← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3187/2014, 3/12/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3187/2014, 3/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3187/2014 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΧΧΧ ΙΩΑΝΝΟΥ
  2. ΧΧΧ ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 03.12.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενη 2: κος Θ. Αθανασίου (ο κος Μ. Θεοδοσίου για ν' ακούσει ποινή) Κατηγορούμενη 2: παρούσα ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη 2 (στο εξής η 'κατηγορούμενη') βρέθηκε ένοχη, κατόπιν δικής της παραδοχής, στις εξής κατηγορίες: (α) επίθεση εναντίον αστυνομικού οργάνου με σκοπό τη ματαίωση κράτησης άλλου ατόμου κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 8 και 9), (β) επίθεση κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Κεφ.154 (κατηγορίες 10 και 11), (γ) κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας 'Δ' χωρίς άδεια κατοχής κατά παράβαση των άρθρων 5

(1), 44 και 51 του Ν.113(Ι)/2004 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 14) και (δ) μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας 'Δ' εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου κατά παράβαση των άρθρων 28
(2)και 51 του Ν.113(Ι)/2004 (κατηγορία 15). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων η κατηγορούμενη στις 12.05.13 στην κοινότητα Κανναβιού της επαρχίας Πάφου μετέφερε πυροβόλο όπλο κατηγορίας 'Δ' κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι, το οποίο κατείχε χωρίς σχετική άδεια και ακολούθως επιτέθηκε εναντίον των δύο αστυνομικών που κατονομάζονται στο κατηγορητήριο που εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν σε εντεταλμένη υπηρεσία, με σκοπό τη ματαίωση νόμιμης κράτησης άλλου ατόμου που είχε νομίμως συλληφθεί και τεθεί υπό νόμιμη κράτηση. Αναφορικά με τις κατηγορίες 12, 13 και 16, η κατηγορούσα αρχή προχώρησε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη απαλλάχτηκε σ' αυτές. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, η υπόθεση έχει οριστεί για ακρόαση αναφορικά με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα γεγονότα της υπόθεσης δεν έχουν αμφισβητηθεί από την κατηγορούμενη και όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής είναι τα ακόλουθα: Στις 12.05.18 οι αστυφύλακες Μ1 και Μ2 επί του κατηγορητηρίου μετέβησαν στην οικία της κατηγορουμένης που βρίσκεται στην κοινότητα Κανναβιού της επαρχίας Πάφου για να εκτελέσουν ένα ένταλμα σύλληψης εναντίον του υιού της. Με την άφιξη τους στην είσοδο της οικίας της κατηγορούμενης τους υποδέχτηκε ένα άλλο πρόσωπο. Ευθύς οι εν λόγω αστυνομικοί του ζήτησαν να τους αναφέρει που βρισκόταν το άτομο εναντίον του οποίου είχε εκδοθεί το ένταλμα σύλληψης και του επέδειξαν το σχετικό ένταλμα σύλληψης. Μπροστά στην πληροφόρηση αυτή το πρόσωπο που τους υποδέχτηκε άρχισε να φωνάζει στους αστυνομικούς και τότε εισήλθε στο μέρος η κατηγορούμενη η οποία βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο. Η κατηγορούμενη ζήτησε τον λόγο της επίσκεψης των αστυνομικών και αφού της εξήγησαν γιατί βρίσκονταν εκεί τους ζήτησαν όπως ειρηνικά συνεργαστούν μαζί τους. Επειδή το πρόσωπο που υποδέχτηκε τους Μ1 και Μ2 εμπόδιζε με τη συμπεριφορά του το έργο των αστυνομικών, συνελήφθηκε από αυτούς. Αμέσως μετά τη σύλληψη του άλλου ατόμου, εμφανίστηκε στο μέρος η κατηγορούμενη κρατώντας ένα συναρμολογημένο πυροβόλο όπλο ΔΟΚΟ που κατείχε στην οικία της και φωνάζοντας στους εν λόγω αστυνομικούς να φύγουν από το μέρος. Οι Μ1 και Μ2 επέστησαν την προσοχή της στον νόμο αναφέροντας της ότι απαγορευόταν να κατείχε και να είχε για χρήση το συγκεκριμένο όπλο. Στη συνέχεια οι εν λόγω αστυνομικοί επικεντρώθηκαν στη σύλληψη του υιού της κατηγορουμένης, εναντίον του οποίου είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης. Όταν όμως προσπάθησαν να του φορέσουν χειροπέδες, η κατηγορούμενη έσπρωξε με τα χέρια της τους Μ1 και Μ2 εμποδίζοντας τους να εκτελέσουν το ένταλμα σύλληψης. Τότε όλοι ακινητοποιήθηκαν και μεταφέρθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς. Στα πλαίσια εξετάσεων που διενέργησαν μέλη της αστυνομίας για την εξιχνίαση της υπόθεσης, διαπιστώθηκε ότι η κατηγορούμενη δεν διέθετε άδεια για κατοχή του συγκεκριμένου πυροβόλου όπλου. Στην κατάθεση της στην αστυνομία η κατηγορούμενη απολογήθηκε στους αστυνομικούς για τη συμπεριφορά της λέγοντας πως αντέδρασε έτσι επειδή φοβήθηκε για τη σύλληψη του υιού της. Κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου της κατηγορουμένης και τη συναίνεση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 7632/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Η εν λόγω ποινική υπόθεση περιέχει κατηγορία κατοχής πέντε φυσιγγίων κυνηγετικού όπλου που περιείχαν σφαιρίδια κυνηγίου μεγέθους μεγαλύτερου των 4,75 χιλιοστομέτρων κατά παράβαση του άρθρου 8 του Κεφ.54 μετά των συναφών τροποποιήσεων, κατηγορία κατοχής 23 ξόβεργων που είναι απαγορευμένα μέσα θήρας κατά παράβαση των άρθρων 45
(1),
(2), 88 και 90 του Ν.152(Ι)/2003 μετά των συναφών τροποποιήσεων και κατηγορία κατοχής μέρος φονευμένου είδους κοινοτικού ενδιαφέροντος και συγκεκριμένα τριών κεφαλών αγρινού με κέρατα κατά παράβαση των άρθρων 15
(5),
(7)και 28
(3)(β) του Ν.152(Ι)/
  1. Στις κατηγορίες αυτές η κατηγορούμενη δήλωσε παραδοχή. Η αξιόποινη συμπεριφορά της κατηγορουμένης εκδηλώθηκε στις 10.05.
