← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Πιερή, Αρ. Υπόθεσης: 8450/15, 29/6/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Πιερή, Αρ. Υπόθεσης: 8450/15, 29/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8450/15 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν- XXXXX Πιερή Κατηγορούμενου -------------------- Ημερομηνία: 29 Ιουνίου, 2018 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Κατηγορούμενος Αυτοπροσώπως ---------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (1η κατηγορία), της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας καθότι αυτό δηλώθηκε ότι θα ακινητοποιείτο (2η κατηγορία) και της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας (3η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 17.06.2015 στη λεωφόρο Πετριδιών στην Πάφο οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς XXXXX55 (στο εξής αναφερόμενο ως το «όχημα»), χωρίς να υπάρχει ασφάλεια έναντι κινδύνων τρίτου μέρους, χωρίς άδεια κυκλοφορίας για το πρώτο εξάμηνο του 2015, ενώ είχε δηλωθεί στην Αρχή Αδειών ότι θα ήταν ακινητοποιημένο και χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, το οποίο ήταν ληγμένο από τις 23.01.

  1. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρες τη XXXXX Πιερή (Μ.Κ.1), τον XXXXX Τιττώνη Αστ. 2411 (Μ.Κ.2), τον XXXXX Σοφοκλέους (Μ.Κ.3) και τον XXXXX Πιερή (Μ.Κ.4). Η Μ.Κ.1 υιοθέτησε, και κατέθεσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της, ημερομηνίας 19.06.2015, (Τεκμήριο 1). Σε αυτή ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι ο πρώην σύζυγος της με τον οποίο χώρισαν τρία χρόνια περίπου πριν από την ημερομηνία που έδωσε την κατάθεση της. Ο κατηγορούμενος αγόρασε το όχημα, ενόσω ήταν παντρεμένοι. Από ένορκη δήλωση του κατηγορούμενου, την οποία καταχώρησε στο Δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης των περιουσιακών τους διαφορών, πληροφορήθηκε ότι το όχημα είναι διαγραμμένο. Επίσης, απ' ότι πληροφορήθηκε η ίδια, το όχημα πιθανόν να δηλώθηκε ακινητοποιημένο και να μην είχε ασφάλεια. Στις 17.06.2015 και περί ώρα 17:00 ενώ οδηγούσε το όχημα της στο δρόμο Πετριδιών με κατεύθυνση προς Έμπα, με συνεπιβάτη το γιο της XXXXX (Μ.Κ.4), αντιλήφθηκε στο σημείο μίας παρόδου, πριν από την Τρεμιθούσα, τον κατηγορούμενο να οδηγεί το όχημα. Συγκεκριμένα, το όχημα ήταν σταματημένο στο αλτ με σκοπό να εισέλθει στο δρόμο Πετριδιών. Δεν αντιλήφθηκε, σε ποια κατεύθυνση οδήγησε στη συνέχεια ο κατηγορούμενος το όχημα του. Αργότερα την ίδια ημέρα ο σύζυγος της, Μ.Κ.3, της ανέφερε ότι είδε το όχημα να είναι σταθμευμένο στο σπίτι του XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Υ.2), ο οποίος έχει γκαράζ απέναντι από το σημείο που τον είχε δει και η ίδια ενωρίτερα. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης, ότι το τελευταίο διάστημα έβλεπε τον κατηγορούμενο να οδηγεί το όχημα και αρκετές φορές αυτό ήταν φορτωμένο για τους σκοπούς της εργασίας του. Ο γιος της, όπως της ανέφερε, δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία. Στη δια ζώσης μαρτυρία της, ανέφερε περαιτέρω ότι κατά τον επίδικο χρόνο, είδε τον κατηγορούμενο σε απόσταση δύο μέτρων από το σημείο που η ίδια βρισκόταν. Όταν ο σύζυγος της (Μ.Κ.3) την πληροφόρησε ότι το όχημα δεν θα έπρεπε να οδηγείται, τηλεφωνούσε στην Αστυνομία κάθε φορά που έβλεπε τον κατηγορούμενο να το οδηγεί. Παρά τα επανειλημμένα της τηλεφωνήματα, η Αστυνομία, προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες, δεν ανταποκρινόταν. Όπως επίσης ανέφερε, ενώ τηλεφώνησε και στο Αρχηγείο, δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, ο κατηγορούμενος οδηγούσε καθημερινά το όχημα για να μεταφέρει συγγενικά του πρόσωπα αλλά και για επαγγελματικούς σκοπούς. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε να το οδηγεί μετά την καταγγελία της, ως αποτέλεσμα της οποίας καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση. Ισχυρίστηκε επίσης, ότι μετά την καταγγελία δέχθηκε απειλές από πρώην οικογενειακό τους φίλο, ότι αν δεν αποσύρει την υπόθεση θα στραφεί εναντίον της για το φροντιστήριο της. Αντεξεταζόμενη από τον κατηγορούμενο, διαφώνησε με την υποβληθείσα θέση ότι το όχημα βρισκόταν ακινητοποιημένο στο γκαράζ του από την 01.01.2014 και ότι δεν το οδηγούσε, λέγοντας ότι μέχρι και την ημέρα της καταγγελίας τον έβλεπε να το οδηγεί και ότι σταμάτησε να το οδηγεί μετά την καταγγελία της. Σε σχετική ερώτηση δέχθηκε ότι, κρίθηκε ένοχη στην υπόθεση με αριθμό 1919/13 για το αδίκημα της «άσεμνης χειρονομίας σε δημόσιο χώρο». Όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι, η καταγγελία της στην παρούσα υπόθεση έγινε για εκδικητικούς λόγους ενόψει της υπόθεσης των περιουσιακών τους διαφορών και της καταγγελίας που της έκανε για την άσεμνη χειρονομία, η μάρτυρας διαφώνησε προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος γνωρίζει ότι είναι γνήσια η καταγγελία της και γι' αυτό το λόγο έβαλε άτομα να την απειλήσουν. Στην υποβληθείσα θέση ότι ο Μ.Υ.2 ανέφερε στον Μ.Κ.2 ότι δεν είχε δει το όχημα για δυο χρόνια, απάντησε ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται κάθε μέρα στο σπίτι του εν λόγω προσώπου. Ο Μ.Κ.2 στη γραπτή του κατάθεση, την οποία υιοθέτησε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι μετά την καταγγελία της Μ.Κ.1, έλαβε στις 21.07.2015 κατάθεση από τον κατηγορούμενο, (Τεκμήριο 3) και την ίδια ημέρα επισκέφθηκε, με τον κατηγορούμενο, το γκαράζ του όπου βρισκόταν το όχημα. Αυτό που διαπίστωσε ήταν ότι, στο όχημα υπήρχε αρκετή σκόνη, υπήρχαν σημεία που υπήρχαν ιστοί αράχνης, το πίσω δεξί ελαστικό του ήταν ξεφούσκωτο και δεν ξεκινούσε. Ανέφερε επίσης, ότι στις 03.08.2015 ο Μ.Κ.3 κατήγγειλε ότι στις 17.06.2015 και περί τις 18:00 είδε σταθμευμένο το όχημα σε γκαράζ στη Λεωφόρο Πετριδιών στην Έμπα και ότι περί τις 18:40 της ίδιας μέρας είδε τον κατηγορούμενο να το οδηγεί στη Λεωφόρο Ακαμαντίδος στην Πάφο. Όταν στις 12.08.2015 κατηγόρησε τον κατηγορούμενο, απάντησε: «Δεν παραδέχομαι. Οι καταγγελίες είναι ψεύτικες» (Τεκμήριο 4). Σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο μάρτυρας ανέφερε ότι πέραν από τις τρείς κατηγορίες που αφορούν τα υπό εξέταση αδικήματα, κατηγόρησε τον κατηγορούμενο για ακόμη τρεις κατηγορίες, σχετικές με την ως άνω καταγγελία του Μ.Κ.
  2. Ο μάρτυρας κατέθεσε περαιτέρω ως Τεκμήριο 5, έγγραφο με τα στοιχεία του οχήματος, το οποίο εκτύπωσε από το μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας. Σύμφωνα με το εν λόγω Τεκμήριο το όχημα δηλώθηκε ακινητοποιημένο από την 01.01.2014, η τελευταία του επιθεώρηση έγινε στις 23.01.2013, η τελευταία άδεια κυκλοφορίας εκδόθηκε στις 30.06.2013 και η τελευταία του ασφάλεια την 01.01.
  3. Αντεξεταζόμενος από τον κατηγορούμενο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Μ.Υ.2 του δήλωσε ότι το όχημα είχε πάνω από τρία χρόνια να πάει στο γκαράζ. Σε σχετική ερώτηση, κατά πόσο θα μπορούσε το όχημα να βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο στην οδό Πετριδίων, ανέφερε πως δεν μπορεί να γνωρίζει κάτι τέτοιο. Ο Μ.Κ.3, σύζυγος της Μ.Κ.1, στη γραπτή του κατάθεση, Τεκμήριο 6, ανέφερε ότι στις 17.06.2015 είδε το όχημα να βρίσκεται σταθμευμένο στο γκαράζ του Μ.Υ.
  4. Την ίδια μέρα και μετά από περίπου 40 λεπτά, είδε τον κατηγορούμενο να το οδηγεί στη Λεωφόρο Ακαμαντίδος. Όταν επέστρεψε στο σπίτι, η σύζυγος του, Μ.Κ.1, τον πληροφόρησε ότι είδε τον κατηγορούμενο να οδηγεί το όχημα και εκείνος με τη δική του σειρά της ανέφερε ότι το είδε και αυτός. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι τον είδε αρκετές φορές να το οδηγεί, όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς τις ημερομηνίες. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι το γκαράζ του Μ.Υ.2 βρισκόταν σε απόσταση 3 μέτρων από τη λεωφόρο και ότι ο ίδιος βρισκόταν σε απόσταση 3 μέτρων από αυτό. Στην υποβληθείσα θέση ότι η απόσταση ήταν 50 μέτρα διαφώνησε, λέγοντας ότι κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως τροχονόμος στο παρελθόν, δεν έκανε ποτέ του λάθος σε όσες καταγγελίες έκανε. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι το όχημα θα έπρεπε να δηλωθεί σε ποιο χώρο θα βρίσκονταν ακινητοποιημένο. Ανέφερε ακόμη, ότι εάν η Αστυνομία ερχόταν κατά την ημέρα που έγινε η καταγγελία αλλά και τις επόμενες μέρες που την ειδοποιούσαν δεν θα δημιουργούνταν όλα αυτά τα προβλήματα με αποτέλεσμα να καταλήξουν στο Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι όταν έκανε την καταγγελία τον κάλεσε ο αξιωματικός της Τροχαίας Πάφου και του έκανε παρατήρηση. Ο εν λόγω αξιωματικός του ανέφερε επίσης, ότι θα έκανε παρατήρηση στον κατηγορούμενο αλλά δεν θα τον κατάγγελλε. Στην υποβληθείσα θέση ότι δεν λέει την αλήθεια και ότι η δική του καταγγελία έγινε μετά από την υποκίνηση της συζύγου του για εκδικητικούς λόγους, ανέφερε ότι δεν έχει οτιδήποτε εναντίον του, ότι έχει τη δική του κρίση και δεν επηρεάζεται από τη σύζυγό του. Θέση του ήταν, ότι εκείνη την ημέρα τηλεφώνησε 5 - 6 φορές στο Αρχηγείο για το λόγο ότι η Αστυνομία Πάφου προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες δεν «πήγαινε να τον πιάσει επ' αυτοφώρω». Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν λέει την αλήθεια και ότι το όχημα δεν ήταν σταθμευμένο στο γκαράζ του μηχανικού για τον λόγο ότι ο τελευταίος είχε τέσσερα χρόνια να το δει, απάντησε ότι ο μηχανικός ψεύδεται. Διαφώνησε με την υποβολή ότι το όχημα κατά τον επίδικο χρόνο βρίσκονταν στο δικό του γκαράζ. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, ήταν ο γιος του κατηγορουμένου, Μ.