Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2241/14, 13/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2241/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ΧΧΧ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
- ΧΧΧ ΜΕΤΑΞΑΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 13.12.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 1: κος Σ. Ζαννούπας (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 2: κα Μ. Σαββίδου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενοι 1 & 2: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Αμφότεροι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις εξής κατηγορίες:
(1)συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 1 και 8),
(2)διάρρηξης αποθήκης κατά παράβαση των άρθρων 294(α) και 20 του Κεφ.154 (κατηγορίες 2 και 9) και
(3)κλοπής από αποθήκη κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.154 (κατηγορίες 3 και 10) Επιπλέον ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει διάφορα τροχαίας φύσεως αδικήματα και ειδικότερα: (α) μη συμμόρφωση σε σήμα ένστολου αστυνομικού κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(1)(ιβ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμούς του 1984 που θεσπίστηκαν δυνάμει του Ν.86/72μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 4), (β) χρήση μηχανοκινήτου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους κατά παράβαση του άρθρου 3 του Ν.96(Ι)/2000 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 5), (γ) χρήση μηχανοκινήτου οχήματος με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας κατά παράβαση του Κανονισμού 65
(1),
(5),
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμούς του 1984 (κατηγορία 6) και (δ) χρήση μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας κατά παράβαση του Κανονισμού 65
(1),
(5),
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμούς του 1984 (κατηγορία 7). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να διαρρήξουν την αποθήκη του ΧΧΧ Σάββα (στο εξής ο '1ος παραπονούμενος') που βρίσκεται στην Κοίλη και την αποθήκη του ΧΧΧ Χατζηκυριάκου (στο εξής ο '2ος παραπονούμενος') που επίσης βρίσκεται στην Κοίλη, στις οποίες κατηγορούνται ότι την ίδια ημέρα διέρρηξαν και εισήλθαν και από τις οποίες έκλεψαν από την μεν πρώτη ποσότητα πετρελαίου συνολικής αξίας €100 περιουσία του 1ου παραπονούμενου και από τη δε δεύτερη ένα κιβώτιο με διακόπτες νερού συνολικής αξίας €30 περιουσία του 2ου παραπονούμενου. Επιπροσθέτως ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο με πιο πάνω χρόνο και στον ίδιο με προηγουμένως τόπο οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής χχχ χωρίς αυτό να διαθέτει σε ισχύ πιστοποιητικό καταλληλότητας αφού αυτό είχε λήξει από τις 29.04.11, δίχως άδεια κυκλοφορίας αφού αυτή είχε ανασταλεί από τον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων από τις 29.04.11, άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους και ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί με την υπόδειξη του ειδικού αστυφύλακα 5593 Π. Τιμοθέου να σταματήσει. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 18.10.18 το δικαστήριο αθώωσε και απάλλαξε τον κατηγορούμενο 1 στις κατηγορίες 5, 6 και 7 ενώ παράλληλα αποφάσισε ότι έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με τις υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετωπίζει καθώς επίσης ότι δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου 2 σε απολογία αναφορικά με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ακολούθως αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο μεν κατηγορούμενος 1 προτίμησε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και ο δε κατηγορούμενος 2 επέλεξε προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση (ανώμοτη δήλωση) δίχως οποιοσδήποτε από αυτούς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν πέντε τεκμήρια. ΜΚ1 ήταν ο 1ος παραπονούμενος, ο οποίος δήλωσε στο δικαστήριο ότι δεν θυμόταν οτιδήποτε σχετικά με την υπόθεση αυτή και ούτε γνωρίζει τους κατηγορουμένους. ΜΚ2 ήταν ο αρχιαστυφύλακας ΧΧΧ Παπαγεωργίου μέρος της μαρτυρίας του οποίου ήταν η γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 25.04.13 που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Συνοψίζοντας τη μαρτυρία του μπορεί να λεχθεί ότι στις 18.04.13 και ώρα 18:45 υπεβλήθηκε καταγγελία για πιθανή διάρρηξη της αποθήκης του 1ου κατηγορουμένου που βρίσκεται στην Κοίλη και κλοπής από αυτή όταν εντοπίστηκαν δύο άτομα στην περιοχή να επιβαίνουν στο όχημα μάρκας Mazda τύπου σαλούν χρώματος γκρίζου, τα οποία μόλις κατάλαβαν ότι έγιναν αντιληπτοί τράπηκαν σε φυγή. Ευθύς μετά την καταγγελία ο ΜΚ1 μετέβηκε μαζί με συνάδελφο του στο σημείο διασταύρωσης που οδηγεί στην κοινότητα Κοίλης όπου εκεί εντόπισαν το όχημα με αριθμούς εγγραφής χχχ που διέθετε τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτό για το οποίο είχε προηγηθεί καταγγελία. Μόλις το εν λόγω όχημα τους πλησίασε εντός του οποίου υπήρχαν δύο άτομα, ο συνάδελφος του ΜΚ1 έκανε σήμα στον οδηγό να σταματήσει αλλά αυτός αντίς να συμμορφωθεί ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα και μαζί με το συνοδηγό διέφυγαν προς το χωριό Πολέμι. Περί ώρα 19:10 της ίδιας ημέρας ο ΜΚ1 επισκέφθηκε την αποθήκη του 1ου παραπονούμενου και μέσα από επιτόπιες εξετάσεις που διενέργησε διαπίστωσε ο δράστης ή οι δράστες πέτυχε ή πέτυχαν είσοδο στην επίμαχη αποθήκη και στη συνέχεια έξοδο από αυτή παραβιάζοντας με αιχμηρό αντικείμενο την κλειδαριά την πόρτας της κύριας εισόδου αυτής, από την οποίαν έκλεψαν πετρέλαιο από αντλία της τουρμπίνας συνολικής αξίας €
- Ακολούθως περί ώρα 19:15 της ίδιας ημέρας και ενώ ο ΜΚ1 βρισκόταν ακόμη στην σκηνή της αποθήκης του1ου παραπονούμενου, προσήλθε στο μέρος ο 2ος παραπονούμενος, ο οποίος κατάγγειλε ότι και η δική του αποθήκη που βρίσκεται σε απόσταση 200 μέτρων περίπου από την αποθήκη του 1ου παραπονούμενου διαρρήχθηκε. Ο ΜΚ1 μετέβηκε και σ' εκείνη την αποθήκη όπου μέσα από επιτόπιες εξετάσεις που διεξήγαγε διαπίστωσε ότι και σ' αυτήν την περίπτωση ο δράστης ή οι δράστες πέτυχε ή πέτυχαν είσοδο στην επίμαχη αποθήκη και στη συνέχεια έξοδο από αυτή παραβιάζοντας με αιχμηρό αντικείμενο την κλειδαριά την πόρτας της κύριας εισόδου αυτής. Στις 24.04.13 ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, ο οποίος παραδέχεται ότι βρισκόταν εντός του επίμαχου οχήματος αλλά αρνείται ότι έκλεψε οτιδήποτε. Σχετικό αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας ημερομηνίας 24.04.13 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ακολούθησαν έρευνες από τον ΜΚ1 αναφορικά με το επίμαχο όχημα, μέσα από τις οποίες ανακάλυψε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης ο κατηγορούμενος
- Περαιτέρω ο ΜΚ1 ανάφερε ότι συνάδελφοι του έλαβαν ανακριτική κατάθεση από τους κατηγορουμένους 1 και 2 ημερομηνίας 19.04.13 και 23.04.13 αντίστοιχα, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 και
- Ο ίδιος συνάδελφος του ΜΚ1 που έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 ήταν αυτός που κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 στις 19.04.13 για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, ο οποίος απάντησε ότι παραδέχεται όλες τις κατηγορίες που του προσάπτουν και ότι ζητεί συγγνώμη. Σχετικό αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος 1, όπως ήδη λέχθηκε άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Με αυτό το δεδομένο, το πλαίσιο της μαρτυρίας του περιορίζεται στην γραπτή ανακριτική κατάθεση του ημερομηνίας 19.04.13 (Τεκμήριο 3) μέσα από την οποίαν δηλώνει πως είναι ο ιδιοκτήτης του επίμαχου οχήματος που είναι σαλούν μάρκας Mazda Familia. Όπως αναφέρει, το εν λόγω όχημα το είχε αγοράσει πρόσφατα από τον κατηγορούμενο
- Στις 18.04.13 και περί ώρα 15:00 ο εν λόγω κατηγορούμενος μετέβηκε με το όχημα του στην οικία του κατηγορουμένου
- Εκεί ο τελευταίος του πρότεινε να πάνε περίπατο με το επίμαχο όχημα, πράγμα που αυτός αποδέχτηκε. Ο εν λόγω κατηγορούμενος δήλωσε πως δεν ήταν ο οδηγός του επίμαχου οχήματος. Επίσης αναφέρει ότι μέσα από τον περίπατο τους κατευθύνθηκαν στο χωριό Κοίλη. Σε κάποια στιγμή βρέθηκε εντός μιας αποθήκης αλλά όχι από δικές του ενέργειες και δίχως να το έχει επιδιώξει. Ο ίδιος αρνείται κάθε ανάμιξη στην παρούσα υπόθεση και μέσα από το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του αποδίδει επιλήψιμη συμπεριφορά στον κατηγορούμενο
- Ο δε κατηγορούμενος 2, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση, μέσα από την οποίαν δήλωσε πως δεν έχει σχέση με τα ισχυριζόμενα αδικήματα και ότι είναι αθώος. Παράλληλα στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 23.04.13 (Τεκμήριο 5) δηλώνει πως στις 18.04.13 και περί ώρα 16:00 ήλθε στην οικία του ο κατηγορούμενος 1 οδηγώντας το επίμαχο όχημα που του είχε πωλήσει 20 ημέρες προηγουμένως. Σύμφωνα με τον ίδιο ο κατηγορούμενος 1 του πρότεινε να πάνε μαζί περίπατο στην Πάφο, πράγμα που αυτός αποδέχτηκε. Στα πλαίσια του περιπάτου τους κατέληξαν στο χωριό Κοίλη. Ο ίδιος δηλώνει ότι δεν οδηγούσε το όχημα. Επίσης δηλώνει πως ουδεμία σχέση έχει με αυτά που του καταλογίζουν. Αντίθετα μέσα από το εν λόγω έγγραφο εμπλέκει τον κατηγορούμενο 1στην υπόθεση αυτή. Τελικές Αγορεύσεις: Στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων κατηγορούσα αρχή και Υπεράσπιση εξέφρασαν διαφορετικές εισηγήσεις. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε την καταδίκη των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν αναφέροντας λακωνικά ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε βρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 1, ο οποίος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που μπορεί να γίνει αποδεχτεί και να καταδείξει ότι ο πελάτης του έχει διαπράξει τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα. Ελλείψει τέτοιας μαρτυρίας ο εν λόγω συνήγορος κάλεσε το δικαστήριο να αθωώσει τον πελάτη του. Στη δική της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου 2 προέταξε τα ίδια επιχειρήματα με αυτά που ανάφερε ο συνάδελφος της και έτσι για τους ίδιους λόγους ζήτησε την αθώωση του δικού της πελάτη. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που καθορίστηκαν μέσα από τη νομολογία. Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο ΜΚ1 δεν ανάφερε οτιδήποτε που να χρήζει αξιολόγησης. Παρόλο ότι είναι ένας εκ των δύο παραπονουμένων, εντούτοις τίποτα δεν θυμόταν και ούτε είπε κάτι σχετικά με το μέρος της υπόθεσης που τον αφορά. Συνεπώς η παρουσία του περνά απαρατήρητη. Ο ΜΚ2 ήταν το μέλος της αστυνομίας που ανέλαβε τη διερεύνηση αμφοτέρων περιπτώσεων της παρούσας υπόθεσης. Υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από τους κατηγορουμένους. Εξ' ου και ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε γι' αυτές. Πέρα αυτού όμως, μέρος των ενεργειών του μάρτυρα αυτού συνοδεύεται από πραγματική μαρτυρία (λήψη του Τεκμηρίου 2) και μέρος επιβεβαιώνεται από άλλα δεδομένα, τα οποία πιστοποιούν την πραγματοποίηση τους. Παράλληλα, ως ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, είναι άτομο που προσωπικά γνωρίζει πτυχές της, επί της οποίας η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται από πραγματική μαρτυρία (λήψη των Τεκμηρίων 3, 4 και 5). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, η αναντίλεκτη μορφή της μαρτυρίας του ΜΚ1 γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1 που αποτελεί μέρος αυτής. Ο κατηγορούμενος 1, ως ήδη λέχθηκε, άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Ενώπιον του δικαστηρίου τέθηκε η ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 19.04.13 (Τεκμήριο 3), η οποία και αξιολογείται. Μέσα από το Τεκμήριο 3 ο κατηγορούμενος 1 έδωσε την δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν τις δύο περιπτώσεις που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση. Η εκδοχή του διαχωρίζεται σε δύο σκέλη. Το πρώτο κομμάτι καλύπτει αναφορές που αφορούν το πρόσωπο του. Τις αποδέχομαι επειδή επιβεβαιώνονται από άλλες μαρτυρίες. Όπως υποδεικνύει η νομολογία αποδοχή μέρους γραπτής κατάθεσης ενός κατηγορουμένου που αφορά τον εαυτό του είναι νομικά επιτρεπτό (Duncan 73 Cr. App. Rep. 359, Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Γαβριήλ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 693). Ειδικότερα το ότι ήταν ο ιδιοκτήτης του επιδίκου οχήματος επιβεβαιώνεται τόσο από τη μαρτυρία του ΜΚ1, ο οποίος το διαπίστωσε μέσα από εξετάσεις που πραγματοποίησε, όσο και από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος δήλωσε πως ήταν το άτομο που του το είχε πωλήσει. Περαιτέρω το ότι στις 18.04.13 ο ίδιος οδήγησε το επίμαχο όχημα του και μετέβηκε στην οικία του κατηγορουμένου 2, είναι γεγονός που επιβεβαιώνεται από τον τελευταίο που αναφέρεται σε τέτοια συνάντηση. Το ότι στη συνέχεια χρησιμοποίησαν το επίμαχο όχημα και κατέληξαν στο χωριό Κοίλη επίσης επιβεβαιώνεται από τον κατηγορούμενο
