αλλοδαπού που βρισκόταν στο όχημα λέγοντας του 'φέρμου το πιστόλι'. Ο αλλοδαπός έδωσε στον κατηγορούμενο ένα πιστόλι μαύρου χρώματος μήκους περίπου 20 εκατοστών, του οποίου η κάννη ήταν τετράγωνη και κάτω από αυτήν τοποθετείται σφαιροθήκη. Ο κατηγορούμενος αφού όπλισε το πιστόλι τραβώντας την κάννη προς τα πίσω το έστρεψε στο κεφάλι του παραπονούμενου έχοντας το σε απόσταση μισού μέτρου από αυτό. Αμέσως μπήκε στη μέση ο πατέρας του κατηγορουμένου και τον εμπόδισε. Πάνω στα σπρωξίματα έπεσε η γεμιστήρα του όπλου στο έδαφος χωρίς όμως ο παραπονούμενος να προσέξει αν είχε μέσα σφαίρες. Όπως ήδη λέχθηκε, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Μέρος της μαρτυρίας του υπήρξε η γραπτή ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 07.09.13 (Τεκμήριο 2). Περίληψη της μαρτυρίας του κατηγορουμένου περιλαμβάνει αναφορά του ότι είναι ιδιοκτήτης μάντρας ζώων στην οποίαν εργοδοτεί, ανάλογα με τις ανάγκες της εργασίας, ένα ή δύο άτομα. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, λίγες ημέρες πριν από το επίδικο περιστατικό ο πατέρας του παραπονούμενου μαζί με άλλο άτομο προσέγγισαν τον πατέρα του κατηγορουμένου ρωτώντας τον αν τους είχε κλέψει ζώα. Στη συνέχεια ο πατέρας του παραπονούμενου έβρισε τον πατέρα του κατηγορουμένου, πράγμα που προκάλεσε την αντίδραση του κατηγορουμένου, ο οποίος με θυμωμένο τρόπο του ζήτησε να αποχωρήσει. Στις 07.09.13 ο κατηγορούμενος, ο πατέρας του, ένας αλλοδαπός με το όνομα Μάριος και ο Περικλέους μετέβηκαν με δύο οχήματα στο χωριό Κελοκέδαρα για να παραλάβουν ζώα από κάποιους βοσκούς ΧΧΧ και ΧΧΧ. Στο όχημα που προπορευόταν οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος και συνοδηγός ο Μάριος, ενώ στο άλλο που ακολουθούσε οδηγός ήταν ο Περικλέους και συνοδηγός ήταν ο πατέρας του κατηγορουμένου. Διασχίζοντας το χωριό Κελοκέδαρα μετά που τα ζώα είχαν παραληφθεί και ενώ οι πιο πάνω επιβάτες περίμεναν να μετακινηθεί ένα όχημα που εμπόδιζε τη διέλευση άλλων οχημάτων στο δρόμο για να συνεχίσουν την πορεία τους, ένα άτομο που ήταν άγνωστο στον κατηγορούμενο προσέγγισε το όχημα του και τον άρπαξε από τη φανέλα τραβώντας τον για να εξέλθει από το όχημα. Επρόκειτο για τον παραπονούμενο. Ο κατηγορούμενος τότε τον έσπρωξε και εξήλθε του οχήματος. Ο παραπονούμενος έτρεξε στο όχημα του και αφού πήρε ένα ξύλο έτρεξε προς το μέρος του κατηγορουμένου για να τον κτυπήσει αλλά επενέβηκε ο πατέρας του κατηγορουμένου και τον εμπόδισε. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος έτρεξε εκ νέου στο όχημα του φωνάζοντας 'τώρα να πιάω τον σσιπέττο να δείτε ήντα λος πέζουν σαν τους σσίλλους'. Την ίδια στιγμή ένα νεαρό άτομο, επίσης άγνωστο για τον κατηγορούμενο, του έδωσε τα κλειδιά του οχήματος. Ο κατηγορούμενος τότε μπήκε στο όχημα του και εγκατέλειψε το μέρος. Επιπλέον ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι δεν είναι κυνηγός, δεν διαθέτει άδεια κυνηγού και ούτε κατέχει είτε κυνηγετικό όπλο είτε πιστόλι είτε οποιοδήποτε στρατιωτικό όπλο. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είχε στην κατοχή του οποιοδήποτε όπλο και ότι το έστρεψε εναντίον του παραπονούμενου προκαλώντας του φόβο. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ενώπιον του δικαστηρίου υπάρχουν οι μαρτυρίες του παραπονούμενου και του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με την κυρία Παπαλαζάρου ο παραπονούμενος είπε την αλήθεια και γι' αυτό θα πρέπει να κριθεί αξιόπιστος σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο που απλά είπα αυτά που βόλευαν την εκδοχή του. Είναι η θέση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι εφόσον δεν είχε προηγούμενα με τον κατηγορούμενο ο παραπονούμενος δεν είχε κανένα κίνητρο εκδίκησης που αν υπήρχε θα τον οδηγούσε να πει ψέματα στο δικαστήριο. Όπως η κυρία Παπαλαζάρου υπέδειξε, το πιο πάνω είναι στοιχείο που καθιστά τη μαρτυρία του παραπονούμενου πειστική. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής σημείωσε ότι από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του παραπονούμενου έχει αποδειχτεί η διάπραξη αμφοτέρων αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και γι' αυτό ευσεβάστως εισηγήθηκε την καταδίκη του κατηγορουμένου στις εν λόγω κατηγορίες. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, η οποία ισχυρίστηκε ότι το άτομο που φάνηκε να είναι ειλικρινές στο δικαστήριο και ανάφερε τα γεγονότα όπως πραγματικά διαδραματίστηκαν ήταν ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με την εν λόγω συνήγορο, η ειλικρίνεια του μάρτυρα διαπιστώνεται μέσα από την ανακριτική κατάθεση του όπου παραδέχτηκε ότι συμπεριφέρθηκε στον πατέρα του παραπονούμενου με λανθασμένο τρόπο όταν αυτός ήλθε να παραπονεθεί στο δικό του πατέρα του για την εξαφάνιση ζώων λίγες ημέρες πριν από το επίδικο επεισόδιο. Περαιτέρω η κυρία Χατζηνεοφύτου ανάφερε ότι η εκδοχή του παραπονούμενου δεν μπορεί να έχει προοπτική επιτυχίας αφού αμέσως μετά την καταγγελία που ο παραπονούμενος υπέβαλε στην αστυνομία σχετικά με το επίδικο περιστατικό, ερευνήθηκε τόσο το όχημα του κατηγορουμένου όσο και αυτό του πατέρα του χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό η συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση του πελάτη της από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που καθορίστηκαν μέσα από τη νομολογία. Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο ΜΚ1 ήταν το μέλος της αστυνομίας που ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και γι' αυτές ο ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε. Πέρα αυτού όμως, οι εν λόγω ενέργειες του συνοδεύονται από πραγματική μαρτυρία, η οποία πιστοποιεί την πραγματοποίηση τους. Παράλληλα, ως εξεταστής της υπόθεσης, είναι το άτομο που γνωρίζει τα γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης καθώς και όλα τα διαβήματα που λήφθηκαν προκειμένου αυτή να διερευνηθεί. Ο ΜΚ1 ανάφερε τα εν λόγω γεγονότα καθώς και τα διαβήματα αυτά ως μέρος της ένορκης μαρτυρίας του. Ούτε αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ανεξάρτητα ωστόσο από τη μη αμφισβήτηση τους, υπάρχει και γι' αυτά πραγματική μαρτυρία που τα επιβεβαιώνει. Η αναντίλεκτη μορφή του συνόλου της μαρτυρίας του ΜΚ1 γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1 που αποτελεί μέρος αυτής. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ1 αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Στις 07.09.13 και περί ώρα 12:00 ο παραπονούμενος υπέβαλε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου στην αστυνομία. (β) Την ίδια ημέρα και περί ώρα 13:00 στον ποταμό Ζυριπιλλή ο ΜΚ1 μαζί με άλλους συναδέλφους του ανέκοψαν για έλεγχο τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ και ΧΧΧ στα οποία επέβαιναν ο κατηγορούμενος, ο κατηγορούμενος 2, κάποιος ΧΧΧ Περικλέους και κάποιος ΧΧΧ Nica. (γ) Τα πιο πάνω οχήματα ερευνήθηκαν χωρίς να εντοπιστεί σε οποιοδήποτε από αυτά οτιδήποτε το επιλήψιμο. (δ) Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας ο ΜΚ1 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον παραπονούμενο (Τεκμήριο 4). (ε) Αργότερα της ίδιας ημέρας ο εν λόγω μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2). (στ) Ακολούθως της ίδιας ημέρας και περί ώρα 19:20 ο ΜΚ1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος. (ζ) Στις 08.09.13 ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς στην αστυνομία με τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου (Τεκμήριο 3). (η) Αργότερα της ίδιας ημέρας (08.09.13) ο παραπονούμενος προέβηκε σε συμπληρωματική κατάθεση στην αστυνομία αναφορικά με την καταγγελία που υπέβαλε εναντίον του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 5). Ο παραπονούμενος δεν δημιούργησε καλή εντύπωση στο δικαστήριο. Η μαρτυρία του είναι τρωτή σε καίρια σημεία της που δημιουργούν ζήτημα αξιοπιστίας της. Ο εν λόγω μάρτυρας προέβαλε μία εκδοχή η οποία περιέχει ουσιώδει κενά και αδυναμίες με αποτέλεσμα να εγείρεται θέμα πειστικότητας της. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου δεν περιορίζεται στο επίμαχο επεισόδιο του κατ' ισχυρισμό όπλου αλλά επεκτείνεται και σε προγενέστερο περιστατικό επίθεσης εναντίον του πατέρα του που επικαλέστηκε. Σημειώνεται ότι το επίμαχο επεισόδιο πηγάζει μέσα από το επικαλούμενο περιστατικό επίθεσης αφού ο παραπονούμενος ζήτησε εξηγήσεις από τον κατηγορούμενο για τη συμπεριφορά που του αποδίδει. Η μαρτυρία του παραπονούμενου καλύπτει αμφότερα συμβάντα, τα οποία και συνθέτουν την εκδοχή του που παρουσίασε στο δικαστήριο. Συνεπώς τόσο το ισχυριζόμενο περιστατικό επίθεσης όσο και το επίμαχο επεισόδιο με το κατ' ισχυρισμό όπλο αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εκδοχής του παραπονούμενου, τα οποία τίθενται κάτω από το μικροσκόπιο της αξιολόγησης. Μέσα από τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης αυτά τα κενά και οι αδυναμίες που εντοπίζονται στη μαρτυρία του παραπονούμενου συντηρήθηκαν. Συγκεκριμένα ο παραπονούμενος επικαλέστηκε περιστατικό επίθεσης εναντίον του παράλυτου από τη μέση και κάτω πατέρα του από τον κατηγορούμενο και τον Περικλέους όταν αυτός επισκέφθηκε τον πατέρα του κατηγορουμένου για να εξακριβώσει αν η εξαφάνιση των 50 αιγών του σχετιζόταν με τον υιό του, δηλαδή τον κατηγορούμενο. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι πέραν του λόγου της συνάντησης των εμπλεκομένων ατόμων και της αναφοράς για επίθεση, ουδεμία λεπτομέρεια της επικαλούμενης επίθεσης έχει αναφερθεί στο δικαστήριο. Παράλληλα παρόλο ότι ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι ο ανήμπορος πατέρας του κτυπήθηκε σχεδόν σε όλο του το σώμα, εντούτοις ουδεμία καταγγελία προωθήθηκε στην αστυνομία και ουδέποτε ο πατέρας του επισκέφθηκε ιατρό για τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις. Σε ότι αφορά το επίμαχο επεισόδιο με το κατ' ισχυρισμό όπλο που διαδραματίστηκε στις 07.09.13, είναι