  2. Τα γεγονότα της ποινικής υπόθεσης 7632/16, με τα οποία συμφωνεί και η κατηγορούμενη, έχουν περιληπτικά ως εξής: Στις 10.05.16 οι αστυφύλακες Μ1 και Μ3 επί του κατηγορητηρίου επισκέφθηκαν την οικία της κατηγορούμενης η οποία, ως λέχθηκε προηγουμένως, βρίσκεται στην κοινότητα Κανναβιού της επαρχίας Πάφου με σκοπό την εκτέλεση δικαστικού εντάλματος έρευνας που είχε εκδοθεί σχετικά με την εν λόγω κατοικία επειδή υπήρχαν πληροφορίες ότι εντός αυτής υπήρχαν απαγορευμένα είδη θήρας. Οι πιο πάνω αστυνομικοί υπέδειξαν το δικαστικό ένταλμα έρευνας στην κατηγορούμενη, η οποία τους είπε να κάνουν τη δουλειά τους. Κατά τη διάρκεια της έρευνας που πραγματοποιήθηκε στην οικία της κατηγορουμένης, σε ντουλάπι δωματίου εντοπίστηκαν πέντε φυσίγγια κυνηγετικού όπλου μεγέθους μεγαλύτερου των 4,75 χιλιοστομέτρων, στην κουζίνα ανευρέθηκαν είκοσι τρία ξόβεργα και στο γκαράζ εντοπίστηκε είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος και συγκεκριμένα τρία κρανία αγρινού με κέρατα, για τα οποία δεν υπήρχε σχετικά άδεια κατοχής τους. Ευθύς επιστήθηκε η προσοχή της κατηγορουμένης στο νόμο και της λέχθηκε ότι η κατοχή όλων των πιο πάνω απαγορευόταν, η οποία είπε ότι τα κατείχε από παλιά. Σε κατάθεση που της λήφθηκε από μέλος της αστυνομίας, η κατηγορούμενη παραδέχτηκε την κατοχή των πιο άνω αντικειμένων αναφέροντας ότι τα κατείχε από παλιά. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου και ότι τα έξοδα που δημιουργήθηκαν από την ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 3187/14 (στο εξής η 'κύρια υπόθεση') και της αναλογούν ανέρχονται στα €
  3. Στο στάδιο αυτό σημειώνεται ότι με δήλωση τους στο δικαστήριο οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί της κύριας υπόθεσης ανάφεραν ότι έχουν συγχωρέσει την κατηγορούμενη και ότι δεν έχουν οποιοδήποτε παράπονο εναντίον της. Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου ετοιμάστηκε έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες της κατηγορουμένης, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ στη συνέχεια. Στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης.
(2)Την παραδοχή της κατηγορουμένης.
(3)Την απολογία της πελάτισσας του στο δικαστήριο και την υπόσχεση της πως δεν θα επιδείξει αξιόποινη συμπεριφορά στο μέλλον.
(4)Το καλό χαρακτήρα και έντιμο βίο της πελάτισσας του. Επ' αυτού αναφέρθηκε ότι η κατηγορούμενη επανειλημμένως πρόσφερε τις υπηρεσίες της για φιλανθρωπικούς σκοπούς και φρόντισε συνανθρώπους της που αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας.
(5)Την απολογία της κατηγορουμένης προς τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς της κύριας υπόθεσης.
(6)Το ότι η κατηγορούμενη έχει συμφιλιωθεί με τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς της κύριας υπόθεσης, οι οποίοι την έχουν συγχωρέσει και δεν έχουν οποιοδήποτε παράπονο εναντίον της.
(7)Τη συνεργασία που η κατηγορούμενη είχε με τις αστυνομικές αρχές μέσα από την οποίαν παρέδωσε το επίμαχο πυροβόλο όπλο στην κύρια υπόθεση και γενικά συμμορφώθηκε με ότι της είχε ζητηθεί.
(8)Το χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή.