Κ.4 ο οποίος στην κατάθεση του ημερομηνίας 06.08.2015, Τεκμήριο 7, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 17.06.2015 ενώ ήταν συνοδηγός στο όχημα που οδηγούσε η μητέρα του, είδε τον πατέρα του να οδηγεί το όχημα. Συγκεκριμένα αυτό ήταν σταματημένο στο αλτ. Παρά το γεγονός ότι δεν θυμάται τον αριθμό εγγραφής του, εντούτοις το αναγνωρίζει. Η μητέρα του τον πληροφόρησε ότι το όχημα δηλώθηκε ως ακινητοποιημένο. Σε σχετικές ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ανέφερε ότι είδε από πολύ κοντινή απόσταση τον πατέρα του και ότι τον αναγνωρίζει ακόμη και από μακριά. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι κανένας δεν τον πίεσε για να προσέλθει στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία και ότι κλήθηκε για παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο δέχθηκε πιέσεις για να προσέλθει στο Δικαστήριο και να πει ψέματα, ώστε να γίνει το «δικό» της μητέρας του, απάντησε ότι κανένας δεν το πίεσε και ότι δεν λέει ψέματα. Όταν του υποδείχθηκε πως και στην προαναφερόμενη ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον της μητέρας του, είπε και πάλι ψέματα, ο μάρτυρας απάντησε πως δεν είπε ψέματα και ότι δεν καταλαβαίνει το λόγο που ο κατηγορούμενος αναφέρεται σε αυτή την υπόθεση. Δεν αντιλαμβάνεται, όπως περαιτέρω ανέφερε, τι συμβαίνει με αυτές τις «υποθέσεις» και ότι ο κατηγορούμενος «δεν σέβεται τίποτε ούτε τον γιο του ούτε και κανένα». Διαφώνησε με την υποβολή του κατηγορούμενου, ότι κατά τον επίδικο χρόνο το όχημα βρισκόταν στο γκαράζ του και όχι στην οδό Πετριδιών, εμμένοντας στη θέση του ότι τον είχε δει. Ανέφερε επίσης, ότι το τελευταίο πράγμα που επιθυμεί είναι να οδηγεί τον πατέρα του στο Δικαστήριο. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο κατά τον επίδικο χρόνο πρόσεξε εάν είχε γένι, μουστάκι, λόγω του θανάτου του πατέρα του, απάντησε «συνήθως άφηνες μουστάκι». Όταν του υποβλήθηκε ότι, είχε μεγάλο γένι και ότι μπορεί να είδε κάποιο άλλο πρόσωπο, απάντησε «Εγώ αναγνωρίζω σε. Για όνομα του Θεού είσαι ο παπάς μου». Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε ως μάρτυρες υπεράσπισης τον αστ. 1314, Αρτέμη Πελεκάνο (Μ.Υ.1) και τον Αντρέα Χαραλάμπους Ηροδότου (Μ.Υ.2). O κατηγορούμενος στη δια ζώσης του μαρτυρία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται ως φρουρός στο αεροδρόμιο Πάφου. Για τις περιουσιακές διαφορές που έχει με τη σύζυγο του (Μ.Κ.1) εκκρεμεί στο Δικαστήριο υπόθεση. Η Μ.Κ.1 πολλές φορές τα τελευταία έξι χρόνια τον προσέβαλε δημόσια και μετά από καταγγελία που έκανε στην Αστυνομία, καταχωρήθηκε εναντίον της η προαναφερόμενη ποινική υπόθεση, στην οποία βρέθηκε ένοχη και της επιβλήθηκε πρόστιμο. Είναι γι' αυτό το λόγο που τον κατάγγειλε για την παρούσα υπόθεση, πείθοντας μάλιστα το σύζυγο και το γιό τους να τον καταγγείλουν, ώστε να πληρώσει και αυτός πρόστιμο. Κατά τον επίδικο χρόνο το όχημα βρισκόταν στο γκαράζ του. Ήταν αρκετά σκονισμένο, η μηχανή του δεν λειτουργούσε και το λάστιχο του ήταν καθήμενο. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, αυτά τα διαπίστωσε και ο Μ.Κ.2 όταν το επισκέφθηκε. Ανέφερε επίσης, ότι μπροστά από την πόρτα του γκαράζ, υπήρχαν χόρτα γεγονός που καταδεικνύει ότι η πόρτα του γκαράζ δεν άνοιξε για αρκετό καιρό. Θέση του ήταν, ότι δεν οδήγησε το όχημα κατά τον επίδικο χρόνο. Όταν κατά την αντεξέταση του ρωτήθηκε, για ποιο λόγο δεν ανέφερε στην κατάθεση του σε ποιά κατάσταση βρισκόταν το όχημα του, όπως την περιέγραψε ανωτέρω, απάντησε πως θεωρούσε ότι ήταν αρκετό το γεγονός το είχε δει ο Μ.Κ.
  1. Όταν ο τελευταίος του τηλεφώνησε στις 19.06 και τον πληροφόρησε για την καταγγελία, του ανέφερε ότι το όχημα βρισκόταν στο γκαράζ του. Ο αστυνομικός του ανέφερε ότι, επειδή από την επόμενη ημέρα θα βρισκόταν σε άδεια, θα πήγαινε να το δει όταν θα επέστρεφε από την άδεια του. Όταν ρωτήθηκε που βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο, απάντησε ότι προφανώς να βρισκόταν στο σπίτι του, επισημαίνοντας ότι δεν είναι σε θέση να θυμηθεί που βρισκόταν δύο ημέρες πριν την καταγγελία. Θυμόταν όμως ότι όταν επικοινώνησε μαζί του η Αστυνομία, βρισκόταν στην Πολιτική Άμυνα. Θέση του ήταν, ότι ποτέ δεν θα οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα το οποίο οδηγούσε για 33 χρόνια, χωρίς μάλιστα ποτέ να καταγγελθεί, από τη στιγμή που είχε άλλα δύο οχήματα και σκούτερ. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι ποτέ δεν θα οδηγούσε το όχημα, το οποίο παλαιότερα χρησιμοποιούσε για επαγγελματικούς λόγους, από τη στιγμή που το διάστημα εκείνο ήταν άνεργος. Σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε, ότι το όχημα ήταν ακινητοποιημένο από την 01.01.2014 και μέχρι τον Ιούνιο του 2015 που καταγγέλθηκε, αυτό γέμισε σκόνες και αράχνες. Παρά το γεγονός ότι το γκαράζ καλυπτόταν από τσίγκους, εντούτοις έμπαινε αέρας και δημιουργείτο σκόνη ένεκα του ανοίγματος που υπήρχε σε αυτό. Σε σχετική ερώτηση απάντησε, ότι τόσο ο ίδιος όσο και η Μ.Κ.1 είναι πελάτες του Μ.Υ.