γεγονός ότι ο παραπονούμενος υπέβαλε σχετική καταγγελία στην αστυνομία περί ώρα 12:00 εκείνης της ημέρας και ειδικότερα αμέσως μετά το επίμαχο επεισόδιο. Ωστόσο μία ώρα αργότερα που τα εμπλεκόμενα στο επίδικο επεισόδιο οχήματα ανακόπηκαν για έλεγχο από μέλη της αστυνομίας και ερευνήθηκαν προτού αυτά επιστρέψουν στη βάση τους, δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε όπλο και/ή το όπλο που ο παραπονούμενος περιέγραψε. Περαιτέρω κατά το επίμαχο επεισόδιο με το κατ' ισχυρισμό όπλο ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι ένας από τους παρευρισκομένους ήταν αλλοδαπός και ότι επρόκειτο για το άτομο που έδωσε το επικαλούμενο όπλο στον κατηγορούμενο φέρνοντας το από το όχημα του τελευταίου. Παρά την αναφορά του αυτή, μέσα από τη μαρτυρία του παραπονούμενου ουδεμία περιγραφή του αλλοδαπού δίδεται και κανένα χαρακτηριστικό του σημειώνεται. Με την ανακοπή των οχημάτων αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι ένας από τους επιβάτες ήταν ο ΧΧΧ Nica, ο οποίος φαίνεται να είναι αλλοδαπός. Όταν όμως αργότερα κλήθηκε ο παραπονούμενος για σκοπούς αναγνώρισης, αυτός δήλωσε πως δεν επρόκειτο για τον αλλοδαπό που είχε δει στο επίμαχο επεισόδιο. Μέσα από τη δια ζώσης μαρτυρία του ο παραπονούμενος δεν διευκρινίζει πως καταλήγει στην πιο πάνω τοποθέτηση του. Επιπλέον αναφερόμενος στο επίμαχο επεισόδιο ο παραπονούμενος είπε ότι ενώ είχαν ηρεμήσει τα πράγματα ξαφνικά ο Περικλέους, ο οποίος ήταν ένας από τους επιβάτες των εμπλεκομένων οχημάτων, άρχισε να βρίζει τον παραπονούμενο. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο αυτό προκάλεσε την αντίδραση του και κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του με αποτέλεσμα τότε ο κατηγορούμενος να ζητήσει από τον αλλοδαπό να του φέρει το όπλο. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η αναφορά αυτή του παραπονούμενου, όπως διατυπώθηκε και δίχως άλλες επεξηγήσεις ή λεπτομέρειες, έρχεται σε αντίθεση με τη λογική. Εφόσον η κατάσταση είχε ηρεμήσει για ποιο λόγο ξαφνικά και αναίτια ο Περικλέους να αντιδράσει έτσι, ένα ερώτημα που μέσα από τη μαρτυρία του παραπονούμενου παρέμεινε αναπάντητο. Την ίδια στιγμή έχοντας υπόψη μου τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε ο ΜΚ1 αλλά και γενικότερα το περιεχόμενο του συνόλου της μαρτυρίας του, εκτιμώ ότι η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης θα μπορούσε να είχε γίνει με πιο επιμελή και ενδελεχή τρόπο. Το αποτέλεσμα της διερεύνησης της υπόθεσης αυτής δεν έριξε φως στα νεφελώδη σημεία της μαρτυρίας του παραπονούμενου, διατηρώντας έτσι το στοιχείο της αβεβαιότητας. Ενδεικτικά αναφέρω ότι δεν λήφθηκαν γραπτές καταθέσεις αλλά ούτε και κλήθηκαν να καταθέσουν άτομα με ρόλο κλειδί στην υπόθεση όπως ο Nica, ο Περικλέους, ο Αντζελής, ο πατέρας του παραπονούμενου και ο νεαρός υιός του. Επίσης δεν διερευνήθηκε το ενδεχόμενο κατά πόσο ο κατηγορούμενος εργοδοτούσε αλλοδαπό υπάλληλο στη μάντρα του, άλλον από τον Nica, προκειμένου να διαπιστωθεί ο αλλοδαπός που σύμφωνα με τον παραπονούμενο έδωσε το κατ' ισχυρισμό όπλο στον κατηγορούμενο κατά το επίδικο περιστατικό. Ακόμη η αναζήτηση του όπλου περιορίστηκε σε έρευνα των εμπλεκομένων οχημάτων και δεν επεκτάθηκε σε εξετάσεις σε άλλους χώρους έχοντας υπόψη το χρονικό διάστημα της μίας ώρας περίπου που διέρρευσε από τη στιγμή που συνέβηκε το επίμαχο περιστατικό μέχρι τη στιγμή που τα εμπλεκόμενα οχήματα ανακόπηκαν για έρευνα από μέλη της αστυνομίας. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο παραπονούμενος μέσα από τη μαρτυρία του δίδει περιγραφή του επίμαχου όπλου αναφέροντας ότι ο κατηγορούμενος αφού το όπλισε το έστρεψε εναντίον του από απόσταση περίπου μισού μέτρου από το κεφάλι του. Ωστόσο η ύπαρξη των πιο πάνω ουσιωδών κενών και αδυναμιών δεν μπορεί να δώσει στην πιο πάνω αναφορά διάσταση πειστικότητας. Σ' αυτό συνηγορεί και η απουσία μαρτυρίας από εμπειρογνώμονα, ο οποίος θα μπορούσε να αναφέρει αν η εν λόγω περιγραφή ταυτιζόταν με την ύπαρξη συγκεκριμένου τύπου και μοντέλου πιστολιού. Κάτω από αυτά τα δεδομένα το δικαστήριο αισθάνεται ότι δεν μπορεί να στηριχτεί στην μαρτυρία του παραπονούμενου προκειμένου να καταλήξει με ασφάλεια σε ευρήματα. Συνεπώς δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του παραπονούμενου, ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 4 και 5 που αποτελούν μέρος της. Ο κατηγορούμενος δημιούργησε φτωχή εικόνα στο Δικαστήριο. Η εντύπωση που αποκόμισα μέσα από τη στάση και συμπεριφορά του από το εδώλιο του μάρτυρα είναι ότι για λόγους που ο ίδιος γνωρίζει δεν αποκάλυψε στο δικαστήριο όλα όσα γνώριζε για την υπόθεση. Η μαρτυρία του κατηγορουμένου περιέχει ουσιώδεις αντιφάσεις ενώ αναφορές του τόσο στερούνται λογικής όσο και είναι εκτεθειμένες στην αλήθεια. Όπως και στην περίπτωση του παραπονούμενου, έτσι και για τον κατηγορούμενο η αξιολόγηση της μαρτυρίας του δεν περιστρέφεται μόνο στο επίμαχο επεισόδιο του κατ' ισχυρισμό όπλου αλλά καλύπτει και το προγενέστερο επικαλούμενο περιστατικό επίθεσης, επί του οποίου τοποθετείται. Η εκδοχή του παραπονούμενου περιλαμβάνει αμφότερα συμβάντα για τα οποία ο κατηγορούμενος έδωσε μαρτυρία, το σύνολο της οποίας εξετάστηκε κάτω από το φακό της αξιολόγησης. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφέρω ενδεικτικά τα εξής: (α) Ενώ στη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 2) ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι ο Περικλέους είναι υπάλληλος του, στη δια ζώσης μαρτυρία του διαφοροποιείται αρνούμενος ότι ήταν υπάλληλος είτε του ιδίου είτε του πατέρα του αλλά ότι απλώς τον βοηθούσε φιλικά. (β) Ενώ αρχικά στην αντεξέταση του ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι στο επικαλούμενο περιστατικό επίθεσης ο ίδιος επενέβηκε όταν άκουσε φωνές, στην πορεία ελίχθηκε και ισχυρίστηκε ότι επενέβηκε όταν είχε αντιληφθεί το περιεχόμενο της έντονης συζήτησης που είχε ο πατέρας του με τον πατέρα του παραπονούμενου. (γ) Ενώ στο Τεκμήριο 2 ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι στις 07.09.13 μετέβηκε στο χωριό Κελοκέδαρα για να παραλάβουν ζώα από βοσκό, στη δια ζώσης μαρτυρία του διαφοροποιήθηκε και αρνήθηκε ότι παρέλαβε ζώα από τα Κελοκέδαρα αλλά ότι παρέλαβε ζώα από το χωριό Σαλαμιού. Παράλληλα οι πιο κάτω αναφορές του κατηγορουμένου μέσα από την αντεξέταση του στερούνται λογικής και/ή είναι εκτεθειμένες στην αλήθεια:
