← Κύπρος

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΙΜΗΣ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 5924/2015, 2/5/2018

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΙΜΗΣ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 5924/2015, 2/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5924/2015 ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΙΜΗΣ ν. XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορούμενου ------------------- Ημερομηνία: 02 Μαΐου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Τσιαπαλής με κα Α. Χριστοδούλου (κα Α. Χριστοδούλου για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος αυτοπροσώπως ------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράλειψης πληρωμής του φόρου Κοινοτικών Υπηρεσιών και της πρόσθετης επιβάρυνσης κατά παράβαση των άρθρων 99

(2), 102 και 116 του περί Κοινοτήτων Νόμου του 1999, των άρθρων 230, 231, 232, 233 και 243 των περί Διοικήσεως των Τοπικών Υποθέσεων (Γενικών) Κανονισμών του Κοινοτικού Συμβουλίου Τίμης και του άρθρου 88 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος, κατά ή περί την 31/12/2014 ή και πρότερον και μέχρι σήμερα στην Τίμη της επαρχίας Πάφου ενώ ήταν ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος περιουσίας εντός της Κοινότητας Τίμης, παρέλειψε να πληρώσει στο Κοινοτικό Συμβούλιο Τίμης το ποσό της ετήσιας εισφοράς για τις κοινοτικές υπηρεσίες που του κατανεμήθηκε για το έτος 2014, ύψους €550,00 καθώς και το ποσό των €55,00 που αποτελεί την αύξηση και/ή προσεπιβάρυνση επί της ετήσιας εισφοράς που καθορίζεται από το Νόμο. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε μια μάρτυρα, τη Γιώτα Φιλίππου (Μ.Κ.1). Η Μ.Κ.1 στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Α) και στη δια ζώσης μαρτυρία της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργοδοτείται ως Γραμματέας στο Κοινοτικό Συμβούλιο Τίμης (στο εξής αναφερόμενο ως το «Συμβούλιο») και ότι ανάμεσα στα καθήκοντα της είναι ο χειρισμός και η διεκπεραίωση των θεμάτων που αφορούν την είσπραξη τελών και φόρων. Ο κατηγορούμενος είναι κάτοικος Τίμης και κατά το έτος 2014 ήταν ιδιοκτήτης 17 οικοπέδων που βρίσκονταν εντός των ορίων της Κοινότητας Τίμης, τα στοιχεία των οποίων εμφαίνονται στον κατάλογο που κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Στο εν λόγω Τεκμήριο, όπως εξήγησε η μάρτυρας, παρά το γεγονός ότι περιλαμβάνονται 18 οικόπεδα, ο κατηγορούμενος δεν φορολογήθηκε για το τεμάχιο με τον αριθμό 6X6 στο οποίο βρίσκεται η κατοικία του, ένεκα του ότι είναι συνταξιούχος. Η μάρτυρας περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 τοπογραφικό σχέδιο του Κτηματολογίου στο οποίο απεικονίζονται τα προαναφερόμενα οικόπεδα, τα οποία χρωμάτισε με κίτρινο χρώμα. Σε συνεδρίαση του Συμβουλίου που έλαβε χώρα στις 07.05.2014, αποφασίστηκαν τα κριτήρια για την επιβολή, μεταξύ άλλων, της φορολογίας για κοινοτικές υπηρεσίες. Στην εν λόγω συνεδρίαση, τα Πρακτικά της οποίας η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 3, αποφασίστηκε η επιβολή φόρου κοινοτικών υπηρεσιών ύψους €50,00 για κάθε εγγεγραμμένο οικόπεδο. Ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος ήταν συνταξιούχος, της δόθηκαν οδηγίες από το Συμβούλιο όπως φορολογηθεί για το έτος 2014 με το συνολικό ποσό των €800,00 αντί €850,
  3. Το ποσό των €800,00 αναγράφεται, όπως περαιτέρω ανέφερε, στην 24η σελίδα του κατάλογου φορολογίας με αύξοντα αριθμό 472, τον οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
  4. Ο εν λόγω κατάλογος ετοιμάστηκε από την ίδια και στη συνέχεια υπογράφηκε από τον Πρόεδρο και τα μέλη του Συμβουλίου. Ο κατάλογος αναρτήθηκε στον πίνακα ανακοινώσεων του Συμβουλίου, στα καφενεία της Κοινότητας και σε άλλους χώρους που σύχναζαν οι χωριανοί. Εκτός από τα σκύβαλα που περιλαμβάνονταν στο εν λόγω κατάλογο, τα οποία ο κατηγορούμενος κατέβαλε, δεν πλήρωσε οποιοδήποτε άλλο ποσό. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, ο κατηγορούμενος υπέβαλε στις 31.08.2014 ένσταση, μεταξύ άλλων, και για την επίδικη φορολογία στον Έπαρχο Πάφου (Τεκμήριο 5). Η Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου με επιστολή της προς τον κατηγορούμενο, ημερομηνίας 31.12.2014, η οποία κοινοποιήθηκε και στο Συμβούλιο, τον πληροφόρησε ότι η επίδικη φορολογία μειώθηκε στο ποσό των €550,00 (Τεκμήριο 6). Ο κατηγορούμενος δεν καταχώρησε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας προσφυγή προσβάλλοντας «είτε τη φορολογία είτε την απόφαση του Έπαρχου». Η μάρτυρας ανέφερε επίσης, ότι στις 08.01.2015 τοποθετήθηκε στο ταχυδρομικό κιβώτιο του κατηγορούμενου ειδοποίηση με την οποία τον καλούσαν να πληρώσει το προαναφερόμενο οφειλόμενο ποσό πλέον επιπρόσθετη επιβάρυνση 10%, δηλαδή το συνολικό ποσό των €605,00 (Τεκμήριο 7). Με την εν λόγω ειδοποίηση ο κατηγορούμενος πληροφορείτο ότι η τελευταία ημερομηνία πληρωμής του οφειλόμενου ποσού ήταν στις 31.03.
  5. Επιπλέον, στις 08.01.2015 επικοινώνησε και η ίδια τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο, ενημερώνοντας τον ότι η επιστολή τοποθετήθηκε στο ταχυδρομικό του κιβώτιο και ότι θα έπρεπε να πληρώσει το ποσό που καθόρισε ο Έπαρχος Πάφου, ώστε να μην ληφθούν εναντίον του δικαστικά μέτρα. Ενόψει της μη ανταπόκρισης του κατηγορούμενου, το Συμβούλιο απέστειλε τον Ιούνιο του 2015 την υπόθεση στο δικηγόρο του Συμβουλίου, ο οποίος με συστημένη επιστολή του ημερομηνίας 08.06.2015, κάλεσε τον κατηγορούμενο να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό των €605,00 (Τεκμήριο 8). Ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε κανένα ποσό μέχρι σήμερα έναντι του οφειλόμενου ποσού, γι' αυτό και το Συμβούλιο αιτείται την έκδοση διατάγματος για την είσπραξη του. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι το κάθε Κοινοτικό Συμβούλιο έχει το δικαίωμα με βάση τον περί Κοινοτήτων Νόμο και τους Κανονισμούς να επιβάλει φόρο κοινοτικών υπηρεσιών, φόρο σκυβάλων και φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας. Η επίδικη φορολογία επιβάλλεται σε όλους τους κατόχους, ιδιοκτήτες οποιασδήποτε περιουσίας που βρίσκεται εντός των ορίων της κάθε Κοινότητας. Κατά την περίοδο που ίσχυε ο περί Συμβούλιων Βελτιώσεως Νόμος, επιβαλλόταν ο φόρος κατόχου, ο οποίος μετά τη θέσπιση του Περί Κοινοτήτων Νόμου, αντικαταστάθηκε με τη φορολογία κοινοτικών υπηρεσιών. Σε σχετικές ερωτήσεις, η μάρτυρας απάντησε ότι ο φόρος κοινοτικών υπηρεσιών αποτελεί ξεχωριστή φορολογία από αυτή του φόρου καθαριότητας και της ακίνητης ιδιοκτησίας εξηγώντας τι αφορά η κάθε μία από αυτές. Η μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε, ότι δηλαδή ο περί Κοινοτήτων Νόμος δεν «πέρασε από τη Βουλή» όπως του «εξήγησε ο Έπαρχος και οι δύο Βουλευτές». Διαφώνησε επίσης με τη θέση που της υποβλήθηκε, ότι στην εν λόγω νομοθεσία δεν υπάρχει σχετική πρόνοια για την επίδικη φορολογία. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου, αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι η επίδικη φορολογία είναι αδικαιολόγητη, αφού καμία υπηρεσία δεν του πρόσφερε το Συμβούλιο στα οικόπεδα του. Θέση του ήταν ότι η φορολογία αυτή θα έπρεπε να του επιβαλλόταν μόνο στην περίπτωση που καθάριζαν τα οικόπεδα του ή στην περίπτωση που το Συμβούλιο του πρόσφερε κάποιες υπηρεσίες, κάτι το οποίο δεν συνέβηκε στην προκείμενη περίπτωση. Θέση του ήταν επίσης, ότι η επίδικη φορολογία «καλύπτεται από τον Έπαρχο αδικαιολογήτως χωρίς να εξετάσει την ένσταση» και ότι ο Έπαρχος χωρίς να τους ρωτήσει, σχετικά με την ένσταση, την επιστρέφει λέγοντας τους ότι δεν μπορεί να μειώσει ή αυξήσει τη φορολογία, γιατί μόνο το Συμβούλιο μπορεί να το πράξει. Ο κατηγορούμενος δεν αντεξετάσθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας η κα Χριστοδούλου ανέπτυξε τις θέσεις της μέσα από τη γραπτή της αγόρευση (Έγγραφο Ι) ενώ ο κατηγορούμενος μέσω της προφορικής του αγόρευσης, στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας θεωρώ ορθό να εξετάσω σε αυτό το σημείο το ζήτημα που έχει εγείρει με την αγόρευση της η κα Χριστοδούλου. Ότι, δηλαδή, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να ασχοληθεί «με το εύλογο ή όχι της φορολογίας η οποία αποτελεί εκτελεστή Διοικητική πράξη», ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει προσβάλει με προσφυγή την επιβληθείσα φορολογία στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αποτελεί γενικό κανόνα ότι μαρτυρία η οποία είναι άσχετη προς τα επίδικα θέματα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη σελ.68 και 123-125). Εάν λοιπόν η πιο πάνω εισήγηση της συνηγόρου, γίνει αποδεκτή, θα έχει άμεσο αντίκτυπο στην έκταση των επιδίκων θεμάτων και συνεπώς στην αποδεκτότητα της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και κατ' επέκταση θα διαδραματίσει ρόλο και στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των διαδίκων, αφού ως είναι γνωστό η αξιολόγηση γίνεται σε σχέση με τα επίδικα θέματα (βλ. SP CONSULTANCY LTD κ.α. ν. TRANSTEAM LTD κ.α, Πολ. Έφεση αρ. 89/2011 ημερομηνίας 13.04.16). Ξεκινώντας από τις εξουσίες του Συμβουλίου, σημειώνω πως με βάση το άρθρο 83(ιζ) του περί Κοινοτήτων Νόμου του 1999 (Ν.86(Ι)/99), τα Κοινοτικά Συμβούλια έχουν εξουσία να επιβάλουν ετήσια εισφορά για την παροχή κοινοτικών υπηρεσιών σε κάθε κάτοχο περιουσίας που βρίσκεται στην Κοινότητα, ο οποίος σε μια τέτοια περίπτωση είναι υπόχρεος να πληρώσει την εν λόγω εισφορά. Σχετικός είναι ο Κανονισμός 230 των περί Διοίκησης των Τοπικών Υποθέσεων (Γενικοί) Κανονισμοί του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοκκινοτριμιθιάς του 2002 (στο εξής οι «Κανονισμοί»), τους οποίους το Συμβούλιο με την Κ.Δ.Π 353/2003 αποφάσισε όπως υιοθετήσει και θεωρήσει ως Κανονισμούς του Κοινοτικού Συμβουλίου Τίμης. Η απόφαση του Συμβουλίου στην προκείμενη περίπτωση, να επιβάλει στον κατηγορούμενο την επίδικη φορολογία, αποτελούσε αφ' εαυτής εκτελεστή διοικητική πράξη υποκείμενη σε αναθεώρηση βάσει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος και η εγκυρότητα της μπορούσε να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ο κατηγορούμενος μετά την απόφαση του Έπαρχου με την οποία αποφασίστηκε η μείωση του ποσού της επίδικης φορολογίας, δεν καταχώρησε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αφ' ής στιγμής λοιπόν η διοικητική πράξη δεν ακυρώθηκε, αυτή διατηρεί καθ' όλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή και το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία ούτε και αρμοδιότητα να εξετάσει την νομιμότητα και κανονικότητα της διαδικασίας η οποία οδήγησε στην επιβολή της φορολογίας του κατηγορούμενου. Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε στην υπόθεση PHILIPPA ESTATES LTD κ.α. ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΑΜΑΘΟΥΝΤΑΣ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ 1026, στην οποία λέχθηκαν σχετικά τα εξής: «Κύριο αντικείμενο συζήτησης πρωτοδίκως, αποτέλεσε η δυνατότητα αμφισβήτησης, σε πολιτική διαδικασία, των επιβληθέντων τελών και συναφώς της νομιμότητας και κανονικότητας της διαδικασίας η οποία οδήγησε στην επιβολή τους. ........................................................ Στη Takis P. Markides Ltd v. Γεν. Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424 και στη Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολ. Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, υπογραμμίζεται ως υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι δεν χωρεί συγχρωτισμός της αναθεωρητικής και πολιτικής δικαιοδοσίας σε κανένα σημείο. Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αν δεν ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Έτσι στην προκείμενη περίπτωση η γνωστοποίηση των τελών αποχετεύσεων σε συνάρτηση με τον καθορισμό του τόπου και χρόνου καταβολής τους συνιστούσε αφ' εαυτής εκτελεστή διοικητική πράξη. Οπόταν παρεχόταν στους εφεσίβλητους δικαίωμα να διεκδικήσουν τα τέλη με αγωγή, όπως βάσιμα έπραξαν, με επακόλουθο τη δικαίωσή τους από το Επαρχιακό Δικαστήριο.» Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω αναφερόμενα και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256), προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία. Η Μ.Κ.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μου δημιούργησε την εντύπωση ενός αντικειμενικού και αμερόληπτου μάρτυρα, που προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Δεν διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα ή να κινηθεί εκδικητικά εναντίον του κατηγορούμενου και ούτε της υποβλήθηκε κάτι τέτοιο. Απαντούσε με ευθύτητα και φυσικότητα για όλα τα γεγονότα που περιήλθαν σε γνώση της μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων της και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία της, είχε άμεση γνώση για τα γεγονότα που έδωσε μαρτυρία, η οποία βρισκόταν σε συνοχή με τα σχετικά Τεκμήρια που κατέθεσε. Η μαρτυρία της επί των επίδικων γεγονότων, δεν αμφισβητήθηκε. Πιο συγκεκριμένα, παρέμειναν αναντίλεκτες οι θέσεις της ότι, κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος ήταν ο ιδιοκτήτης των προαναφερόμενων οικοπέδων, ότι με απόφαση του το Συμβούλιο του επέβαλε για το 2014 το συνολικό ποσό των €800,00 για κοινοτικές υπηρεσίες σχετικά με τα εν λόγω οικόπεδα που βρίσκονται εντός της Κοινότητας Τίμης και ότι το εν λόγω ποσό μειώθηκε στα €550,00 με απόφαση το Έπαρχου Πάφου μετά την ένσταση την οποία ο κατηγορούμενος υπέβαλε. Αναντίλεκτη επίσης, παρέμεινε η μαρτυρία της ότι δεν προσβλήθηκε με προσφυγή η επιβολή της φορολογίας και ότι ο κατηγορούμενος μέχρι και σήμερα δεν πλήρωσε στο Συμβούλιο το πιο πάνω ποσό καθώς και την πρόσθετη επιβάρυνση, παρά το γεγονός ότι κλήθηκε να το πράξει τόσο με την τελική ειδοποίηση πληρωμής (Τεκμήριο 7) και την επιστολή του δικηγόρου του Συμβουλίου (Τεκμήριο 8), όσο και μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε η ίδια με τον κατηγορούμενο. Από τη μαρτυρία της, ωστόσο, δεν μπορώ να αποδεχθώ το μέρος εκείνο που αφορούσε άλλες φορολογίες, αφού δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Είναι γνωστό, ότι αξιολόγηση γίνεται σε σχέση με τα επίδικα θέματα (βλ. ανωτέρω, SP CONSULTANCY LTD κ.α. v. TRANSTEAM). Με εξαίρεση, επομένως το προαναφερόμενο σημείο, η μαρτυρία της Μ.Κ.1 γίνεται αποδεκτή και κρίνεται αξιόπιστη, περιλαμβανομένων και των Τεκμηρίων που κατέθεσε, η ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (βλ. Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Ερχόμενη τώρα στον κατηγορούμενο, θεωρώ πως δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του, η οποία στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν ασαφής, αόριστη, συγκεχυμένη και άσχετη με τα επίδικα γεγονότα. Η θέση του ότι καμία υπηρεσία δεν του πρόσφερε το Συμβούλιο στα οικόπεδα του και ως εκ τούτου αδικαιολόγητα του επέβαλε την επίδικη φορολογία, δεν μπορεί, για τους λόγους που προανέφερα, να ληφθεί υπόψη καθώς εκφεύγει των επίδικων θεμάτων και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αναφορικά με τη θέση του ότι ο Έπαρχος, ουσιαστικά δεν ελέγχει τις ενστάσεις που υποβάλλονται και ότι «τις επιστρέφει» στο Συμβούλιο λέγοντας ότι η φορολογία είναι ορθή και ότι δεν μπορεί να την αυξήσει ή μειώσει, θα περιοριστώ να αναφέρω πως οι θέσεις του αυτές, καταρρίπτονται από το Τεκμήριο 5, σύμφωνα με το οποίο η επίδικη φορολογία που του επιβλήθηκε μειώθηκε από το Έπαρχο μετά την υποβολή της ένστασης του. Υπό το φώς των πιο πάνω η μαρτυρία του κατηγορούμενου απορρίπτεται στην ολότητα της. Με βάση λοιπόν τη μαρτυρία που κρίθηκε ως αληθής και αξιόπιστη, τα Τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου και τη μη αμφισβητούμενη μαρτυρία, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα: Η Κατηγορούσα Αρχή επέβαλε στον κατηγορούμενο, για το έτος 2014, φορολογία για κοινοτικές υπηρεσίες 17 οικοπέδων, ιδιοκτησίας του, τα οποία βρίσκονται στην Κοινότητα της Τίμης. Η εν λόγω φορολογία για κάθε οικόπεδο καθορίστηκε με απόφαση της Κατηγορούσας Αρχής στο ποσό των €50,
  1. Το συνολικό ποσό που αποφασίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ότι θα έπρεπε να πληρώσει ο κατηγορούμενος ήταν €800,
  2. Η εν λόγω επιβολή της εισφοράς για κοινοτικές υπηρεσίες αναγραφόταν στην 24η σελίδα του καταλόγου φορολογίας με αύξοντα αριθμό 472, ο οποίος αναρτήθηκε στον πίνακα ανακοινώσεων του Συμβουλίου, στα καφενεία της Κοινότητας και σε άλλους χώρους που σύχναζαν οι κάτοικοι της Κοινότητας. Στις 31.08.2014, ο κατηγορούμενος υπέβαλε ένσταση στoν Έπαρχο Πάφου, μεταξύ άλλων και για την επίδικη φορολογία. Η Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου με επιστολή της προς τον κατηγορούμενο ημερομηνίας 03.12.2014 του γνωστοποιούσε την απόφαση του Έπαρχου για τη μείωση του ποσού της επίδικης φορολογίας στα €550,
  3. Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε και στην Κατηγορούσα Αρχή. Ο κατηγορούμενος, για την επίδικη επιβολή της εισφοράς κοινοτικών υπηρεσιών, δεν καταχώρησε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας προσφυγή. Στις 08.01.2015 τοποθετήθηκε στο ταχυδρομικό κιβώτιο του κατηγορούμενου τελική ειδοποίηση με την οποία η Κατηγορούσα Αρχή τον καλούσε να πληρώσει μέχρι τις 31.03.2015 το ποσό των €550,00 για τις κοινοτικές υπηρεσίες του έτους 2014 πλέον €55,00 ως επιπρόσθετη επιβάρυνση 10%, δηλαδή, το συνολικό ποσό των €605,
  4. Ο δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής απέστειλε στον κατηγορούμενο συστημένη επιστολή ημερομηνίας 08.06.2015 με την οποία τον καλούσε να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Ο κατηγορούμενος εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να οφείλει στην Κατηγορούσα Αρχή το ποσό των €605,
  5. Με αυτά υπόψη θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, εδράζεται στα άρθρα 99
(2), 102 και 116 του περί Κοινοτήτων Νόμου του 1999, τα άρθρα 230, 231, 232, 233 και 243 των περί Διοικήσεως των Τοπικών Υποθέσεων (Γενικών) Κανονισμών του Κοινοτικού Συμβουλίου Τίμης και το άρθρο 88 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Όπως προανέφερα, η εξουσία των Κοινοτικών Συμβουλίων να επιβάλουν ετήσια εισφορά για κοινοτικές υπηρεσίες παρέχεται από το άρθρο 83(ιζ) του περί Κοινοτήτων Νόμου του 1999, (Ν.86(Ι)/99, στο εξής αναφερόμενος ως ο Νόμος). Το γεγονός της μη συμπερίληψης του εν λόγω άρθρου στην έκθεση αδικήματος της κατηγορίας δεν, θεωρώ, ότι προκάλεσε κατά την κρίση μου οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις στη διαμόρφωση και προβολή της υπεράσπισης του κατηγορουμένου, ο οποίος γνώριζε επακριβώς το αδίκημα που αντιμετώπιζε με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος. Με βάση αυτά αποτελεί κατάληξη μου ότι δεν προκύπτει θέμα για περαιτέρω συζήτηση (βλ. Μαρκίδης v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 Α.Α.Δ. 598 και Κοιλιάρης Λτδ v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 194). Το προαναφερόμενο άρθρο προνοεί τα εξής: «83.Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Συμβούλιο έχει εξουσία- ............................... (ιζ) Να επιβάλλει ετήσια εισφορά για την παροχή κοινοτικών υπηρεσιών, που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, σε κάθε κάτοχο περιουσίας που βρίσκεται στην κοινότητα, η οποία υπολογίζεται από το Συμβούλιο σύμφωνα με την περιουσία κάθε τέτοιου κατόχου, λαμβανομένων πάντοτε δεόντως υπόψη οποιωνδήποτε άλλων φόρων που επιβάλλονται στον κάτοχο αυτό από το Συμβούλιο.» Στο άρθρο 2 του Νόμου δίδεται η ακόλουθη ερμηνεία στην έννοια «κοινοτικές υπηρεσίες»: «σημαίνει όλες τις υπηρεσίες που παρέχει προς το κοινό το Συμβούλιο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου αυτού ή οπουδήποτε άλλου Νόμου και των σχετικών Κανονισμών» Το δε άρθρο 116.-
(1)του πιο πάνω Νόμου, προνοεί ότι : «Κάθε Συμβούλιο, με την έγκριση του Υπουργού, μπορεί να εκδίδει, να τροποποιεί και να ανακαλεί εκάστοτε κανονισμούς που δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου που ισχύει εκάστοτε για όλους ή για οποιουσδήποτε από τους ακόλουθους σκοπούς, δηλαδή: ............................... (ζ) προνοώντας- (
  1. i)για την επιβολή ετήσιας εισφοράς για κοινοτικές υπηρεσίες: Νοείται ότι, όταν επιβάλλεται οποιοδήποτε ποσό σε κάτοχο που δε διαμένει στην κοινότητα, θα αποστέλλεται αμέσως από το Συμβούλιο σ' αυτόν ειδική ειδοποίηση για το ποσό που του επιβάλλεται, (
  2. ii)για το χρόνο και τρόπο καταβολής και είσπραξης του ετήσιου αυτού φόρου, και (iii) για την εξαίρεση κατόχων από την καταβολή του ετήσιου αυτού φόρου λόγω φτώχειας. (γ) Τέλη και δικαιώματα που επιβάλλονται σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος εδαφίου μπορούν να διεκδικηθούν δικαστικώς από οποιαδήποτε επηρεαζόμενη αρχή τοπικής διοίκησης.» Το Κοινοτικό Συμβούλιο Τίμης, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται από το πιο πάνω άρθρο, έκδωσε τους περί Διοίκησης των Τοπικών Υποθέσεων (Γενικοί) Κανονισμοί του Κοινοτικού Συμβουλίου της Τίμης του 2003 (Κ.Δ.Π. 353/2003). Για την υποχρέωση πληρωμής της εισφοράς κοινοτικών υπηρεσιών από τον κάτοχο περιουσίας, σχετικός είναι ο Κανονισμός 230 των περί Διοίκησης των Τοπικών Υποθέσεων (Γενικοί) Κανονισμοί του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοκκινοτριμιθιάς του 2002 (στο εξής οι «Κανονισμοί»), τους οποίους η Κατηγορούσα Αρχή με την Κ.Δ.Π 353/2003 αποφάσισε όπως υιοθετήσει και θεωρήσει ως κανονισμούς του Κοινοτικού Συμβουλίου Τίμης. Ο εν λόγω ο Κανονισμός προνοεί τα ακόλουθα: «Κάθε κάτοχος περιουσίας, που βρίσκεται μέσα στην περιοχή της Κοι­νότητας, θα πληρώνει κάθε χρόνο εισφορά για τις κοινοτικές υπηρεσίες που του παρέχονται η οποία δε θα υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες.» Περαιτέρω, στον ερμηνευτικό Κανονισμό 2
(1)των Κανονισμών, η έννοια "κάτοχος ακινήτου" ορίζεται ως εξής : «σημαίνει κάθε πρόσωπο που έχει πραγματική κατοχή οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας μέσα στην Κοινότητα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο τίτλος δυνάμει του οποίου κατέχει την ιδιοκτησία αυτή ή σε περίπτωση μη κατεχόμενης ιδιοκτησίας το πρόσωπο που δικαι­ούται να την κατέχει και περιλαμβάνει τον ιδιοκτήτη κάθε ακίνητης ιδιο­κτησίας»· Η ίδια ερμηνεία της έννοιας "κάτοχος ακινήτου", δίδεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου. Σύμφωνα επίσης με τον Κανονισμό 233, ο κάθε κάτοχος περιουσίας οφείλει «να πληρώσει μέχρι την 31η ημέρα του Δεκεμβρίου στο Γραμματέα ή στον Ταμία του Συμβουλίου το ποσό της ετήσιας εισφοράς που του κατανεμήθηκε» Ο δε Κανονισμός 243
(1)προνοεί ότι: «Τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού 9 των παρόντων Κανονισμών, η παράβαση οποιουδήποτε των παρόντων Κανονισμών, τιμω­ρείται, εκτός αν γίνεται διαφορετική πρόνοια στους παρόντες Κανονισμούς ή στο Νόμο, με χρηματική ποινή που δε θα υπερβαίνει τις Λ.Κ.125 ή σε περί­πτωση παράβασης κατ' εξακολούθηση για επιβολή χρηματικής ποινής που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.25 για κάθε μέρα κατά τη διάρκεια της οποίας εξακολου­θεί η παράβαση αυτή. Περαιτέρω το άρθρο 102 του Νόμου προνοεί ότι: «Όταν πρόσωπο καταδικάζεται για διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε κανονισμού ο οποίος εκδίδεται δυνάμει αυτού, το ποινικό δικαστήριο που έχει εκδικάσει το ποινικό αδίκημα, επιπρόσθετα προς οποιαδήποτε ποινή την οποία επιβάλλει, θα διατάζει το πρόσωπο αυτό να καταβάλει οποιουσδήποτε φόρους, τέλη, μισθώματα, ή δικαιώματα καταβλητέα αναφορικά με το ζήτημα το οποίο αφορά το ποινικό αδίκημα». Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος θα πρέπει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι, ο κατηγορούμενος είναι κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται μέσα στην Κοινότητα Τίμης, ότι επέβαλε στον κατηγορούμενο εισφορά για κοινοτικές υπηρεσίες για το έτος 2014 και ότι ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε την εν λόγω εισφορά μέχρι τις 31.12.
  1. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την επίδικη κατηγορία. Συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είναι ιδιοκτήτης 17 οικοπέδων που βρίσκονται εντός της Κοινότητας Τίμης, για τα οποία το Κοινοτικό Συμβούλιο της Τίμης ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις και Κανονισμοί, του επέβαλε εισφορά για κοινοτικές υπηρεσίες €800,00 για το έτος
  2. Μετά την απόφαση του Έπαρχου με την οποία το πιο πάνω ποσό μειώθηκε στα €550,00, ο κατηγορούμενος παρέλειψε να πληρώσει την εν λόγω εισφορά. Η Κατηγορούσα Αρχή γνωστοποίησε στον κατηγορούμενο ότι η τελευταία ημερομηνία πληρωμής του πιο πάνω ποσού πλέον €55,00 έξοδα επιβάρυνσης ήταν στις 31.03.
  3. Ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να οφείλει στην Κατηγορούσα Αρχή το συνολικό ποσό των €605,
  4. Αποτελεί, συνεπώς, κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και ως εκ τούτου αυτός κρίνεται ένοχος σε αυτή. (Υπ.) .................. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.