  2. Όπως περαιτέρω ανέφερε, με τον Μ.Υ.2 είχε μιλήσει μετά από 40 - 50 ημέρες από την καταγγελία, όταν πήγε στο μηχανουργείο του, και όχι πριν ο τελευταίος δώσει την κατάθεση του. Ο αστυφύλακας, Α. Πελεκάνου (Μ.Υ.1), στη δια ζώσης του μαρτυρία ανέφερε ότι από το 2010 υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου. Μετά από οδηγίες ανωτέρου του, επισκέφθηκε τον Ιούλιο του 2015 το υποστατικό του κατηγορούμενου στο οποίο βρισκόταν το όχημα. Περιγράφοντας την κατάσταση του, ανέφερε πως είχε την εικόνα ενός εγκαταλειμμένου οχήματος, το οποίο φαίνεται να βρισκόταν για αρκετό καιρό παρατημένο. Υπήρχε αρκετή σκόνη, ιστοί αράχνης, και το ένα λάστιχο του, απ' ότι θυμάται, ήταν ξεφούσκωτο. Χωρίς να είναι, όπως διευκρίνισε ειδικός, το όχημα πρέπει να ήταν ακινητοποιημένο πέραν των τριών μηνών. Επίσης, πρόσεξε ότι υπήρχαν χόρτα στην είσοδο του υποστατικού, γεγονός που υποδηλώνει ότι για αρκετό καιρό δεν πρέπει να εισήλθε ή εξήλθε οποιοδήποτε όχημα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, ότι δεν θυμάται ακριβώς την ημερομηνία που επισκέφθηκε το υποστατικό αλλά είναι βέβαιος ότι το επισκέφθηκε μερικές ημέρες πριν το επισκεφθεί ο ανακριτής της υπόθεσης. Συμφώνησε ότι δεν είναι σε θέση να αναφέρει σχετικά με το κατά πόσο το όχημα οδηγείτο κατά τον επίδικο χρόνο από τον κατηγορούμενο, επισημαίνοντας ότι η κατάσταση του οχήματος ήταν τέτοια που αποκλείεται να χρησιμοποιήθηκε ένα μήνα προηγουμένως. Ερωτηθείς, κατά πόσο θα μπορούσε να αποκλείσει την πιθανότητα ο κατηγορούμενος να κατασκεύασε από μόνος του εικόνα που παρουσίαζε το όχημα όταν το επισκέφθηκε, απάντησε ότι δεν νομίζει πως θα μπορούσε να πιάσει ιστούς της αράχνης και να τους τοποθετήσει σε αυτό αλλά ούτε και να φυτρώσει χόρτα, στην είσοδο. Επίσης ανέφερε, πως είναι σε θέση, για τους λόγους που εξήγησε, να ξεχωρίζει κατά πόσο η σκόνη στο όχημα τοποθετήθηκε φυσικά ή τεχνικά. Σχετικά με τα χόρτα, ανέφερε περαιτέρω ότι είχαν ύψος περίπου 30 εκ. και ήταν ξηρά, γεγονός το οποίο υποδηλώνει ότι αποκλείεται να βλάστησαν τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο. Σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι εάν περνούσε όχημα πάνω από τα χόρτα θα το καταλάβαινε, για το λόγο ότι κατά την επίσκεψη του, έδωσε σημασία στο χώρο. Λόγω της εμπειρίας του στην Αστυνομία για 21 χρόνια και του γεγονότος ότι είναι οδηγός για 25 χρόνια, είναι σε θέση να ξεχωρίσει πότε ένα ελαστικό του οχήματος είναι σε αχρησία. Σε σχετική ερώτηση κατά την επανεξέταση του, κατά πόσο ήταν «πατημένα» τα χόρτα που βρίσκονταν απέναντι από τους τροχούς του οχήματος, απάντησε αρνητικά. Ως τελευταίος μάρτυρας Υπεράσπισης, κατέθεσε ο Α. Ηροδότου Χαραλάμπους (Μ.Υ.2), ο οποίος στη κατάθεση του στην Αστυνομία ημερομηνίας 08.08.2015 (Τεκμήριο 8), αναφέρει ότι είναι μηχανικός και διατηρεί γκαράζ. Τον κατηγορούμενο τον γνωρίζει για αρκετά χρόνια. Το όχημα είχε πάνω από τρία χρόνια να το πάει στο γκαράζ του και να το δει να οδηγείται από τον κατηγορούμενο. Επίσης, είχε πάνω από δύο χρόνια να το σταθμεύσει στο χωράφι που υπάρχει μπροστά από το γκαράζ του. Ο κατηγορούμενος επισκεπτόταν συχνά το γκαράζ του αλλά με άλλο αυτοκίνητο. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι λόγω του ότι δεν είχε δουλειές ακινητοποίησε το όχημα το οποίο είχε σταθμευμένο στο γκαράζ του στον Μούτταλλο. Σε σχετική ερώτηση, απάντησε πως όταν του ζητήθηκε από την Αστυνομία να δώσει κατάθεση, δεν γνώριζε οτιδήποτε για την υπόθεση. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι είναι η Αστυνομία που τον κάλεσε για κατάθεση. Στην υποβληθείσα θέση ότι είναι ο κατηγορούμενος που έδωσε τα στοιχεία του στην Αστυνομία και ότι μίλησε μαζί του προηγουμένως, απάντησε ότι δεν μίλησε και ούτε βρέθηκε με τον κατηγορούμενο πριν δώσει την κατάθεση του. Επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του μετά που έδωσε την κατάθεση του. Τον κατηγορούμενο είχε να τον δει δύο μήνες περίπου, πριν δώσει την κατάθεση του. Ερωτηθείς σχετικά, απάντησε πως είναι βέβαιος ότι ο κατηγορούμενος δεν οδήγησε το όχημα κατά τον επίδικο χρόνο, αφού για να ξεκινούσε η μηχανή του, θα έπρεπε να μεταβεί ο ίδιος στο χώρο που αυτό βρισκόταν για γεμίσει την μπαταρία. Απέκλεισε επίσης το ενδεχόμενο, το όχημα να βρισκόταν έξω από το γκαράζ του και να μην το είδε. Διαφώνησε με τις υποβληθείσες