(9)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες της κατηγορουμένης, όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, καθώς επίσης εκείνες που αναφέρθηκαν συμπληρωματικά από τον εν λόγω συνήγορο. Σχολιάζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα, ο συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι η κατηγορούμενη διέπραξε τα αδικήματα χωρίς προσχεδιασμό παρά μόνο κάτω από συναισθηματική και ψυχολογική φόρτιση προσπαθώντας να προστατεύσει τον υιό της αλλά και το άλλο άτομο που επρόκειτο να συλληφθούν. Όπως ο εν λόγω συνήγορος σημείωσε, στην κύρια υπόθεση η κατηγορούμενη κρατούσε με το ένα της χέρι το όπλο προς τα πίσω και έσπρωξε τους αστυνομικούς. Σε ότι αφορά την υπόθεση που θα ληφθεί υπόψη, ο συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι τα αντικείμενα προϋπήρχαν και η κατηγορούμενη δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια για να τα αποκτήσει αλλά τα είχε κληρονομήσει από τον παππού της. Τέλος ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας της πελάτισσας του να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και την αναστείλει καθότι, όπως ο ίδιος είπε, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που η κατηγορούμενη παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά, γεγονός που αναγνώρισε ευθέως και ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης. Η σοβαρότητα αυτή καλύπτει τόσο τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες της κύριας υπόθεσης όσο και τα αδικήματα των κατηγοριών στην υπόθεση που ζητείται να ληφθεί υπόψη. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Όλα τα αδικήματα που η κατηγορούμενη διέπραξε τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης 6 μηνών και/ή με πρόστιμο €768,87, με ποινή φυλάκισης 2 ετών, με ποινή φυλάκισης 3 ετών και/ή με πρόστιμο €17.086,01 και με ποινή φυλάκισης 15 ετών και/ή με πρόστιμο €42.715,04. Από τον καθορισμό του ύψους των πιο πάνω ποινών μέσω της θέσπισης των προαναφερόμενων νομοθεσιών καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη των αδικημάτων που η κατηγορούμενη διέπραξε. Το πυροβόλο όπλο και τα φυσίγγια ως είδος εκρηκτικής ύλης που είναι, εκ φύσεως είναι επικίνδυνα αντικείμενα, τα οποία στα χέρια λάθος ατόμου μπορεί να επιφέρει καταστροφικές συνέπειες. Οι ανθρώπινες ενέργειες είναι απρόβλεπτες και σε περίπτωση που όπλα και φυσίγγια περιέλθουν στην κατοχή ατόμων που δεν είναι σε θέση να συμπεριφερθούν υπεύθυνα τότε απειλείται η έννομη τάξη με τη χρήση τους για εγκληματικούς σκοπούς (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Λεωνίδου
(1997)2 Α.Α.Δ. 300). Δυστυχώς η Κύπρος έχει πληρώσει βαρύ τίμημα από την παράνομη κατοχή και χρήση πυροβόλων όπλων και εκρηκτικών υλών, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις που τίθενται ενώπιον μου. Αδικήματα επίθεσης κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά τη δέουσα επιμέλεια του καθήκοντος του ενέχουν το στοιχείο της παρεμπόδισης και άσκησης βίας κατά αστυνομικού οργάνου που εκτελεί τα καθήκοντα του σε εντεταλμένη υπηρεσία. Η αστυνομία είναι το καθ' ύλη αρμόδιο σώμα που διατηρεί την ασφάλεια και την έννομη τάξη σε μια δημοκρατική χώρα, όπως είναι η Κύπρος. Ουδείς έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει και να παρεμποδίζει ένα αστυνομικό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Πολύ δε περισσότερο ουδείς έχει δικαίωμα να ασκεί ή να απειλεί ότι θα ασκήσει βία κατά αστυνομικού οργάνου που εκείνη τη στιγμή είναι επιφορτισμένο με τον καθήκον της τήρησης της τάξης. Οτιδήποτε από τα πιο πάνω οδηγεί σε υπονόμευση της αποστολής των αστυνομικών αρχών απέναντι στην κοινωνία. Όπως αναφέρεται στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Sentencing in Cyprus" του κ. Γ. Πική, 1η έκδοση στη σελ. 55, σε μετάφραση: "Επιθέσεις κατά αστυνομικών κατά την εκτέλεση του καθήκοντος τους αποτελούν σοβαρά αδικήματα δεδομένης της ανάγκης όπως διατηρείται η εξουσία της Αστυνομίας δηλαδή της αρμόζουσας υπηρεσίας του κράτους που εφαρμόζει τον Νόμο." Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε την σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 245 στο ακόλουθο απόσπασμα: "Οι Αστυνομικές Αρχές στην εκτέλεση του καθήκοντός τους είναι φορείς της εξουσίας του δικαίου. Αντιστράτευση και υπονόμευση του έργου τους κάτω από τις συνθήκες που είχε διαπραχθεί το αδίκημα δε μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως πράξη εξαιρετικής σοβαρότητας." Αδικήματα που παραβιάζουν τις πρόνοιες του Ν.152(Ι)/2003 θεωρούνται σοβαρά επειδή η διάπραξη τους επηρεάζουν την πανίδα της Κύπρου και παράλληλα ενέχουν κίνδυνο πρόκλησης ζημιάς στο φυσικό περιβάλλον του νησιού. Πρόκειται για αδικήματα που η διάπραξη τους αντιστρατεύεται τους σκοπούς για τους οποίους η εν λόγω νομοθεσία θεσπίστηκε. Η κατοχή ξόβεργων που με βάση την εν λόγω νομοθεσία θεωρείται απαγορευμένο μέσο θήρας καθώς και η κατοχή φονευμένου είδους κοινοτικού ενδιαφέροντος χωρίς σχετική άδεια που σύμφωνα με την ίδια νομοθεσία απαγορεύεται, όπως είναι ένα αγρινό, σαφώς