← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Brhelova κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2291/18, 29/5/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Brhelova κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2291/18, 29/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B68 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2291/18 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου εναντίον

  1. XXXXX Brhelova
  2. XXXXX Amvrosidis
  3. XXXXX Γεωργής
  4. XXXXX Μούζος
  5. XXXXX XXXXX Dimitriev Κατηγορουμένων ----------------- Ημερομηνία: 29 Μαΐου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ειρ. Σάββα Για την Κατηγορούμενη 1: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενη 1 - παρούσα ----------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει 10 συνολικά κατηγορίες, εκ των οποίων οι 8 αφορούν αδικήματα κατοχής, κατοχής με σκοπό την προμήθεια και προμήθεια ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α και Β κατά παράβαση των περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο, Ν.29/77και οι υπόλοιπες 2 αφορούν το αδίκημα της συνωμοσίας. Πιο συγκεκριμένα στις κατηγορίες 2 και 10 κατηγορείται ότι είχε στην κατοχή της ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α, δηλαδή μεθαμφεταμίνη. Στις κατηγορίες 3 και 11 κατηγορείται ότι κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α, δηλαδή μεθαμφεταμίνη, με σκοπό την προμήθεια ενώ στην κατηγορία 12 κατηγορείται ότι προμήθευσε τον Κατηγορούμενο 5 με μεθαμφεταμίνη. Στην κατηγορία 13 αντιμετωπίζει το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλαδή κάνναβης και στην κατηγορία 14 ότι κατείχε κάνναβη με σκοπό την προμήθεια. Στη δε κατηγορία 15 κατηγορείται ότι προμήθευσε τον Κατηγορούμενο 5 με κάνναβη. Τέλος, στις κατηγορίες 1 και 9 κατηγορείται ότι συνωμότησε με τον Κατηγορούμενο 2 για τη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 3 (1η κατηγορία) και με τον Κατηγορούμενο 5 για τη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 6 (9η κατηγορία). Το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 25.05.18 και το Δικαστήριο επιλήφθηκε αυθημερόν της υπόθεσης με την Κατηγορούμενη 1 να αρνείται τις εις βάρος της κατηγορίες. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 στις 29.06.18 και για επίδοση στους Κατηγορούμενους 2 - 5 την 01.06.
  6. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως η Κατηγορούμενη 1 παραμείνει υπό κράτηση στηρίζοντας το αίτημα της στον κίνδυνο μη προσέλευσης κατά τη δικάσιμο. Το εν λόγω αίτημα συνάντησε την ένσταση του συνηγόρου της Κατηγορούμενης
  7. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν μέσω των αγορεύσεων τους, οι οποίες έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και έχουν μελετηθεί στο σύνολο τους. Αναφορά στις αγορεύσεις θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Η εξουσία του Δικαστηρίου σε σχέση με αίτημα κράτησης Κατηγορούμενου στα πλαίσια συνοπτικής διαδικασίας μέχρι την ημερομηνία της δίκης του εδράζεται στα άρθρα 48 και 157

(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε. Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με τις πιο πάνω καθιερωμένες νομολογιακές αρχές το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτημα κράτησης Κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε Κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση και/ή άλλους περιοριστικούς όρους στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των Κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση αρ.176/17 ημερομηνίας 20.09.17 Σάββα ν. Αστυνομίας καταγράφηκαν, με αναφορά στην προγενέστερη νομολογία, οι λόγοι στη βάση των οποίων εξετάζεται το ενδεχόμενο κράτησης ενός υποδίκου και έγινε ιδιαίτερη μνεία στον κίνδυνο μη προσέλευσης. Ειπώθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Από το απαύγασμα της νομολογίας μας[i] σε σχέση με την κράτηση ενός κατηγορουμένου εκκρεμούσης της δίκης του προκύπτει ότι το ερώτημα αν θα παραμείνει υπό κράτηση δυνάμει του αρθ.157