θέσεις ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο και ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του ο ισχυρισμός του ότι για να ξεκινούσε το όχημα θα έπρεπε ο ίδιος να το ξεκινήσει. Μετά την ολοκλήρωση τις διαδικασίας ο κατηγορούμενος και η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από τις αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Αυτό το οποίο ουσιαστικά αμφισβητήθηκε από την πλευρά του κατηγορουμένου, ήταν το κατά πόσο οδηγούσε το όχημα κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, όπως αυτές έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Και αυτό γιατί, για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση του Μ.Κ.2, η μαρτυρία του ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε για το όχημα ασφάλεια έναντι τρίτου, άδεια κυκλοφορίας και πιστοποιητικό καταλληλότητας, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο, αλλά, ουσιαστικά, επιβεβαιώθηκε. Περαιτέρω η μαρτυρία επί του ζητήματος αυτού υποστηρίζεται και από το Τεκμήριο 5, το περιεχόμενο του οποίου επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Συνακόλουθα, εάν αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά τον τόπο και χρόνο που του αποδίδεται, τότε θα πρέπει να κριθεί ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Έχοντας κατά νου τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερομηνίας 02.05.2014), προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία. Η Μ.Κ.1 γενικά μου έδωσε την εντύπωση ενός προσώπου το οποίο δεν ήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει όλη την αλήθεια. Ήταν φανερό τόσο από τα λεγόμενα της όσο και από την συμπεριφορά της καθ' όλη τη διάρκεια της παρουσίας της στο εδώλιο, ότι διακατεχόταν από εμπάθεια εναντίον του κατηγορούμενου και απώτερος σκοπός της ήταν η καταδίκη του. Παρά το γεγονός ότι παρέμεινε σταθερή στη θέση της ότι, δηλαδή, κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο είδε τον κατηγορούμενο να οδηγεί το όχημα, εντούτοις η όλη της συμπεριφορά στο εδώλιο του μάρτυρα, οι τεταμένες σχέσεις μεταξύ της ίδιας και του κατηγορούμενου και η εν γένει εκδοχή της, εγείρουν υπόνοιες για το γνήσιο και αληθές των ισχυρισμών της. Πιο συγκεκριμένα, εγείρονται υπόνοιες ως προς το κατά πόσο η καταγγελία της ήταν γνήσια και δεν υπαγορεύθηκε από αλλότρια κίνητρα που αφορούσαν το πρόσωπο του πρώην συζύγου της - κατηγορούμενου, ένεκα των διαφορών περιουσιακής φύσης που έχουν και για τις οποίες εκκρεμεί υπόθεση στο Δικαστήριο. Αυτό το οποίο επίσης προέκυψε από την αντεξέταση της, είναι ότι πέραν από τις εν λόγω διαφορές τους, η μάρτυρας βρέθηκε ένοχη και καταδικάστηκε στην πληρωμή προστίμου σε ποινική υπόθεση, στην οποία παραπονούμενος ήταν ο κατηγορούμενος. Στην προσπάθεια της να πείσει το Δικαστήριο για το γνήσιο του παραπόνου της δεν δίστασε να ισχυριστεί ότι μετά την καταγγελία της δέχθηκε απειλές από διάφορα πρόσωπα καθ' υπόδειξη του κατηγορούμενου. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο εν λόγω ισχυρισμός της αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη της. Δεδομένης δε της θέσης της ότι επανειλημμένα επικοινωνούσε με την αστυνομία και το αρχηγείο με σκοπό να καταγγείλει τον κατηγορούμενο για την οδήγηση του οχήματος, το ερώτημα, που εύλογα, προκύπτει είναι για ποιο λόγο δεν προέβηκε και σε καταγγελίες σχετικά με τις απειλές που δέχθηκε, όταν μάλιστα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της σε μία περίπτωση μαγνητοφώνησε την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με ένα από τα πρόσωπα που την απείλησαν. Στην προσπάθεια της επίσης, να δικαιολογήσει το γεγονός ότι προέβηκε σε καταγγελία δύο ημέρες μετά το επίδικο συμβάν και όχι άμεσα, προέβαλε την εκδοχή ότι η Αστυνομία δεν ανταποκρινόταν στις εκκλήσεις της για να επισκεφθεί τα σημεία που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, ώστε να το διαπιστώσουν και οι ίδιοι. Πέραν του ότι η μαρτυρία της σχετικά με την οδήγηση του οχήματος και σε άλλες περιπτώσεις εκτός από την επίδικη, είναι άσχετη και ως τέτοια δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, η εκδοχή της περί αδράνειας της Αστυνομίας πέραν του ότι στερείτο πειστικότητας, καταρρίπτεται από τις ενέργειες στις οποίες η Αστυνομία προέβηκε μετά την υποβολή του παραπόνου της στις 19.06.