- Επίσης αβίαστα προκύπτει το γεγονός της παρουσίας του κατηγορουμένου 1 στα μέρη που βρίσκονταν δύο αποθήκες στην Κοίλη αμέσως πριν την υποβολή των καταγγελιών από τους παραπονούμενους. Μάλιστα σε μία από αυτές τις αποθήκες σημειώνεται η παρουσία του εν λόγω κατηγορουμένου εντός αυτής, γεγονός που γίνεται αποδεκτό. Ακόμη επιβεβαιώνεται αναφορά του κατηγορουμένου 1 ότι ενώ αυτός βρισκόταν κοντά σε κάποια από αυτές τις αποθήκες κάποιος τους φώναξε, πλην όμως αυτοί έφυγαν. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα αποδέχομαι το μέρος αυτό του Τεκμηρίου
- Το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας του κατηγορουμένου 1 ασχολείται με τον συγκατηγορούμενο του στην υπόθεση αυτή (κατηγορούμενο 2), τον οποίον και εμπλέκει σε αμφότερες τις περιπτώσεις που την απαρτίζουν. Στο μέρος αυτό εντάσσεται και η αναφορά του κατηγορουμένου 1 ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν αυτός που οδηγούσε το επίμαχο όχημα καθ' όλη τη διάρκεια και κατ' επέκταση αυτός που, σύμφωνα με τον ίδιο, παρέλειψε να συμμορφωθεί με σήμα ένστολου αστυνομικού να σταματήσει το όχημα αμέσως μετά τις καταγγελίες από τους παραπονούμενους. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ενοχοποιητική γραπτή κατάθεση στην αστυνομία κατηγορουμένου εναντίον συγκατηγορουμένου αφ' εαυτής ως έγγραφο δεν είναι αποδεκτή ως μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορούμενου. Συνεπώς τα όσα ενοχοποιητικά για τον κατηγορούμενο 2 αναφέρει ο κατηγορούμενος 1 δεν μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία εις βάρος του συγκατηγορούμενου του. Η όποια τυχόν εμπλοκή του κατηγορουμένου 2 στην υπόθεση δεν μπορεί να αποδειχτεί από το Τεκμήριο 3 που είναι η γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου 1, το οποίο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για ένα τέτοιο σκοπό. Επομένως το Τεκμήριο 3 είναι άνευ αποδεικτικής αξίας για τον κατηγορούμενο
- Επ' αυτού παραπέμπω στις υποθέσεις Νεάρχου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 38, Malik και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 36, Ευρυπίδου και άλλος v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Αριστοφάνους v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 450 που βεβαιώνουν τα πιο πάνω μέσα από ενασχόληση τους με το συγκεκριμένο θέμα. Με γνώμονα τα προαναφερόμενα αποδίδω μηδενική βαρύτητα στο κομμάτι αυτό του Τεκμηρίου 3 που ενοχοποιεί τον κατηγορούμενο
- Ένα ζήτημα που με προβλημάτισε είναι η δήλωση του κατηγορουμένου 1 στο Τεκμήριο 4 όταν κατηγορήθηκε γραπτώς από την αστυνομία με την οποία ανάφερε ότι παραδέχεται όλες τις κατηγορίες που του προσάπτουν και απολογείται. Θεωρώ ότι η δήλωση αυτή του κατηγορουμένου 1 δεν πρέπει να αξιολογηθεί αποσπασματικά και αποσυναρτημένα από τις υπόλοιπες αναφορές του αλλά θα πρέπει να κριθεί με βάση το πλαίσιο της εκδοχής του. Έχοντας υπόψη μου την υπερασπιστική γραμμή του κατηγορουμένου 1 στην οποίαν δηλώθηκε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν σχετίζεται με την αξιόποινη συμπεριφορά που του αποδίδουν, το πλαίσιο της εκδοχής του στο οποίο δηλώνει ότι ουδεμία ανάμιξη έχει στα κατ' ισχυρισμό αδικήματα που του καταλογίζουν καθώς και τις υπόλοιπες γραπτές αναφορές του στις οποίες απορρίπτει το ενδεχόμενο εμπλοκής του σε αμφότερες τις περιπτώσεις της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι αυτό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 4 είναι μία ανακόλουθη παρεμφερή δήλωση που δεν πρέπει να της δοθεί οποιαδήποτε αξία. Κατά συνέπεια, δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στη γραπτή δήλωση του κατηγορουμένου 1 που περιέχεται στο Τεκμήριο
- Τα όσα ανάφερα προηγουμένως για το περιεχόμενο της γραπτής ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου 1 ισχύουν απόλυτα για την γραπτή ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 2 (Τεκμήριο 5), το περιεχόμενο της οποίας επίσης διαχωρίζεται σε δύο σκέλη. Ομοίως ως πιο πάνω, αποδέχομαι το πρώτο κομμάτι το οποίο περιέχει πανομοιότυπες αναφορές με αυτές που διατυπώθηκαν γραπτώς από τον κατηγορούμενο 1 αλλά που αφορούν το πρόσωπο του κατηγορουμένου
- Δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Για τους ίδιους λόγους όπως και με το Τεκμήριο 3, αποδέχομαι το μέρος αυτό του Τεκμηρίου
