← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11756/14, 18/5/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11756/14, 18/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11756/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΧΧΧΧΧ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
  2. ΧΧΧΧΧ ΚΙΤΣΙΟΥ
  3. ΧΧΧΧΧ ΚΙΤΣΙΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18.05.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 1: κα Ρ. Ξιναρή (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος 1: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, διάρρηξης αποθήκης κατά παράβαση των άρθρων 294(α) και 20 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, κλοπής από αυτήν κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Κεφ.154 και παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Κεφ.
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων στις 22.04.14 στην Πάφο ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι συνωμότησε μαζί με άλλα άτομα και ότι διέρρηξαν και εισήλθαν την αποθήκη του ΧΧΧΧΧ Σεργίου από την Πάφο που βρίσκεται στην οδό ΧΧΧΧΧ αρ.16 από όπου έκλεψαν ένα πιεστικό πλυσίματος αυτοκινήτων μάρκας 'Makita' αξίας €400 περιουσία του πιο πάνω παραπονούμενου. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι στις 25.04.14 στη Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου είχε στην κατοχή του ένα tablet μάρκας Alcatel one touch χρώματος μαύρου, για το οποίο υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαίο. Σε σχέση με τους κατηγορουμένους 2 και 3 η υπόθεση απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από πέντε μάρτυρες ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν δέκα τεκμήρια. Το σύνολο της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν θεωρώ σκόπιμο να το επαναδιατυπώσω. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί απαραίτητο θα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου 1 ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη της σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι δεν έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που περιέχονται στις προαναφερόμενες κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων όλων των κατηγοριών του κατηγορητηρίου με αποτέλεσμα να υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση σχετικά με τις εν λόγω κατηγορίες. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία και με αναφορά σε μαρτυρία που προσάχθηκε η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως επισήμανε ότι η υπάρχουσα μαρτυρία είναι τέτοια που δικαιολογεί την κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει προκειμένου να δώσει εξηγήσεις για τις πράξεις και γενικότερα συμπεριφορά που του αποδίδεται. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους όλοι οι εμπλεκόμενοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Μία από τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει είναι η παράνομη κατοχή περιουσίας. Αυτό που του καταλογίζεται είναι ότι είχε στην κατοχή του ένα tablet μάρκας Alcatel one touch χρώματος μαύρου, για το οποίο υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαίο. Το εν λόγω αντικείμενο εντοπίστηκε στην οικία του μετά από έρευνα που πραγματοποιήθηκε. Με το αδίκημα αυτό πραγματεύεται το άρθρο 309 του Κεφ.
  1. Το εν λόγω άρθρο προνοούσε, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα ποινική υπόθεση χρόνο, τα εξής: "
  2. Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους." Μελέτη των διατάξεων του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος 1 να έχει στην κατοχή του περιουσία και (β) για την οποία περιουσία να υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία. Εφόσον ικανοποιηθούν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του κατηγορουμένου 1, ο οποίος καλείται να αποδείξει ότι απέκτησε νόμιμα την κατοχή της περιουσίας που βρέθηκε στην κατοχή του για την οποίαν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία. Με βάση το άρθρο 2 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του κυπριακού ποινικού κώδικα ο όρος 'περιουσία' περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Στο ίδιο ερμηνευτικό πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας παρέχεται η σημασία της 'κατοχής'. Σύμφωνα με τον ορισμό που δίδεται, η έννοια της 'κατοχής' δεν περιορίζεται στην προσωπική κατοχή του κατηγορουμένου περιουσίας αλλά επεκτείνεται και σε γνώση του για πραγματική κατοχή ή φύλαξη περιουσίας από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή φύλαξη σε οποιοδήποτε χώρο είτε αυτός ανήκει στον κατηγορούμενο ή κατέχεται από αυτόν είτε όχι, για χρήση ή όφελος του ίδιου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Σε περίπτωση που εμπλέκονται περισσότερα από ένα άτομα, αν ένα άτομο ή περισσότερα έχουν περιουσία υπό τη φύλαξη ή στην κατοχή τους σε γνώση και με τη συγκατάθεση των υπολοίπων, τότε θεωρείται ότι η περιουσία αυτή βρίσκεται υπό τη φύλαξη και την κατοχή καθενός και όλων αυτών των προσώπων. Στην υπόθεση Καριπίδης v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 237 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εύλογη