  1. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρομαι τόσο στην επικοινωνία που είχε η Αστυνομία με τον κατηγορούμενο την ίδια ημέρα που λήφθηκε η κατάθεση της Μ.Κ.1 όσο και στη λήψη της κατάθεσης του. Οι επισκέψεις επίσης των Μ.Κ.2 και Μ.Υ.1 στον χώρο που βρισκόταν το όχημα, κάθε άλλο παρά αδιαφορία υποδηλώνουν. Ερωτηματικά, επίσης, προκύπτουν και από το γεγονός ότι ενώ κατά τον επίδικο χρόνο είδε, κατά τους ισχυρισμούς της, τον κατηγορούμενο να οδηγεί το όχημα και ενώ γνώριζε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ότι δεν είχε το δικαίωμα να το οδηγεί, αντί να προβεί άμεσα σε σχετική καταγγελία περιορίστηκε στο να επικοινωνεί με την Αστυνομία κάθε φορά που έβλεπε, όπως ισχυρίστηκε, τον κατηγορούμενο να οδηγεί το όχημα στο διάστημα από τις 17.06.2015 μέχρι και την καταγγελία της. Η προσπάθεια της να αποδώσει στον κατηγορούμενο μια επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά, ήταν εμφανής. Πέραν των πιο πάνω, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η εκδοχή της βρίσκεται σε διάσταση με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου και των Μ.Κ.2 και Μ.Υ.1 τους οποίους, για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω, κρίνω ως αξιόπιστους μάρτυρες. Έχοντας υπόψη μου τα ανωτέρω και την εντύπωση που αποκόμισα από την μάρτυρα κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία της, γι' αυτό την απορρίπτω ως αναξιόπιστη στην ολότητα της. Η εντύπωση που αποκόμισα από τον Μ.Κ.2 ήταν θετική. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Η εμπλοκή του στα γεγονότα της υπόθεσης, περιορίσθηκε στη λήψη καταθέσεων και στη μετάβαση του στο υποστατικό του κατηγορούμενου μετά την καταγγελία, χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με τα κατ' ισχυρισμό πραγματικά γεγονότα. Η μαρτυρία του ότι, από τον έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο το όχημα ήταν ανασφάλιστο και δεν είχαν εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας και πιστοποιητικό καταλληλότητας, πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε, υποστηρίζεται και από το Τεκμήριο 5, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε. Σημειώνεται επίσης, πως η μαρτυρία του σε σχέση με τις διαπιστώσεις που έκανε κατά την επίσκεψη του στο προαναφερόμενο υποστατικό, συνάδουν με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου και του Μ.Υ.1, η οποία, όπως προανέφερα, γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη. Δεν μπορώ, ωστόσο, να αποδεχθώ εκείνο το μέρος της μαρτυρίας του που σχετίζεται με την καταγγελία του Μ.Κ.3 καθότι αυτή εκφεύγει των επίδικων θεμάτων. Αποτελεί γενικό κανόνα, ότι μαρτυρία η οποία είναι άσχετη προς τα επίδικα θέματα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη, στη σελ. 68 υπό τον τίτλο «Σχετικότητα Μαρτυρίας»). Σημειώνεται επίσης, πως σύμφωνα με τη νομολογία, η αξιολόγηση γίνεται σε σχέση με τα επίδικα θέματα και ιδιαίτερα εκείνα που είναι υπό αμφισβήτηση (βλ. SP Cosultancy ltd κ.α. v. Transteam ltd κ.α ECLI:CY:AD:2016:A197, Πολιτική Έφεση 89/2011 ημερ.13/04/2016). Με εξαίρεση, επομένως το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του, αποδέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  2. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (βλ. Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερομηνίας 02.05.14). Ερχόμενη τώρα στη μαρτυρία του Μ.Κ.3, αναφέρω, πως η μαρτυρία του δεν έχει διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς το ουσιώδες αμφισβητούμενο γεγονός, αυτό, δηλαδή, της οδήγησης του οχήματος από τον κατηγορούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο. Και αυτό γιατί, όπως προκύπτει από την κατάθεση του, Τεκμήριο 6, αλλά και από τη δια ζώσης μαρτυρία του, τα όσα ανέφερε αφορούσαν την ισχυριζόμενη οδήγηση του οχήματος από τον κατηγορούμενο σε άλλες περιπτώσεις, άσχετες με την επίδικη. Όπως προανέφερα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και δεν αξιολογείται μαρτυρία η οποία είναι άσχετη προς τα επίδικα θέματα (βλ. πιο πάνω «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη και SP Cosultancy ltd κ.α. v. Transteam ltd κ.α). Συνακόλουθα, ουδεμία βαρύτητα προσδίδω στη μαρτυρία του Μ.Κ.3 Ο Μ.Κ.4 δεν με έπεισε για την αλήθεια των όσων ανέφερε καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα και ειδικότερα ότι, κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο είχε δει τον κατηγορούμενο να οδηγεί το όχημα. Θεωρώ ότι τόσο η κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία όσο και η ένορκη του μαρτυρία προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης του, στερούνταν γνησιότητας και είχαν ως αποκλειστικό σκοπό να υποστηρίξουν την καταγγελία της μητέρας του - Μ.Κ.1. Η αναφορά του ότι δεν επιθυμεί να οδηγεί τον πατέρα του στο Δικαστήριο, κάθε άλλο παρά πειστική ήταν. Σημειώνω, ότι ενώ η Μ.Κ.1 ανέφερε στην κατάθεση της ότι δεν επιθυμούσε ο γιος της να δώσει κατάθεση, εντούτοις έδωσε κατάθεση ενάμιση μήνα αργότερα. Από το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας αυτό το οποίο διαφάνηκε είναι ότι οι σχέσεις μεταξύ πατέρα και γιου, δυστυχώς, δεν ήταν κατά τον επίδικο χρόνο και συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να μην είναι αρμονικές. Αυτό και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι παρουσιάστηκε ως μάρτυρας κατηγορίας στην παρούσα υπόθεση και ως μάρτυρας υπεράσπισης στην προαναφερόμενη ποινική υπόθεση, στην οποία η μητέρα του ήταν κατηγορούμενη καταδεικνύουν, κατά την άποψη μου, ότι κανένα ενδοιασμό δεν έχει στο να παρουσιαστεί ως μάρτυρας στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να υποστηρίξει την εκδοχή της μητέρας του. Στην προσπάθεια του επίσης, να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί να οδηγεί το πατέρα του στο Δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος «δεν σέβεται τίποτε ούτε το γιό του ούτε και κανένα», παραγνωρίζοντας ότι έδωσε στην Αστυνομία κατάθεση εμπλέκοντας τον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση και παρουσιάστηκε, ως μάρτυρας κατηγορίας, στο Δικαστήριο. Περαιτέρω αναφέρω πως, η συμπεριφορά και οι αντιδράσεις του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν με έπεισαν για την ειλικρίνεια του. Η εντύπωση που αποκόμισα, είναι ότι διακατεχόταν από ανασφάλεια και αβεβαιότητα για αυτά που ισχυριζόταν ενώπιον του Δικαστηρίου, σχετικά με το επίδικο θέμα, αυτό, δηλαδή, της οδήγησης του οχήματος από τον κατηγορούμενο. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρομαι στο μέρος εκείνο της μαρτυρίας του όταν κατά την αντεξέταση του κλήθηκε να περιγράψει την όψη του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο. Ενώ αρχικά, σε σχετική ερώτηση της κας Μανώλη, ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση όταν τον είδε να οδηγεί το όχημα και ότι τον αναγνώρισε, στη συνέχεια όταν κλήθηκε κατά την αντεξέταση του να τον περιγράψει, δεν έδωσε σαφή και θετική απάντηση. Πιο συγκεκριμένα, όταν ρωτήθηκε κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε μουστάκι ή γένια, λόγω του θανάτου του του πατέρα του, ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε, ο μάρτυρας αποφεύγοντας να τοποθετηθεί ευθέως, απάντησε ότι «συνήθως άφηνε μουστάκι». Όταν δε στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι η όψη του κατηγορούμενου άλλαξε εντελώς, ένεκα του ότι είχε μεγάλο μούσι, ο μάρτυρας και πάλι απέφυγε να τοποθετηθεί ευθέως, απαντώντας «Εγώ αναγνωρίζω σε. Για όνομα του Θεού είσαι ο παπάς μου». Τα πιο πάνω ενισχύουν την πεποίθηση μου ότι, η εκδοχή του μάρτυρα ότι είδε, κατά τον επίδικο χρόνο, τον κατηγορούμενο να οδηγεί το όχημα στερείτο γνησιότητας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η παρουσία του στο Δικαστήριο και η κατάθεση του στην Αστυνομία, είχαν ως απώτερο σκοπό την καταδίκη του κατηγορούμενου. Έχοντας υπόψη μου τα ανωτέρω και την εντύπωση που αποκόμισα από τον μάρτυρα ενώ κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία του, γι' αυτό την απορρίπτω ως αναξιόπιστη στην ολότητα της. Ο κατηγορούμενος, μου προξένησε πολύ θετική εντύπωση. Οι απαντήσεις του ήταν πηγαίες, αυθόρμητες, πειστικές και ειλικρινείς. Κατέθεσε στο Δικαστήριο με φυσικότητα και ηρεμία και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπε την αλήθεια. Παρέμεινε σταθερός στη θέση του, για τους λόγους που εξήγησε, ότι το όχημα του ήταν ακινητοποιημένο και ότι δεν το οδήγησε κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο. Η δια ζώσης μαρτυρία του βρίσκεται συνοχή με το περιεχόμενο της κατάθεσης του στην Αστυνομία (Τεκμήριο 3). Η μαρτυρία του επίσης, σχετικά με την κατάσταση που βρισκόταν το όχημα, ένεκα της μη χρησιμοποίησης του για μεγάλο διάστημα, συνάδει τόσο με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, την οποία έκρινα ως αξιόπιστη, όσο και με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 την οποία, για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω, επίσης κρίνω αξιόπιστη. Η μη περίληψη στην κατάθεση του των ισχυρισμών του σχετικά με την κατάσταση του οχήματος, δεν θεωρώ ότι έχει προκαλέσει ρήγμα στην αξιοπιστία του, αφού η εξήγηση που έδωσε κατά την αντεξέτασή του ήταν πειστική. Επίσης, η αδυναμία του να αναφέρει πού ακριβώς βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο, δεν έχει κλονίσει την αξιοπιστία του αφού, ένεκα της παρέλευσης του χρονικού διαστήματος, από την ημερομηνία διάπραξης του ισχυριζόμενου συμβάντος, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μην ήταν σε θέση να θυμηθεί. Επιπλέον, σημειώνω πως η θέση του ότι η Μ.Κ.1 καταδικάστηκε στην προαναφερόμενη ποινική υπόθεση, κατόπιν καταγγελίας την οποία υπέβαλε εναντίον της και ότι στην εν λόγω υπόθεση κλήθηκε και ως μάρτυρας Υπεράσπισης ο Μ.Κ.4, ουδόλως αμφισβητήθηκε. Γενικά η όλη του συμπεριφορά στο εδώλιο και η συνεπής εκδοχή του για τα επίδικα γεγονότα έπεισαν το Δικαστήριο για την αλήθεια της θέσης του ότι δεν οδηγούσε, κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο, το όχημα. Συνακόλουθα, αποδέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο Μ.Υ.1, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μου δημιούργησε την εντύπωση ενός αμερόληπτου και αντικειμενικού αστυνομικού. Η όλη του παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα, ήταν θετική και μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε με έπεισε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ήταν σταθερός και συνεπής στη μαρτυρία του και δεν διαπίστωσα κατά την αντεξέτασή του να υπέπεσε σε αντιφάσεις. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του, η όλη του εμπλοκή στην υπόθεση περιορίστηκε, ουσιαστικά, στην επιτόπου επίσκεψη που διενήργησε στον χώρο που βρισκόταν το όχημα κατόπιν οδηγιών που έλαβε από ανώτερο του. Ο μάρτυρας ήταν βέβαιος για τις διαπιστώσεις του κατά την επίσκεψη του στο υποστατικό τόσο σε σχέση με τον χώρο όσο και με την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το όχημα του κατηγορούμενου, η δε μαρτυρία του ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Οι εξηγήσεις που έδωσε προς υποστήριξη της θέσης του ότι, ένεκα της εικόνας που παρουσίαζε τόσο το όχημα όσο και ο χώρος του υποστατικού, το όχημα πρέπει να ήταν ακινητοποιημένο για μεγάλο διάστημα, ήταν αρκούντως επεξηγηματικές, πειστικές και σε κάθε περίπτωση λογικές. Επιπλέον σημειώνω, πως η μαρτυρία του σχετικά με την κατάσταση του οχήματος κατά την ημερομηνία που το είδε, περίπου, δηλαδή, ένα μήνα μετά την καταγγελία, συνάδει, όπως προανέφερα, τόσο με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, όσο και με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, τους οποίους αποδέχθηκα ως αξιόπιστους μάρτυρες. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2, δεν έχει διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς το ουσιώδες αμφισβητούμενο γεγονός, αυτό, δηλαδή, της οδήγησης του οχήματος από τον κατηγορούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο. Όπως διαφάνηκε από το περιεχόμενο της κατάθεσης του, αυτή λήφθηκε στα πλαίσια της εξέτασης της καταγγελίας του Μ.Κ.3, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι κατά τον επίδικη ημερομηνία και σε διαφορετικό χρόνο από την επίδικη καταγγελία, είδε το όχημα του κατηγορούμενου έξω από το γκαράζ του. Η εν λόγω καταγγελία και η σχετική με αυτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι, για τους λόγους που προανέφερα κατά την αξιολόγηση του Μ.Κ.3, άσχετη με τα επίδικα γεγονότα και ως τέτοια ουδεμία αποδεικτική αξία έχει και δεν αξιολογείται (βλ. πιο πάνω «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη και SP Cosultancy ltd κ.α. v. Transteam ltd κ.α). Συνακόλουθα, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία του Μ.Υ.2, η οποία και απορρίπτεται. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου καταλήγω στα ευρήματα, ότι κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή στις 17.06.2015 το όχημα με αριθμούς εγγραφής KLR155 δεν είχε ασφάλεια έναντι κινδύνων τρίτου μέρους, άδεια κυκλοφορίας και πιστοποιητικό καταλληλότητας. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Για το αδίκημα της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην 1η κατηγορία, το άρθρο 3
(1)(α) και
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000, Ν.96
(1)/2000, όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος»), διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να- (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού0 (β) ................................
(3)Πρόσωπο που ενεργεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού διαπράττει αδίκημα: Νοείται ότι, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση σε κατηγορία που προσάπτεται δυνάμει του άρθρου αυτού, εάν αποδειχθεί στο Δικαστήριο- (α) Ότι το μηχανοκίνητο όχημα δεν ανήκε στον κατηγορούμενο και δε βρισκόταν στην κατοχή του δυνάμει ενοικίασης ή δανεισμού, και (β) ότι οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του, και (γ) ότι ούτε γνώριζε ούτε είχε λόγο να πιστεύει ότι δεν υπήρχε σε ισχύ σε σχέση με το μηχανοκίνητο όχημα τέτοιο ασφαλιστήριο όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(1)πιο πάνω.» Τα αδικήματα της 2ης κατηγορίας βασίζεται στον Κανονισμό 17
(1)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984, ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, που προνοεί τα ακόλουθα: «17
(1)Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου
(3)του Κανονισμού 25: (α) κανένας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ή οδηγήσει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη χρησιμοποίηση από τρίτο πρόσωπο οποιουδήποτε μηχανοκινήτου οχήματος, εκτός των κινουμένων σε ερπύστριες, για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας η οποία είναι εν ισχύ». Τα αδίκημα της 3ης κατηγορίας βασίζεται στον Κανονισμό 65
(1)
(5)και
(9)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης κανονισμών του 1984 ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, που προνοεί ότι: «
(1)Όλα τα μηχανοκίνητα οχήματα καθώς και τα ρυμουλκούμενα και ημιρυμουλκούμενά τους που είναι εγγεγραμμένα στο Βιβλίο Εγγραφής Μηχανοκινήτων Οχημάτων υπόκεινται σε περιοδικό τεχνικό έλεγχο, εξαιρουμένων των οχημάτων που ανήκουν στις ένοπλες δυνάμεις, στις δυνάμεις δημόσιας τάξης και στην πυροσβεστική υπηρεσία.» «
(5)Ο επιθεωρητής εφόσον ήθελε ικανοποιηθεί ότι το μηχανοκίνητο όχημα ευρίσκεται σε καλή και ασφαλή κατάσταση ή ότι έγιναν σύμφωνα με τις εντολές του οι αναγκαίες επισκευές ή προσαρμογές, εκδίδει στον ιδιοκτήτη του οχήματος ή στον έχοντα την ευθύνη ή τον έλεγχο του οχήματος, πιστοποιητικό καταλληλότητας του οχήματος κατά τον Τύπο ΧΧ που εμφαίνεται στο Πρώτο Παράρτημα των παρόντων Κανονισμών ή καθ' οποιοδήποτε άλλο τύπο, που ο Έφορος ήθελε εκάστοτε καθορίσει στον οποίο αναγράφεται και η ημερομηνία διεξαγωγής της επιθεώρησης.»
(9)Με την πάροδο της τελευταίας ημέρας της περιόδου που καθορίζεται από την εκάστοτε γνωστοποίηση του Εφόρου για περιοδικό τεχνικό έλεγχο σύμφωνα με την παράγραφο
(1), απαγορεύεται η οδική χρήση οποιουδήποτε μηχανοκινήτου οχήματος επηρεαζομένου από την εκάστοτε γνωστοποίηση.» Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, τα ευρήματα, το βάρος απόδειξης και τη νομική πτυχή καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Από τη στιγμή που κρίθηκε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.4, τότε μοιραία και οι κατηγορίες οδηγούνται σε απόρριψη, αφού δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία αναφορικά με την απόδειξη του συστατικού στοιχείου των αδικημάτων, αυτό, δηλαδή, της οδήγηση του οχήματος από τον κατηγορούμενο. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και κατά συνέπεια αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις τρείς κατηγορίες. (Υπ.) ................. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.