(1)Ο παραπονούμενος έτρεξε στο όχημα του και πήρε ένα ξύλο με σκοπό να κτυπήσει τον κατηγορούμενο και ακολούθως έτρεξε εκ νέου στο όχημα του για να πιάσει όπλο για να το στρέψει εναντίον του κατηγορουμένου και της παρέας του. Εφόσον, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, πρόθεση του παραπονούμενου ήταν να επιτεθεί εναντίον του και ήδη κρατούσε ξύλο που το είχε πιάσει όταν μετέβηκε στο όχημα του για το σκοπό αυτό η ισχυριζόμενη κίνηση του να μεταβεί ξανά στο όχημα του φαντάζει παράλογη, γεγονός που την εκθέτει στην πραγματικότητα.
(2)Ο παραπονούμενος τον τραβούσε από τη φανέλα για να τον υποχρεώσει να εξέλθει του οχήματος. Η μη υποβολή σχετικής καταγγελίας στην αστυνομία μπροστά σ' ένα τέτοιο περιστατικό που κάθε άλλο μπορούσε να υποτιμηθεί από απόψεως σοβαρότητας, αφήνει τη συγκεκριμένη τοποθέτηση εκτεθειμένη στην αλήθεια. Η δε εξήγηση που ο κατηγορούμενος έδωσε για τη μη προώθηση καταγγελίας στερείται λογικής και πειστικότητας, εκτός από το ότι εδράζεται πάνω σε εκ διαμέτρου αντίθετες τοποθετήσεις. Από τη μία ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν προέβηκε σε καταγγελία επειδή αναγνωρίζει ότι ο ίδιος συμπεριφέρθηκε λανθασμένα στον πατέρα του παραπονούμενου μέσα από το επικαλούμενο περιστατικό της επίθεσης και από την άλλη η μεταγενέστερη αναφορά του ότι δεν παραδέχεται πως ο ίδιος συμπεριφέρθηκε καλά στον πατέρα του παραπονούμενου, εκπέμπουν στοιχείο αντιφατικότητας σε βαθμό που αλληλοαναιρούνται. Στη βάση των πιο πάνω δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορουμένου, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 2 που αποτελεί μέρος της, ως αληθή και αξιόπιστη και ότι αυτή πρεσβεύει τα γεγονότα αυτά που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Κατάληξη Δικαστηρίου: Έχοντας απορρίψει τις μαρτυρίες τόσο του παραπονούμενου όσο και την εκδοχή του κατηγορουμένου ως προς τα γεγονότα, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαδραματίστηκε το επίδικο επεισόδιο καθώς επίσης ο ρόλος και η συμπεριφορά του καθενός εμπλεκομένου, είναι ζητήματα που παρέμειναν ασαφή και αδιευκρίνιστα. Ουσιαστικά ευρήματα σε ότι αφορά τα γεγονότα που διέπουν το πως εκτυλίχτηκαν τα επίμαχα περιστατικά καθώς και το ρόλο του καθενός εμπλεκομένου δεν μπορούν να εξαχθούν λόγω ανυπαρξίας αποδεκτής μαρτυρίας. Το σκηνικό των γεγονότων και των συνθηκών που αφορούν το πως διαδραματίστηκαν τα επίδικα περιστατικά καθώς επίσης η συμπεριφορά και ο ρόλος των εμπλεκομένων μερών, παρέμειναν νεφελώδεις. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καταλήγω ότι αυτή απέτυχε να το πράξει. Ο συνδετικός κρίκος της αλυσίδας των γεγονότων που θα δικαιολογούσαν την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής παρουσιάζει ρήγμα ανεπανόρθωτης μορφής. Τα κενά που παρατηρούνται στα γεγονότα δεν μπορούν να συμπληρωθούν μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής παρουσιάζει ουσιώδη κενά και αδυναμίες καθιστώντας την ανεπαρκή σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να τεκμηριώσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σύνδεση του κατηγορουμένου με την αξιόποινη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου στον απαιτούμενο βαθμό, ο οποίος στη βάση υποβοσκουσών αμφιβολιών, απαλλάσσεται και αθωώνεται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment (Αναφορά: Ποινικό/Οπλοφορία για διέγερση τρόμου και Κοινή Επίθεση/Άρθρα 280 & 242 Κεφ.154/ Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.