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 εξετάζεται με αναφορά: (Ι) στον κίνδυνο μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο (ΙΙ) στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και (ΙΙΙ) στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Οι τρεις αυτοί λόγοι δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν, αλλά δύνανται, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογούν την κράτηση. Έχει δε επίσης καθιερωθεί νομολογιακά[ii] ότι ο κίνδυνος μη προσέλευσης καθορίζεται από: (α) τη σοβαρότητα του αδικήματος (β) την πιθανότητα καταδίκης και (γ) την ποινή που πιθανό να επιβληθεί Βεβαίως, όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία, μεγαλύτερο και το κίνητρο ενός κατηγορούμενου να αποφύγει τη δίκη του.[iii] Ο κίνδυνος φυγοδικίας εκτιμάται στη βάση των τριών πιο πάνω αντικειμενικών κριτηρίων λαμβανομένων όμως υπόψη και των προσωπικών δεδομένων του υπόδικου και των δεσμών του με την Κύπρο. Όπως τονίστηκε στη Φλεριανού ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2016:B136, Ποιν. Έφ.13/16 ημερ. 3.3.2016 και στη Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφ. 114/16 ημερ. 7.7.2016, οι προσωπικές συνθήκες και οι δεσμοί με την Κύπρο δεν επενεργούν ως ασπίδα ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα των αδικημάτων και κατ' επέκταση να εξαλείψουν τον κίνδυνο φυγοδικίας.» Όπως ήδη αναφέρθηκε η Κατηγορούσα Αρχή στήριξε το αίτημα της στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Σύμφωνα με τη Σάββα ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) και τις πάγιες αρχές της νομολογίας επί του ζητήματος (βλ. μεταξύ άλλων Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 7, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 538 και Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 130) ο κίνδυνος φυγοδικίας αποτιμάται με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην ποινή η οποία δυνατό να επιβληθεί. Το πρώτο στοιχείο που θα πρέπει επομένως να εξεταστεί είναι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη 1. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της ορθά δεν αμφισβήτησε τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Τα αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά είναι εκ της φύσεως τους σοβαρά και αυτό αντικατοπτρίζεται τόσο στις προβλεπόμενες ποινές, όσο και στη νομολογία. Για τα αδικήματα που σχετίζονται με την κατοχή με σκοπό την προμήθεια και την προμήθεια ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α και Β προβλέπεται μέχρι και δια βίου φυλάκιση, ενώ για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α φυλάκιση μέχρι 12 έτη και για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β φυλάκιση μέχρι 8 έτη. Σύμφωνα με τη νομολογία η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος (Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 632). Σε αυτό το στάδιο επισημαίνω ότι με συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας η παρούσα υπόθεση θα εκδικαστεί συνοπτικά, γεγονός το οποίο επηρεάζει άμεσα το ύψος των ποινών που μπορεί να επιβάλει το Δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης αφού αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 5 έτη. Παρά την πιο πάνω επισήμανση, δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη 1 είναι σοβαρά. Υπάρχουν φυσικά διαβαθμίσεις της σοβαρότητας των προαναφερόμενων αδικημάτων, για τις οποίες θα γίνει λόγος πιο κάτω κατά την εξέταση της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης. Το δεύτερο στοιχείο αφορά την πιθανότητα καταδίκης η οποία εξετάζεται στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο εξετάζεται στην όψη του και μόνον χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση του (Θεοδωρίδης κ.α ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 139). Από το μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α) προκύπτει ότι η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει εναντίον της Κατηγορούμενης 1 προέρχεται από συγκατηγορούμενο της και συγκεκριμένα τον Κατηγορούμενο
  1. Στις καταθέσεις του ημερομηνίας 06.05.18 και 17.05.18 ο Κατηγορούμενος 5 ισχυρίζεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι προμηθευόταν από την Κατηγορούμενη 1 κάνναβη και μεθαμφεταμίνη. Περαιτέρω, ανέφερε ότι μία εβδομάδα πριν τη σύλληψη του και ενώ βρισκόταν στην οικία της Κατηγορούμενης 1, επισκέφθηκε την οικία της ο Κατηγορούμενος 3 ο οποίος της παρέδωσε ένα σακουλάκι νάιλον διαφανές εντός του οποίου κατάλαβε ότι περιεχόταν μεθαμφεταμίνη. Άκουσε τον Κατηγορούμενο 3 να λέει στην Κατηγορούμενη 1 ότι το εν λόγω σακουλάκι ήταν βάρους 10 γραμμαρίων και η τελευταία το μετέφερε σε άλλο δωμάτιο της οικίας της. Παρών στην οικία της Κατηγορούμενης 1 ήταν και ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος είναι συμβίος της, και οποίος συμμετείχε στη συζήτηση που είχαν οι Κατηγορούμενοι 1 και
  2. Την ίδια ημέρα, αποχωρώντας από την οικία της, είδε τρείς Πόντιους να εισέρχονται σε αυτή και κατάλαβε ότι σκοπός της επίσκεψης τους ήταν η αγορά μεθαμφεταμίνης. Η αντικειμενική εξέταση του μαρτυρικού υλικού δεικνύει ότι δεν εντοπίστηκαν ναρκωτικά οποιασδήποτε τάξεως στην κατοχή της Κατηγορούμενης 1, ούτε και έχει επιβεβαιωθεί επιστημονικά ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου 5 ότι στο νάιλον διαφανές σακουλάκι που παρέδωσε ο Κατηγορούμενος 3 στην Κατηγορούμενη 1 περιεχόταν μεθαμφεταμίνη βάρους μάλιστα 10 γραμμαρίων. Οι προαναφερόμενες ωστόσο διαπιστώσεις, οι οποίες επισημάνθηκαν από τον κ. Σιαηλή κατά την αγόρευση του, δεν μπορούν να διαδραματίσουν τον ρόλο που εισηγείται, ήτοι ότι δεν στοιχειοθετείται υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης
  3. Υπάρχει η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 5, τα βασικά σημεία της οποίας παρατέθηκαν πιο πάνω και όπως επίσης αναφέρθηκε πιο πάνω σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο εξετάζει το μαρτυρικό υλικό στην όψη του και δεν προχωρεί σε αξιολόγηση του. Δεν παραβλέπω ότι η μαρτυρία που τείνει να ενοχοποιήσει την Κατηγορούμενη 1 προέρχεται από συγκατηγορούμενο της, γεγονός το οποίο τονίστηκε ιδιαίτερα από τον κ. Σιαηλή. Το εν λόγω γεγονός ωστόσο δεν αποκλείει τη δυνατότητα απόδειξης της υπόθεσης και συνεπώς καταδίκης της Κατηγορούμενης 1 (βλ. μεταξύ άλλων Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ 221 και «Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη όπου στις σελ. 645 - 646 γίνεται αναφορά στις περιπτώσεις που η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να χρησιμοποιήσει ως μάρτυρα κατηγορίας συγκατηγορούμενο). Σημειώνω επίσης ότι στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος κράτησης υποδίκου το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί ζητημάτων δεκτότητας της μαρτυρίας, καθώς αυτά τα ζητήματα θα εξεταστούν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης (Δημητρίου ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Εξετάζοντας επομένως στην όψη του το μαρτυρικό υλικό, θεωρώ ότι στοιχειοθετείται αντικειμενικά πιθανότητα καταδίκης της Κατηγορούμενης 1, με εξαίρεση την κατηγορία υπ' αρ.