- Το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας του κατηγορουμένου 2 ασχολείται με τον κατηγορούμενο 1 που στην παρούσα υπόθεση είναι συγκατηγορούμενος του, τον οποίον με διάφορες αναφορές του ενοχοποιεί επί του συνόλου της υπόθεσης. Στο κομμάτι αυτό περιλαμβάνεται και η γραπτή δήλωση του κατηγορουμένου 2 ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν αυτός που οδηγούσε το επίμαχο όχημα καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Εφαρμόζοντας το ίδιο σκεπτικό δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στο κομμάτι αυτό του Τεκμηρίου 5 που εμπλέκει τον κατηγορούμενο
- Δεν διαφεύγει της προσοχής του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 2 προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, ασκώντας έτσι το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Η αξία που έχει είναι πειστική παρά αποδεικτική. Το δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Έχοντας αξιολογήσει την χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου 2, κρίνω ότι αυτή έχει μηδενική βαρύτητα. Η μονολεκτική δήλωση του εν λόγω κατηγορουμένου δεν παρέχει διαφώτιση στα επίδικα ζητήματα και γενικότερα δεν προσθέτει οτιδήποτε ουσιαστικό στην υπόθεση. Αυτά είναι δεδομένα που δεν αφήνουν περιθώριο στο δικαστήριο για επιλογή άλλη από αυτή της απόδοσης μηδενικής βαρύτητας στην εν λόγω δήλωση αφού κρίνεται ότι ουδεμία πειστική αξία έχει. Ευρήματα: Παρά την μη κατάληξη στις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβηκαν τα επίδικα περιστατικά που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση, εντούτοις μέσα από την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή, καταλήγω στα ακόλουθα γενικότερα ευρήματα: Ο κατηγορούμενος 1 είναι ο ιδιοκτήτης του επίμαχου οχήματος, το οποίο είχε πρόσφατα αγοράσει από τον κατηγορούμενο
- Στις 18.04.13 και μεταξύ των ωρών 15:00-16:00 ο κατηγορούμενος 1 επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο 2, με το οποίον ήταν φίλος, στην οικία του οδηγώντας το επίμαχο όχημα. Ακολούθως αμφότεροι επιβιβάστηκαν στο εν λόγω όχημα και πήγαν περίπατο καταλήγοντας στο χωριό Κοίλη. Πέρασαν από δύο αποθήκες στην Κοίλη. Σε μία από αυτές ο κατηγορούμενος 1 εισήλθε στο εσωτερικό της. Ακόμη ενώ βρίσκονταν κοντά σε κάποια από αυτές κάποιος τους φώναξε αλλά αυτοί έφυγαν. Περί ώρα 18:45 της ίδιας ημέρας υπεβλήθηκε καταγγελία για πιθανή διάρρηξη της αποθήκης του 1ου κατηγορουμένου που βρίσκεται στην Κοίλη και κλοπής από αυτή. Ευθύς μετά την καταγγελία ο ΜΚ1 μετέβηκε μαζί με συνάδελφο του στο σημείο διασταύρωσης που οδηγεί στην κοινότητα Κοίλης όπου εκεί εντόπισαν το επίμαχο όχημα. Μόλις το εν λόγω όχημα τους πλησίασε εντός του οποίου υπήρχαν δύο άτομα, ο συνάδελφος του ΜΚ1 έκανε σήμα στον οδηγό να σταματήσει αλλά αυτός αντίς να συμμορφωθεί ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα και μαζί με το συνοδηγό διέφυγαν προς το χωριό Πολέμι. Επρόκειτο για τους κατηγορουμένους 1 και
- Περί ώρα 19:10 της ίδιας ημέρας ο ΜΚ1 επισκέφθηκε την αποθήκη του 1ου παραπονούμενου και μέσα από επιτόπιες εξετάσεις που διενέργησε διαπίστωσε ότι ο δράστης ή οι δράστες πέτυχε ή πέτυχαν είσοδο στην επίμαχη αποθήκη και στη συνέχεια έξοδο από αυτή παραβιάζοντας με αιχμηρό αντικείμενο την κλειδαριά την πόρτας της κύριας εισόδου αυτής, από την οποίαν έκλεψαν πετρέλαιο από αντλία της τουρμπίνας συνολικής αξίας €
- Ακολούθως περί ώρα 19:15 της ίδιας ημέρας και ενώ ο ΜΚ1 βρισκόταν ακόμη στην σκηνή της αποθήκης του 1ου παραπονούμενου, προσήλθε στο μέρος ο 2ος παραπονούμενος, ο οποίος κατάγγειλε ότι και η δική του αποθήκη που βρίσκεται σε απόσταση 200 μέτρων περίπου από την αποθήκη του 1ου παραπονούμενου διαρρήχθηκε. Ο ΜΚ1 μετέβηκε και σ' εκείνη την αποθήκη όπου μέσα από επιτόπιες εξετάσεις που διεξήγαγε διαπίστωσε ότι και σ' αυτήν την περίπτωση ο δράστης ή οι δράστες πέτυχε ή πέτυχαν είσοδο στην επίμαχη αποθήκη και στη συνέχεια έξοδο από αυτή παραβιάζοντας με αιχμηρό αντικείμενο την κλειδαριά την πόρτας της κύριας εισόδου αυτής. Ακολούθησαν έρευνες από τον ΜΚ1, ως αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης, αναφορικά με το επίμαχο όχημα, μέσα από τις οποίες αποκαλύφθηκε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης ο κατηγορούμενος
- Οι κατηγορούμενοι εντοπίστηκαν και οδηγήθηκαν για ανάκριση. Στις 19.04.13 και 23.04.13 αντίστοιχα συνάδελφοι του ΜΚ1 έλαβαν ανακριτική κατάθεση από τους κατηγορουμένους 1 και