παραβιάζει τις πρόνοιες του νόμου. Με την ψήφιση του εν λόγω νόμου ο νομοθέτης επιδίωξε την εισαγωγή μηχανισμού ελέγχου και προστασίας του περιβάλλοντος, γι' αυτό η αυστηρή προσήλωση στους Νόμους και Κανονισμούς και γενικότερα η προσεκτική επιχείρηση κυνηγίου θηράματος στα επιτρεπόμενα είδη πτηνών, στις επιτρεπόμενες μόνο περιοχές και βεβαίως τα χρονικά διαστήματα που υποδεικνύονται από την αρμόδια αρχή είναι κάτι το επιβεβλημένο. Όπως το άρθρο 3 ρητά επισημαίνει, σκοπός της κείμενης νομοθεσίας είναι: (α) Η προστασία, διατήρηση διαχείριση και εκμετάλλευση όλων των ειδών αγρίων πτηνών, (β) η προστασία, η διατήρηση ή προσαρμογή του πληθυσμού όλων των ειδών άγριων πτηνών σε ένα επίπεδο που να ανταποκρίνεται στις οικολογικές, επιστημονικές και μορφωτικές απαιτήσεις, λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη τις οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις, (γ) η προστασία της άγριας πανίδας, (δ) η διασφάλιση της διατήρησης ή αποκατάστασης σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος, (ε) η προστασία της βιοποικιλότητας και η ανάσχεση της απώλειας της βιοποικιλότητας, των οικοσυστημάτων, της άγριας χλωρίδας και πανίδας της Κύπρου, καθώς και η πρόληψη μετάδοσης ασθενειών στην άγρια πανίδα. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 354, όπου το Ανώτατο επικρότησε την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου, πραγματεύεται κατά τρόπο χαρακτηριστικό το στοιχείο της σοβαρότητας που τέτοια αδικήματα ενέχουν καθώς και τη συχνότητα διάπραξης τους αλλά και την αυστηρότητα με την οποία αυτά πρέπει να αντιμετωπίζονται: "Ο σκοπός του νόμου αυτού είναι η προστασία της πανίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση των αγρίων πτηνών που είναι προστατευόμενα. Πράξεις όπως των κατηγορουμένων πλήττουν καίρια και ουσιαστικά τους σκοπούς του νόμου εφόσον δια της χρήσεως δικτύων όπως ήταν η προκειμένη περίπτωση, γίνεται μαζική αφαίρεση άγριων πτηνών από την άγρια ζωή της Κυπριακής Δημοκρατίας στην οποία ανήκουν. Η συχνότητα δε διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, για το οποίο γεγονός μπορώ να λάβω δικαστική γνώση ως εκ της ιδιότητας μου, ενισχύει την νομολογιακή σημασία ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυστηρά στην προσέγγιση τέτοιου είδους αδικημάτων με σκοπό την αποτρεπτικότητα (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε σχέση με υποθέσεις παρόμοιων αδικημάτων, έχει τονισθεί η αυστηρή προσέγγιση των πρωτόδικων δικαστηρίων σε συνάρτηση με την ανάγκη προστασίας της άγριας ζωής του νησιού η οποία, όπως διαπιστώθηκε, κινδυνεύει με αφανισμό (βλ. Αρχιμήδης Αντρέα ν. Αστυνομίας
(1966)2 Α.Α.Δ. 71, Prakki v. The Police
(1985)2 C.L.R. 142 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5)." Στην ίδια υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε τα εξής: "Η άγρια ζωή αποτελεί κοινό εθνικό πλούτο. Πρέπει να τύχει προστασίας με όλα τα μέσα που διαθέτει ο Νόμος. Επιεικής αντιμετώπιση των παραβατών θα δώσει λανθασμένα μηνύματα. Πρόσθετα η συχνότητα διάπραξης του επίδικου αδικήματος, για την οποία ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δικαστική γνώση, υπαγορεύει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Παλάοντας ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ." Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι όλα τα αδικήματα που η κατηγορούμενη διέπραξε παρουσιάζουν ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη τους, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις που τίθενται ενώπιον μου, στοιχείο που αυξάνει τη σοβαρότητα τους. Ειδικότερα παρατηρείται ανησυχητική αύξηση κρουσμάτων επιθέσεων εναντίον αστυνομικών εν ώρα υπηρεσίας από πολίτες, παράνομης κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου και εκρηκτικών υλών καθώς και περιπτώσεων που παραβιάζουν τις διατάξεις της νομοθεσίας που ειδικά θεσπίστηκε για να προστατεύσει την άγρια πανίδα και τα είδη ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος. Αδικήματα που διαπράττονται με αυξητική τάση καλούν την επιβολή αυστηρών ποινών με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Εν πάση περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Έρχομαι ευθύς στο αίτημα της υπεράσπισης να ληφθεί υπόψη άλλη υπόθεση, στο οποίο συναινεί η κατηγορούσα αρχή. Η εξουσία του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του αδικήματα άλλων ποινικών υποθέσεων κατά την επιμέτρηση και επιβολή ποινής σε μια άλλη ποινική υπόθεση πηγάζει μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.155) αλλά και από σχετική νομολογία (Ηρακλέους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 150). Το σκεπτικό αυτό κατ' αρχήν εφαρμόζεται σε ιδίας ή παρόμοιας φύσεως αδικήματα. Έχοντας όμως παράλληλα υπόψη την υπόθεση Παραρέ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2013, ημερ. 20.03.12, η εφαρμογή του πιο πάνω σκεπτικού επεκτείνεται και σε υποθέσεις διαφορετικών αδικημάτων. Εδώ, όπως ήδη λέχθηκε στην αρχή, η παρούσα ποινική υπόθεση αφορά τη διάπραξη αδικημάτων στις 12.05.