  1. Οι λεπτομέρειες του αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας παραπέμπουν στα αδικημάτων των κατηγοριών 2 και
  2. Ο Κατηγορούμενος 5 όμως δεν συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με την κατηγορία 2, ενώ η κατηγορία 6 αφορά τους Κατηγορούμενους 3 και 4 και όχι την Κατηγορούμενη 1 και τον Κατηγορούμενο
  3. Ως εκ των ανωτέρω, χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και χωρίς ασφαλώς να αποφαίνομαι για την ενοχή ή την αθωότητα της Κατηγορούμενης 1, θεωρώ ότι το μαρτυρικό υλικό που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο αποκαλύπτει στην όψη του πιθανότητα καταδίκης, με εξαίρεση την κατηγορία υπ' αρ.9, χωρίς ασφαλώς να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση της. Αναφορικά τώρα με την ποινή που μπορεί να επιβληθεί, η νομολογία αποκαλύπτει ότι σε τέτοιου είδους αδικήματα επιβάλλονται αυστηρές ποινές και δη ποινές φυλάκισης (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας v. Marcos Alexander dos Santos
(2005)2 Α.Α.Δ 297 MOHSEN JOKARBOZORGI v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 726 και ΝΑΖΙΠ ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 6/14 ημερ. 21.11.14). Όπως ωστόσο ανέφερα και πιο πάνω τόσο η νομοθεσία, όσο και η νομολογία αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων με άμεσο αντίκτυπο και στις επιβληθείσες ποινές. Σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β)(vii) του Ν.29/77 τα αδικήματα καθίστανται λιγότερο σοβαρά όταν δεν υπάρχει οποιοδήποτε από τα περιστατικά που αναφέρονται στο άρθρο 30
(3)(α)(i)-(vi) του Ν.29/77. Στην προκείμενη περίπτωση, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε από τους παράγοντες που καταγράφονται στο άρθρο 30
(3)(α)(i)-(vi) του Ν.29/77. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να σημειώσω ότι μόνο στις κατηγορίες 2 και 3 γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένη ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου, ενώ σε όλες τις υπόλοιπες οι λεπτομέρειες αδικήματος παραπέμπουν σε άγνωστη ποσότητα. Περαιτέρω, σημειώνω ότι η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δεν αναφέρθηκε σε προηγούμενες καταδίκες της Κατηγορούμενης 1 και ως εκ τούτου εκλαμβάνω ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Τα προαναφερόμενα ασφαλώς θα επηρεάσουν το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί στην Κατηγορούμενη 1 σε περίπτωση καταδίκης της. Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 538 ειπώθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη διαβάθμιση της σοβαρότητας σε υποθέσεις ναρκωτικών και σε σχέση με τα στοιχεία που γενικότερα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν τίθεται ζήτημα κράτησης υποδίκου: «Αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά είναι ως εκ της φύσεως τους σοβαρά. Υπάρχουν βέβαια διαβαθμίσεις οι οποίες προσδιορίζονται ανάλογα με το είδος και το μέγεθος της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής για κάθε περίπτωση. Η προμήθεια κοκαΐνης είναι από τα σοβαρότερα του είδους αν λάβουμε υπόψη ότι ο νόμος προβλέπει μέχρι διά βίου φυλάκιση. Εχουμε ήδη αναφέρει ότι αυτός ο παράγων είναι πρωταρχικής σημασίας και προσμετρά ιδιαίτερα στην κρίση του δικαστηρίου. Ωστόσο, εδώ πρέπει να δούμε και κάποια άλλα επί μέρους στοιχεία όπως για παράδειγμα την ποσότητα της κοκαΐνης, (13 γραμμάρια), την υποθετικά ανώτατη ποινή που θα μπορούσε να επιβληθεί στους εφεσείοντες από ένα λογικό δικαστήριο δοθέντος ότι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες και όλα αυτά σε συνάρτηση προς το γεγονός ότι είναι κύπριοι που διαμένουν μονίμως στην Κύπρο με τα δικά τους πρόσωπα και όπου ο δεύτερος εφεσείων έχει την εργασία του. Ο χρόνος που μεσολαβεί μέχρι την ορισθείσα δικάσιμο φθάνει σχεδόν τους 4½ μήνες και είναι στοιχείο που πρέπει επίσης να συνεκτιμηθεί. Έχουμε δικαστική γνώση του μέσου όρου των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί τα τελευταία χρόνια σε ένοχους διάπραξης αδικημάτων παρόμοιας φύσης υπό συνθήκες άκρως επιβαρυντικές που λήφθηκαν υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Αυτές οι περιπτώσεις, παρέχουν ένα αδρό μέτρο σύγκρισης με την υπόθεση που μας απασχολεί αναφορικά με την ποινή που ενδεχομένως θα επιβληθεί στους εφεσείοντες σε περίπτωση καταδίκης και που λογικά δεν αναμένεται να φθάσει ή τουλάχιστο δεν θα υπερβεί το μέσο όρο των ποινών που συνήθως επιβάλλονται. Έχουμε επομένως την άποψη πως δόθηκε βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων μόνο και δεν λήφθηκε υπόψη η ποσότητα των ναρκωτικών η οποία επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την ποινή που ενδεχομένως θα επιβληθεί. Η συνεκτίμηση των στοιχείων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση πρέπει να γίνεται με πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και με πνεύμα επιείκειας όπως επιβάλλει το άρθρο 11 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως ζήτημα γενικής αρχής, πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο δικαστήριο και την καταδίκη των ενόχων. Οι εφέσεις επιτυγχάνουν. Η διαταγή για κράτηση των εφεσειόντων παραμερίζεται» Τα προαναφερόμενα αντικειμενικά δεδομένα (σοβαρότητα αδικήματος, πιθανότητα καταδίκης και ποινή που πιθανό να επιβληθεί) θα πρέπει ωστόσο να συνεκτιμώνται και με τις προσωπικές περιστάσεις του κάθε Κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Πέραν των πιο πάνω αντικειμενικών δεδομένων (σοβαρότητα αδικήματος, εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης στη βάση του μαρτυρικού υλικού, ποινή που δυνατό να επιβληθεί), η εκτίμηση της πιθανότητας μη προσέλευσης στη δίκη, θα πρέπει να συνεκτιμάται και στη βάση των υποκειμενικών δεδομένων, όπως π.χ. οι οικογενειακές περιστάσεις, η ηλικία του κατηγορουμένου, οι δεσμοί του με την Κύπρο, κ.λ.π. Οι υποκειμενικοί όμως αυτοί παράγοντες δεν μπορεί να αφεθούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος για απονομή της δικαιοσύνης.» Στις συνεκδικαζόμενες εφέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Σιδερένιου
(2008)2 Α.Α.Δ 319 λέχθηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες δεν εξετάζονται με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον Κατηγορούμενο απαλλάσσοντας τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης, αλλά εξετάζονται ως προς το κατά πόσο ανατρέπουν τη σκέψη στον Κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής αναφερόμενη στις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης 1 υποστήριξε ότι οι δεσμοί της με τη Δημοκρατία δεν είναι ισχυροί. Πρόκειται για αλλοδαπή η οποία βρίσκεται στη Δημοκρατία από το
  1. Είναι μητέρα ενός παιδιού ηλικίας 6 ετών και τα τελευταία 7 χρόνια συζεί με τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος κατάγεται από τη Γεωργία και στο παρόν στάδιο είναι υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές. Η κα. Σάββα ανέφερε επίσης ότι δεν διαθέτει περιουσία στην Κύπρο και επί του παρόντος δεν εργάζεται. Αντίθετη ήταν η προσέγγιση του συνηγόρου της Κατηγορούμενης
  2. Ο κ. Σιαηλής συμφώνησε με τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης 1, όπως αυτές εκτέθηκαν από την κα. Σάββα, και ανέφερε επιπρόσθετα ότι όλη η οικογένεια της Κατηγορούμενης 1 βρίσκεται στη Δημοκρατία. Ειδικότερα, ο πατέρας της βρίσκεται στη Δημοκρατία από το 2002 και η μητέρα της μαζί με τα 3 αδέλφια της από το
  3. Τα δύο μικρότερα αδέλφια της αποφοίτησαν από σχολεία στη Δημοκρατία, ενώ η αδελφή της, η οποία επίσης διαμένει στην Κύπρο, είναι νυμφευμένη και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών. Όλη η οικογένεια της Κατηγορούμενης 1 εργάζεται στην Κύπρο και ο λόγος για τον οποίο η ίδια επί του παρόντος δεν εργάζεται είναι διότι ο συμβίος της, Κατηγορούμενος 2, είναι επικίνδυνος και η ίδια προσπαθεί να βρίσκεται όσο περισσότερο γίνεται κοντά στο παιδί της. Σε αυτή την προσπάθεια της, της συμπαραστέκεται όλη η οικογένεια της. Το παιδί της φοιτά σε σχολείο στη Δημοκρατία και στο παρόν στάδιο βρίσκεται υπό τη φύλαξη της αδελφής της, καθώς εδώ και 19 μέρες τελούσε υπό κράτηση για άλλη υπόθεση στην οποία τελικά δεν της προσάφθηκαν κατηγορίες. Καταλήγοντας ο κ. Σιαηλής υποστήριξε ότι όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα καταδεικνύουν ισχυρούς δεσμούς με την Κύπρο. Θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούμενης 1 ότι οι προσωπικές συνθήκες της Κατηγορούμενης 1 καταδεικνύουν ισχυρούς δεσμούς με τη Δημοκρατία. Η Κατηγορούμενη 1 βρίσκεται εδώ και 12 έτη στην Κύπρο, το παιδί της ηλικίας 6 ετών, προφανώς από τη γέννηση του ζει στην Κύπρο, και επιπρόσθετα φοιτά σε σχολείο της πατρίδας μας. Ο στενός πυρήνας της οικογένειας της Κατηγορούμενης 1 βρίσκεται εδώ και χρόνια στην Κύπρο, δηλαδή οι γονείς της και τα αδέλφια της, οι οποίοι μάλιστα εργάζονται. Το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 1 κατάγεται από τη Σλοβακία και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο δεν καθιστά χαλαρούς τους δεσμούς της με τη Δημοκρατία. Οι δεσμοί με έναν τόπο δεν καθορίζονται μόνο από την καταγωγή και από την ιδιοκτησία ακίνητης περιουσίας, αλλά πολύ περισσότερο από τους ανθρώπινους δεσμούς που δημιουργούνται σε αυτόν. Στην προκείμενη περίπτωση οι δεσμοί της Κατηγορούμενης 1 με την Κύπρο είναι πολύ πιο ισχυροί σε σύγκριση με αυτούς της χώρας καταγωγής της, εφόσον όλη η οικογένεια της Κατηγορούμενης 1 βρίσκεται στην Κύπρο εδώ και αρκετά χρόνια περιλαμβανομένου του ανήλικου παιδιού της. Η κα. Σάββα με παρέπεμψε στην υπόθεση Hua v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ
  1. Θεωρώ ότι τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης διαφέρουν από αυτά της παρούσας. Στη Hua v. Αστυνομίας το μοναδικό μέλος της οικογένειας της εφεσείουσας που βρισκόταν στην Κύπρο ήταν η κόρη της ηλικίας 18 ετών, η οποία όμως ήρθε στην Κύπρο τρία χρόνια πριν τη σύλληψη της εφεσείουσας. Η εφεσείουσα ήταν μεν παντρεμένη με Κύπριο, ο οποίος ωστόσο διέμενε σε διεύθυνση διαφορετική από εκείνη της εφεσείουσας. Στην προκείμενη περίπτωση το ανήλικο παιδί της Κατηγορούμενης 1 γεννήθηκε κατά το χρονικό διάστημα που η τελευταία διαμένει στην Κύπρο και εδώ βρίσκονται όλα τα μέλη του στενού κύκλου της οικογένειας της. Συνεκτιμώντας επομένως από τη μία το γεγονός ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη 1 είναι μεν σοβαρά, η διαβάθμιση τους ωστόσο, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, δεν τα κατατάσσει στα σοβαρότερα του είδους, καθώς και ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης της Κατηγορούμενης χωρίς ωστόσο να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση έχοντας κατά νου ότι η μοναδική μαρτυρία που τη συνδέει με τα επίδικα αδικήματα προέρχεται από συγκατηγορούμενο της και από την άλλη τις προσωπικές της περιστάσεις θεωρώ ότι εξαλείφεται ο κίνδυνος μη προσέλευσης της κατά τη δικάσιμο. Όπως αναφέρθηκε στη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) η συνεκτίμηση των στοιχείων θα πρέπει να γίνεται με πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και επιείκειας, χωρίς ασφαλώς να παραγνωρίζεται το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των Κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ότι η παρουσία της Κατηγορούμενης 1 κατά τη δικάσιμο μπορεί να εξασφαλισθεί με όρους που θα τεθούν, έχοντας κατά νου και τους όρους που έχουν προταθεί από το συνήγορο της (Δημητρίου ν. Αστυνομίας ανωτέρω) Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούμενη 1 απολύεται με τους ακόλουθους όρους: - Το όνομά της να τεθεί στον κατάλογο προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από το έδαφος της Δημοκρατίας (Stop List). - Να παραδώσει το διαβατήριο της και οποιαδήποτε άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα τυχόν κατέχει στην αστυνομία. - Να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €40.
  2. - Να καταθέσει σε μετρητά το ποσό των €1.
  3. - Να παρουσιάζεται καθημερινά στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου μεταξύ των ωρών 17:00 - 21:
  4. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.