υπόνοια που αναφέρεται στο άρθρο 309 του Κεφ.154 συνάγεται ως αντικειμενικό γεγονός από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Η ύπαρξη εύλογων υπονοιών ότι η περιουσία που ο κατηγορούμενος 1 κατέχει είναι κλοπιμαία αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αντιμετωπίζει στην τέταρτη κατηγορία του κατηγορητηρίου. Το βάρος της εξ' αντικειμένου στοιχειοθέτησης του εν λόγω συστατικού στοιχείου βαρύνει την κατηγορούσα αρχή. Αυτό που καλείται η αστυνομία να δείξει στο στάδιο αυτό μέσα από την μαρτυρία που παρουσίασε είναι ότι για το επίμαχο tablet μάρκας Alcatel one touch χρώματος μαύρου που εντοπίστηκε στην οικία του κατηγορουμένου 1 υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι αυτό είναι κλοπιμαίο. Προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε, εξόφθαλμα καθιστά αντιληπτό ότι το πιο πάνω συστατικό στοιχείο δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου για σκοπούς του σταδίου αυτού. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να παραπέμπει στην ύπαρξη πληροφοριών από την αστυνομία, μέσα από τις οποίες να δημιουργούνται εύλογες υπόνοιες ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο είναι προϊόν κλοπής. Ειδικότερα οι ΜΚ1 και ΜΚ4 που είναι οι αστυνομικοί που εμπλάκηκαν στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης αναφορικά με το επίμαχο αντικείμενο αναγνώρισαν ότι δεν υπάρχει παραπονούμενος γι' αυτό όπως ούτε ιδιοκτήτης που να το αναζητεί. Περαιτέρω μέσα από αντικειμενική εξέταση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής δεν προκύπτει να έχει υποβληθεί καταγγελία κλοπής του συγκεκριμένου αντικειμένου ή να εκκρεμεί προς διερεύνηση τέτοια καταγγελία. Ακόμη δεν υπάρχουν στοιχεία που να παραπέμπουν σε άτομο που να διεκδικεί την κυριότητα του επίμαχου αντικειμένου. Από την ενώπιον μου μαρτυρία στην όψη της και μόνο δεν υπάρχει οτιδήποτε που αντικειμενικά να δημιουργεί την υπόνοια ότι το εν λόγω αντικείμενο είναι προϊόν κλοπής. Η επίκληση της κατηγορούσας αρχής για τα όσα ο κατηγορούμενος 1 ανάφερε στην αστυνομία που σύμφωνα με αυτήν δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα εμπίπτει στο πεδίο υπεράσπισης του κατηγορουμένου 1 σε σχέση με το ισχυριζόμενο αδίκημα, όπως παρέχεται από την επιφύλαξη του άρθρου 309 του Κεφ.154. Οι αναφορές του κατηγορουμένου 1 που επικαλείται η κατηγορούσα αρχή θα μπορούσαν ενδεχομένως να είχαν έρεισμα εάν και εφόσον πρώτα ικανοποιείτο εξ' αντικειμένου το συστατικό στοιχείο των εύλογων υπονοιών ότι το αντικείμενο ήταν κλοπιμαίο, η οποία να συνάγεται στη βάση μαρτυρίας από μέρους της κατηγορούσας αρχής που αντικειμενικά να τείνει να καταδείξει κάτι τέτοιο. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή προσκομίσει μαρτυρία που αντικειμενικά να τείνει να δείξει ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο είχε κλαπεί τότε δικαιολογείται κλήση του κατηγορουμένου 1 να αποδείξει κατά τρόπο ικανοποιητικό ότι το επίμαχο αντικείμενο νόμιμα κατέχεται από τον ίδιο. Ωστόσο δεν υπάρχει ίχνος τέτοιας μαρτυρίας από μέρους της κατηγορούσας αρχής. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο, αντικειμενικά ιδωμένη στο σύνολο της και στην όψη της και μόνο, χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να αξιολογείται και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα, δεν συγκεντρώνει τους απαραίτητους παράγοντες έτσι ώστε να στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας και των συστατικών στοιχείων αυτού. Σε ότι αφορά τις κατηγορίες 1, 2 και 3 που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει, μέσα από αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας, επαναλαμβάνω χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα και αφού έλαβα υπόψη τις νομικές επιχειρηματολογίες των ευπαιδεύτων συνηγόρων, κρίνω ότι δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου 1 σε απολογία γι' αυτές. Ειδικότερα, ενδεικτικά και χωρίς να υπάρχει περιορισμός στα ακόλουθα στοιχεία, μαρτυρίες προερχόμενες από τους ΜΚ1 και ΜΚ3 σε συνδυασμό με τα Τεκμήρια 1, 6 και 8, οδηγούν προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Από την προσαχθείσα μαρτυρία, πάντοτε εξεταζόμενη στην όψη της και μόνο, θεωρώ ότι εκ πρώτης όψεως υπάρχει υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 1 αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 2 και 3 που αντιμετωπίζει. Περαιτέρω η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση που να ανάγεται σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει επί οποιασδήποτε αξιολόγηση της στο σύνολο της. Παράλληλα το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω, κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σχετικά με την πρώτη, δεύτερη και τρίτη κατηγορία που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει, στις οποίες τον καλεί σε απολογία. Αντίθετα ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην τέταρτη κατηγορία του κατηγορητηρίου. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Διάρρηξη-Κλοπή-Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος/Άρθρα 294(α), 255, 262, 371 και 20 Κεφ.154) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.