  1. Παρόλο ότι η ποινική υπόθεση που ζητείται να ληφθεί υπόψη περιλαμβάνει τη διάπραξη διαφορετικής φύσεως ποινικών αδικημάτων, εντούτοις έχοντας υπόψη την πιο πάνω νομολογία, αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο. Η αξιόποινη συμπεριφορά στην εν λόγω ποινική υπόθεση αφορά την 10.05.
  2. Όλα τα αδικήματα καλύπτουν περίοδο τριών ετών περίπου, χρονικό διάστημα που αποτυπώνει τη συνολική εικόνα της αξιόποινης συμπεριφοράς της κατηγορουμένης. Με γνώμονα τη νομική αρχή ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τυγχάνει του ευεργετήματος να τιμωρείται μια και μόνο φορά για όλη την εγκληματική του συμπεριφορά την οποία παραδέχεται και ζητεί να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, θεωρώ ότι η προαναφερόμενη υπόθεση δύναται να ληφθεί υπόψη στην παρούσα ποινική υπόθεση. Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση παρατηρώ ότι τα αδικήματα της κύριας υπόθεσης καθώς και αυτά της υπόθεσης που λαμβάνεται υπόψη συνθέτουν εικόνα μίας ποικιλόμορφης αξιόποινης συμπεριφοράς από την κατηγορούμενη. Η κατηγορούμενη διέπραξε αδικήματα που ενέχουν άσκηση βίας εναντίον αστυνομικών οργάνων κατά τη δέουσα εκτέλεση των καθηκόντων τους. Η παραβατική της συμπεριφορά δεν περιορίστηκε σ' αυτά αλλά επεκτάθηκε στη διάπραξη αδικημάτων που αφορούν παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου, κατοχή εκρηκτικών υλών, παράνομη κατοχή απαγορευμένων ειδών θήρας και φονευμένου είδους κοινοτικού ενδιαφέροντος. Η αξιόποινη συμπεριφορά της κατηγορούμενης αφορά τη διάπραξη σοβαρής φύσεως αδικημάτων. Η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή έχει εξηγηθεί προηγουμένως και ενισχύεται από την παρατηρούμενη έξαρση στη διάπραξη τους, είναι παράγοντες που επιβαρύνουν τη θέση της κατηγορουμένης. Η ποικιλία των αντικειμένων που η κατηγορούμενη παράνομα κατείχε είναι ένα δεδομένο που επίσης προσμετρά στην κρίση του δικαστηρίου. Ένα πυροβόλο όπλο, πέντε φυσίγγια, είκοσι τρία ξόβεργα και τρεις κεφαλές αγρινού φανερώνουν το μεγάλο πλαίσιο παράνομης κατοχής τέτοιων αντικειμένων από τα οποία παραβιάστηκαν οι πρόνοιες τριών νομοθεσιών και ειδικότερα του Ν.152(Ι)/2003, του Ν.113(Ι)/2004 και του Κεφ.
  3. Ένα άλλο στοιχείο που επιβαρύνει τη θέση της κατηγορουμένης είναι ότι η ίδια μετέφερε πυροβόλο όπλο που παράνομα κατείχε και δεν θα έπρεπε να βρίσκεται στην οικία της, το οποίο δεν δίστασε να προτάξει εναντίον των αστυνομικών που εκείνη τη στιγμή ήλθαν για να διεκπεραιώσουν το καθήκον τους που ήταν η εκτέλεση δικαστικού εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του υιού της για να ματαιώσει τη νόμιμη κράτηση άλλου προσώπου που είχε συλληφθεί και τεθεί υπό νόμιμη κράτηση όταν αυτός με τη στάση του προσπάθησε να εμποδίσει τη σύλληψη του υιού της κατηγορουμένης. Ανεξαρτήτως της αναφοράς του συνηγόρου υπεράσπισης ως προς το πως κρατούσε η κατηγορούμενη το όπλο, η ουσία παραμένει ότι η εμφάνιση του όπλου στόχευε στο να διευκολύνει την προσπάθεια της που ήταν η ματαίωση της σύλληψης του άλλου ατόμου που προηγουμένως με τη στάση του είχε επιχειρήσει να εμποδίσει σύλληψη του υιού της κατηγορουμένης δυνάμει σχετικού δικαστικού εντάλματος που είχε εκδοθεί. Όπως αποκαλύπτεται από τις τοποθετήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης αλλά και από της κατηγορουμένης όταν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία για το περιστατικό της κυρίας υπόθεσης, απώτερος σκοπός της κατηγορουμένης ήταν να αποτρέψει τη σύλληψη του υιού της. Ωστόσο η κατηγορούμενη δεν παρέμεινε στην ενέργεια της με την εμφάνιση του όπλου προς τους δύο αστυνομικούς αλλά προχώρησε και τους επιτέθηκε σπρώχνοντας τους με τα χέρια της προκειμένου να υλοποιήσει τον παράνομο σκοπό της. Αυτό είναι ένα επιπλέον δεδομένο που επιβαρύνει τη θέση της κατηγορουμένης. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη τρία χρόνια αργότερα διέπραξε άλλα αδικήματα, επαναλαμβάνοντας έτσι αξιόποινη συμπεριφορά. Προς όφελος της κατηγορουμένης για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο της. (β) Ο έντιμος βίος της κατηγορουμένης. Το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης φανερώνει ότι πρόκειται για άτομο χωρίς οποιαδήποτε αντικοινωνική συμπεριφορά. Την ίδια στιγμή η συμμετοχή της σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις δείχνει ότι πρόκειται για άτομο που ενδιαφέρεται για το συνάνθρωπο του. (γ) Την παραδοχή της στο δικαστήριο έστω και αν αυτή έγινε σ' αυτό το καθυστερημένο στάδιο. (δ) Την απολογία της κατηγορουμένης στο δικαστήριο και την υπόσχεση της πως δεν θα επιδείξει αξιόποινη συμπεριφορά στο μέλλον. (ε) Τη συνεργασία της κατηγορουμένης με την αστυνομία στα πλαίσια εξιχνίασης των δύο υποθέσεων, η οποία έμπρακτα καταδεικνύεται σε αμφότερες τις υποθέσεις με την παροχή θεληματικών καταθέσεων και την έκφραση απολογίας για τις πράξεις της, παρόλο ότι αυτή δεν μπορεί να έχει βαρύνουσα σημασία ενόψει του ότι και στις δύο φορές επήλθε μετά την πασιφανή εκδήλωση επίθεσης εναντίον των αστυνομικών, μετά τις αστυνομικές εξετάσεις σχετικά με το καθεστώς παράνομης κατοχής του πυροβόλου όπλου που πρόταξε και αφού πρώτα είχαν εντοπιστεί τα παράνομα αντικείμενα στην οικία της. (στ) Το γεγονός ότι απολογήθηκε στους δύο εμπλεκόμενους αστυνομικούς της κύριας υπόθεσης, οι οποίοι τη συγχώρεσαν και δήλωσαν ότι δεν έχουν πλέον οποιοδήποτε παράπονο εναντίον της. (ζ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης. Ειδικότερα το ότι: · Η κατηγορούμενη είναι ηλικίας 44 ετών, νυμφευμένη και μητέρα τεσσάρων ενήλικων παιδιών που διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία. · Τα εισοδήματα της οικογένειας της πηγάζουν από την εργασία του συζύγου της και από τον Οργανισμό Αγροτικών Πληρωμών και ανέρχονται μηνιαίως στο συνολικό ποσό των €1.966,33 περίπου. · Δεν διαθέτει κινητή περιουσία. · Είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της κατοικίας που η οικογένεια της διαμένει καθώς επίσης τριών χωραφιών στην κοινότητα Κανναβιού, ενώ στο σύζυγο της ανήκουν τέσσερα δεκάρια γης στην κοινότητα Παναγιάς. · Η οικογένεια της οφείλει σε εταιρεία ζωοτροφών το ποσό των €70.071, πράγμα που επιβεβαιώνεται από σχετική γραπτή βεβαίωση της εν λόγω εταιρείας ημερομηνίας 24.10.18 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, καθώς και €34.500 περίπου σε τραπεζικό οργανισμό από πιστωτικές διευκολύνσεις που λήφθηκαν για την επιδιόρθωση της οικίας της κατηγορουμένης. · Είναι παιδί εκτός γάμου που μέχρι σήμερα δεν αναγνωρίστηκε από τον πατέρα της, γεγονός που κοινωνικά τη στοχοποίησε. · Η μητέρα της κατηγορουμένης δεν είχε την οικονομική και ψυχολογική υποστήριξη της πατρικής της οικογένειας. · Η κατηγορούμενη είχε δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπισε αλλά και της προαναφερόμενης κοινωνικής στοχοποίησης που είχε. · Σε ηλικία 14 ετών η κατηγορούμενη μετά από απόφαση της μητέρας της υποχρεώθηκε να νυμφευτεί. · Σε ηλικία 14 ετών απέκτησε το πρώτο της παιδί και όταν έφθασε στην ηλικία των 18,5 ετών ήταν ήδη μητέρα τεσσάρων ανήλικων παιδιών. · Ο σύζυγος της εργαζόταν ως εποχιακός δασοπυροσβέστης αλλά μετά την καταδίκη του σε ποινή φυλάκισης στις 02.11.17 απολύθηκε από την εργασία του. · Η κατηγορούμενη ήταν αυτή που φρόντιζε μάντρα με 500 ζώα εδώ και αρκετά χρόνια, τα οποία σε χρονικό στάδιο μετά την καταδίκη του συζύγου της ασθένησαν με αποτέλεσμα να απωλέσουν το 50% αυτών. · Το έτος 2016 η κατηγορούμενη διαγνώστηκε με καρκίνο τραχήλου μήτρας, ένεκα του οποίου υποβάλλεται σε κλινικές, απεικονιστικές και εργαστηριακές εξετάσεις, περιλαμβανομένου χημειοθεραπειών. Στο παρόν στάδιο παρακολουθείται από το Ογκολογικό Κέντρο Τράπεζας Κύπρου. Σχετική ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 15.10.18 από το Ογκολογικό Κέντρο Τράπεζας Κύπρου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 πιστοποιεί το πιο πάνω γεγονός. · Στο παρελθόν η κατηγορούμενη αντιμετώπισε ψυχολογικά προβλήματα και έλαβε φαρμακευτική αγωγή για να τα ξεπεράσει. Σε ότι αφορά τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου διαπιστώνω ότι η αξιόποινη συμπεριφορά της κατηγορουμένης στο σύνολο της εκδηλώθηκε χωρίς προσχεδιασμό. Περαιτέρω σε ότι αφορά την κύρια υπόθεση δέχομαι ότι η κατηγορούμενη, ως μητέρα που είναι, έδρασε στιγμιαία κάτω από συναισθηματική φόρτιση όταν αντιλήφθηκε ότι το παιδί της επρόκειτο να συλληφθεί αλλά και ένα άλλο αγαπητό της πρόσωπο είχε ήδη συλληφθεί. Σχετικά με την προβαλλόμενη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι τα αντικείμενα που η κατηγορούμενη παράνομα κατείχε στην υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη είχαν κληρονομηθεί από τον παππού της, αυτή δεν γίνεται αποδεκτή. Τι είδους κληρονομιά μπορεί να είναι φυσίγγια, ξόβεργα και κεφάλι αγρινού. Πέραν του ότι εκ φύσεως δεν μπορεί να είναι οικογενειακά κειμήλια, το ότι τα εν λόγω αντικείμενα δεν έχουν κληρονομηθεί καταδεικνύεται από το γεγονός ότι εντοπίστηκαν να είναι κρυμμένα σε τρεις διαφορετικούς χώρους, εντός και εκτός της οικίας όπως είναι το γκαράζ. Παρόλα αυτά δέχομαι ότι τα τρία κεφάλια αγρινού δεν ήταν φρέσκα και ούτε είχαν σάρκα αλλά ότι ήταν κρανία. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι το δικαστήριο κατανοεί τα δύσκολα παιδικά χρόνια που η κατηγορούμενη είχε, την κοινωνική στοχοποίηση που είχε για την οποίαν δεν ευθύνεται καθώς και τα οικονομικά προβλήματα αλλά και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Γενικότερα οι προαναφερόμενες προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης δεν αφήνουν απαθή το δικαστήριο, αλλά αντίθετα λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ωστόσο θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν διαβατήριο συγχώρεσης στην αξιόποινη συμπεριφορά της κατηγορουμένης, η οποία πηγάζει μέσα από τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων που βρίσκονται σε έξαρση στην κυπριακή κοινωνία, για τα οποία επιβάλλονται αυστηρές ποινές. Δεν μπορούν να είναι μείζονος σημασίας και τούτο για να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής με την εξατομίκευση της (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Ένα άλλο ζήτημα που εγέρθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του προσμετρά υπέρ του κατηγορουμένου στην επιβολή της ποινής. Έχει λεχθεί ότι η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Αν μάλιστα στο διαρρεύσαντα χρόνο επέλθει μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, αυτό λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84). Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχτηκαν στις 12.05.
  1. Με γνώμονα ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 25.04.14 και έχοντας υπόψη μου το φόρτο εργασίας που έχουν οι αστυνομικές αρχές, κρίνω ότι η παρέλευση ενός σχεδόν έτους που παρήλθε για την προσαγωγή της κατηγορουμένης ενώπιον της δικαιοσύνης δεν αποτελεί υπέρμετρο χρονικό διάστημα για να δημιουργήσει κατάσταση καθυστέρησης. Μετά που η κατηγορούμενη απάντησε, ως ήταν δικαίωμα της, μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση της ορίστηκε για ακρόαση, αναβλήθηκε 9 φορές μέχρι σήμερα που το δικαστήριο θα επιβάλει ποινή. Από αυτές τις 9 φορές που αναβλήθηκε, 4 φορές προέρχονται από την κατηγορούμενη που απουσίαζε και προς τούτο εκδόθηκαν σχετικά εντάλματα σύλληψης και μία φορά όταν η κατηγορούμενη προέβηκε σε αλλαγή απάντησης, ως επίσης είναι δικαίωμα της. Πρόκειται για δεδομένα που καθιστούν την κατηγορούμενη συνυπεύθυνη για την απόρροια χρόνου από της καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να τον επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα. Σημειώνεται ότι το γεγονός ότι η κατηγορούμενη είναι συνυπεύθυνη για την απόρροια χρόνου έχει αναγνωριστεί χωρίς περιστροφές από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης. Παρά τα πιο πάνω, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το χρονικό διάστημα των 5,5 ετών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στο διάστημα αυτό που παρήλθε διαπιστώνονται μεταβολές στις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης. Συγκεκριμένα η οικογενειακή της κατάσταση διαφοροποιήθηκε όταν ο σύζυγος της καταδικάστηκε σε άμεση ποινή φυλάκισης μετά που κρίθηκε ένοχος σε ποινική υπόθεση. Παράλληλα η οικονομική κατάσταση της οικογένειας της κατηγορουμένης έχει χειροτερέψει αφού ο σύζυγος της μετά τον εγκλεισμό του στις Κεντρικές Φυλακές έχει απολυθεί από την εργασία του ως εποχιακός δασοπυροσβέστης ενώ η κτηνοτροφική μονάδα στην οποίαν ασχολείτο η κατηγορούμενη έχει πληγεί από ασθένεια ζώων με αποτέλεσμα 50% των 500 ζώων που υπήρχαν να χαθεί. Επιπλέον η κατάσταση υγείας της κατηγορουμένης έχει επιδεινωθεί αφού διαπιστώθηκε ότι πάσχει από καρκίνο τραχήλου μήτρας, συνεπεία του οποίου υποβάλλεται σε κλινικές, απεικονιστικές και εργαστηριακές εξετάσεις, περιλαμβανομένου χημειοθεραπειών. Προηγουμένως δε η κατηγορούμενη αντιμετώπισε ψυχολογικά προβλήματα για τα οποία έλαβε φαρμακευτική αγωγή προκειμένου να τα ξεπεράσει. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται από τη μία οι επιβαρυντικές παράμετροι και από την άλλη οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στην κατηγορούμενη ποινή στερητικής της ελευθερίας της. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στην κατηγορούμενη οι εξής ποινές: 8η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 9η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 10η κατηγορία - καμία ποινή επειδή τα γεγονότα αυτής είναι στενά συνυφασμένα και καλύπτονται από τα γεγονότα της 8ης και 9ης κατηγορίας 11η κατηγορία - καμία ποινή επειδή τα γεγονότα αυτής είναι στενά συνυφασμένα και καλύπτονται από τα γεγονότα της 8ης και 9ης κατηγορίας 14η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 15η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση της ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  2. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Επίσης στην υπόθεση Γεωργίου κ.α. v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 27/2016 ημερ. 19.07.16 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της προσέγγισης που το δικαστήριο ακολουθεί όταν εξετάζει ζήτημα αναστολής ποινής φυλάκισης όπου, μεταξύ άλλων, τονίστηκαν τα εξής: "τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή. (Βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449)." Στην παρούσα περίπτωση δεν παραγνωρίζω ότι η κατηγορούμενη διέπραξε σοβαρά αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση στην κυπριακή κοινωνία. Ωστόσο την ίδια στιγμή δεν αγνοώ ότι η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου και άτομο που δεν θεωρείται ότι είναι αντικοινωνικό. Αντίθετα πρόκειται για άτομο που ενδιαφέρεται για το συνάνθρωπο του και γι' αυτό παρέχει υπηρεσίες σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει και τα προβλήματα υγείας που την ταλαιπωρούν. Περαιτέρω δεν μου διαφεύγει ότι η διάπραξη των αδικημάτων οφείλεται στην στιγμιαία και δίχως προσχεδιασμό αντίδραση της κατηγορουμένης κάτω από συναισθηματική φόρτιση όταν αντιλήφθηκε ότι το παιδί της επρόκειτο να συλληφθεί αλλά και ένα άλλο αγαπητό της πρόσωπο είχε ήδη συλληφθεί. Για την αξιόποινη συμπεριφορά της η κατηγορούμενη συνεργάστηκε έμπρακτα με την αστυνομία δίδοντας θεληματική κατάθεση και γενικότερα διευκόλυνε την αστυνομία στην ολοκλήρωση της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Δεν περιορίστηκε όμως εκεί. Η κατηγορούμενη απολογήθηκε στους εμπλεκόμενους αστυνομικούς, οι οποίοι την έχουν συγχωρέσει και δεν έχουν κανένα παράπονο εναντίον της. Αργότερα δήλωσε παραδοχή στο δικαστήριο και απολογήθηκε και στο δικαστήριο για την αξιόποινη συμπεριφορά της. Αυτά είναι δεδομένα που δείχνουν άτομο που έστω και την υστάτη στιγμή αναγνώρισε το σφάλμα που διέπραξε στο παρελθόν, για το οποίο επέδειξε έμπρακτη μεταμέλεια. Επιπλέον λαμβάνω υπόψη μου το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλούμαι να επιβάλω ποινή σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο μεσοδιάστημα οι προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης έχουν διαφοροποιηθεί. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στην κατηγορούμενη η έννοια της αναστολής των ποινών φυλάκισης). Έπεται ότι το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης επιτυγχάνει. Στην επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λήφθηκε υπόψη η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 7632/16. Έξοδα €120 να καταβληθούν από την κατηγορούμενη. Τα τεκμήρια της κυρίως υπόθεσης να παραμείνουν στην κατοχή της αστυνομίας. Η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 7632/16 να επιστραφεί στο αρμόδιο δικαστήριο που θα εκδικάσει τις κατηγορίες που αφορούν άλλο άτομο που είναι συγκατηγορούμενος της κατηγορουμένης. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence (Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση σε επί καθήκον αστυνομικούς-Παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου/ Άρθρα 244(α), (β) του Κεφ.154, 2, 3, 5
(1), 28
(2), 44, 51 & 51 του Ν.113(Ι)/2004/Ποινή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.