- Ο ίδιος συνάδελφος του ΜΚ1 που έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 ήταν αυτός που κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 στις 19.04.13 για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Στις 24.04.13 ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, ο οποίος παραδέχεται ότι βρισκόταν εντός του επίμαχου οχήματος αλλά αρνείται ότι έκλεψε οτιδήποτε. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, διάρρηξης δύο αποθηκών και κλοπής από αυτές. Επιπλέον ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορία μη συμμόρφωσης σε σήμα ένστολου αστυνομικού. Με το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος πραγματεύεται το άρθρο 371 του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου αυτούσια προνοούν τα εξής: "Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή." Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134: "... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σλ. 2035, παράγρ. 28-4.) Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373." Συνεπώς, η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας δεν συνίσταται στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας. H εκδήλωση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στη συμφωνία δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 2004, παρ. 34-4). Η βάση της κατηγορίας της συνομωσίας είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά. Είναι λοιπόν άνευ σημασίας το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Επίσης, ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνον δεν υπάρχει αδίκημα. Ακόμη δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν ποτέ συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλέπε Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει ν' αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν μεταξύ τους καθ' οιονδήποτε χρονικό διάστημα για να διαρρήξουν τις συγκεκριμένες αποθήκες και να κλέψουν από αυτές οτιδήποτε. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να αποδεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι διαβουλεύτηκαν μεταξύ τους με αντικείμενο συζήτησης την πρόθεση τους να κλέψουν τα επίμαχα αντικείμενα. Παράλληλα δεν υπάρχει θετική μαρτυρία που να στοιχειοθετεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της κλοπής του επίμαχου οχήματος οι κατηγορούμενοι έδρασαν από κοινού. Ούτε από το μαρτυρικό υλικό της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτό παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, τεκμηριώνεται γενικότερα η εκδήλωση οποιασδήποτε ενέργειας ως αποτέλεσμα κοινού σχεδιασμού των κατηγορουμένων. Οι κατηγορούμενοι έδωσαν εξηγήσεις για τη μεταξύ τους συνεύρεση, η οποία δεν αντικρούστηκε με μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Η παρουσία των κατηγορουμένων σε δύο αποθήκες και η είσοδος του κατηγορουμένου 1 σε μία από αυτές, πέραν του ότι δεν μπορεί αυτομάτως να συνδεθεί με τις δύο συγκεκριμένες αποθήκες ελλείψει σχετικής μαρτυρίας και με γνώμονα ότι ο 1ος παραπονούμενος δήλωσε πως δεν θυμόταν ενώ ο 2ος παραπονούμενος ουδέποτε κλήθηκε να μαρτυρήσει στο δικαστήριο, δεν μπορεί, απογυμνωμένη από άλλη θετική μαρτυρία να συνδέσει τους κατηγορουμένους με τον καταρτισμό σχεδίου και λήψη ενεργειών με σκοπό την υλοποίηση του που στόχευε στη διάρρηξη και κλοπή των επιδίκων αποθηκών, υπό το φως των εξηγήσεων που αμφότεροι κατηγορούμενοι έδωσαν γι' αυτά, οι οποίες εξηγήσεις δεν αντικρούστηκαν με μαρτυρία από την κατηγορούσα αρχή. Συνοψίζοντας διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να φανερώνει είτε καταρτισμό σχεδίου από τους κατηγορουμένους για τη διάπραξη διάρρηξης των εν λόγω αποθηκών και κλοπής από αυτές των αντικειμένων που παρέχονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 3 και 10, είτε συμφωνημένη συμπεριφορά από μέρους τους είτε συμμετοχή τους σε κοινό σχεδιασμό για τέτοια διάρρηξη και κλοπή από τις αποθήκες αυτές είτε εικόνα για κοινή δράση τους. Συνεπώς στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν έχει αποδειχτεί το εν λόγω αδίκημα για κανένα από τους κατηγορουμένους. Με το αδίκημα της διάρρηξης αποθήκης πραγματεύεται το άρθρο 294(α) του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου αυτούσια προνοούν τα εξής: "Όποιος— (α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε σχολικό κτίριο, κατάστημα, αποθήκη, γραφείο ή λογιστήριο ή σε κτίριο που συνορεύει με κατοικία και που κατέχεται μαζί με αυτό όμως δεν αποτελεί τμήμα της και διαπράττει κάποιο κακούργημα σε αυτά· ή (β) ... είναι ένοχος κακουργήματος ..." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Οι κατηγορούμενοι διαρρήχνουν και (β) εισέρχονται σε αποθήκη. Ο ορισμός της διάρρηξης παρέχεται στο άρθρο 291 της ίδιας νομοθεσίας. Με βάση τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου: "Όποιος διαρρήχνει οποιοδήποτε μέρος κτιρίου, εξωτερικό ή εσωτερικό ή ανοίγει με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγμα προορισμένο για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα μέρος του κτιρίου σε άλλο, θεωρείται ότι διαρρήχνει το κτίριο. Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι εισέρχεται σε κτίριο αμέσως όταν οποιοδήποτε μέρος του σώματός του ή οποιοδήποτε μέρος οργάνου που χρησιμοποιείται από αυτό, βρίσκεται εντός του κτιρίου." Ερχόμενος στην υπόθεση αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 1 εισήλθε σε μία από τις δύο αποθήκες. Θα πρέπει όμως κατ' αρχήν να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να φανερώνει ότι η αποθήκη στην οποίαν ο εν λόγω κατηγορούμενος εισήλθε ήταν μία από τις δύο επίδικες. Πέραν αυτού δεν υπάρχει επιστημονική και/ή άλλη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος είχε εισέλθει στην αποθήκη κατόπιν λήψης ενέργειας που συνιστά διάρρηξη του εν λόγω υποστατικού. Το γεγονός και μόνο ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε εισέλθει σε μία αποθήκη δεν οδηγεί αναπόδραστα στο μοναδικό λογικό συμπέρασμα ότι ο ίδιος προέβηκε προηγουμένως σε θετική ενέργεια για διάρρηξη του υποστατικού, ως διατυπώθηκε μέσα από τις επιτόπιες εξετάσεις της αστυνομίας, δεδομένου της εξήγησης που ο εν λόγω κατηγορούμενος έδωσε και σε συνδυασμό με το ότι συνοδευόταν τη χρονική στιγμή της εισόδου του από άλλο άτομο. Από εκεί και πέρα δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία, είτε επιστημονική είτε άλλη μαρτυρία, που συνδέει τον κατηγορούμενο 2 τόσο με διάρρηξη οποιασδήποτε από τις δύο επίδικες αποθήκες και είσοδο σ' αυτές. Ούτε όμως υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία, είτε επιστημονική είτε άλλη μαρτυρία, που καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν αυτός ή ένας από αυτούς που διέρρηξε ή διέρρηξαν και εισήλθε ή εισήλθαν στη δεύτερη αποθήκη και ότι προέβηκε σε κλοπή από αυτή. Παράλληλα ενώπιον μου δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι συμμετείχαν μαζί ή παρείχαν βοήθεια ο ένας στον άλλο ή συμβούλευσε ο ένας τον άλλο ή προέβηκαν σε προπαρασκευαστική πράξη ή άλλου είδους ενέργεια ή παράλειψη διευκολύνοντας έτσι τη διάπραξη του αδικήματος της διάρρηξης ή καθ' οιονδήποτε τρόπο συνέδραμαν στο να διαδραματιστεί διάρρηξη και είσοδος στις επίδικες αποθήκες στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ.154. Ενδεχομένως να υπήρχε διαφοροποίηση του σκηνικού αν αμφότεροι παραπονούμενοι κατέθεταν στο δικαστήριο μαρτυρικό υλικό. Από τα πιο πάνω δεν διαπιστώνεται σωρευτική ικανοποίηση όλων των απαιτουμένων συστατικών στοιχείων του εν λόγω αδικήματος για κανένα από τους κατηγορουμένους. Το αδίκημα της κλοπής διέπεται από το άρθρο 255 του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου προνοούν ρητά τα εξής: "
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
- i)με τέχνασμα· (
- ii)με εκφοβισμό· (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς· (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) οι κατηγορούμενοι να αποκτήσουν κατοχή και να αποκομίσουν περιουσία των παραπονούμενων και (β) η περιουσία να είναι τέτοια που να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (γ) η απόκτηση κατοχής της περιουσίας να γίνει χωρίς τη συναίνεση των παραπονούμενων ως ιδιοκτήτη και (δ) ότι οι κατηγορούμενοι ενέργησαν με δόλιο τρόπο ή (ε) αν οι κατηγορούμενοι κατέχουν την περιουσία των παραπονούμενων νόμιμα και με δόλιο τρόπο σφετερίζονται τη χρήση της για λογαριασμό των ιδίων ή άλλου προσώπου εκτός από τους παραπονούμενους και (στ) ότι κατά τον χρόνο απόκτησης κατοχής οι κατηγορούμενοι είχαν σκοπό να αποστερήσουν την περιουσία από τους παραπονούμενους. Η 'απόκτηση κατοχής περιουσίας' με βάση το άρθρο 255
(2)του Κεφ.154 περιλαμβάνει τις ακόλουθες περιπτώσεις: (
- i)με τέχνασμα, (
- ii)με εκφοβισμό, (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· Ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. Ο δε όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής. Στο άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του κυπριακού ποινικού κώδικα παρέχεται ο όρος 'περιουσία', ο οποίος καλύπτει κάθε έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Αντικείμενο δε κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο όπως για παράδειγμα στην παραπονούμενη εταιρεία [άρθρο 255
(3)Κεφ.154]. Στην υπόθεση Κόκκινος v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 628 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ένοχη γνώση και πρόθεση του κατηγορουμένου συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας καθώς και από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και τα γεγονότα της υπόθεσης που συνήθως έχουν τον χαρακτήρα περιστατικής μαρτυρίας. Έχει ακόμη εδώ λεχθεί ότι η περιστατική μαρτυρία, η οποία παρεμπιπτόντως με βάση την νομολογία δεν είναι υποδεέστερη σημασίας ή ισχύος από την άμεση μαρτυρία, δυνατό να οδηγήσει σε στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι από τις επίδικες αποθήκες έχει κλαπεί οτιδήποτε αφού ουδείς από τους δύο παραπονούμενους έδωσε οποιαδήποτε μαρτυρία στο δικαστήριο. Παράλληλα καμία αποδεκτή μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου που να καταδεικνύει σύνδεση οποιουδήποτε από τους κατηγορουμένους με παράνομη οικειοποίηση αντικειμένων ιδιοκτησίας των παραπονουμένων που κατ' ισχυρισμό έχουν κλαπεί από τις επίδικες αποθήκες. Από τα πιο πάνω δεν διαπιστώνεται σωρευτική ικανοποίηση όλων των απαιτουμένων συστατικών στοιχείων του εν λόγω αδικήματος για κανένα από τους κατηγορουμένους. Το αδίκημα της μη συμμόρφωσης σε σήμα ένστολου αστυνομικού που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο 1 ότι επιπλέον διέπραξε, διέπεται από τους Κανονισμούς 58
(1)(ιβ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμούς του 1984 που θεσπίστηκαν δυνάμει του Ν.86/72. Αποτελεί μέρος των ευρημάτων του δικαστηρίου ότι στο σημείο διασταύρωσης που οδηγεί στην κοινότητα Κοίλης το επίμαχο όχημα, στο οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο επέβαιναν αμφότεροι κατηγορούμενοι, παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα ένστολου αστυνομικού και με ταχύτητα κατευθύνθηκε στο χωριό Πολέμι. Ωστόσο δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία ως προς το ποιος ήταν ο οδηγός του εν λόγω οχήματος που δεν συμμορφώθηκε με την υπόδειξη του επί καθήκον αστυνομικού. Από μέρους της κατηγορούσας αρχής δεν υπάρχει θετική μαρτυρία που να καταδεικνύει την ταυτότητα του οδηγού. Η μόνη μαρτυρία που υπάρχει είναι η γραπτή ανακριτικής φύσεως κατάθεση του κατηγορουμένου 2 που ενοχοποιεί τον κατηγορούμενο 1, το περιεχόμενο της οποίας όμως, όπως έχει ήδη εξηγηθεί προηγουμένως, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εις βάρος του εν λόγω κατηγορουμένου αφού προέρχεται από τον συγκατηγορούμενο του. Το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το όχημα άνηκε στον κατηγορούμενο 1, ο οποίος βρισκόταν εντός αυτού, στην απουσία θετικής μαρτυρίας που να αναγνωρίζει τον οδηγό, δεν καταδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν όντως ο οδηγός του οχήματος (Τουμάζου v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 166/2016 ημερ. 05.10.18). Εφόσον η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καταλήγω ότι αυτή απέτυχε να το πράξει. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής παρουσιάζει ουσιώδη κενά και αδυναμίες καθιστώντας την ανεπαρκή σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να τεκμηριώσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σύνδεση των κατηγορουμένων με την αξιόποινη συμπεριφορά που τους αποδίδεται. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον των κατηγορουμένων, οι οποίοι, αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment (Αναφορά: Ποινικό/ Κλοπή-Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος-Κακόβουλη Ζημιά/Άρθρα 255, 262, 324, 371 και 20 Κεφ.154/Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο