Χουβαρτά ν. Θεοδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 4498/14, 8/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4498/14 Μεταξύ: XXXXX Χουβαρτά Παραπονούμενου -ν- XXXXX Θεοδώρου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 08 Μαΐου, 2018 Για τον Παραπονούμενο: κα Ε. Λουκά Κατηγορούμενος αυτοπροσώπως -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις
(4)κατηγορίες, που αφορούν το αδίκημα της Πράξης Καταδολίευσης εξ' Αποφάσεως Πιστωτών κατά παράβαση των προνοιών του Περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων ο κατηγορούμενος ενώ ήταν εξ αποφάσεως οφειλέτης στην αγωγή αρ. 2501/06 του Ε.Δ. Πάφου και ενώ στις 05.07.12 εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις ύψους €80,00 έκαστη, παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις για την περίοδο από 01.03.2014 - 01.06.
- Για να αποδείξει την υπόθεση του ο παραπονούμενος κάλεσε ως πρώτο μάρτυρα τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου, XXXXX Αταλιώτη (Μ.Κ.1) και στη συνέχεια κατέθεσε ο ίδιος (Μ.Κ.2). Ο Μ.Κ.1, κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι είναι ο Πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Πάφου και ότι στα πλαίσια των καθηκόντων του έχει στην κατοχή του τον φάκελο της υπόθεσης με αρ. 2501/06 του Ε.Δ. Πάφου. Ο μάρτυρας κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, πιστό αντίγραφο του Πιστοποιητικού Καταλόγου εξόδων με αριθμό Δ.129, ημερομηνίας 26.03.2010 και ως Τεκμήριο 2, Πιστό Αντίγραφο του διατάγματος μηνιαίων δόσεων ημερομηνίας 05.07.
- Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης, ότι δεν καταχωρήθηκε αίτηση για την ακύρωση του εν λόγω διατάγματος. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η αναγραφή της ημερομηνίας 21.08.1999 στο Πιστοποιητικό Καταλόγου εξόδων οφείλεται σε λάθος και ότι η ορθή ημερομηνία θα έπρεπε να ήταν η 21.08.
- Το λάθος αυτό, όπως περαιτέρω ανέφερε, φαίνεται να υπάρχει και στο Κλητήριο Ένταλμα. Σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι ο κατάλογος εξόδων καταχωρήθηκε με βάση το διοριστήριο δικηγόρου που υπέγραψε ο κατηγορούμενος το
- Ο Μ.Κ.2, υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α). Σε αυτή και τη δια ζώσης μαρτυρία του αναφέρει, ανάμεσα στα άλλα, ότι η παρούσα υπόθεση αφορά τα δικηγορικά του έξοδα τα οποία ψηφίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή σε βάρος του κατηγορουμένου στα πλαίσια της προαναφερόμενης αγωγής. Αυτά ανέρχονται στο ποσό των €2.816.84, πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 21.08.1999 μέχρι 14.10.2008, πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 15.10.2008 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των €2.603,
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε στις 05.07.2012 την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων για το ποσό των €80,00 μηνιαίως από την 01.01.2013 μέχρι εξόφλησης. Ο μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω, ότι ο κατηγορούμενος μετά την έκδοση του διατάγματος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του ως άνω οφειλόμενου ποσού. Επίσης, δεν κατέβαλε τις δόσεις από 01.03.2014 - 01.06.2014, συνολικού ποσού €320,
- Θέση του ήταν ότι, η μη καταβολή οποιουδήποτε ποσού έναντι των οφειλομένων δόσεων δεν οφείλεται σε οικονομική αδυναμία του κατηγορούμενου, αλλά στην επιθυμία του να μην πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Αναφερόμενος στο λάθος σχετικά με τον τόκο (εννοώντας, προφανώς, την ημερομηνία έναρξης του) ισχυρίστηκε ότι θα προβεί εκ νέου σε παραστάσεις για τη διόρθωση του, επισημαίνοντας πως το εν λόγω λάθος δεν επηρεάζει την παρούσα υπόθεση, ένεκα του ότι οι μέχρι σήμερα δόσεις δεν έχουν καλύψει το αρχικά οφειλόμενο ποσό. Αντεξεταζόμενος, διαφώνησε με τη θέση του κατηγορούμενου ότι αξιώνει τόσο το ποσό των €2.816,84 όσο και το ποσό των €2.603,12 από το 1999, λέγοντας ότι το ποσό των €2.603,12 είναι το ποσό που βαρύνεται με το Φ.Π.Α. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος, όπως ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, δήλωσε ότι είχε τη δυνατότητα να πληρώνει €80 μηνιαίως, κάτι το οποίο δεν έχει πράξει μέχρι σήμερα. Ανέφερε περαιτέρω ότι, εξ όσων έχει πληροφορηθεί, ο κατηγορούμενος εργάζεται σε οικοδομές στη Λεμεσό, χωρίς όμως να είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο εργάζεται επί τακτικής βάσης. Διαφώνησε με τη θέση του κατηγορούμενου ότι δεν εργάζεται στη Λεμεσό, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι εργάζεται ως σιδεράς. Σε σχετική ερώτηση, απάντησε πως την πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος εργάζεται την πήρε από εργολάβο - καλουψιή το όνομα του οποίου, για ευνόητους λόγους, όπως ανέφερε, δεν ήθελε να αποκαλύψει. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ανέφερε το όνομα του προαναφερόμενου προσώπου, τον οποίο θα προσπαθήσει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, νοουμένου ότι τα έξοδα θα τα επωμιστεί ο κατηγορούμενος. Στην υποβληθείσα θέση του κατηγορούμενου ότι ο λόγος που αναγκάσθηκε να δεχθεί την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων ήταν, γιατί δέχθηκε από αυτόν «φοβέρες» και ότι δεν τον συμβούλευσε ως δικηγόρος που ενεργούσε γι' αυτόν στο παρελθόν, απάντησε πως κατά τον χρόνο εκείνο ο κατηγορούμενος δεν ήταν στη φυλακή και δεν ήταν δικηγόρος του, ώστε να είχε την υποχρέωση να τον συμβουλεύσει. Όταν του υποβλήθηκε ότι πήγε στη φυλακή έξι φορές, ο μάρτυρας απάντησε ότι για τις επίδικες ημερομηνίες ο κατηγορούμενος δεν ήταν στη φυλακή. Όταν του υποβλήθηκε, ότι του έδωσε γραπτώς στοιχεία ότι είναι άνεργος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το έντυπο που του παρέδωσε ο κατηγορούμενος αφορούσε το
- Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Ο κατηγορούμενος στην κύρια εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο παραπονούμενος ήταν δικηγόρος του και ότι χειρίστηκε στο παρελθόν υποθέσεις τις οποίες του ανέθεσε. Για την περίοδο από το 2009 μέχρι το 2015 φυλακίστηκε έξι φορές, οι δυο εκ των οποίων για ένα ολόκληρο χρόνο. Ο παραπονούμενος προχώρησε την υπόθεση εναντίον του για να πληρωθεί, κατά την περίοδο που αποφυλακιζόταν και εκδόθηκε το διάταγμα μηνιαίων δόσεων στο οποίο δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει γιατί ήταν άνεργος αλλά και γιατί στη συνέχεια φυλακίστηκε εκ νέου. Κάποιες φορές, κατά την περίοδο που δεν ήταν φυλακή, εργαζόταν για μια ή δυο μέρες σε αμπέλι. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι δεν εργάζεται στη Λεμεσό και ότι ο λόγος που δεν πλήρωνε τις μηνιαίες δόσεις του, ήταν γιατί μέχρι και σήμερα είναι άνεργος. Δεν αρνείται το χρέος του προς τον παραπονούμενο όμως αδυνατεί να το πληρώσει, επειδή είναι άνεργος και υπόσχεται ότι με την πρώτη ευκαιρία που θα βρει δουλειά θα το πράξει για τα ποσά που το Δικαστήριο θα αποφασίσει εκ νέου. Αυτό το οποίο ζητά από τον παραπονούμενο είναι να συναντηθεί μαζί του και να μιλήσουν για όλες τις υποθέσεις τους, περιλαμβανομένης και της παρούσας, ώστε να τις κλείσουν και να μην χρωστά ο ένας στον άλλο. Ανέφερε επίσης, ότι όσες φορές προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον παραπονούμενο, ήταν πάντοτε εχθρικός. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε την υποβολή της συνηγόρου του παραπονούμενου ότι ποτέ δεν επικοινώνησε μαζί του, λέγοντας ότι μπορεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μάρτυρες σχετικά με τις υποθέσεις τις οποίες του ανέθεσε, για να μαρτυρήσουν ότι δεν πληρώθηκε για τα χρήματα που του όφειλαν. Όταν του υποβλήθηκε ότι κατά την επίδικη περίοδο δεν βρισκόταν στη φυλακή, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αποφυλακίστηκε στις 18.12.
- Διαφώνησε με τη θέση της κ. Λουκά ότι στο παρελθόν ο παραπονούμενος του πρόσφερε εργασία, λέγοντας ότι αυτό το οποίο του πρότεινε ήταν να καθαρίζει σκάλες σε πολυκατοικίες έναντι αμοιβής €15,00 - €20,
- Διαφώνησε επίσης, με τη θέση που του υποβλήθηκε ότι εργάζεται στη Λεμεσό και ότι από το εισόδημα του μπορεί να πληρώνει τις δόσεις του, λέγοντας ότι μπορεί να προσκομίσει πιστοποιητικό ότι υπογράφει άνεργος. Είναι, όπως περαιτέρω ανέφερε, λήπτης ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (Ε.Ε.Ε.) και προς υποστήριξη της θέσης του, κατέθεσε, ως Τεκμήριο 3, αντίγραφο του τραπεζικού του βιβλιαρίου. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι των επίδικων δόσεων, απάντησε ότι ενόψει του ότι αποφυλακίστηκε στις 18.12.2013 ήταν δύσκολο να βρει δουλειά δυο μήνες μετά. Διαφώνησε στη συνέχεια με την υποβληθείσα θέση, ότι ένεκα του εισοδήματος του είναι σε θέση να πληρώσει τις υποχρεώσεις του για τις επίδικες δόσεις, λέγοντας ότι ήδη πληρώνει €30,00 μηνιαίως για δυο υποθέσεις του παραπονούμενου και δεν έχει τη δυνατότητα να πληρώσει περισσότερα. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου, απάντησε ότι το ύψος του προαναφερόμενου βοηθήματος που λαμβάνει, είναι €480,00 μηνιαίως. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας η συνήγορος του παραπονούμενου και ο κατηγορούμενος ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από τις αγορεύσεις τους στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερομηνίας 02.05.14), προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 ήταν τυπική, αφού η κυρίως εξέταση του περιορίστηκε ουσιαστικά στην κατάθεση των Τεκμηρίων 1 και 2 και η αντεξέταση του ήταν περιορισμένη και διευκρινιστικής φύσεως. Συνακόλουθα αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων 1 και 2, η ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του κατηγορούμενου. Η εντύπωση που αποκόμισα από τον Μ.Κ.2 ήταν θετική. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια. Απαντούσε με ευθύτητα, αμεσότητα, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και ήταν σταθερός στη μαρτυρία του. Η αναφορά του ότι θα προβεί εκ νέου σε παραστάσεις για τη διόρθωση της λανθασμένης ημερομηνίας που αναγράφεται στο Τεκμήριο 1, καταδεικνύει την ειλικρίνεια του. Σχετικά με το εν λόγω ζήτημα θα πρέπει να σημειώσω ότι, αυτό το οποίο προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία είναι ότι το λάθος στην ημερομηνία έναρξης του τόκου, δεν διαφοροποιεί καθοιονδήποτε τρόπο τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, δεδομένης της μη αμφισβητούμενης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου ότι μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του οφειλόμενου και ότι από την έκδοση του διατάγματος μέχρι και την τελευταία επίδικη δόση (01.06.2014) το συνολικό ποσό των δόσεων ανέρχεται στο ποσό των €1.440,00, που είναι χαμηλότερο από το οφειλόμενο ποσό των €2.816,84 χωρίς τους τόκους (Τεκμήριο 1). Πέραν των πιο πάνω σημειώνεται πως, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο άπτεται των επίδικων θεμάτων, δεν έτυχε αμφισβήτησης. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρομαι στη μαρτυρία του ότι, ο Πρωτοκολλητής εξέδωσε το Πιστοποιητικό Καταλόγου εξόδων, Δ.129 και ότι στις 05.07.2012 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον του κατηγορουμένου. Σημειώνεται πως, η μαρτυρία του επί των εν λόγω ζητημάτων βρίσκεται σε συνοχή με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, την οποία έκρινα ως αξιόπιστη, και τα Τεκμήρια 1 και
- Δεν έτυχαν επίσης, αμφισβήτησης οι αναφορές του ότι ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε τις επίδικες δόσεις και ότι τα στοιχεία που έδωσε ο κατηγορούμενος σχετικά με την εγγραφή του ως άνεργος αφορούσαν το
- Από τη μαρτυρία του, ωστόσο, δεν μπορώ να αποδεχθώ εκείνο το μέρος που αναφέρεται στην ανάθεση της προαναφερόμενης αγωγής και την πορεία της, αφού αυτή εκφεύγει των επιδίκων θεμάτων και ως εκ τούτου δεν θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Αποτελεί γενικό κανόνα, ότι μαρτυρία η οποία είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη, στη σελ. 68 υπό τον τίτλο «Σχετικότητα Μαρτυρίας»). Είναι επίσης γνωστό, ότι αξιολόγηση γίνεται σε σχέση με τα επίδικα θέματα (βλ. SP CONSULTANCY LTD κ.α. v. TRANSTEAM, Πολιτική Έφεση 89/2011, ημερομηνίας 13.04.2016). Συνακόλουθα, εκτός του πιο πάνω μέρους της μαρτυρίας του κρίνω ότι ο παραπονούμενος (Μ.Κ.2), κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου αποδέχομαι ως αξιόπιστο το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (βλ. ανωτέρω Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας). O κατηγορούμενος δεν μου προξένησε θετική εντύπωση. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενόρκως και παρατηρώντας την γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Με μοναδικό σκοπό να αποποιηθεί την τυχόν ευθύνη που του καταλογίζεται, προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο, ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον παραπονούμενο και ότι αναγκάστηκε να δεχθεί την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Στην προσπάθεια του αυτή προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται κάθε λογικής και πειστικότητας ενώ δεν απέφυγε να υποπέσει σε αντιφάσεις. Δεν έχω καμία αμφιβολία, ότι η οικονομική αδυναμία την οποία επικαλείται για τη μη πληρωμή των επίδικων δόσεων, δεν αποτελεί τον πραγματικό λόγο που ο κατηγορούμενος δεν τις κατέβαλε. Αυτό το οποίο διαφάνηκε από τη μαρτυρία του, είναι ότι ουδεμία πρόθεση είχε να του πληρώσει οποιοδήποτε ποσό, αφού θεωρεί ότι είναι ο παραπονούμενος που του οφείλει χρήματα για τις υποθέσεις που του ανέθεσε να χειριστεί ως δικηγόρος του. Η αναφορά του ότι είναι έτοιμος να πληρώσει τον παραπονούμενο μόλις βρει εργασία, πέραν του ότι βρίσκεται σε αντίθεση με την πιο πάνω θέση του, δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω κατάληξη μου, δεδομένης της θέσης του ότι αυτό θα συμβεί μόνο στην περίπτωση που «συμφωνηθεί στο Δικαστήριο εκ νέου» το ποσό που θα του καταβάλει. Στην προσπάθεια του επίσης να πείσει το Δικαστήριο ότι η έκδοση του διατάγματος ήταν το αποτέλεσμα του εξαναγκασμού που δέχθηκε από τον παραπονούμενο προέβαλε την εκδοχή ότι, ο παραπονούμενος, όντας δικηγόρος του στο παρελθόν, δεν τον συμβούλεψε, κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος των μηνιαίων δόσεων. Η εκδοχή του αυτή αντιστρατεύεται, κατά την άποψη μου, κάθε λογικής και πειστικότητας, δεδομένου ότι η αίτηση μηνιαίων δόσεων καταχωρήθηκε στα πλαίσια της έκδοσης του προαναφερόμενου Πιστοποιητικού που αφορούσε δικηγορικά έξοδα του παραπονούμενου σχετικά με την υπόθεση την οποία του ανέθεσε ο κατηγορούμενος. Η εκδοχή του επίσης, ότι δέχθηκε την έκδοση του διατάγματος μετά από «φοβέρες» που δέχθηκε από τον παραπονούμενο, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του, σε μια προσπάθεια του να δικαιολογήσει την εκ συμφώνου έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να σημειωθεί πως, η μαρτυρία του σχετικά με τις συνθήκες έκδοσης του Πιστοποιητικού και του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αφού το Δικαστήριο δεν μπορεί να πάει πίσω από τα Τεκμήρια 1 και 2 και να ελέγξει τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτά εκδόθηκαν και αν σωστά εκδόθηκαν. Σημειώνεται πως σε σχέση με το Τεκμήριο 2, δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι έχει παραμεριστεί ή τροποποιηθεί. Τουναντίον, το διάταγμα μηνιαίων δόσεων παράγει πλήρη έννομα αποτελέσματα, αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι από την ενώπιον μου μαρτυρία, ο κατηγορούμενος για σκοπούς εξεύρεσης εργασίας, εγγράφηκε ως άνεργος για το έτος το
- Δεδομένου, ωστόσο, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει επί των επίδικων θεμάτων, που στην παρούσα υπόθεση είναι η μη πληρωμή των δόσεων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο οι οποίες, υπενθυμίζω ότι αφορούν την περίοδο από 01.03.2014 έως 01.06.2014, ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι το 2018 εγγράφηκε ως άνεργος δεν μπορεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου επί των επίδικων θεμάτων. Ερχόμενη τώρα το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του που σχετίζεται με τις υποθέσεις που ανέθεσε στον παραπονούμενο για να τις χειριστεί ως δικηγόρος του και τα παράπονα που έχει από αυτόν σχετικά με τον χειρισμό τους, θεωρώ, πως αυτή εκφεύγει των επιδίκων θεμάτων και ως εκ τούτου δεν θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Επαναλαμβάνω πως αποτελεί γενικό κανόνα, ότι μαρτυρία η οποία είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. ανωτέρω «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές») ως επίσης ότι, η αξιολόγηση γίνεται σε σχέση με τα επίδικα θέματα (βλ. ανωτέρω SP CONSULTANCY LTD κ.α. v. TRANSTEAM). Για τους όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του κατηγορούμενου. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 26.03.2010 εκδόθηκε στην απουσία του κατηγορουμένου Πιστοποιητικό Καταλόγου εξόδων Δ.129, Τεκμήριο 1, μετά τη ψήφιση των εξόδων του παραπονούμενου στα πλαίσια της αγωγής 2501/06 για το ποσό των €2.816,84, πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 21.8.99 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5.5% το χρόνο από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των €2.603,
- Στις 5.7.2012 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο ο κατηγορούμενος διατάχθηκε να πληρώσει στον παραπονούμενο το πιο πάνω εξ αποφάσεως χρέος του, δια μηνιαίων δόσεων ύψους €80,00 από 01.01.2013 μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω διατάχθηκε όπως πληρώσει στον παραπονούμενο το ποσό των €378,00, ως έξοδα της αίτησης συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της έκδοσης του διατάγματος, πλέον τόκο προς 5.5% το χρόνο από 06.03.2012 μέχρι εξόφλησης, πλέον €20,00 έξοδα επίδοσης πλέον Φ.Π.Α. Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με το πιο πάνω διάταγμα, αφού δεν κατέβαλε στον παραπονούμενο τις μηνιαίες δόσεις από 01.03.2014 - 01.06.2014, συμπεριλαμβανομένων, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των €320,00 και εξακολουθεί να οφείλει στον παραπονούμενο το προαναφερόμενο ποσό. Ο κατηγορούμενος δεν έχει καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Το άρθρο 3
(1)(γ) και
(2)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60
(1)/2008 (στο εξής ο «Νόμος») προνοεί τα ακόλουθα: «3.
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: ...................................................................................................(γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.
(2)Ουδεμία δίωξη ασκείται, δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), εναντίον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν αυτός παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων: Νοείται ότι, σε περίπτωση που οι δόσεις που υπολείπονται προς εξόφληση του χρέους είναι λιγότερες από τρεις δύναται να ασκηθεί ποινική δίωξη αν παραλείπει να καταβάλει οποιαδήποτε δόση. Στο δε ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω έννοιες: «διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις" σημαίνει διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 90 του Μέρους ΙΧ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου· "εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους" έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου· "εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής" έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου· "εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος" έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.» Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι τα ακόλουθα: (α) ο παραπονούμενος να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής και ο κατηγορούμενος εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης (β) η ύπαρξη διατάγματος πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις (γ) η παράλειψη καταβολής προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή του ποσού οποιασδήποτε δόσης και (δ) να οφείλονται τουλάχιστον τρεις δόσεις, εκτός εάν οι δόσεις που υπολείπονται προς εξόφληση είναι λιγότερες από τρεις. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, δηλαδή τη μαρτυρία που έχω κάνει αποδεκτή, το βάρος απόδειξης, τη νομική πτυχή και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων έχει στοιχειοθετηθεί με την προσαγωγή μαρτυρίας ότι, ο κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης και ο παραπονούμενος εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής, ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει εξοφλήσει το εξ' αποφάσεως χρέος του, ότι αποδέχθηκε την εξόφληση του με μηνιαίες δόσεις και στη βάση αυτή εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα (Τεκμήριο 2) και ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στον παραπονούμενο τις τέσσερις δόσεις που αφορούν την περίοδο από 01.03.2014 έως 01.06.2014, συμπεριλαμβανομένων, οι οποίες συμποσούνται στο ποσό των €320,00. Ο Νόμος αναγνωρίζει στον οφειλέτη την υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 3
(4)(γ) του Νόμου προνοεί ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος». Το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας, ως Υπεράσπιση, ήταν στους ώμους του κατηγορούμενου το οποίο μπορούσε να αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Αναστασίου Νικολάου v. CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 160/2014, ημερομηνίας 20.12.2016). Στην υπό κρίση υπόθεση, ο κατηγορούμενος δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου που να τεκμηριώνουν μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης από την έκδοση του διατάγματος και έπειτα, ώστε να δικαιολογήσει τη μη πληρωμή των επίδικων δόσεων. Τουναντίον, όπως διαφάνηκε από την εκδοχή που προέβαλε στο Δικαστήριο, η οικονομική του αδυναμία προϋπήρχε της έκδοσης του διατάγματος. Σχετικές είναι οι αναφορές του, ότι πριν από την έκδοση του διατάγματος βρισκόταν στη φυλακή, ότι το διάταγμα εκδόθηκε σε μια περίοδο που είχε αποφυλακιστεί και ότι δεν μπορούσε να συμμορφωθεί με αυτό ένεκα του ότι ήταν και εξακολουθεί να είναι άνεργος. Προς υποστήριξη μάλιστα της εκδοχής του αυτής, ισχυρίστηκε πως είναι από 2009 που άρχισε να φυλακίζεται και ότι ενώ ο παραπονούμενος γνώριζε ότι φυλακιζόταν συνεχώς, εντούτοις δεν τον συμβούλεψε και αναγκάσθηκε να συμφωνήσει στην έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Είναι, θεωρώ, προφανές από τα πιο πάνω ότι ο κατηγορούμενος δεν επικαλέστηκε την πιο πάνω υπεράσπιση ότι, δηλαδή, μεταβλήθηκε η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου διατάγματος και έπειτα ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του, αλλά ότι η μη πληρωμή των επίδικων δόσεων οφειλόταν στην οικονομική του αδυναμία, η οποία προϋπήρχε της έκδοσης του διατάγματος. Η υπεράσπιση, ωστόσο, αυτή του κατηγορούμενου δεν καλύπτεται από την ειδική υπεράσπιση που θέτει ο Νόμος η οποία, όπως προανέφερα, είναι η μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος. Τυχόν αποδοχή της εκδοχής του θα οδηγούσε σε μια κεκαλυμμένη επανεξέταση της ορθότητας έκδοσης του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων, που το Δικαστήριο δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να πράξει. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος δεν έχει αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, το βάρος απόδειξης που είχε επί των ώμων του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι ο παραπονούμενος απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και κατά συνέπεια αυτός κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ........................................ Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο